Legislator Case Law & Legislation
511/2008 AI generated

511/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 511/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 511 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

511/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 511 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 511 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 511/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος:........., παρισταμένου αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας.

Της αναιρεσιβλήτου : ......, που λειτουργεί στην ...... ως ένωσις προσώπων που εκπροσωπείται νόμιμα, την εκπροσώπησε ο Νικόλαος Βουργίδης, παριστάμενος αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.09.2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6678/2002 του ίδιου δικαστηρίου που παραπέμπει την εκδίκαση της υπόθεσης στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, 1910/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 779/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 31.03.2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 02.01.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 462/7-4-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 779/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή εκτίμηση, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 93110/7985/22-9-2000 αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι υπήρξε μέλος της εναγομένης-αναιρεσίβλητης ........, λειτουργούσης ως ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, εδίωκε (α) να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία πειθαρχικής εννόμου σχέσεως, συνδέουσας εκείνον με την εναγομένη και (β) κύρια να αναγνωρισθούν και επικουρικά (ββ) να κηρυχθούν άκυρες Ι. ή 1/4-3-1996 απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου της εναγομένης, με την οποία του επιβλήθηκε αργία (12) μηνών και η απορριπτική επί της κατ' αυτής εφέσεώς του 5/19-6-1996 απόφαση του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού της συμβουλίου και

ΙΙ. η 7/19-9-1996 απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου της εναγομένης, με την οποία διαγράφηκε. Επί των εν λόγω και με στοιχ (α) και (β) σωρευομένων αγωγών εκδόθηκε η 6678/14-11-2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, με την οποία κρίθηκε ως καθύλη αναρμόδιο προς εκδίκαση της υποθέσεως, σε συνέπεια με τη παραδοχή της ότι υπάγεται στην καθύλη αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στο οποίο και παρέπεμψε προς τούτο και επανήλθε η υπόθεση προς συζήτηση με κλήση του ενάγοντος, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της απορριπτικής επί των εν λόγω αγωγών 1910/2003 αποφάσεώς του. Αμφότερες τις πρωτοβάθμιες αποφάσεις, Πολυμελούς και Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσέβαλε ο ενάγων με τις 2189 και 2190/19-3-2004 αντίστοιχα, εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η 779/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση κρίθηκε ότι η υπόθεση υπαγόταν στην καθύλη αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και ειδικότερα η με στοιχ. (α) αγωγή, και, κατ' αποδοχή αμφοτέρων των εφέσεων, εξαφάνισε τις προσβαλλόμενες δι' αυτών πρωτοβάθμιες αποφάσεις? ακολούθως δε διακράτησε και εξήτασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, με απορριπτική επί των αγωγών κρίση. Κατά της αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση ααιρέσεως, έννοια με την οποία και ερευνάται στη συνέχεια.

Ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για την στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από την εν λόγω διάταξη λόγω αναιρέσεως της ελλείψεως νόμιμης βάσεως προϋποτίθεται ότι εισήλθε το Δικαστήριο στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Η εν λόγω προϋπόθεση δεν συντρέχει στην ερευνώμενη περίπτωση, όπου η προσβαλλόμενη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως δευτεροβάθμια απόφαση έκρινε, με βάση τα ιστορούμενα στο δικόγραφο των αγωγών, ότι η υπόθεση υπαγόταν στην καθύλη αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, παραδοχή, σε συνέπεια με την οποία εξαφάνισε τις πληττόμενες με τις εφέσεις πρωτοβάθμιες αποφάσεις. Κατά συνέπεια ελέγχεται ως ερειδόμενος επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως ο πρώτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως με αναφορά στην εν λόγω διάταξη, για την θεμελίωση του οποίου υποστηρίζεται αντιφατικότητα στην κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί υπαγωγής της υποθέσεως, μη αφορώσης αποφάσεις οργάνων σωματείου με νομική προσωπικότητα, στην καθύλη αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, σε συνέπεια με την οποία και κατ' αποδοχή των εφέσεων εξαφάνισε τις αντιθέτως αποφανθείσες 6678/2002 και 1910/2003 αποφάσεις του Πολυμελούς και Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την απορριπτική επί των αγωγών κατ' ουσίαν κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά συμπληρωματική εφαρμογή των περί σωματείων διατάξεων, μάλιστα, όταν κατά τους ορισμούς της διατάξως του άρθρου 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως, το δικαστήριο μπορεί να εκδόσει και επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση. Παράλληλα το γεγονός ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση των προσβαλλομένων με τις εφέσεις πρωτόδικων αποφάσεων, σε συνέπεια με την παραδοχή του ότι η υπόθεση υπαγόταν στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, στο οποίο και όφειλε, κατ' επιταγή των άρθρων 535 παρ. 2, 46 ΚΠολΔ, να παραπέμψει την υπόθεση, την διακράτησε και εξέτασε κατ' ουσίαν, δεν ιδρύει τον κατά την έννοια του άρθρου 559 περ. 5 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, για την θεμελίωση του οποίου απαιτείται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κήρυξε εσφαλμένα την δική του αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα και όχι εκείνη του πρωτοβαθμίου. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δε εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εξαφανισθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον ετούτο εκτίθεται σαφώς. Με βάση τις νομικές αυτές παραδοχές θα αξιολογηθούν οι λόγοι αναιρέσεως που επικαλούνται παραβίαση του άρθρου 107 ΑΚ, με αναφορά στις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Ο νόμος με τις διατάξεις των άρθρων 78 έως 106 ΑΚ ρυθμίζει τα των σωματείων, ήτοι της ενώσεως είκοσι (20) τουλάχιστον φυσικών προσώπων που επιδιώκει σκοπό μη κερδοσκοπικό και έχει νομική προσωπικότητα, την οποία αποκτά κατόπιν δικαστικής αποφάσεως και έφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις πού διαγράφονται από το νόμο, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 107 ρυθμίζει τα των ενώσεων προσώπων πού δεν αποτελούν σωματεία, η ύπαρξη των οποίων προβλέπεται από τη διάταξη του αρθ. 12 § 3 του Συντάγματος και η οποία (πρόβλεψη) προκαλεί και την ανάγκη ρυθμίσεως των εννόμων σχέσεων που η, παραδεκτή κατά το Σύνταγμα, ύπαρξη και δράση τους προκαλεί. Όμως η διάταξη αυτή του άρθρου 107 ΑΚ δεν προσδιορίζει επαρκώς την έκταση της δικαστικής προστασίας των μελών των ενώσεων αυτών προσώπων διότι προβλέπει μόνον ότι, εάν δεν ορίζεται άλλως, εφαρμόζονται οι διατάξεις για τις εταιρείες και ότι εάν ή ένωση αυτή μετατραπεί σε σωματείο η μεταβίβαση της περιουσίας στο τελευταίο γίνεται κατά τις κοινές διατάξεις και δεν θεωρείται ότι επήλθε καθολική διαδοχή. Προϋπόθεση υπαγωγής νομικού μορφώματος στην έννοια της ενώσεως προσώπων του άρθρου 107 ΑΚ είναι η ένωση που στερείται νομική προσωπικότητα, απαρτίζεται από πλείονα του ενός πρόσωπα, να μην είναι ευκαιριακή, να επιδιώκει ορισμένο σκοπό, να έχει σωματειακή οργάνωση, να εμφανίζεται στις (υπό ευρεία έννοια) συναλλαγές ως ενότητα και κατά την δομή της η υπόσταση της να διατηρείται ανεξάρτητη από τις μεταβολές των προσώπων - μελών της. Το τελευταίο τούτο την αντιδιαστέλλει από την εταιρεία, επειδή επί εταιρείας οι συμβαλλόμενοι ως μέλη αποδίδουν προέχουσα σημασία στο προσωπικό στοιχείο των μελών της και συνεπώς, κατά κανόνα (άρθρα 773, 775, 766 ΑΚ), οι μεταβολές πού επέρχονται στο πρόσωπο εταίρου ή και η δια καταγγελίας αποχώρηση του, επιφέρουν τη λύση της εταιρείας (ενώ στην απλή ένωση προσώπων η σχέση των μελών μεταξύ τους είναι σωματειακής υφής και συνεπώς ο θάνατος, η δικαστική συμπαράσταση, η πτώχευση ή η αποχώρηση του μέλους δεν επηρεάζει την υπόσταση της ενώσεως αλλά περιορίζεται μόνο στο μέλος αυτό), πέραν του ότι στην εταιρεία δημιουργείται ενοχικός δεσμός μεταξύ των μελών της, ο οποίος δεν είναι διακριτός, αλλ ούτε και ευχερώς νοητός στην ένωση προσώπων, όπου ο δεσμός έχει σωματειακή υφή, ακριβώς λόγω της μακροχρονίου διαρκείας του και της κατά τα ανωτέρω επιβιώσεως του νομικού μορφώματος και πέραν της ιδιότητος των ιδρυτικών μελών ως τοιούτων, ακόμη δε και μετά τον θάνατο των τελευταίων. Όμως πέραν των ανωτέρω η κεφαλαιώδης διαφορά του προβλεπομένου από το άρθρο 78 ΑΚ σωματείου και της άνω ενώσεως προσώπων είναι η νομική προσωπικότητα του πρώτου και συνεπώς η ένωση προσώπων στερείται παν ό,τι προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής προσωπικότητας ενώ κατά τα λοιπά ή ένωση προσώπων αναγκαίως έχει εσωτερική οργάνωση και συνεπώς διατάξεις πού αφορούν τα σωματεία, κατ' αρχήν, εφαρμόζονται αναλογικά και στην ένωση προσώπων, εκτός εκείνων πού προϋποθέτουν νομική προσωπικότητα.

Και ναι μεν η διάταξη του άρθρου 107 ΑΚ ορίζει και μάλιστα αδιαστίκτως ότι επί ενώσεως .προσώπων εφαρμόζονται οι διατάξεις περί των εταιρειών, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο, αλλά βάσει των ανωτέρω παραδοχών η ένωση προσώπων ρυθμίζεται βάσει των διατάξεων περί σωματείων, περί εταιρειών και των σχετικών συμφωνιών των μερών, ως εκ της φύσεως της ενώσεως προσώπων ως ενός μορφώματος μεταξύ σωματείου και εταιρείας.

Επειδή για τη σύσταση της ενώσεως δεν απαιτούνται μεν οι αναγκαίες διατυπώσεις συστάσεως σωματείου (συστατική πράξη, καταστατικό και δικαστική απόφαση), αλλ' αρκεί η συμφωνία των ιδρυτών στην οποίο περιέχονται οι κανόνες οργανώσεως (όργανα της ενώσεως και καταστατικό λειτουργίας της), η ιδιότητα του μέλους, από την οποία πηγάζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις, αποκτάται είτε από την αρχή κατά τη σύσταση είτε με μεταγενέστερη προσχώρηση κατά τους όρους του αναγκαίως εν τοις πράγμασι συμφωνηθέντος καταστατικού. Δηλαδή, αναγνωριζομένη από το Σύνταγμα, οργάνωση της ενώσεως προσώπων έχει ως θεμέλιο τη σχετική συμφωνία των ιδρυτικών μελών (περί την ίδρυση και τη λειτουργία της, περί την επωνυμία, περί την συγκρότηση της διοικήσεως αλλά και περί την πειθαρχική διαδικασία) αλλά και τις "οιονεί προσχωρήσεις" των επιγενομένων τοιούτων. Αν δεν προβλέπεται ειδικώς άλλος τρόπος οργανώσεως, τα όργανα της ενώσεως είναι η συνέλευση των μελών (ως βουλευόμενο όργανο που έχει και το τεκμήριο αρμοδιότητος για όσα δεν γίνεται ειδική πρόβλεψη στο καταστατικό, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 93 ΑΚ), το διοικητικό συμβούλιο (ως εκτελεστικό όργανο) και κάθε άλλο όργανο που προβλέπεται από το καταστατικό.

Τα μέλη για τα διαπραττόμενα παραπτώματα υπόκεινται στην πειθαρχική εξουσία που ασκείται από τα προβλεπόμενα από το καταστατικό όργανο εν ελλείψει δε σχετικής προβλέψεως στο καταστατικό από τη συνέλευση. Η πειθαρχική εξουσία κατ αρχήν ελέγχεται από τα δικαστήρια, κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 88 και 101 ΑΚ, κυρίως μεν διότι έλεγχος δεν συνάπτεται με την νομική προσωπικότητα, εν πάση δε περιπτώσει διότι οι έννομες σχέσεις μεταξύ των μετεχόντων στα αναγνωριζόμενα από το Σύνταγμα νομικά αυτά μορφώματα δεν είναι νοητό να παραμένουν εκτός εννόμου προστασίας των μετεχόντων αυτά.

Η προστασία αυτή όμως δεν μπορεί παρά να έχει περιορισμένη εμβέλεια εξ απόψεως αποτελεσμάτων, διότι οι δεσμοί αυτών των ενώσεων δεν έχουν την επικύρωση των τοιούτων των σωματείων, η δε συνταγματικώς παρεχομένη ευχέρεια συμμετοχής σε νομικά μορφώματα σκοπού μη ελεγχθέντος υπό του δικαιϊκού συστήματος, (ως ελέγχεται επί σωματείων) δεν επάγεται άνευ ετέρου και αντίστοιχη υποχρέωση της εννόμου τάξεως να εφαρμόσει αδιαστίκτως και σε κάθε περίπτωση αναλογικώς και καθ' όλη της την έκταση την περί σωματείων νομοθεσία, παρά μόνον εκεί όπου η φύση και ο σκοπός της ενώσεως προσώπων προσιδιάζουν. Όμως επί νομικών μορφωμάτων προσιδιαζόντων σε κοινά σωματεία, ουδείς τοιούτος λόγος συντρέχει ώστε να μη παρασχεθεί και επ' αυτών αντίστοιχη δικαστική προστασία.

Σημειώνεται δε ότι η σύσταση και η ύπαρξη της ενώσεως προσώπων αλλά και το περιεχόμενο του καταστατικού (το οποίο δεν είναι ανάγκη να είναι γραπτό) αποτελεί αντικείμενο ισχυρισμού και αποδείξεως κατά τις κοινές διατάξεις.

Κατά την διαφεύγουσα τον αναιρετικό έλεγχο περί πραγμάτων εκτίμηση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ΚΠολΔ 561 παρ.1) "η ήδη αναιρεσίβλητη είναι ένωση προσώπων που δεν έχει κερδοσκοπικό σκοπό έχει οργανωθεί και λειτουργεί ως σωματείο, αλλά δεν έχει τυπικά την ιδιότητα του σωματείου, αφού δεν τηρήθηκαν οι απαραίτητες γι' αυτό διατυπώσεις. Επομένως είναι ένωση προσώπων που αποτελεί "σωματείο μη αναγνωρισμένο" και οι σχέσεις που δημιουργούνται γύρω απ' αυτό διέπονται κατά πρώτο λόγο από το καταστατικό της και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του ΑΚ για τα σωματεία μεταξύ των οποίων και οι ανωτέρω αναφερόμενες (εννοεί εκείνες των άρθρων 88, 101, 279 ΑΚ). Περαιτέρω το εν λόγω καταστατικό της εναγομένης περιέχει ρητές διατάξεις με τις οποίες με σαφήνεια ορίζονται οι πράξεις και οι παραλείψεις των μελών της, που αποτελούν πειθαρχικά παραπτώματα, τα όργανα τα οποία είναι αρμόδια για την επιβολή των προβλεπομένων ποινών και η προδικασία και κύρια διαδικασία της επιβολής αυτών". Σε συνέπεια με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η εναγομένη είχε πειθαρχική εξουσία επί του ενάγοντος και με την έννοια αυτή οι πληττόμενες με τη με στοιχ. β (αα) αγωγή αποφάσεις του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου πειθαρχικού της συμβουλίου, που εκδόθηκαν από τα οριζόμενα από το καταστατικό της όργανα κατά την καθοριζόμενη από αυτό λεπτομερώς διαδικασία, είναι υποστατές ακολούθως δε με βάση την εκτίμησή της ότι το δικαίωμά του ακυρώσεως των εν λόγω πειθαρχικού χαρακτήρος αποφάσεων (με στοιχ. β (ββ) αγωγή) υπέπεσε στην κατά την έννοια των άρθρων 88 και 101 ΑΚ δίμηνη και εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία, με έναρξή τους το αργότερο στις 28-4-1998, οπότε ήγειρε όμοιου περιεχομένου αγωγή κατά του Τεκτονικού Ιδρύματος. Οι αιτιολογίες αυτές αξιολογούνται ως πλήρεις και χωρίς αντίφαση, επιτρέπουσες τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή του άρθρου 107 ΑΚ, για το οποίο ορθώς κρίθηκε, με βάση τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης, με την αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής επί της αναιρεσίβλητης ενώσεως προσώπων, χωρίς νομική προσωπικότητα, σωματειακής μορφής, οργανώσεως και λειτουργίας, οι περί σωματείων διατάξεις, μεταξύ των οποίων και εκείνες των άρθρων 88 και 101 Ακ. Επομένως οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα δεύτερος και τρίτος λόγος αναιρέσεως, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ελέγχονται ως αβάσιμοι. Όμοια αρνητικά αξιολογούνται, ως ερειδόμενοι επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι συνδέονται με τους διατυπούμενους με τη με στοιχ. β (ββ) αγωγή λόγους ακυρότητας των πληττομένων δι' αυτής πειθαρχικών αποφάσεων, εφόσον έγινε δεκτό ότι το δικαίωμά του προς ακύρωσή τοιυ αποσβέσθηκε λόγω παρόδου των οριζομένων στις διατάξεις των άρθρων 88 και 101 ΑΚ αποσβεστικών προθεσμιών και με την έννοια αυτή δεν παρέχει νομική δυνατότητα ερεύνης τους, λόγο για τον οποίο και δεν εξετάσθηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση. Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την 462/7-4-2006 αίτηση για αναίρεση της 779/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ