511/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 511 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 511/2006
Legislator headnote
AI generated511/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 511 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 511/2006
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 511 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 511/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας "Θ. Π. και Σια ε.ε." που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Θεόδωρο Παπαευγενίου, κατοίκου…, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βύρωνα Βοσκίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. θυγ. Γ. και Χ. Λ., κατοίκου…, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Γεώργιος Κροκίδας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 29-8-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19331/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1447/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12/7/2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης, ανέγνωσε την από 11 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως της 1447/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι
λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εργολαβική εταιρία, με το υπ' αριθ. ... συμβολαιογραφικό συμβόλαιο πούλησε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη το επίδικο ακίνητο - διαμέρισμα, στην οποία και παρέδωσε έκτοτε τη νομή αυτού του διαμερίσματος. Στο συμβόλαιο περιελήφθη όρος ότι η σύμβαση πωλήσεως τελεί υπό την διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποπληρωμής του πιστωθέντος μέρους του τιμήματος. Εντός μηνός από της καταρτίσεως του συμβολαίου αυτού η εναγομένη κατέβαλε στον αντιπρόσωπο της ενάγουσας Δ. Π., έναντι του οφειλόμενου υπόλοιπου τιμήματος, το ποσό των 1.000.000 δραχμών, το οποίο όχι μόνο παρέλαβε ο τελευταίος, παρότι είχε παρέλθει η συμφωνηθείσα προθεσμία καταβολής των δύο δόσεων, αλλά ακόμη συμφώνησε με την εναγομένη προφορικώς, την ίδια ημέρα, να εξοφλήσει αυτή το οφειλόμενο υπόλοιπο μέρος του τιμήματος των 4.000.000 δραχμών μέχρι το τέλος Ιουνίου του έτους 2002. Ενόψει της νεότερης αυτής συμφωνίας η εναγόμενη κατέβαλε το υπόλοιπο μέρος του τιμήματος στις 21-6-2002. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι δεν πληρώθηκε η πιο πάνω διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποπληρωμής του τιμήματος και συνακόλουθα δεν επήλθε ανατροπή της συμβάσεως πωλήσεως και η επικαλούμενη με την αγωγή αυτοδίκαιη αναμεταβίβαση της νομής του επιδίκου διαμερίσματος στην ενάγουσα. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, στις οποίες στήριξε την απόρριψη της ένδικης αγωγής, για απόδοση του επιδίκου κατά νομή, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 202,513 επ.,974,976,984 και 987 ΑΚ, που εφάρμοσε, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τον 1ο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Περαιτέρω, με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την έλλειψη του δικαιώματος νομής της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο, χωρίς να είναι απαραίτητη η παράθεση των διατάξεων που εφάρμοσε. Επομένως οι περί αντιθέτου 2ος και 6ος, μέρος β', λόγοι της αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επίσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι 3ος και 4ος λόγοι της αναιρέσεως, ως αντιφατικοί, διότι, ενώ στον 3ο λόγο αναφέρεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό περί καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας παρατάσεως της προθεσμίας εξοφλήσεως του τιμήματος χωρίς ο ισχυρισμός αυτός να προταθεί από την αναιρεσίβλητο, στον 4ο λόγο προβάλλεται η πλημμέλεια ότι " η αναιρεσιβαλλομένη εσφαλμένως δεν εκήρυξεν ως απαράδεκτον και ως αόριστον τον ισχυρισμό της αναιρεσιβλήτου περί συνάψεως συμφωνίας παρατάσεως της προθεσμίας εξοφλήσεως".-
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ. συνάγεται ότι, το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ., υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ως αποδεικνυόμενο ή μη ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ.42/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και " όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι." Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ως δικαστικά τεκμήρια και την αναφερόμενη στον 5ο λόγο μήνυση, καθώς τις αναφερόμενες στον 6ο, μέρος α', λόγο αναιρέσεως γνωματεύσεις και διαγνώσεις στο βιβλιάριο υγείας του Δ. Π., χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται στην απόφαση ειδική μνεία των εγγράφων αυτών.
Συνεπώς οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, από τον αριθ.11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και ο 7ος λόγος της αναιρέσεως, από το ίδιο άρθρο (559 αριθ.11γ'), με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη μαρτυρικές καταθέσεις, τις οποίες ο νόμος δεν επιτρέπει, κατά το άρθρο 393 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκειμένου να αποδειχθεί μεταγενέστερη δικαιοπραξία εκείνης που συνήφθη εγγράφως, διότι από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, προκύπτει ότι η συμφωνία παρατάσεως της προθεσμίας εξοφλήσεως του τιμήματος καταρτίστηκε στα πλαίσια της εμπορικής συναλλαγής της εναγομένης και της ενάγουσας-ετερρόρυθμης εταιρίας, της οποίας ο εταιρικός σκοπός ήταν εμπορικός, αφού συνίστατο στην κατασκευή πολυώροφων οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής, και επομένως μπορούσε να αποδειχθεί και με μάρτυρες, χωρίς τους περιορισμούς του άρθρου 393 ΚΠολΔ, λόγω της εμπορικότητας της διαφοράς για την ενάγουσα εταιρία, καθ' ης η απόδειξη, σύμφωνα με το άρθρο 394 παρ. 1 περ. δ' ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως της 1447/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2006 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ