Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to vague interest claim and improper supplementation of the original lawsuit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding unpaid wages and interest. The appellant argued for interest on specific debt portions, but the court found the claim vague because the total monthly payments included various components, making it impossible to isolate the principal amount for each debt separately. Furthermore, the court rejected the argument that previous payments covered only the base salary, ruling this as an impermissible attempt to supplement the lawsuit in the second instance under Article 526 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 526 and 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the second instance court declares a claim vague without constituting a reversible error, and any attempt to supplement the original lawsuit in the second instance is impermissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 510 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 510/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Β. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "....", που εδρεύει ... και διατηρεί υποκατάστημα στην Θεσσαλονίκη.
Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Δημητριάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9118/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 1747/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-12-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη εταιρεία, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολιπόμενος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Εξάλλου, κατά την παρ. 4 του άρθρου 260 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του Ν.4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθρο 116 παρ. 1β' αυτού), εάν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισαχθούν προς συζήτηση για λόγους ανωτέρας βίας, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το Δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο, η δε εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή, ενώ η ενημέρωση των διαδίκων για τη νέα δικάσιμο μπορεί να γίνει και ηλεκτρονικά από το γραμματέα, κατά τα οριζόμενα στη ρύθμιση αυτή.
Με την τελευταία αυτή διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν για λόγους ανωτέρας βίας, όπως είναι η διενέργεια εκλογών, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η, με πρωτοβουλία του γραμματέα, εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ως κλήτευση κατ' αυτή του απολιπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει έγκυρα τη συζήτηση ή να είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω ανωτέρας βίας.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 1253/2021, ΑΠ 1121/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, η υπό κρίση από 2-12-2022 με αυξ.
αριθμ. καταθ. ......2-12-2022 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 1747/ 26-8-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είχε προσδιορισθεί αρχικά προς συζήτηση με την από 20-1-2023 πράξη της Προέδρου του Β2' Τμήματος, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, για τη δικάσιμο της 23-5-2023.
Κατά την ως άνω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών. Στη συνέχεια, με την από 30-5-2023 πράξη της Προέδρου του ίδιου ως άνω Πολιτικού Τμήματος, επανήλθε αυτεπάγγελτα προς συζήτηση η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (31-10-2023) και έγινε εγγραφή αυτής στο πινάκιο, η δε ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr και στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr, προς ενημέρωση των διαδίκων.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου κατά την κατά την ως άνω δικάσιμο (31-10-2023) κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, παραστάθηκε στο ακροατήριο μόνον η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", ο πληρεξούσιος δικηγόρος της οποίας Σταύρος Δημητριάδης είχε παραδώσει στην αρμόδια γραμματέα την, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετική δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, ενώ ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε είχε υποβληθεί η προαναφερθείσα από το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ σχετική δήλωση για τη δικάσιμο αυτή.
Από την υπ' αριθμ. ...21-2-2023 έκθεση επίδοσης, την οποία συνέταξε ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής του Εφετείου Θεσσαλονίκης Σ. Δ.. Ν., προκύπτει ότι η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης έλαβε χώρα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξούσιας δικηγόρου του Στυλιανής Τσιολάκη, για επίδοση ακριβούς αντιγράφου αυτής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση προς την αναιρεσίβλητη για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο στις 23-5-2023, οπότε η συζήτηση ματαιώθηκε, λόγω διενέργειας των βουλευτικών εκλογών.
Όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. ...12-12-2022 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Κ.- Κ. η προαναφερόμενη δικηγόρος, η οποία έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης από τον απολιπόμενο αναιρεσείοντα και, επομένως, αυτός νόμιμα επέσπευσε τη συζήτηση της αναίρεσης.
Συνεπώς, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων εγκύρως επέσπευσε την συζήτηση της αναίρεσης για την αρχική δικάσιμο, η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλήτευσης αυτού και, εφόσον η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Δημητριάδη, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία του αναιρεσείοντος(άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την από 2-12-2022 και με αριθμό κατάθεσης ......2-12-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 1747/26-8-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με την από 8-6-2020 και με αριθμ. κατάθ. .../17-6-2020 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ο ενάγων ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι: Στις 30-11-2018 προσλήφθηκε από την εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει σε αυτήν τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος - φύλακας σε ευρισκόμενες στην περιοχής της ανατολικής Θεσσαλονίκης επιχειρήσεις, που η εναγόμενη θα του υποδείκνυε, εργαζόμενος εντός του νομίμου ωραρίου και αμειβόμενος με το νόμιμο κατώτατο μηνιαίο μισθό.
Παρά το γεγονός ότι αυτός από τις 3-12-2018 παρείχε κανονικά τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του και επιπλέον εργαζόταν πέραν του συμβατικού και του νομίμου ωραρίου του, κατά τις Κυριακές και κατά τις νύχτες, πραγματοποιώντας παράνομη υπερωρία και υπερεργασία και χωρίς να λαμβάνει τις ημέρες άδειας που εδικαιούτο, η εναγόμενη αφενός δεν του κατέβαλε τις, για τις παραπάνω αιτίες νόμιμες αποδοχές του αφετέρου δε, όταν το ύψος των οφειλόμενων σε αυτόν αποδοχών ξεπερνούσαν τις 9.000 ευρώ, που αντιστοιχούσαν σε αποδοχές τουλάχιστον οκτώ(8) μηνών, για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους, μετέβαλε μονομερώς τον τόπο παροχής της εργασίας του από το "...
στις κεντρικές αποθήκες της εταιρείας "..." στην περιοχή της .... Αυτός διαμαρτυρήθηκε άμεσα, μη αποδεχόμενος την εν λόγω μεταβολή και στις 27-4-2020 άσκησε νόμιμα το δικαίωμά του για επίσχεση της εργασίας του, αφενός μεν για τη διατήρηση του τόπου παροχής της εργασίας του, αφετέρου δε για την καταβολή των μέχρι τότε προαναφερόμενων οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών του.
Ακολούθησε ανταλλαγή εξωδίκων μεταξύ των διαδίκων και ειδικότερα, η μεν εναγόμενη με την από 8-5-2020 εξώδικη δήλωσή της δήλωσε σε αυτόν, ότι η εργασία του είναι τις κεντρικές αποθήκες στο κατάστημα "..." στην περιοχή της ... και, ότι αν δεν προσέλθει εκεί να εργασθεί, θα το θεωρήσει ως δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης,αυτός δε με την από 11-5-2020 εξώδικη δήλωσή του της δήλωσε, ότι βρίσκεται σε νόμιμη επίσχεση εργασίας, την οποία και θα συνεχίσει, μέχρι αυτή να εκπληρώσει τις πιο πάνω αναφερόμενες υποχρεώσεις της απέναντί του.
Μετά τα παραπάνω, η εναγόμενη κατέβαλε στο τραπεζικό του λογαριασμό, ως διαφορά μισθών, το ποσό των 3.275,25 ευρώ, ενώ στη συνέχεια, με την από 18-5-2020 εξώδικη δήλωσή της του δήλωσε, ότι δεν υπάρχει πλέον ληξιπρόθεσμη οφειλή της προς αυτόν, ότι η επίσχεσή εργασίας του δεν είναι νόμιμη και τον καλούσε να προσέλθει στην εργασία του στο προαναφεόμενο κατάστημα "..." στην περιοχή της ....
Επίσης, με την από 19-5-2020 όμοια δήλωσή της επανέλαβε, ότι δεν του οφείλει πλέον κάποιο χρηματικό ποσό και ότι η άρνησή του να παρέχει την εργασία του ισοδυναμεί με οικειοθελή αποχώρησή του από την εργασία, την οποία(οικειοθελή αποχώρηση) θα αναγγείλει στο πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης "ΕΡΓΑΝΗ".
Σε απάντηση των πιο πάνω εξώδικων ο ίδιος απέστειλε στην εναγόμενη την από 20-5-2020 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία δήλωσε, ότι δέχεται την καταβολή ως μερική εξόφληση των απαιτήσεών του, ότι επιθυμεί να επιστρέψει στην εργασία του, μόλις η εναγόμενη τηρήσει τις υποχρεώσεις της απέναντί του και, ότι μέχρι τότε συνεχίζει την επίσχεση, ενώ η εναγόμενη με την από 20-5-2020 όμοια δήλωσή της και, με την πρόφαση ότι εργασιακή του σύμβαση είχε λυθεί, του ζήτησε να επιστρέψει τη στολή, που του παραχωρήσει.
Ότι η εναγόμενη και, ενώ αυτός βρισκόταν σε νόμιμη επίσχεση εργασίας, στις 19-5-2020 προέβη σε μονομερή δήλωση, δήθεν εκούσιας αποχώρησής του από την εργασία του, η οποία την ίδια ημερομηνία αναρτήθηκε στο προαναφερόμενο σύστημα "ΕΡΓΑΝΗ". Ότι η ενέργεια αυτή της εναγόμενης ισοδυναμούσε με άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, λόγω μη τήρησης του νόμιμου(έγγραφου) τύπου και ότι αυτή εξακολουθούσε να του οφείλει για το χρονικό διάστημα από την αρχή της σύμβασης εργασίας του μέχρι 19-5-2020 για υπερεργασία, παράνομη υπερωρία, εργασία κατά τις Κυριακές και κατά τη νύχτα, δώρα εορτών, αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και επιδόματα αδείας, μετά την αφαίρεση του πιο πάνω ποσού(3.275,25 ευρώ), που του κατέβαλε, το ποσό των 6.249,955 ευρώ.
Ότι λόγω της περιγραφόμενης στην αγωγή συμπεριφοράς των εκπροσώπων της εναγόμενης υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του, δικαιούμενος χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί:
α) ότι είναι νόμιμη η από 28-4-2020 δήλωση επίσχεσης εργασίας του β) ότι η από 19-5-2020 οικειοθελής αποχώρησή του, που αναρτήθηκε μονομερώς από την εναγόμενη στο πληροφοριακό σύστημα "ΕΡΓΑΝΗ", συνιστά εκ μέρους της άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του λόγω μη τήρησης του νόμιμου τύπου γ)ότι η εναγόμενη του οφείλει για δεδουλευμένες καθαρές αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 3-12-2018 μέχρι 27-4-2020, αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 28-4-2020 μέχρι 19-5-2020, υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωρία, εργασία κατά τις Κυριακές και κατά τη νύχτα, αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας, επιδόματα εορτών και αδείας το ποσό των 6.249,955 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστη ληξιπρόθεσμη κάθε επί μέρους οφειλή άλλως από την επίδοση της αγωγής δ) ότι η εναγόμενη του οφείλει για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 764,40 ευρώ το μήνα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για το χρονικό διάστημα από 19-5-2020 μέχρι την έκδοση απόφασης, λόγω της κατά τα ανωτέρω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και επικουρικά, εφόσον αυτή κριθεί έγκυρη το ποσό των 2.123,33 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης με το νόμιμο τόκο από τη γέννηση κάθε αξίωσης άλλως από την επίδοση της αγωγής και ε) ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 6.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών η υπ' αριθμ. 9118/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη, εκτός από το αίτημα επιδίκασης τόκων από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, για τα κονδύλια που δεν καθίστανται απαιτητά από το τέλος του μήνα αναφοράς αλλά από την όχληση, δέχθηκε ότι σύμβαση εργασίας ήταν άκυρη, γιατί ο ενάγων δεν είχε άδεια εργασίας και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα κονδύλια που συνέχονταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας(επίσχεση εργασίας, μισθοί υπερημερίας λόγω επίσχεσης και λόγω άκυρης καταγγελίας κλπ), στη συνέχεια δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 346,13 ευρώ για τις αναλυτικά αναφερόμενες σε αυτήν αιτίες με το νόμιμο τόκο, κατά τις επίσης αναλυτικά αναφερόμενες σε αυτήν διακρίσεις.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ο ενάγων-εκκαλών ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 4-10-2021 και με αριθμό κατάθ. .../6-10-2021 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.Το τελευταίο με την υπ' αριθμ.1747/2022 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, αφού έκρινε ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος-εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος ήταν έγκυρη και ότι δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους του άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, ούτε ότι η από 13-5-2020 αναγγελία της εναγόμενης-εφεσίβλητης ήδη αναιρεσίβλητης περί οικειοθελούς αποχώρησής του από την εργασία του συνιστά σιωπηρή καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης από την πλευρά της εναγόμενης και ως εκ τούτου αυτός δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας (λόγω επίσχεσης εργασίας αλλά και λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του), ούτε αποζημίωση απόλυσης και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα σχετικά κονδύλια, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, για το ενιαίο της εκτέλεσης καθ' όλες τις διατάξεις της, κράτησε και δίκασε την αγωγή και, αφού την έκρινε επαρκώς ορισμένη, εκτός από το κονδύλιο των τόκων από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό και νόμιμη, εκτός από ένα κονδύλιο που δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, την έκανε δεκτή κατά ένα μέρος ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε, ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.622,20 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας, πρασαυξήσεις για εργασία τις Κυριακές, διαφορές επιδομάτων εορτών, αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και επιδόματα αδείας με το νόμιμο τόκο ως εξής:
τα ποσά που αντιστοιχούν στα επιδόματα Χριστουγέννων από την επομένη της 31ης Δεκεμβρίου κάθε έτους, τα ποσά που αντιστοιχούν στο επίδομα Πάσχα από την επομένη της 30ης Απριλίου κάθε έτους, τα ποσά που αντιστοιχούν στην αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και το επίδομα αδείας από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους και τα υπόλοιπα ποσά από την επίδοση της αγωγής.
Κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζόμενου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.
Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά(ΑΠ 789/2020, ΑΠ145 /2019).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α' του Ν. 2112/1920, ορίζεται ότι "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Με το άρθρο 56 του Ν. 4487/2017 (ΦΕΚ Α' 116/9-8-2017) προστέθηκε εδ. γ' στην πιο πάνω διάταξη, το οποίο ορίζει ότι: "Επίσης θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης", ενώ το εν λόγω εδάφιο τροποποιήθηκε με το άρθρο 58 του Ν.4635/2019 (ΦΕΚ Α' 167/30-10-2019) ως εξής: "Επίσης θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η πέραν των δύο (2) μηνών καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης".
Από τη παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό εκείνες των άρθρων 281, 288, 648, 652, 656, 349 έως 351 και 361 του ΑΚ προκύπτει ότι, στην περίπτωση της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας, τέτοια δε θεωρείται, σύμφωνα με τα παραπάνω και η πέραν των δύο μηνών καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζόμενου, ανεξάρτητα από την αιτία της καθυστέρησης, ή η αυθαίρετη μεταβολή του τόπου της παρεχόμενης εργασίας με κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος, η μονομερής αυτή βλαπτική μεταβολή δεν επάγεται τη λύση της εργασιακής σύμβασης, αλλά παρέχονται διαζευκτικά στο μισθωτό τα δικαιώματα:
α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται σιωπηρά νέα σύμβαση εργασίας, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη ή β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το Ν. 2112/1920 ή, τέλος, γ) να εμμείνει, εξωδίκως ή και δικαστικώς, στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν τις αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 133/2021, ΑΠ 657/2018, ΑΠ 282/2018, ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 447/2015).
Σημειώνεται, ότι το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της ανταπαίτησής του, δηλ. ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλομένης απ' αυτόν αντιπαροχής μπορεί δε να ασκηθεί και στην περίπτωση μονομερούς εκ μέρους του εργοδότη και βλαπτικής για τον εργαζόμενο μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας, κατά το άρθρο 7 του Ν.2112/1920 αντιδρώντας έτσι στην μεταβολή αυτή (ΑΠ 343/2021, ΑΠ 1096/2018, ΑΠ 114/2017).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των άρθ.5§3 Ν.2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθ. 3 Ν.4558/1930, και 173, 200 και 288 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του, που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το Ν.3514/1928 στράτευσή του, αλλά σε άλλη αιτία, όπως σε επίσχεση της εργασίας του, το Δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, την αιτία και την διάρκεια αυτής, καθώς και την υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του μισθωτού, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βούλησης του εργαζόμενου να λύσει την σύμβαση εργασίας του, δηλ.
ως σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία αυτής, με όλες τις δυσμενείς γι' αυτόν επιπτώσεις. Μόνη η αυθαίρετη απουσία από την εργασία του, η οποία συνιστά αντισυμβατική συμπεριφορά αυτού και παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να καταγγείλει αυτός την σύμβαση εργασίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί άνευ άλλου ως καταγγελία από τον εργαζόμενο, αλλά για να ισχύσει ως τέτοια θα πρέπει να συνοδεύεται και από άλλα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει σαφώς η βούληση του εργαζόμενου για την λύση της σύμβασης εργασίας (ΟλΑΠ 32/1988, ΑΠ 1342/2014, 1344/2014, 447/2015).
Συνακόλουθα είναι ζήτημα εκτίμησης των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, εάν η διακοπή της προσέλευσης του μισθωτού στην εργασία του και παροχής των υπηρεσιών του, η οποία έλαβε χώρα κατόπιν μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του από τον εργοδότη, συνιστά επίσχεση εργασίας αυτού, η οποία σε κάθε περίπτωση προϋποθέτει σχετική δήλωση (έστω και προφορική) του εργαζόμενου προς τον εργοδότη, που θα πρέπει να είναι σαφής ως προς τη βούληση άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης ή υπό τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις συνιστά εκδήλωση της βούλησης του μισθωτού για οικειοθελή αποχώρηση από την εργασία του.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ ιδρύεται όταν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Αντίθετα, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ1795/2022, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 1720/2013, 232/2009).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991), όπως συμβαίνει και όταν τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε στην ουσία με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996 ΑΠ 784/2023, ΑΠ 406/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το Δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Ο ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν θεμελιώνεται όταν το Δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του (ΑΠ 365/2023, ΑΠ 1124/2018). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 686/2022).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει, όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ268/2021, ΑΠ584/2019, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 1668/2008, ΑΠ 269/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το πρώτο σκέλος του, την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του, που νόμιμα και παραδεκτά προτάθηκαν τόσο στο πρωτόδικο όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη Α:1) ότι η μη προσέλευση στην εργασία του από τις 28-4-2020 ήταν νόμιμη, καθώς έλαβε χώρα λόγω της επίσχεσης της εργασίας του εξ αιτίας της βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής του σύμβασης από την καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών των δεδουλευμένων αποδοχών του, ύψους άνω των εννέα χιλιάδων (9.000) ευρώ, η οποία βλαπτική μεταβολή επήλθε αυτοδίκαια, ανεξάρτητα από την αιτία της καθυστέρησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7 εδ.
γ' του Ν. 2112/1920, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 58 του Ν.4635/2019 και 2) ότι η από 19-5-2020 μονομερής δήλωση της εναγόμενης στο πληροφοριακό σύστημα"ΕΡΓΑΝΗ" περί δήθεν οικειοθελούς αποχώρησής του αποτελεί άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Β) Επίσης, με τον ίδιο πιο πάνω λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, επικουρικά, κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του, τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες με τις αιτιάσεις, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφενός έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 7 εδ.γ' Ν.2112/1920, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το αρ. 58 Ν. 4635/2019, και αφετέρου ότι η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν έχει νόμιμη βάση αλλά ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, γιατί ενώ δέχεται ότι η εναγόμενη του όφειλε αποδοχές άνω των δύο μηνών, δεν αιτιολογεί γιατί δεν επήλθε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, σύμφωνα με το αμέσως πιο πάνω αναφερόμενο άρθρο.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των κρίσιμων για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "Η εναγόμενη, ανώνυμη εταιρεία [ήδη αναιρεσίβλητη], που ασκεί εμπορική επιχείρηση, παροχής υπηρεσιών ασφάλειας, υπαγόμενη στις ρυθμίσεις του ν. 2518/1997, κατήρτισε με τον ενάγοντα [ήδη αναιρεσείοντα] εγγράφως την από 30-11-2018, με ημερομηνία έναρξης στις 3-12-2018, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι μικτού μηνιαίου μισθού, ύψους 586,08 E, να παρέχει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος-φύλακας (security) σε υποδεικνυόμενες από την εναγόμενη επιχειρήσεις, εντός του νομού Θεσσαλονίκης, κατά το ωράριο λειτουργίας αυτών.
Η σύμβαση εργασίας, που καταρτίστηκε ήταν έγκυρη, αφού αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, δεκτού γενομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης, διέθετε την απαιτούμενη λόγω της ιδιότητας, με την οποία προσλήφθηκε στην εναγόμενη, άδεια προσωπικού ασφαλείας, σύμφωνα με το Ν. 2518/1997 [...]. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από την αρχή της εργασιακής σχέσης, παρείχε την εργασία του ως φύλακας, καθ' υπόδειξη της εναγόμενης, σε διάφορες επιχειρήσεις που διατηρούν υποκαταστήματα στο Νομό Θεσσαλονίκης, αλλά και στο ….και όχι μόνο ανατολικά της Θεσσαλονίκης, όπως υποστηρίζει με την αγωγή.
Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι εργάσθηκε στη φύλαξη των καταστημάτων "... στο κέντρο της πόλης, "..." στο "...", ανατολικά της πόλης, "..., δυτικά της πόλης, "..., ανατολικά της πόλης, και στο … Από 6-5-2019, ο ενάγων παρείχε την εργασία του ως φύλακας, σε βάρδια, πάντα κατά το χρονικό πλαίσιο λειτουργίας του καταστήματος, στο "....
Εκεί εργάσθηκε μέχρι τα τέλη Απριλίου του έτους 2020, οπότε και η εναγόμενη τον τοποθέτησε ως φύλακα στις αποθήκες του "...", με έναρξη την 29-4-2020. Αφορμή για τη μετάθεση αυτή αποτέλεσε το γεγονός ότι τον Μάρτιο του έτους 2020, και ενώ μαινόταν η πανδημία Covid 19, αρνήθηκε να διανέμει, ο ίδιος, ύστερα από εντολή του υπευθύνου του καταστήματος"…", στους πελάτες του σούπερ μάρκετ, ένα ζευγάρι πλαστικά γάντια πριν την είσοδό τους στο κατάστημα,[...].
Ο ενάγων, αιτιολόγησε την άρνησή του αυτή, στην επίταση του κινδύνου να προσβληθεί και ο ίδιος από τη νόσο, καθόσον με τον τρόπο αυτό θα ερχόταν καθημερινά σε άμεση επαφή με εκατοντάδες ανθρώπους, και ακολούθως να μεταδώσει με τη σειρά του, τη νόσο στη μητέρα του, με την οποία διέμενε. Ως επακόλουθο της διαμορφωθείσας συγκρουσιακής κατάστασης, μεταξύ του ενάγοντος και των υπευθύνων του σούπερ μάρκετ "..., επήλθε η στοχοποίηση του ενάγοντος και η εκφορά παραπόνων από τους υπευθύνους του σούπερ μάρκετ, προς την εναγόμενη, που άρχισαν να εντείνονται το τελευταίο δεκαήμερο του Απριλίου 2020 και αφορούσαν στη μη συμμόρφωση του ενάγοντος με την οδηγία της επιχείρησης "…", να φορούν όλοι οι εργαζόμενοι στο χώρο ευθύνης του καταστήματος"…" μάσκα και γάντια.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες και προς αποφυγή διαιώνισης της ως άνω κατάστασης, η εναγόμενη αποφάσισε να τοποθετήσει τον ενάγοντα στην προαναφερόμενη θέση, στα δυτικά της Θεσσαλονίκης, ενέργεια που κρίνεται αντικειμενικά δικαιολογημένη. Ουδόλως άλλωστε αποδεικνύεται από τον ενάγοντα ότι η μετάθεση αυτή έλαβε χώρα για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του, γιατί αυτός αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις οδηγίες των υπευθύνων του "…", καθόσον πρόκειται ουσιαστικά για προστριβή του ενάγοντος με τρίτη επιχείρηση και όχι άμεσα με την εναγόμενη, ώστε μόνη αυτή η διαμάχη σε συνδυασμό με τη χρονική εγγύτητα της μετάθεσης να δικαιολογεί την ύπαρξη στοιχείων εκδικητικής συμπεριφοράς από την εναγόμενη.
Ούτε έμμεσα όμως, μπορεί να συναχθεί εκδικητική συμπεριφορά της εναγόμενης, καθόσον δεν αποδεικνύεται από τον ενάγοντα ότι υπήρχαν, κατά το χρόνο της μετάθεσης αυτού, δυτικά της πόλης, της Θεσσαλονίκης, άλλες κενές θέσεις φυλάκων σε συνεργαζόμενα με την εναγόμενη καταστήματα στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης.
Ο ίδιος εξάλλου, ο ενάγων, κατά το παρελθόν, όπως προαναφέρθηκε, είχε εργασθεί και στα δυτικά της πόλης, ενώ και στην ίδια τη σύμβαση εργασίας του, ως τόπος παροχής οριζόταν ο Νομός Θεσσαλονίκης και όχι η ανατολική Θεσσαλονίκη, όπως εσφαλμένα εκθέτει στην αγωγή του. Στην συνέχεια, μετά την τοποθέτηση του ενάγοντος, στις 29-4-2020 στις αποθήκες της επιχείρησης "..." στην …, ο τελευταίος ουδέποτε εμφανίσθηκε για να παρέχει την εργασία του ως φύλακας, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της εναγομένης.
Έτσι, την 13-5-2020, μετά την ανταλλαγή εξωδίκων δηλώσεων[...] η εναγομένη ανήγγειλε και καταχωρήθηκε στον ΟΑΕΔ την 20-5-2020, η οικειοθελής αποχώρηση του ενάγοντος. Ο ενάγων με την αγωγή του ισχυρίζεται ότι η μη παρουσία του στη θέση εργασίας του στη … Θεσσαλονίκης, δεν έγινε επειδή εξωτερίκευσε την βούλησή του να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του, όπως υποστηρίζει η εναγομένη, αλλά έγινε στα πλαίσια της από 27-4-2020 προφορικής απευθυντέας στην τελευταία, δήλωσης βούλησής του, επίσχεσης εργασίας, η οποία έγινε επειδή, η ενάγουσα παράνομα και καταχρηστικά τον μετέθεσε και επιπλέον επειδή του όφειλε πλέον των 9.000 ευρώ από την παροχή της εργασίας του.
Ωστόσο, ο ισχυρισμός του ενάγοντος, περί προφορικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, δεν κρίνεται ουσιαστικά βάσιμος. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων πράγματι δήλωσε, προφορικά, στην εναγόμενη, στις 27-4-2020 ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας και για το λόγο αυτό δεν έχει σκοπό να εμφανισθεί στη νέα θέση του από 29-4-2020.
Για το λόγο αυτό άλλωστε, στην από 30-4-2020 αίτησή του προς την Επιθεώρηση Εργασίας για διενέργεια εργατικής διαφοράς, στην οποία θ' ανέμενε κανείς εύλογα, να παραθέσει όλο το ιστορικό που τον οδήγησε στην από 27-4 2020 επίσχεση εργασίας, ουδεμία αναφορά κάνει σε άσκηση δικαιώματος επίσχεσης εργασίας. Αντίθετα μάλιστα, ο ενάγων στην ως άνω αίτησή του, κάνει λόγο, μεταξύ άλλων, για μη ενημέρωσή του για την απόλυσή του και τη μη λήψη σχετικής αποζημίωσης απόλυσης, υπολαμβάνοντας, δηλαδή, ότι η μετάθεσή του από την εναγόμενη ισοδυναμεί με καταγγελία, από μέρους της, της εργασιακής τους σχέσης.
Πρώτη φορά, αποδεικνύεται ότι αναφέρει, ο ενάγων, το γεγονός ότι βρίσκεται σε επίσχεση εργασίας στην από 11-5-2020 εξώδικη απάντησή του προς την εναγόμενη, που της κοινοποιήθηκε στις 13-5-2020, η οποία ήδη του είχε αποστείλει, στις 11-5-2020 και ενώ παρήλθαν 12 ημερολογιακές ημέρες από τη μετάθεσή του, την από 8-5-2020 εξώδικη πρόσκληση, δυνάμει της οποίας αφού του επεσήμανε την αδικαιολόγητη μη εμφάνισή του στη νέα θέση εργασίας του στη Σίνδο, τον κάλεσε να εμφανιστεί εκεί από την Τετάρτη 13-5-2020, άλλως θα θεωρήσει την απουσία του ως οικειοθελή αποχώρηση.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο ενάγων ήδη, ευθύς μόλις του γνωστοποιήθηκε, τηλεφωνικά, από το μάρτυρα της εναγόμενης [...] η μετάθεσή του, είχε πάρει την απόφαση να μην εργασθεί στη νέα θέση εργασίας του στη … και έκτοτε επιδόθηκε σε μία προσπάθεια διαχείρισης της απόφασής του αυτής, με τέτοιο τρόπο ώστε να μην απωλέσει το δικαίωμα της αποζημίωσης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η στάση του ενάγοντος, μετά τη γνωστοποίηση της μετάθεσής του στην περιοχή της ..., αξιολογούμενη μέχρι τις 20-5-2020, οπότε η εναγόμενη ανακοίνωσε επίσημα στον αρμόδιο φορέα την οικειοθελή του αποχώρηση, όπως αυτή εκδηλώθηκε με την αδικαιολόγητη μη εμφάνισή του για εργασία όλο το χρονικό διάστημα από 29-4-2020 μέχρι 20-5-2020, παρά τις επίμονες προς τούτο οχλήσεις της εναγόμενης(με ηλεκτρονικά μηνύματα και εξώδικες προσκλήσεις) και την προσχηματική επίκληση του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας, ενώ ο ίδιος προσέβλεπε στην αποζημίωση απόλυσης, όπως τούτο δηλώθηκε από μέρους του στην αίτηση προς την Επιθεώρηση Εργασίας για διενέργεια εργατικής διαφοράς, καταδεικνύει, αντικειμενικά, τη βούληση αυτού να παραιτηθεί από τη θέση εργασίας του στην εναγόμενη, γενομένου δεκτού του παραδεκτά προβληθέντος σχετικού ισχυρισμού της εναγόμενης.
Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε η άσκηση δικαιώματος επίσχεσης εργασίας εκ μέρους του ενάγοντα, ούτε η από 13-5-2020 αναγγελία της εναγομένης στον ΟΑΕΔ, περί οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντα, συνιστά σιωπηρή καταγγελία της εργασιακής σχέσης από την πλευρά της εναγόμενης και ως εκ τούτου δε δικαιούται ο ενάγων μισθούς υπερημερίας, ούτε αποζημίωση απόλυσης, απορριπτομένου, ως ουσιαστικά αβάσιμου και του επικουρικού αιτήματος αυτού".
Υπό τις εκτιθέμενες, αναιρετικά ανέλεγκτες, παραδοχές του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τους ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς: α) ότι η μη προσέλευση του ενάγοντος στην εργασία του από 28-4-2020 ήταν νόμιμη, επειδή έγινε στα πλαίσια της από 27-4-2020 προφορικής δήλωσης βούλησής του, με την οποία προέβη σε επίσχεση εργασίας, επειδή η ενάγουσα παράνομα και καταχρηστικά τον μετέθεσε και επιπλέον επειδή του όφειλε πλέον των 9.000 ευρώ από την παροχή της εργασίας του και β) ότι η από 19-5-2020 μονομερής δήλωση της εναγόμενης στο πληροφοριακό σύστημα "ΕΡΓΑΝΗ" περί δήθεν οικειοθελούς αποχώρησής του αποτελεί άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, πλην όμως από την εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατέληξε σε αντίθετα συμπεράσματα, ότι δηλαδή αυτός δεν προέβη σε επίσχεση εργασίας, αλλά αποχώρησε από τη εργασία του οικειοθελώς και συνακόλουθα ότι η από 13-5-2020 αναγγελία της εναγομένης στον ΟΑΕΔ, περί οικειοθελούς αποχώρησης του δεν συνιστά σιωπηρή καταγγελία της εργασιακής σχέσης από την πλευρά της εναγόμενης.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά τα υπό στοιχεία Α1 και Α2 σκέλη του δεν στοιχειοθετείται, γιατί το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τους εν λόγω ισχυρισμούς και τους απέρριψε κατ' ουσίαν.
Επίσης, ο επικουρικά προβαλλόμενος ίδιος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του 7 εδ. γ' του Ν. 2112/1920, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 58 του Ν.4635/2019 είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι υπό τις προαναφερθείσες πραγματικές παραδοχές το Εφετείο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δέχθηκε ότι δεν υπήρξε επίσχεση εργασίας εκ μέρους του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος, η οποία μπορεί να ασκηθεί και σε περίπτωση μονομερούς βλαπτικής από τον εργοδότη των όρων της σύμβασης εργασίας, αλλά υπήρξε οικειοθελής αποχώρησή του από την εργασία του και, επομένως, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης.
Με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 38 του Ν. 4488/2017 (ΦΕΚ Α137), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο πριν την αντικατάστασή του ως άνω άρθρου με το άρθρο 23 του Ν. 5053/2022 (ΦΕΚ Α' 158) ορίζεται ότι "αν ο εργοδότης δεν τηρήσει εμπρόθεσμα τις υποχρεώσεις αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης, συμπεριλαμβανομένης της υποβολής των συνοδευτικών εγγράφων της παρούσας, η σύμβαση εργασίας θεωρείται ότι λύθηκε με άτακτη καταγγελία του εργοδότη".
Με την εν λόγω διάταξη εισάγεται ένα μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργαζόμενου ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, εφόσον ο εργοδότης δεν τήρησε τις προϋποθέσεις νόμιμης αναγγελίας που προβλέπει η πρώτη παράγραφος του άρθρου 38 Ν. 4488/2017, να τεκμαίρεται μαχητά ότι δεν υπήρξε οικειοθελής αποχώρηση του εργαζόμενου αλλά, αντιθέτως, εργοδοτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας.
Περαιτέρω, η, κατά τα ανωτέρω, τεκμαιρόμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θα είναι κατά κανόνα άκυρη καθώς, εκ των πραγμάτων, δεν αναμένεται να έχουν τηρηθεί οι τυπικές προϋποθέσεις για το κύρος της, με την κοινοποίηση στον εργαζόμενο έγγραφης καταγγελίας και την καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης, και όχι επειδή αυτή (αναγγελία) υπήρξε εκπρόθεσμη.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση: α) κατά το πρώτο σκέλος του, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτά προταθέντα με ξεχωριστό λόγο έφεσης ισχυρισμό του ότι, και αν ακόμη προέκυπτε ότι η απουσία του από την εργασία του ήταν αυθαίρετη, ακόμα και τότε η συνολική συμπεριφορά του δεν θα συνιστούσε οικειοθελή αποχώρησή του, γιατί για να ισχύει ως τέτοια (οικειοθελής αποχώρηση) θα έπρεπε να συνοδεύεται και από άλλα περιστατικά, από τα οποία θα προέκυπτε κατά τρόπο αναμφίβολο η βούλησή του για λύση της σύμβασης εργασίας του, τα δε περιστατικά που επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της η αναιρεσίβλητη εταιρεία, προκειμένου να αιτιολογήσει τους ισχυρισμούς περί δήθεν οικειοθελούς αποχώρησης του αναιρεσείοντος, όπως προέκυπτε από πλήθος αποδείξεων και από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστούσαν κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο εκδήλωση της βούλησης αυτού για οικειοθελή αποχώρηση και β) κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι και αν ακόμη προέκυπτε η σαφής βούλησή του για αποχώρηση από την εργασία του, η αναγγελία της οικειοθελούς αποχώρησής του θα ήταν εκπρόθεσμη και άρα άκυρη, γιατί σύμφωνα με το άρθρο 38 του Ν. 4848/2017 έπρεπε να γίνει το αργότερο 4 εργάσιμες ημέρες από την οικειοθελή αποχώρηση.
Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, γιατί ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν έχει αυτοτέλεια, αλλά αποτελεί άρνηση της εναγόμενης στον αγωγικό ισχυρισμό περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, και τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν τα επικαλέσθηκε η τότε εναγόμενη- εφεσίβλητη, αιτιολογώντας την άρνησή της στον πιο πάνω αγωγικό ισχυρισμό.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσείων αποχώρησε οικειοθελώς από τις εργασία του ανέφερε επί λέξει τα εξής: "... Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η στάση του ενάγοντος, μετά τη γνωστοποίηση της μετάθεσής του στην περιοχή της ..., αξιολογούμενη μέχρι τις 20-5-2020, οπότε η εναγόμενη ανακοίνωσε επίσημα στον αρμόδιο φορέα την οικειοθελή του αποχώρηση, όπως αυτή εκδηλώθηκε με την αδικαιολόγητη μη εμφάνισή του για εργασία όλο το χρονικό διάστημα από 29-4-2020 μέχρι 20-5-2020, παρά τις επίμονες προς τούτο οχλήσεις της εναγόμενης(με ηλεκτρονικά μηνύματα και εξώδικες προσκλήσεις) και την προσχηματική επίκληση του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας, ενώ ο ίδιος προσέβλεπε στην αποζημίωση απόλυσης, όπως τούτο δηλώθηκε από μέρους του στην Επιθεώρηση Εργασίας για διενέργεια εργατικής διαφοράς, καταδεικνύει, αντικειμενικά, τη βούληση αυτού να παραιτηθεί από τη θέση εργασίας του στην εναγόμενη, γενομένου δεκτού του παραδεκτά προβληθέντος σχετικού ισχυρισμού της εναγόμενης".
Επομένως, έλαβε υπόψη του περιστατικά από τα οποία προέκυπτε αναμφίβολα η βούληση του ενάγοντος για αποχώρηση από την εργασία του, και όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, είναι αβάσιμα. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, καθώς επίσης και κατά τα επικουρικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλη αυτού,με τα οποία ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν.4488/2017, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, μόνο το εκπρόθεσμο της εκ μέρους του εργοδότη αναγγελίας στην "ΕΡΓΑΝΗ" της οικειοθελούς αποχώρησης του εργαζόμενου, δεν επηρεάζει το κύρος της καταγγελίας, το δε δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε στο σημείο αυτό ως βάσιμους τους περί οικειοθελούς αποχώρησης ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, προς ανατροπή του από την παρ. 2 του άρθρου 38 Ν. 4488/2017 μαχητού τεκμηρίου(άρθρο 338 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το Δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματός της, των πραγματικών δηλαδή περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της βάση και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθεται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 89/2021, ΑΠ 924/2019,ΑΠ 585/2019, ΑΠ 1442/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 655 του Α.Κ., στη σύμβαση εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη.
Εξ άλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διάταξης σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του Α.Κ. και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. 'Αρα, μισθό υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα υπερεργασίας του, νόμιμης υπερωριακής εργασίας του, επιτρεπόμενης απασχόλησής του σε ημέρα αργίας, των προσαυξήσεων για νόμιμη παροχή εργασίας κατά τη νύκτα ή τις Κυριακές, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχόμενης εργασίας του μισθωτού.
Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του Α.Κ. κατά τα ανωτέρω δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 του Α.Κ. και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδάφ. α' του Α.Κ.
Για την αμοιβή δε της υπερεργασίας, της νόμιμης υπερωριακής εργασίας και της επιτρεπόμενης εργασίας σε ημέρες αργίας, ή κατά τη νύκτα, δήλη ημέρα καταβολής των απαιτήσεων αυτών σε μισθωτό που αμείβεται με μηνιαίο μισθό είναι η τελευταία ημέρα του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκαν οι επί μέρους αυτές εργασίες (ΟλΑΠ 39, 40/2002).
Εάν όμως οι αξιώσεις του μισθωτού απορρέουν από μη νόμιμη παροχή εργασίας, όπως παράνομη υπερωριακή απασχόληση, εργασία παρά το νόμο τις Κυριακές, απασχόληση κατά τη διάρκεια της ημέρας που ο μισθωτός είχε δικαίωμα αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης (ρεπώ), ως προς τις οποίες δεν καθορίζεται από το νόμο δήλη ημέρα πληρωμής, αφού αυτές δεν αποτελούν νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία, τόκοι υπερημερίας οφείλονται μόνο από την επίδοση της αγωγής ή τυχόν προηγουμένη όχληση, κατά τα άρθρα 346 και 340 του ΑΚ αντίστοιχα (ΑΠ 924/2019, ΑΠ 1391/2018, ΑΠ 233/2004).
Εξ άλλου ο μισθωτός στην αγωγή του, με την οποία διώκει την καταβολή σε αυτόν των διαφορών μεταξύ των αποδοχών που δικαιούται για διάφορες αιτίες (συμβατικός ή νόμιμος μισθός - στον οποίο περιλαμβάνεται ο βασικός μισθός και τα διάφορα επιδόματα -, νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή απασχόληση, υπερεργασιακή απασχόληση, προσαυξήσεις για απασχόληση κατά τη διάρκεια Σαββάτων ή Κυριακών, προσαυξήσεις για απασχόληση κατά τη νύκτα κλπ) και των αποδοχών που έλαβε κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, αρκεί να διαλάβει στην αγωγή του το συνολικό ποσό που έλαβε από τον εργοδότη του, χωρίς ν' απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής ν' αναφέρει σε ποίες από τις επί μέρους αιτούμενες αξιώσεις καταλογίζεται το συνολικώς καταβληθέν ποσό, αφού οι καταβολές αυτές αποτελούν μέρος του συνόλου των αξιώσεων του μισθωτού από την παροχή της εργασίας του για διάφορες αιτίες που θεμελιώνουν και την ιστορική βάση της αγωγής, από το άθροισμα δε όλων των επίδικων απαιτήσεων του ενάγοντος που θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία και αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς, θα αφαιρεθεί το συνολικό ποσό που στην αγωγή αναγράφεται ως καταβληθέν, ενόψει του ότι η ως άνω αναφορά περί του ύψους του καταβληθέντος ποσού ενέχει καθ' υποφορά άρνηση του ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου εργοδότη περί περαιτέρω καταβολών.
Επομένως η παράλειψη της μνείας του ύψους των εν λόγω καταβολών χωριστά για κάθε αιτούμενο κονδύλιο, δεν επάγεται αδυναμία άμυνας του εναγομένου εργοδότη, αφού οι καταβολές αυτές στηρίζουν ισχυρισμό αυτού περί ολικής ή μερικής εξόφλησης (άρθ. 416 και 422 εδ.α τουΑΚ) και όχι ισχυρισμό του ενάγοντος (ΑΠ 274/2023, ΑΠ 1004/2017).
Εάν όμως στην αγωγή περιλαμβάνονται αξιώσεις με διαφορετικό χρόνο έναρξης της τοκοδοσίας, όπως αξιώσεις που αφορούν νόμιμο αντάλλαγμα για την παροχή νόμιμης εργασίας (όπως αξιώσεις για την καταβολή του συμφωνηθέντος ή νομίμου μισθού, αξιώσεις από την παροχή υπερεργασιακής απασχόλησης, αξιώσεις από την παροχή νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης, προσαυξήσεις για νόμιμη παροχή εργασίας τις Κυριακές ή τη νύκτα) ως προς τις οποίες καθορίζεται από το νόμο (άρθ. 655 και 341 του ΑΚ) δήλη ημέρα πληρωμής και αξιώσεις από τη μη νόμιμη παροχή εργασίας (όπως αξιώσεις από την παροχή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης τόσο κατά τη διάρκεια καθημερινών, όσο και κατά τη διάρκεια Κυριακών, αξιώσεις από την παροχή εργασίας κατά την αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης)ως προς τις οποίες δεν καθορίζεται από το νόμο δήλη ημέρα πληρωμής με συνέπεια να οφείλονται γι' αυτές τόκοι από την επίδοση (ή την τυχόν προηγούμενη όχληση), το αίτημα για την καταβολή τόκων επί των ως άνω διαφορών "από την ημερομηνία που οι ως άνω διαφορές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές" πάσχει αοριστίας, αφού μετά την αφαίρεση του συνολικά καταβληθέντος ποσού από το άθροισμα των επί μέρους διαφορετικών αξιώσεων του μισθωτού που έχουν διαφορετικό χρόνο έναρξης της τοκοδοσίας, δεν είναι πλέον εφικτός ο προσδιορισμός του ύψους της κάθε επί μέρους οφειλής κατά κεφάλαιο, αναλόγως της αιτίας αυτής, επί της οποίας γεννώνται τόκοι από τότε που αυτή κατέστη απαιτητή, χωρίς βεβαίως τούτο να αποκλείει την σε κάθε περίπτωση εμπεριεχομένη στο ως άνω παρεπόμενο αίτημα επιδίκαση τόκων από την επίδοση της αγωγής κατ' άρθ. 346 του ΑΚ ή από την τυχόν προηγηθείσα αυτής όχληση για την καταβολή των διαφορών κατ' άρθ. 340 του ΑΚ (ΑΠ 1004/2017).
Με τον τρίτο και τελευταίο από τους αριθμούς 14 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (αληθώς μόνο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως απέρριψε ως αόριστο το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση τόκων, όσον αφορά τις μισθολογικές διαφορές από το βασικό μισθό και υπερεργασία, από τότε που κάθε οφειλή κατέστη απαιτητή, σύμφωνα με τα άρθρα 655 και 341 του ΑΚ και του επιδίκασε τόκους από την επίδοση της αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση στην ένδικη από 8-6-2020 αγωγή, αντικείμενο της οποίας ήταν, μεταξύ άλλων, η επιδίκαση μισθολογικών διαφορών για το διάστημα από 1-12-2018 μέχρι 27-4-2020, το δικόγραφο της οποίας επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του οικείου αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος την παροχή της εργασίας του κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα ως μισθωτού υπηρεσιών ασφάλειας (security) στο πλαίσιο σχετικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με το σύστημα της εξαήμερης εργασίας (από Δευτέρα έως Σάββατο) και με καθαρές αποδοχές το ποσό των 689,23 ευρώ μηνιαίως (και ωρομίσθιο το ποσό των 4,14 ευρώ καθαρά) και από 1ης Φεβρουαρίου 2019με καθαρές αποδοχές το ποσό των 764,40 ευρώ μηνιαίως (και ωρομίσθιο το ποσό των 4,59 ευρώ καθαρά) που είχε καταρτίσει με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, διέλαβε σε αυτήν (σελ. 6 έως 25 του δικογράφου) ανά μήνα για το επίδικο χρονικό διάστημα τις επί μέρους αξιώσεις του για παροχή παράνομης (κατ' εξαίρεση) υπερωριακής απασχόλησης, υπερεργασιακής απασχόλησης, εργασίας κατά τη διάρκεια αργιών, προσαυξήσεις 75% για παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές τόσο εντός του νομίμου οκταώρου, όσο και πέραν αυτού και προσαυξήσεις 25% για παροχή εργασίας τη νύκτα και από το άθροισμα αυτών (ανά μήνα), στο οποίο συνυπολόγισε και τις οφειλόμενες τακτικές καθαρές αποδοχές του με βάση τις ώρες απασχόλησής του εντός του νόμιμου εβδομαδιαίου ωραρίου του,αφαίρεσε τα ποσά που έλαβε κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα (μήνα), ζητώντας την καταβολή των επί μέρους καθαρών μισθολογικών διαφορών με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που οι ως άνω οφειλές του κατέστησαν ληξιπρόθεσμες, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Με το περιεχόμενο αυτό η ως άνω αγωγή [πλήρως ορισμένη αναφορικά με τις αξιώσεις καταβολής των ως άνω μισθολογικών διαφορών κατά κεφάλαιο] ήταν αόριστη ως προς αίτημα καταβολής τόκων από την ημερομηνία που οι ως άνω διαφορές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές,αφού μετά την αφαίρεση του συνολικά καταβληθέντος ανά μήνα ποσού από το άθροισματων ανά μήνα επί μέρους ως άνω διαφορετικών αξιώσεων του αναιρεσείοντος που έχουν διαφορετικό χρόνο έναρξης της τοκοδοσίας, δεν είναι πλέον εφικτός ο προσδιορισμός του ύψους της κάθε επί μέρους οφειλής κατά κεφάλαιο, αναλόγως της αιτίας αυτής, επί της οποίας γεννώνται τόκοι από τότε που αυτή κατέστη απαιτητή, λόγω του διαφορετικού χρονικού σημείου έναρξης της τοκοδοσίας.
Ο διαλαμβανόμενος στον αναιρετικό λόγο ισχυρισμός ότι οι ως άνω καταβολές, στις οποίες προέβη η αναιρεσίβλητη αφορούσαν μόνο το βασικό μισθό και όχι τις λοιπές αξιώσεις, τον οποίο αυτός προέβαλε το πρώτο με τον σχετικό (τέταρτο) λόγο έφεσης είναι απαράδεκτος, διότι συνιστά ανεπίτρεπτη συμπλήρωση της αγωγής στο δεύτερο βαθμό (άρθ. 526 του ΚΠολΔ).
Επομένως με το να κρίνει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αόριστο το αίτημα τοκοδοσίας της αγωγής, αν και με επιγραμματική αιτιολογία, [επικυρώνοντας την ομοίως και με πλήρη αιτιολογία στο σημείο αυτόαποφανθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου] δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο λόγω αοριστίας, μη υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και συνεπώς ο περί του αντιθέτου τρίτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Σημειώνεται ότι είναι αδιάφορο το ότι το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος για παράνομη υπερωριακή απασχόληση και απασχόληση κατά τη διάρκεια της νύκτας, επιδικάζοντας σε αυτόν μόνο διαφορές στον βασικό του μισθό και από την παροχή υπερεργασιακής εργασίας, ως προς τις οποίες καθορίζεται από το νόμο (άρθ. 655 και 341 του ΑΚ) δήλη ημέρα πληρωμής, αφού το ορισμένο της αγωγής ερευνάται σε προηγούμενο στάδιο με βάση το περιεχόμενο αυτής.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις(άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-12-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ 1747/26-8-2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ