Supreme Court allows appeal against dismissal of labor contracts due to abuse of termination rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of labor contracts, ruling that the employer abused its termination rights. The employer argued for economic reasons to dismiss employees, but the Court found the lower court failed to apply Article 281 of the Civil Code regarding abuse of rights. Consequently, the Court ordered the appeal to be remitted for further examination while awarding costs to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 656 of the Civil Code; Article 5 of Law 2112/1920; Article 5 and 7 of Law 3198/1955; Article 281 of the Civil Code: The termination of an indefinite-term employment contract is a unilateral voidable act, but its exercise is not unlimited and is subject to the principle of abuse of rights; a termination based on economic reasons is abusive if the employer fails to follow the mandatory selection criteria and proportionality principles required by law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 510 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 510/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρεία με την επωνυμία " ... Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Γεωργαντίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ξ. Ί. του Α., 2) Σ. Σ. του Γ., κατοίκων ..., 3) Ι. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 4) Γ. Π. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Τσονόγλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν η 298/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 95/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-9-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 14-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης 224/2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 95/2017 απόφασης του Moνoμελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τoυς ενάγοντες έφεσης κατά της 298/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών , εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 7-11-2014 (με αριθμό κατάθεσης 543/ΕΓ/2014) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 656 Α.Κ. 1 και 5 παρ. 1 ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 5 και 7 του ν. 3198/1955, (προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελεύθερα, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου.
Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος είτε του εργοδότη είτε του εργαζομένου δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, που θεωρείται σαν να μην έγινε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 Α.Κ.
Στην περίπτωση αυτή, ο καταγγέλλων εργοδότης, που αρνείται να δεχτεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το μισθό του κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 Α.Κ. Η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.
και είναι άκυρη, όταν έγινε από εκδίκηση του εργοδότη ή εξαιτίας εχθρότητας προς το μισθωτό λόγω συνδικαλιστικής του δράσης. Εξάλλου, επί απόλυσης, που οφείλεται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως μεταξύ άλλων είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομικούς;
που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια. Ελέγχεται όμως αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατο μέσο αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφετέρου ο τρόπος επιλογής προς απόλυση του εν λόγω εργαζομένου, η οποία πρέπει να πραγματοποιείται βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 Α.Κ.
Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου από απόψεως ικανότητας, προσόντων και απόδοσης, να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης κάθε μισθωτού και της δυνατότητας εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας ή ακόμη να προτείνει στο μισθωτό, που πρόκειται να απολύσει, την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρηση του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτήν (Α.Π. 2243/2013).
Επί δε αγωγής του μισθωτού για την καταβολή μισθών υπερημερίας, ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών, γιατί λύθηκε με καταγγελία η σύμβαση εργασίας αποτελεί ένσταση, ο δε ισχυρισμός του εργαζόμενου ότι η καταγγελία είναι άκυρη γιατί αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, είναι αντένσταση, η οποία μπορεί καθ' υποφορά να προβληθεί με την αγωγή.
Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος και την καθιστούν καταχρηστική, αλλά για άλλους, που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, δεν αποτελεί ένσταση, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αποτελούσας βάση της αγωγής καταχρηστικότητας της καταγγελίας (ΑΠ 1404/2014, 2093/2014, 2234/2013).
3. Στην προκείμενη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: << Οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, προσελήφθησαν, την 8/3/1990 ο πρώτος (Ξ. Ί.), την 9/11/1994 ο δεύτερος (Σ. Σ.), την 3/4/2013 ο τρίτος ( Ι. Σ.) και την 20/4/1993 ο τέταρτος (Γ.
Π.) από την εναγόμενη, ήδη αναιρεσείουσα, η οποία είναι ανώνυμη εταιρία και δραστηριοποιείται στην παραγωγή παξιμαδιών και μπισκότων καθώς και στην παραγωγή διατηρούμενων ειδών ζαχαροπλαστικής στην Ελλάδα, με εξαγωγές και στο εξωτερικό, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, οι μεν δύο πρώτοι αρχικά ως οδηγοί λεωφορείου μεταφοράς προσωπικού, επιπλέον ο πρώτος εξ αυτών και ως οδηγός φορτηγού ρυμουλκούμενου και στη συνέχεια, κατά μετατροπή των συμβάσεων τους το 2006, ως φύλακες, οι δε τρίτος και τέταρτος ως φύλακες, με πενθήμερη εργασία και εβδομαδιαία ανάπαυση το Σαββατοκύριακο, με πλήρες ωράριο εργασίας και με τόπο παροχής της εργασίας τους, το υποκατάστημα της επιχείρησης στα ....
Μεταξύ των καθηκόντων τους, ήταν η φύλαξη των εγκαταστάσεων του υποκαταστήματος της επιχείρησης της εναγόμενης στα ... καθώς και διάφορες άλλες εργασίες που αφορούσαν (α) την ζύγιση και τον έλεγχο των φορτηγών οχημάτων (μεταφοράς λημμάτων, βοθροφορτηγών, ανακύκλωσης, μεταφοράς αλεύρων), (β) την προετοιμασία της λειτουργίας της γραμμής παραγωγής με την θέση σε λειτουργία των λεβήτων και κυκλοφορητών στη γραμμή παραγωγής, την έναρξη λειτουργίας των φούρνων φρυγανιάς και ψωμιού, (γ) την φόρτιση των κλάρκ, (δ) την αντιμετώπιση μικροβλαβών, ιδίως σε περιπτώσεις διακοπής ρεύματος με την θέση της γεννήτριας σε λειτουργία, (ε) τον εξαερισμό ανά δεκαπενθήμερο των σιλών και τον εξαερισμό του χώρου παραγωγής...
Περαιτέρω, καίτοι η εναγόμενη δεν επικαλείται οικονομικοτεχνικούς λόγους, αποδείχθηκε ότι τέτοιοι πράγματι δεν υπήρχαν, ότι η επιχείρησή της είναι κερδοφόρα, ότι δημιουργήθηκε καινούργια γραμμή παραγωγής στο εργοστάσιο στα ... καθώς και ότι διενεργήθηκαν νέες προσλήψεις. Τα ανωτέρω ισχυρίζονται οι ενάγοντες, προσκομίζοντας προς απόδειξή τους δημοσιευμένους ισολογισμούς της εταιρείας, καθώς και δημοσιεύματα στον ηλεκτρονικό και έντυπο τύπο περί του τζίρου, της ανάπτυξης και της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας αυτής και ουδόλως τα αμφισβητεί η εναγόμενη , εις τρόπον ώστε, σε συνδυασμό και με τους λοιπούς ισχυρισμούς που αυτή προβάλλει, να συνάγεται περί τούτου ομολογία αυτής.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες θα μπορούσαν να εργαστούν στη γραμμή παραγωγής της επιχείρησης, καθόσον στον τομέα αυτόν απασχολείται και εργατικό προσωπικό που επιτελεί αναγκαίες χειρωνακτικές εργασίας όπως π.χ μεταφορές προϊόντων. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι όλοι οι ενάγοντες αντιμετωπίζουν αυξημένες οικογενειακές υποχρεώσεις καθόσον οι τρεις πρώτοι εξ αυτών είναι έγγαμοι, με ενήλικα άνεργα ή ανήλικα τέκνα, ο τέταρτος συντηρεί τον ηλικιωμένο πατέρα του και μοναδικό εισόδημα όλων ήταν ο μισθός τους από την εργασία που παρείχαν στην εναγόμενη .
Επίσης, οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος εξ αυτών ήταν από τους αρχαιότερους υπαλλήλους της επιχείρησης. Επιπροσθέτως, όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα, αποδείχθηκε ότι αυτός θα συνταξιοδοτούταν σε ενάμιση χρόνο • από την απόλυσή του. Εκ των παραπάνω αποδειχθέντων παρέπεται ότι, εφόσον η εναγόμενη επρόκειτο να προβεί σε δημιουργία νέας γραμμής παραγωγής και να διενεργήσει νέες προσλήψεις, θα έπρεπε να προταθεί στους ενάγοντες , προκειμένου να μη χάσουν τη θέση εργασίας τους, να δεχθούν μεταβολή των συνθηκών εργασίας και δη την απασχόλησή τους στη γραμμή παραγωγής, ενώ ειδικά, όσον αφορά τον πρώτο εξ αυτών, έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο συντομότατος χρόνος που απέμενε μέχρι να συνταξιοδοτηθεί.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η ως άνω καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων των εναγόντων, από την εναγομένη εργοδότριά τους υπήρξε άκυρη, διότι αυτή ενήργησε, κατά προφανή παράβαση των διατάξεων περί κατάχρησης δικαιώματος του άρθρου 281 ΑΚ. Και τούτο διότι, ειδικότερα, για λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά την ίδια και όχι στην εύρυθμη λειτουργία ή εν γένει στην προαγωγή των εταιρικών συμφερόντων της, επιθυμούσε την κατάργηση των συγκεκριμένων θέσεων φυλάκων και την ανάθεση της φύλαξης του εργοστασίου της στα ...
αποκλειστικά σε εξωτερικό ιδιωτικό γραφείο, όπως έως και την απόλυση των εναγόντων, είχε αναθέσει, μόνο, όμως για τα Σαββατοκύριακα. Τούτο ουδόλως αμφισβητεί η εναγόμενη , η οποία, ωστόσο, ισχυρίζεται ότι αναγκάστηκε να πράξει τούτο προκειμένου να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά το πρόβλημα φύλαξης που υπήρχε, ισχυρισμός που δεν αποδείχθηκε βάσιμος, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.
Περαιτέρω, η επίδικη καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων των εναγόντων , ελεγχόμενη υπό το πρίσμα των αρχών της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας, υπερέβαινε το διευθυντικό δικαίωμα της εναγομένης , δοθέντος, ότι η τελευταία δεν επέλεξε ηπιότερο τρόπο, για την επίτευξη του επιδιωκόμενου ως άνω σκοπού της, όπως έγγραφη επίπληξη ή υπόδειξη ή παρατήρηση, που να αφορά τη συμπεριφορά των εναγόντων , την απόδοση ή την ποιότητα της εργασίας τους, ο οποίος (τρόπος) θα μπορούσε να καταστήσει ανεκτή τη συνέχιση της εργασιακής τους σύμβασης στην εναγομένη .
Επιπροσθέτως, η εναγόμενη , καίτοι δημιούργησε καινούργια γραμμή παραγωγής, δεν επιχείρησε να απασχολήσει τους ενάγοντες σε αυτή, ιδίως δε τους αρχαιότερους εξ αυτών, πρώτο, δεύτερο και τέταρτο, όταν μάλιστα γνώριζε ότι ειδικά ο πρώτος εξ αυτών βρίσκεται προ συνταξιοδοτήσεως. Επομένως οι επικαλούμενοι από την εναγομένη ισχυρισμοί της, υπήρξαν προσχηματικοί, και πρέπει ν' απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, αφού, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, αποδείχθηκε ότι η' καταγγελία της σύμβασης εργασίας των εναγόντων έγινε στην πραγματικότητα, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.
Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο τούτο κρίνει, ότι οι επίδικες καταγγελίες των εργασιακών συμβάσεων των εναγόντων από την εναγομένη , υπήρξαν καταχρηστικές, διότι υπερβαίνουν προφανώς τα όρια, που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό, αλλά και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της εναγομένης προς καταγγελία των συμβάσεων και ως εκ τούτου, βάσει των άρθρων 174,180 και 281 του ΑΚ είναι άκυρες.
Περαιτέρω από την, κατά τα προεκτεθέντα, ακυρότητα της καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων των εναγόντων , η εναγομένη καθίσταται εκ μόνου του λόγου αυτού υπερήμερη, ως προς την αποδοχή της εργασίας αυτών και υποχρεούται να τους καταβάλει τους μισθούς τους, χωρίς να απαιτείται πραγματική, εκ μέρους των τελευταίων, προσφορά των υπηρεσιών τους, τις οποίες ήδη η εναγόμενη εργοδότρια απέκρουσε τόσο με την άκυρη καταγγελία, όσο και με ρητή δήλωσή της στο από 21/10/2014 έγγραφο υπόμνημά της που κατέθεσε στο αρμόδιο τμήμα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας - γραφείο …, στα πλαίσια επιχειρούμενης επίλυσης της ανακύψασας εργατικής διαφοράς, μετά από προσφυγή των εναγόντων.. .>> 4.
Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση των εναγόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως και μερικώς κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στους ενάγοντες νομιμοτόκως τους αναφερόμενους μισθούς υπερημερίας.
Έτσι που έκρινε το εφετείο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των καταγγελιών των ως άνω συμβάσεων εργασίας για οικονομοτεχνικούς λόγους . Και τούτο διότι: α) Προϋπόθεση της διατήρησης στην υπηρεσία σε περίπτωση απόλυσης μισθωτού για την εν λόγω αιτία είναι, κατά τα προεκτεθέντα, να καθορισθεί, κατά λογική προτεραιότητα, ο κύκλος των προσώπων, μεταξύ των οποίων, θα χωρήσει η επιλογή του απολυτέου εργαζόμενου, τα οποία πρέπει να ανήκουν στην ίδια επαγγελματική κατηγορία και ειδικότητα και να είναι του ίδιου επιπέδου από απόψεως ικανότητας, προσόντων και υπηρεσιακής απόδοσης, ν' ανήκουν δε στην ίδια εκμετάλλευση στην οποία παρουσιάσθηκε η ανάγκη μείωσης του προσωπικού, στη συνέχεια δε, μεταξύ των προσώπων αυτών, να κριθεί ο απολυτέος με βάση τα ρηθέντα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια.
Στην προκειμένη όμως περίπτωση,το εφετείο, κατά την υπαγωγή του αποδεικτικού υλικού στον εφαρμοσθέντα κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 Α.Κ., οδηγήθηκε στην κρίση ότι η εναγομένη εργοδότρια κατά καταχρηστικό τρόπο, υπερβαίνοντα τα όρια , όπως διαγράφονται από το άρθρο 281 Α.Κ. (κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος) κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, χωρίς προηγουμένως και προκειμένου να αχθεί στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα, να αξιολογήσει "ως συγκρίσιμα στοιχεία" τα προσόντα και τις ικανότητες των διατηρηθέντων στην επιχείρηση της εναγομένης εργαζομένων, τους οποίους δεν αναφέρει καν.
β) Καθόσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα, αν η καταγγελία στα πλαίσια εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας, ως κριτηρίου ελέγχου της καταχρηστικής ή μη άσκησης και της αξιολόγησής της, ήταν αναπόφευκτη ή ήταν αντικειμενικά δυνατή η συνέχιση της απασχόλησης των εναγόντων στην εναγομένη, δέχθηκε ότι η εναγομένη επέλεξε το έσχατο μέσο της καταγγελίας, χωρίς να εξετάσει την δυνατότητα της ένταξης των εναγόντων στις νεοδημιουργηθείσες παραγωγικές μονάδες της, χωρίς όμως να δέχεται περαιτέρω ότι συνέτρεχε και η προς τούτο προσαπαιτούμενη κατά νόμο προϋπόθεση της ύπαρξης κενών θέσεων εργασίας, κατά τον ένδικο χρόνο.
Συνακόλουθα ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ. και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 95/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τoυς αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ