Legislator Case Law & Legislation
510/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague arguments and failure to prove document forgery.

Case Number 510/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that a private agreement was forged and that the defendants' claim of partial payment was vague, but the Court found these grounds legally insufficient. The appeal was rejected because the forgery claim lacked pre-trial evidence and the payment argument was too indefinite to meet the requirements for a valid appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 564 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a vague allegation of document forgery without pre-trial evidence is inadmissible, and an appeal containing indefinite arguments regarding partial payment fails to specify the violated legal rule or the court's factual findings.

Keywords

AI generated
civil appeal admissibility document forgery burden of proof vague appeal arguments partial payment defense Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 83 of Law 4790/2021
Article 25 of Law 4792/2021
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 12 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 463 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 510 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 510/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Β. του Ξ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δίκαιο Δαιμονάκο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Λ. του Α., 2) Α. Λ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Σίνου που ανακάλεσε την από 10/1/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/3/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 2164/2017 μη οριστική και 7049/2020 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω Εφετειακών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/5/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 7-5-2021 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2164/2017 μη οριστικής απόφασης και της υπ' αριθμ. 7049/2020 τελεσίδικης απόφασης του τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την υπ' αριθμ. 2164/2017 μη οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου έγινε δεκτή η έφεση των ερήμην δικασθέντων πρωτοβαθμίως εναγομένων, εξαφανίστηκε η υπ' αριθμ. 86/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στον ενάγοντα το ποσό των 140.000 ευρώ από σύμβαση δανείου, και αφού κράτησε την υπόθεση ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, μετά τη διεξαγωγή της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7049/2020 απόφαση του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή του ενάγοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ, άρθρα 83 ν. 4790/2021, 25 ν. 4792/2021). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ιδρύεται δηλ. ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη απ' όση δεσμευτικά γι'αυτό ορίζει ο νόμος (ΑΠ 1023/2019, 175/2019), ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ'ένα απ' αυτά.

Δεν ιδρύεται ο λόγος αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 200/2018, 775/2017). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται α) το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη, β) ο ουσιώδης ισχυρισμός σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευσε, γ) η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε και εκείνη που έχει κατά νόμο, δ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 462/2019, 126/2019), και στ) ότι έγινε νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου και του ισχυρισμού προς απόδειξη του οποίου χρησίμευσε το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1038/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται αφενός ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε το επίμαχο από 22-2-2010 συμφωνητικό εξόφλησης της επίδικης απαίτησης "σε απλό φωτοαντίγραφο και όχι επικυρωμένο, άσχετα με τη γνησιότητά ή μη αυτού, και παραβίασε το νόμο σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων", ενώ με τον τέταρτο λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το ως άνω δικαστήριο "..προσέδωσε στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει ο νόμος αλλά και εκείνη που συνάγεται από το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων".

Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως αόριστοι και συνεπώς απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι δεν εκτίθεται στην αναίρεση ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε από το δικαστήριο στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και στην διενεργηθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης για την απόδειξη του ισχυρισμού περί αμφισβήτησης της γνησιότητας της υπογραφής του αναιρεσείοντος σ' αυτό και της πλαστότητάς του, και εκείνη που έχει κατά νόμο, και επί πλέον ειδικότερα ως προς τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αυτός δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ'ένα απ' αυτά, όπως στην προκειμένη περίπτωση στην διενεργηθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.

ΑΠ 2/2001). Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).

Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ότι το απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ποια είναι η ουσιώδης επιρροή του στην έκβαση της δίκης καθώς και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ισχυρισμού (ΑΠ 841/2014, 235/2019).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Ιδρύεται ο λόγος αυτός εάν το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη ένσταση εξόφλησης που ήταν αόριστη (ΑΠ 178/2010).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται ο δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε και ο τρόπος με τον οποίον παραβιάστηκε (ΑΠ 449/2012) και να αναφέρεται ότι το απαράδεκτο, η ακυρότητα ή η έκπτωση προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 598/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 8 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της το νομίμως προβληθέντα ουσιώδη ισχυρισμό του που έχει επιρροή στην έκβαση της δίκης συνιστάμενο στο ότι το από 22-7-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό που φέρεται ότι έχει λάβει από τους εναγόμενους το ποσό των 110.000 ευρώ ήταν πλαστό.

Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό εκτιμώντας τον ως αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής του ενάγοντος, εν όψει του ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου, ως ισχυρισμός περί πλαστότητας του ως άνω εγγράφου ήταν απαράδεκτος κατ'εφαρμογή του άρθρου 463 ΚΠολΔ, αφού ο ενιστάμενος ενάγων δεν επικαλέστηκε προαποδεικτικώς τα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη του ισχυρισμού του, και το δικαστήριο διέταξε το αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης για την απόδειξη ή μη της ουσιαστικής του βασιμότητας.

Τέλος, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αναίρεσης από τον αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο αυτό, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι υπέβαλαν αορίστως και αντιφατικώς τον ισχυρισμό τους περί εξόφλησης του επίδικου ποσού των 140.000 ευρώ κατά τα εκεί αναφερόμενα και "σε κάθε περίπτωση δεν απέδειξαν τα ποσά που επικαλούνται ότι είχαν καταβληθεί ή συμψηφιστεί τμηματικά, ούτε το τετράδιο που επικαλέστηκαν ότι σημείωναν τα ποσά που κατά καιρούς δήθεν συμψήφιζαν μειωτικά στο ποσό των 140.000 ευρώ", και ότι επομένως έπρεπε η ως άνω ένσταση να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και απορριπτέος, διότι δεν περιέχει τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση απαιτούμενα στοιχεία, και συγκεκριμένα ποια είναι η ουσιώδης επιρροή του ισχυρισμού περί εξόφλησης στην έκβαση της δίκης και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί αυτού και ποιος είναι ο δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε με την αποδοχή της ένστασης εξόφλησης καθώς και εάν ο σχετικοί ως άνω ισχυρισμοί εκ των λόγων των αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είχαν προταθεί στο Εφετείο, ανεξάρτητα από το ότι κατά το δεύτερο σκέλος του πλήττεται απαραδέκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ η ουσία της υπόθεσης.

Επομένως, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του ( άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-5-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2164/2017 μη οριστικής απόφασης και της υπ' αριθμ. 7049/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ