Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting invalid composition argument due to valid publication composition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Larissa Court of Appeal's decision rejecting a petition to annul a will. The appellants argued the Court of Appeal had an illegal composition, but the Court held that a change in judges between the hearing and the publication of the decision does not constitute a legal defect. Consequently, the appeal was rejected, and the costs were assigned to the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 11γ' and 559 no. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on illegal composition is inadmissible if the decision was published with a legally valid composition, as the law permits a change in judges between the hearing and the publication of the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 510 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 510/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Μ. του Δ. και Σ., 2) Π. Μ. το γένος Ν. και Α. Σ., 3) Ε. Μ. του Ν. και Π., 4) Δ. Μ. του Ν. και Π., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπαρσούκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Τ. του Κ. και Ζ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ασημάκη Κουρσόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2018 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 36/2021 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-6-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 15.06.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 36/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο απέρριψε την από 24.09.2018 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 34/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 17.03.2017 αγωγή αναγνωρίσεως ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης του αναιρεσίβλητου.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§2, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 - 340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 116/2021, Α.Π. 1633/2009).
Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Ολ.Α.Π. 2/2008).
Σύμφωνα δε με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 237§1β',240, 453, 524§1 και 559 αριθμ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του, όσα αποδεικτικά μέσα προσκομίστηκαν νόμιμα, εφόσον, παράλληλα, υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, ώστε, να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητά τους (A.Π. 363/2017).
Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων σε προηγούμενη συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων. Γενική αναφορά στις προτάσεις του εφετείου, σύμφωνα με την οποία προσκομίζονται εκ νέου, όσα έγγραφα προσκομίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις, όπου γίνεται σαφής επίκληση των εγγράφων αυτών, που ενσωματώθηκαν στις προτάσεις του εφετείου δεν αρκεί (Ολ.Α.Π. 9/2000, Α.Π. 1677/2013).
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 116/2021, Α.Π. 374/2012).
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Σε περίπτωση δε που το δικαστήριο της ουσίας ρητά απέκλεισε ένα αποδεικτικό μέσο ως απαράδεκτο, καίτοι ήταν παραδεκτό, συντρέχει σωρευτικά και ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 1251/2019, 466/2000).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' και 14 και τούτο διότι, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του στο πλαίσιο της αποδεικτικής διαδικασίας την από 12.07.2019 γραφολογική έκθεση - γνωμοδότηση της ειδικής δικαστικής γραφολόγου - δικηγόρου Β.
Α. Τ. καθώς και των εξετασθέντων ως δειγματικού υλικού από αυτή (συντάκτρια της άνω εκθέσεως - γνωμοδοτήσεως) από 09.04.2014 και 25.01.2016 υπεύθυνων δηλώσεων της θανούσης Α. Μ. προς το υποκατάστημα …. του Ι.Κ.Α., της από 20.01.2009 συμβάσεως προθεσμιακής καταθέσεως της Ε.Τ.Ε., του από 21.04.2011 αποδεικτικού κοινοποιήσεως αποφάσεως απονομής συντάξεως του Ι.Κ.Α., της από 16.04.2014 εντολής πληρωμής συντάξεως του Ι.Κ.Α., των υπ' αριθμ.
πρωτ. 608 και 609/15.04.2014 αποφάσεων του υποκαταστήματος …. του Ι.Κ.Α., του δελτίου ταυτότητας έτους 2002 και της από 12.06.2015 εκθέσεως ένορκης εξετάσεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα από την αναφορά του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τα διάδικα μέρη για να χρησιμοποιηθούν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από το γεγονός ότι στο σκεπτικό του αυτού Δικαστηρίου μνημονεύεται και αξιολογείται δια βραχέων η άνω έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης - γνωμάτευση, αλλά και από το σύνολο των παραδοχών του προκύπτει αναμφισβητήτως ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα έγγραφα στα οποία αναφέρονται οι αναιρεσείοντες ουδόλως δε απέρριψε οποιοδήποτε από αυτά ως απαράδεκτο.
Σημειώνεται ότι η αναφορά του στην έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Ε. Μ. δεν έγινε με σκοπό την απομείωση της αποδεικτικής αξίας των λοιπών συναφών εκθέσεων, αλλά για να επισημανθεί το γεγονός ότι αυτή συντάχθηκε στο πλαίσιο παράλληλης ποινικής διαδικασίας με αυτεπάγγελτη εισαγγελική ενέργεια.
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος (άρθρα 352, 438 - 440, 447 του Κ.Πολ.Δ.), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως, κατ' αρχήν, έχει δικαίωμα από τον νόμο (άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ.), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα.
Για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκομιδή του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 47/2022, Α.Π. 126/2019, Α.Π. 732/2017, Α.Π. 1176/2011, Α.Π. 700/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δ., διατεινόμενοι ότι το εκδώσαν αυτή Δικαστήριο δεν προσέδωσε στις από 09.04.2014 και 25.01.2016 υπεύθυνες δηλώσεις της θανούσης Α. Μ. προς το υποκατάστημα … του Ι.Κ.Α., την αποδεικτική αξία την οποία έχουν, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 14§§1, 2 του ν. 1599/1986, αλλά τα εκτίμησε συνολικά μετά των λοιπών αποδεικτικών εγγράφων.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, αξιολογώντας τα άνω έγγραφα μετά των λοιπών αποδεικτικών εγγράφων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλόμενης, ουδόλως προσέδωσε σε αυτά αποδεικτική αξία μικρότερη της προβλεπόμενης από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις των άρθρων του Κ.Πολ.Δ.
με μόνη την αναφορά πως δεν προκύπτει ανενδοιάστως ότι οι άνω αναφερόμενες υπεύθυνες δηλώσεις, ως δειγματικό υλικό για τη σύνταξη της από 12.07.2019 γραφολογικής εκθέσεως - γνωμοδοτήσεως της ειδικής δικαστικής γραφολόγου - δικηγόρου Β. Α. Τ., υπογράφηκαν από τη θανούσα. Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Επίσης, δεν υπάρχει παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο.
Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επόμ. του Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1158/2022, Α.Π. 612/2020, Α.Π. 1199/2018). Με τον τρίτο (επικουρικό) λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ.
διότι, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, το εκδώσαν αυτή Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση των άνω υπεύθυνων δηλώσεων με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από το προκύπτον από τα έγγραφα αναφορικά με το γεγονός της συντάξεως και της υπογραφής αυτών εκ μέρους της θανούσας Α.
Μ. επιπλέον δε δέχτηκε γεγονότα προφανώς επιζήμια για τη διάδικη πλευρά τους και διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα αυτά έγγραφα διότι παρέλειψε να αναγνώσει μέρος των εγγράφων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλόμενης, το Δικαστήριο ορθά ανέγνωσε καθ' όλο το περιεχόμενό τους τα ως άνω έγγραφα και δεν συνήγαγε κάποιο επιβλαβές συμπέρασμα για τη διάδικη πλευρά των αναιρεσειόντων αφού αυτά δεν προορίζονταν για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού αυτών, αλλά ως υποδειγματικό υλικό για τη σύνταξη της από 12.07.2019 γραφολογικής εκθέσεως - γνωμοδοτήσεως της ειδικής δικαστικής γραφολόγου - δικηγόρου Β.
Α. Τ., στην οποία δόθηκε η αποδεικτική διατίμηση που ο Κ.Πολ.Δ. ορίζει, δηλαδή εκτιμήθηκε ελεύθερα. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι υπάρχει κακή σύνθεση του δικαστηρίου κατά τον νόμο, ιδίως τον Κ.Πολ.Δ.
και τον ν. 1756/1988, και άρα δημιουργείται λόγος αναιρέσεως ιδίως αν, επί πολυμελούς δικαστηρίου και σε σχέση με κάποια υπόθεση, όλοι ή κάποιος από τους δικαστές που συνέθεταν το δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, δεν μετείχε στη σύνθεση αυτού κατά τη διάσκεψη και έκδοση αποφάσεως επί της υποθέσεως, ενώ δεν δημιουργείται τέτοιος λόγος αναιρέσεως αν όλοι ή κάποιος ή κάποιος από τους ως άνω δικαστές δεν μετείχαν στη σύνθεση του δικαστηρίου κατά τη δημοσίευση της ίδιας αποφάσεως, στην οποία σύνθεση βέβαια μετείχαν άλλοι δικαστές ή άλλος δικαστής, όπως επίσης δεν δημιουργείται τέτοιος λόγος αναιρέσεως αν κάποιος ή κάποιοι ή όλοι από τους δικαστές που προαναφέρθηκαν υπέγραψαν την εκδιδόμενη απόφαση ή τη δημοσιευόμενη απόφαση ή τα πρακτικά των αντίστοιχων διαδικαστικών σταδίων κατά παράβαση της λειτουργικής τους αρμοδιότητας.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο (επικουρικό) λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της μη νόμιμης συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας εκ του ότι η δημοσίευση της αποφάσεως έγινε με διαφορετική σύνθεση, αφού μετείχε αυτής ως σύνεδρος η Εφέτης Ευμορφίλη Παπαδοπούλου, λόγω μεταθέσεως και αναχωρήσεως του μετέχοντος κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και τη διάσκεψη επ' αυτής Εφέτη Σωτηρίου Παπακώστα.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, η δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως με νέα, διαφορετική ως άνω, σύνθεση, ως μη απαγορευόμενη στον νόμο, δεν επάγεται κακή σύνθεση του άνω Δικαστηρίου και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο προβαλλόμενος από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσεόντων (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ. . Τέλος, σχετικά με τα δικαστικά έξοδα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν θα περιληφθεί σχετική διάταξη και τούτο διότι το αίτημα για την επιβολή και τον προσδιορισμό τους υποβλήθηκε με το κατατεθέν, μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, υπόμνημα ("προτάσεις") του αναιρεσιβλήτου και όχι πριν ή κατά τη συζήτηση αυτής (άρθρο 191§2 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.06.2021 αίτηση των Ν. Μ., Π. Μ., Ε. Μ. και Δ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 36/2021, τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ