510/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated510/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1899, 1900 ΑΚ προκύπτει ότι όταν επιβάλλεται να λειτουργήσει η διαδικασία της συνεισφοράς και του καταλογισμού για την εξεύρεση της πλασματικής ομάδας της κληρονομίας, πρώτα αποτιμάται η αξία της πραγματικής ομάδας δηλαδή του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στον κληρονομούμενο κατά το θάνατό του, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο τούτο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 510 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 510/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Φ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Σοφία Σκούρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ι. Ι. του Ε., κατοίκου ...,2. Α. Ι. του Ε., κατοίκου ... που παραστάθηκαν δια ο 1ος και μετά η 2η της πληρεξούσιας δικηγόρου Ιουλίας Άννας Παπαθεοχάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-1-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9174/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 648/2016 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 22-11-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 1895 ΑΚ, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 88 του Ν.1329/1983, όπως είχε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 28 του ίδιου νόμου, αφού οι συνεισενεκτέες παροχές για τις οποίες πρόκειται δόθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού: "Οι κατιόντες κληρονομούντες εξ αδιαθέτου υποχρεούνται κατά τη διανομή της κληρονομιάς να συνεισφέρωσι προς αλλήλους 1.
Πάσαν παροχήν γενομένης προς αυτούς δια πράξεως εν ζωή υπό του κληρονομουμένου είτε δια συστάσεως προικός, είτε προς αποκατάστασιν ιδίου αυτών οίκου είτε προς έναρξιν ή εξακολούθησιν επαγγέλματος εκτός αν ο κληρονομούμενος κατά την παροχήν ώρισεν άλλως 2. Πάσαν δαπάνην γενομένην προς επαγγελματικήν μόρφωσιν του κατιόντος εφόσον η δαπάνη αυτή υπερέβη το ανάλογον προς την περιουσιακήν κατάστασιν του κληρονομουμένου μέτρου εκτός αν ούτος κατά την παροχήν ώρισεν άλλως 3.
Πάσαν προς αυτούς δωρεάν εφόσον ο κληρονομούμενος διέταξε τη συνεισφορά ή τον καταλογισμόν αυτής εις την κληρονομικήν αυτών μερίδα". Από τις διατάξεις αυτές και εκείνες του άρθρου 1899 ΑΚ προκύπτει ότι οι κατιόντες, κληρονομούντες εξ αδιαθέτου, υποχρεούνται εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη βούληση του διαθέτη, σε κάθε περίπτωση που είναι αναγκαίο να προσδιορισθεί το κληρονομικό μερίδιό τους να συνεισφέρουν τις αναφερόμενες στην πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις παροχές, από τις οποίες οι μεν υπό στοιχεία 1 και 2 συνεισφέρονται εκτός αν ο κληρονομούμενος απέκλεισε τη συνεισφορά τους και η άλλη δηλαδή η δωρεά μόνον εφόσον ο κληρονομούμενος διέταξε τη συνεισφορά ή τον καταλογισμό της στην κληρονομική μερίδα του δωρεοδόχου.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1899, 1900 ΑΚ προκύπτει ότι όταν επιβάλλεται να λειτουργήσει η διαδικασία της συνεισφοράς και του καταλογισμού για την εξεύρεση της πλασματικής ομάδας της κληρονομίας, πρώτα αποτιμάται η αξία της πραγματικής ομάδας δηλαδή του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στον κληρονομούμενο κατά το θάνατό του, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο τούτο.
Στη συνέχεια αφαιρείται η μερίδα του τυχόν επιζώντος συζύγου (1/4). Ακολούθως προστίθενται με την αξία του χρόνου κατά τον οποίο έγιναν, οι συνεισενεκτέες παροχές, στις οποίες περιλαμβάνεται και η νομοτύπως συσταθείσα προίκα εφόσον ο κληρονομούμενος δεν απέκλεισε τη συνεισφορά της (1895 ΑΚ πριν από την τροποποίηση με το Ν.1329/1983) και έτσι δημιουργείται η πλασματική ομάδα της κληρονομίας.
Το άθροισμα το οποίο προκύπτει από την παραπάνω πρόσθεση διαιρείται με τον αριθμό των κατιόντων κληρονόμων, από το εξαγόμενο δε πηλίκον αφαιρείται η αξία της συνεισενεκτέας παροχής, την οποία είχε λάβει ο υπόχρεος σε συνεισφορά κατιών το υπόλοιπο δε που θα προκύψει από την αφαίρεση αυτή αποτελεί τη μερίδα του υπόχρεου σε συνεισφορά.
Το δικαίωμα του υπόχρεου επί της μερίδας αυτής καθορίζεται αρχικά κατ' ανάγκη σε ποσό χρημάτων και υπολογίζεται μεν επί της πλασματικής ομάδας της κληρονομίας, ασκείται όμως και καλύπτεται από την πραγματική ομάδα της κληρονομίας, αφού αυτή είναι η διανεμητέα μεταξύ των κατιόντων κληρονόμων, κατά ποσοστό ειδικότερα το οποίο εκφράζει τη σχέση της αξίας της μερίδας σε δραχμές (ήδη ευρώ) προς την αξία των αντικειμένων της πραγματικής ομάδας της κληρονομίας.
Περαιτέρω αν η αξία της παροχής που πρέπει να συνεισφέρει ο κατιών είναι μεγαλύτερη από τη μερίδα που του ανήκει δεν έχει υποχρέωση για το επί πλέον δεν παίρνει τίποτα από την κληρονομία, δεν έχει δηλαδή πραγματική κληρονομική μερίδα αλλά και δεν έχει υποχρέωση να επιστρέψει τίποτα. Αναγκαία συνέπεια της ρύθμισης αυτής όπως ορίζει και το β' εδ του άρθρου 1900 ΑΚ είναι ότι η κληρονομία διανέμεται μεταξύ των λοιπών κληρονόμων χωρίς να υπολογίζεται η παροχή που έπρεπε να συνεισφέρει αυτός ο κατιών, δηλαδή ο λήπτης κατιών δεν παίρνει μέρος στην πραγματική ομάδα της κληρονομίας.
Η διανομή αυτή μεταξύ των υπολοίπων κληρονόμων γίνεται αφού τηρηθεί η αρχική αναλογία μερίδων μεταξύ αυτών, όπως δηλαδή αυτές θα προέκυπταν αν συνυπολογιζόταν και η μερίδα του κατιόντα που έχει υπερκαλυφθεί. Επειδή κατά το άρθρο 559 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την Ά.ή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 7 Ιουλίου 1987 απεβίωσε στη … ο Κ. Φ. του Β., κάτοικος όσο ζούσε …, πατέρας του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης και παππούς από μητέρα των δεύτερου και τρίτης των εναγομένων, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται.
Με την υπ'αριθμ.20025/2001 οριστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ.3086/2002 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αναγνωρίσθηκε ότι είναι άκυρη η από ...-4-1986 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 845/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Έτσι, όπως συνομολογείται εκατέρωθεν, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, λόγω προαποβιώσεως της συζύγου του, από τα τρία τέκνα του, κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, ήτοι τον ενάγοντα. την πρώτη εναγομένη και την μητέρα των δεύτερου και τρίτης των εναγομένων, Α. σύζυγο Ε. Ι.. Η τελευταία με την υπ' αριθμ.214/20-10-1987 δήλωση της ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αποποιήθηκε απολύτως την επαχθείσα σ'αυτήν κληρονομιά του πατέρα της και έτσι η εξ αδιαθέτου κληρονομική της μερίδα, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, περιήλθε στα δύο τέκνα της, ήτοι στον δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, οι οποίοι και αποδέχθηκαν αυτήν με την υπ'αριθμ. .../14-4-2010 δήλωση τους ενώπιον της συμβολαιογράφου … Ε.
Λ. Κατά τον χρόνο του θανάτου του ο κληρονομούμενος, όπως επίσης συνομολογείτο εκατέρωθεν, είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του τα ακόλουθα ακίνητα, τα οποία εκτιμήθηκαν από την Οικονομική Εφορία ..., μετά την από 5-12-1991 δήλωση φόρου κληρονομιάς που υπέβαλε ο ενάγων σ' αυτήν (βλ. από 16-10-1995 και 3-11-1995 εκθέσεις εκτιμήσεως ελεγκτών), ήτοι: (1) μία παλιά τριώροφη οικία που κτίσθηκε περίπου το έτος 1936 και αποτελείται από μία ισόγεια αποθήκη και τον δεύτερο πάνω από το ισόγειο όροφο που αποτελείται από τρία δωμάτια, σαλόνι, κουζίνα και λουτραποχωρητήριο, συνολικής επιφάνειας 100 περίπου τ.
μ. με το υπ' αυτήν και το υπ' αυτήν και πέριξ αυτής οικόπεδο επιφανείας 130 τ. μ. περίπου που βρίσκεται εντός του οικισμού της Κοινότητας ..., αξίας κατά το χρόνο του θανάτου του, της μεν οικίας 1.200.000 δραχμών (1.500.000 δραχμές η εκτιμηθείσα αξία με έτος φορολογίας 19 91, μείον 20% η επαύξηση από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου) και του οικοπέδου 312.000 δραχμές (390.000 δραχμές η εκτιμηθεί σα αξία με έτος φορολογίας 1991, μείον 20% η επαύξηση από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου) και συνολικά 1.512.000 (1.200.000+312.000) δραχμών. 2) Μία ξύλινη εγκαταλειμμένη καλύβα, που βρίσκεται στην αγροτική περιοχή (κάμπος) της Κοινότητας ...
και στη θέση "Κ." επιφάνειας 32 τ.μ. περίπου, με προαύλια α) μπροστά από την καλύβα μέτρων τετραγωνικών 60, και β) δυτικά μέτρων τετραγωνικών 130 περίπου, αξίας της καλύβας και του οικοπέδου 200.000 δραχμών, κατά το χρόνο θανάτου του. 3) Ενα αγροτεμάχιο, στα ανατολικά της αμέσως παραπάνω καλύβας, που βρίσκεται στον κάμπο της Κοινότητας ...
και στη θέση "Κ.", εμβαδού 2.000 τ.μ. περίπου, αξίας κατά το χρόνο θανάτου του 1.000.000 δραχμών.(4)Έξι αγροτεμάχια που βρίσκονται στην τοποθεσία "κ." της Κοινότητας ... και στις ειδικότερες θέσεις "Β.", "Α. Λ.", "Β. Β.", "Σ.", "Σ. Ε." και "Γ.", δίπλα στον κάμπο της Ι. με μέση απόσταση από τη θάλασσα περίπου χίλια (1.000) μέτρα, εκτάσεως, αντίστοιχα, μέτρων τετραγωνικών 4.000, 2.000, 750, 11.000, 4.000 (1/3 αυτού) και 1.500, συνολικής αξίας κατά το χρόνο θανάτου του 9.416.250 δραχμών, (10.462.500 δραχμές η εκτιμηθεί σα αξία με έτος φορολογίας 1991, μείον 10% η επαύξηση αυτών από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου). 5)Ένα αγρό, εκτάσεως 850 τ.μ., στη θέση "Λ." και το 1/2 εξ αδιαιρέτου αγρού εκτάσεως 2.500 τ.μ.
στην ειδικότερη θέση "Σ." της ευρύτερης περιοχής "Λ.", που βρίσκονται κοντά στον οικισμό, αλλά και πλησίον των στοών με αποτέλεσμα η αξία τους να είναι υποβαθμισμένη, ανερχομένη κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου συνολικά σε 307.500 δραχμές και 6) ένα αγρόκηπο στην ειδικότερη θέση "Μ." της Κοινότητας ..., εκτάσεως 250 τ.μ.
περίπου, αξίας κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου 950.000 δραχμών. Επομένως η συνολική πραγματική αξία της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα και πάππου των διαδίκων, κατά το χρόνο του θανάτoυ του (7-7-1987) ανερχόταν σε 13.385.75 δραχμές (1.512.000+200.000+1.000.000+9.416.250+307.500+950.000). Την κληρονομιά αυτή είχε αποδεχθεί ο ενάγων δυνάμει της υπ'αριθμ..../18-12-1991 δηλώσεως του συμβολαιογράφου … Α.
Μ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ά., επικαλούμενος το εκ της πιο πάνω ιδιόγραφης διαθήκης κληρονομικό δικαίωμα του πατέρα του. Την κληρονομιά .αυτή του πατέρα της αποδέχθηκε και πρώτη εναγόμενη, δυνάμει της υπ αριθμ..../21-1-2004 δηλώσεως της ενώπιον της συμβολαιογράφου … Χ. Μ..
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος, όσο ζούσε, είχε προβεί στις παρακάτω παροχές προς τις δύο θυγατέρες του, ήτοι στην πρώτη εναγομένη και στη μητέρα των δεύτερου και τρίτης των εναγομένων, χωρίς να αποκλείσει την συνεισφορά τους. Από το χρόνο δε που έλαβε χώρα κάθε μία από τις παροχές αυτές έως το θάνατο του κληρονομουμένου μεσολάβησε ουσιώδης υποτίμηση της αγοραστικής δύναμης της δραχμής, όπως προκύπτει από γεγονότα γνωστά στο Δικαστήριο από άλλες δίκες, από τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής και από το νόμιμα επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του από 21-11-2000 πίνακα ετήσιου πληθωρισμού της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, σύμφωνα με τον οποίο ο δείκτης τιμών καταναλωτή ανερχόταν τον Απρίλιο 1966 σε 2.449 μονάδες, τον Αύγουστο 1966 σε 2.424 μονάδες, τον Ιούνιο 1973 σε 3.216 μονάδες, τον Αύγουστο 1973 σε 3.187 μονάδες και τον Ιούλιο 1987 σε 36.546 μονάδες.
Συνεπώς θα πρέπει, σύμφωνα με την καθιερωμένη από το άρθρο 288 ΑΚ αρχή της καλής πίστης, να αναχθεί η αξία των παροχών του χρόνου που έγιναν, στο ισάξιο του ποσού αυτού σε δραχμές του χρόνου θανάτου του κληρονομουμένου, οπότε και αποτιμάται η κληρονομιά με βάση της σχέσης της αξίας της δραχμής μεταξύ των δύο αυτών χρονικών σημείων.
Ειδικότερα συνέστησε προίκες, χωρίς να αποκλείσει την συνεισφορά τους Α)προς τον σύζυγο της; πρώτης Κ. Β. και υπέρ αυτής: α ) δυνάμει του υπ' αριθμ. .../9.6.1973 συμβολαίου σύστασης προικός του Συμβολαιογράφου … Β. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Α., σε συνδυασμό με την υπ'αριθμ. .../10-4-1974 διορθωτική πράξη του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που επίσης μεταγράφηκε 1) Έναν αγρό στη θέση "Π. - Α." της Κοινότητας ..., συνολικής έκτασης 27.000 τ.
μ περίπου, η αξία του οποίου κατά το χρόνο σύστασης της προίκας ανερχόταν πράγματι στο ποσό των 351.000 δραχμών. Στις 9-6-1973 (χρόνος συνεισεκτέας παροχής) η τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας ανερχόταν στο ποσό των 827 δραχμών και κατά την 7-7-1987 (χρόνος θανάτου του κληρονομουμένου) σε 14.290 δραχμές, ενώ ο δείκτης τιμών καταναλωτή (ΔΤΚ), με βάση το έτος 1994 ίσον 100, τις αντίστοιχες αυτές ημερομηνίας ανέρχονταν σε 3.216 και 36.546 δραχμές, αντιστοίχως.
Έτσι η εκ δραχμών 351.000 αξία του προικώου αυτού ακινήτου αντιστοιχεί κατά το χρόνο συστάσεως της προίκας σε 424,43 λίρες (351.000 δρχ.:827 δρχ). Λαμβανομένου υπόψη του δείκτη τιμών καταναλωτή και δη της διαφοράς αυτού μεταξύ του χρόνου συστάσεως της προίκας (9-6-1973) και του χρόνου θανάτου του κληρονομουμένου (7-7-1987) και βάσει αυτού της διαφοράς της αγοραστικής δύναμης της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά τους εν λόγω χρόνους, προκύπτει ότι κάθε λίρα του μηνός Ιουνίου 1973 είχε αγοραστική δύναμη μικρότερη και δη ίση προς 0,579 της αγοραστικής δύναμης της χρυσής λίρας Αγγλίας του μηνός Ιουλίου 1985.
Η αγοραστική δύναμη της χρυσής λίρας Αγγλίας την 9-6-1973 ισούται με το λόγο τιμής της λίρας σε δραχμές τον Ιούνιο 1973 προς τον Γενικό ΔΤΚ του ίδιου χρονικού διαστήματος, ήτοι 827:3,216=257,15 μονάδες. Επίσης η αγοραστική δύναμη της χρυσής λίρας Αγγλίας την 7-7-1987 ισούται με το λόγο τιμής της λίρας σε δραχμές τον Ιούλιο 1987 προς τον Γενικό ΔΤΚ του ίδιου χρονικού διαστήματος, ήτοι 14.290:36,546=_391 μονάδες.
Επομένως ο λόγος της αγοραστικής δύναμης της λίρας του Ιουνίου 1973 προς την αγοραστική δύναμη της λίρας του μηνός Ιουλίου 1987 ισούται με συντελεστή 0,658] (257,15:391). Βάσει της σχέσεως αυτής οι 424,43 χρυσές λίρες του χρόνου της παροχής (9-6-1973) αντιστοιχούν σε 279,3 (424,43 Χ 0,658) λίρες του χρόνου του θανάτου του κληρονομουμένου (7-7-1987), μετατρεπομένου δε του ποσού των λιρών αυτών σε δραχμές, βάσει της τιμής της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά τον χρόνο του θανάτου, προκύπτει ποσό 3.991.197 δραχμών (279,3 λίρες Χ 14.290 δρχ).Το τελευταίο αυτό ποσό αποτελεί την σε δραχμές αξία του προικώου αυτού ακινήτου, κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου 2) Έναν αγρό στη θέση "Ε.
Κ." της Κοινότητας ..., εμβαδού 3.000 τ.μ. περίπου. Η αξία του ακινήτου αυτού κατά τον χρόνο σύστασης της προίκας (9-6-1973) ανερχόταν πράγματι στο ποσό των 60.000 δραχμών, δηλαδή σε 72,55 λίρες χρυσές Αγγλίας (60.000: 827 δρχ). Βάσει της προεκτεθείσας σχέσης της αγοραστικής δύναμης της χρυσής λίρας Αγγλίας του Ιουνίου 1973 προς την αγοραστική δύναμη της λίρας του μηνός Ιουλίου 1987 προς τον Γενικό ΔΤΚ του ιδίου χρονικού διαστήματος, οι 72,55 χρυσές λίρες του χρόνου της παροχής ( 9.6.1973) αντιστοιχούν σε 47,74 ( 72,55X0,658) λίρες του χρόνου του θανάτου του κληρονομούμενου (7.7.1987) μετατρεπομένου δε του ποσού των λιρών αυτών σε δραχμές, βάσει της τιμής της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά τον χρόνο του θανάτου, προκύπτει ποσό 682.205 δραχμών (47,74 λίρες Χ 14.290 δρχ).
Το τελευταίο αυτό ποσό αποτελεί την σε δραχμές αξία του προικώου αυτού ακινήτου, κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου. Ισχυρίζεται βέβαια η πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ότι όλη η περιοχή στην οποία βρίσκεται το αγροτεμάχιο αυτή έχει χαρακτηρισθεί ότι είναι εντός των ορίων του αιγιαλού και της παραλίας και επομένως δεν πρέπει να υπολογισθεί ως προικώα περιουσία το ως άνω ακίνητο.
Ο ως άνω ισχυρισμός δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, μόνη δε αποτύπωση στο από 9-6-1998 τοπογραφικό διάγραμμα καθορισμού ορίων αιγιαλού παραλίας-παλαιού αιγιαλού δεν αρκεί για τον χαρακτηρισμό του ως άνω ακινήτου ως αιγιαλού. Και τούτο διότι, αιγιαλός / είναι η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα με ανώτατο όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φτάνουν κατά τις συνηθισμένες και όχι έκτακτες αναβάσεις τους τα κύματα της θάλασσας.
Η ιδιότητα δε του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας, μόνος δε ο καθορισμός του ορίου αυτού από τη διοικητική επιτροπή που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, με απόφαση της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης το οποίο στερείται των παραπάνω χαρακτηριστικών, δηλαδή σε έδαφος μη βρεχόμενο, όπως πιο πάνω, από θαλάσσια ύδατα κατά το άρθρο 1 του α.
ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί να ισχύει κατά το άρθρο 34 παρ. 2 του ν. 2971/2001 και να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή αυτές για τις οποίες η έκθεση επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα της χάραξης τους, συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου στο ΦΕΚ 285Α/19.12.2001.
Σε κάθε δε τοπική όταν δια περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως ο αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού, δημιουργείται νέος αιγιαλός προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης. 3)Έναν αγρό στην θέση " Κ." της Κοινότητας ... συνολικού εμβαδού 7.400 τ.μ. περίπου. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της δεύτερης εναγομένης ότι από την έκταση αυτή 5.000 τ.μ.
αποτελούσαν τμήμα δασικής έκτασης, γι αυτό και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 9 μηνών και Χρηματική ποινή 150.000 δραχμών, για παράνομη κατάληψη δημόσιας δασικής έκτασης, δυνάμει της υπ αριθμ. 3031/2000 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώθηκε ότι η παράνομη αυτή κατάληψη αφορούσε το προικώο αυτό ακίνητο, δεδομένου ότι η κατάληψη αναφέρεται σε εκχερσωθείσα δασική έκταση, ενώ στο προικοσυμβόλαιο το μεταβιβασθέν ακίνητο αφορούσε καλλιεργούμενο αγρό, ο οποίος σύμφωνα με το σκεπτικό της ως άνω απόφασης βρίσκεται σε απόσταση 800 περίπου μέτρων από την καταληφθείσα έκταση.
Η αξία του ακινήτου αυτού των 7 400 τ.μ. κατά το χρόνο σύστασης της προίκας (9-6-1973) ανερχόταν πράγματι στο ποσό των 222.000 δραχμών, δηλαδή σε 268,44 λίρες χρυσές Αγγλίας (222.000 : 827 δρχ.). Βάσει της προεκτεθείσας σχέσης της αγοραστικής δύναμης της χρυσής λίρας Αγγλίας του Ιουνίου 1973 προς την αγοραστική δύναμη της λίρας του μηνός Ιουλίου 1987 προς τον Γενικό ΔΤΚ του ίδιου χρονικού διαστήματος, οι 268,44 χρυσές αυτές λίρες του χρόνου της παροχής (9-6-1973) αντιστοιχούν σε 17 6,63 (268,4 4 Χ 0,658) λίρες του χρόνου του θανάτου του κληρονομουμένου (7-7-1987), μετατρεπομένου δε του ποσού των λιρών αυτών σε δραχμές, βάσει της τιμής της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά το χρόνο του θανάτου, προκύπτει ποσό 2.524.043 δραχμών (176,63 λίρες Χ 14.290 δρχ.).
Το τελευταίο αυτό ποσό αποτελεί την σε δραχμές αξία του προικώου αυτού ακινήτου, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου. Και β) δυνάμει του υπ'αριθμ. .../8-8-1973 συμβολαίου σύστασης προικός του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια βιβλία μεταγραφών 3): 1) Έναν αγρό στη θέση "Ε.-Κ." της Κοινότητας ..., εμβαδού 10.000 τ.μ.
Το αγροτεμάχιο, μαζί με το πιο πάνω υπό στοιχείο 2 ακίνητο, εκτάσεως 3.000 τ.μ., αποτελούσε ένα ενιαίο αγροτεμάχιο, σύμφωνα όμως με την υπ'αριθμ. 1559/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που επικύρωσε την υπ' αριθμ.253/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, ο προικοδότης πατέρας της ενάγουσας και ήδη πρώτης εναγομένης ήταν κύριος 7.430 τ.μ.
και όχι 13.000 τ.μ. (3.000 + 10.000), που αναγράφονταν στα δύο αυτά συμβόλαια και έτσι απέρριψε την με αριθμό καταθέσεως 1077/24-6-1995 διεκδικητική αγωγή που είχε ασκήσει αυτή κατά των Ι. Α. κ.λ.π. Επομένως ως συνεισεκτέα παροχή είναι η έκταση των 4.430 τ.μ. (7.430 τ.μ. - 3.000 τ.μ. το πιο πάνω ακίνητο) και όχι η έκταση των 10.000 τ.μ. που αναγράφεται στο προικοσυμβόλαιο αυτό.
Η αξία του ακινήτου αυτού των 4.430 τ.μ., κατά το χρόνο σύστασης της προίκας (8-8-1973), ανερχόταν πράγματι στο ποσό των 88.600 δραχμών, δηλαδή σε 91,62 λίρες χρυσές Αγγλίας (88.600: 967δρχ.). Βάσει της προεκτεθείσας σχέσης της αγοραστικής δύναμης της χρυσής λίρας Αγγλίας του Αυγούστου 1973 προς την αγοραστική δύναμη της λίρας του μηνός Ιουλίου 1987 προς τον Γενικό ΔΤΚ του ίδιου χρονικού διαστήματος, οι 91,62 χρυσές αυτές λίρες του χρόνου της παροχής (8-8-1973) αντιστοιχούν σε 60,65 (91,62Χ0,662) λίρες του χρόνου του θανάτου του κληρονομουμένου (7-7-1987), μετατρεπομένου δε του ποσού των λιρών αυτών σε δραχμές, βάσει της τιμής της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά το χρόνο του θανάτου, προκύπτει ποσό 866.688 δραχμών (60,65 λίρεςΧ14.290 δρχ.).
Το τελευταίο αυτό ποσό αποτελεί την σε δραχμές συνεισεκτέα αξία του προικώου αυτού ακινήτου κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου και
ΙΙ) δύο συνεχόμενους αγρούς στη θέση "Κ." της Κοινότητας ..., εμβαδού 3000 τ.μ. και 2.000 τ.μ περίπου, με ανατολικό όριο την θάλασσα. Η αξία των ακινήτων αυτών των 5.000 τ.μ. (3.000 + 2.000), κατά το χρόνο σύστασης της προίκας (8-8-3)λ ανερχόταν πράγματι στο ποσό των 150.000 δραχμών, δηλαδή σε 155,12 λίρες χρυσές Αγγλίας {150.000 : 967 δρχ.). Βάσει της προεκτεθεί σας σχέσης της αγοραστικής δύναμης της χρυσής λίρας Αγγλίας του Αυγούστου 1973 προς την αγοραστική δύναμη της λίρας του μηνός Ιουλίου 1987 προς τον Γενικό ΔΤΚ του ίδιου χρονικού διαστήματος οι 155,12 χρυσές αυτές λίρες του χρόνου της παροχής (8-8-1973) αντιστοιχούν σε 102,69 (155,12Χ0,662) λίρες χρόνου του θανάτου του κληρονομουμένου (7-7-1987) ,μετατρεπομένου δε του ποσού των λιρών αυτών σε δραχμές, βάσει της τιμής της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά το χρόνο του θανάτου, προκύπτει ποσό 1.467.440) δραχμών (102,69 λίρες Χ 14.290 δρχ.). Το τελευταίο αυτό ποσό αποτελεί την σε δραχμές συνεισεκτέα αξία των δύο αυτών προικώων ακινήτων, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.
Συνεπώς, οι συνεισεκτέες παροχές της πρώτης εναγομένης ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 9.531.573 δραχμών (3.991.197 + 682.205 + 2.524.043 + 866.688 + 1.467.440). Και Β)προς τον Ε. Ι. σύζυγο Α. Φ. (μητέρας των δεύτερου και τρίτης των εναγομένων) και υπέρ αυτής α) δυνάμει του υπ'αριθμ..../27.4.1966 προικοσυμφώνου σύμβολα ίου του συμβολαιογράφου … Δ.
Π., που νόμιμα μεταγράφηκε 1) Ένα διαμέρισμα του 7ου ορόφου (πρώτη εσοχή επί της πρόσοψης της πλατείας Γ.) με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 28 της ενταύθα πολυώροφης οικοδομής, εμβαδού 52 τ.μ., η αξία του οποίου κατά το χρόνο σύστασης της προίκας, καθ' ομολογία και των δεύτερου και τρίτης των εναγομένων, ανερχόταν πράγματι στο ποσό των 80.000 Δραχμών.
Στις 27-4-1966 (χρόνος συνεισεκτέας παροχής) η τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας ανερχόταν στο ποσό των 313 δραχμών και κατά την 7-7-1987 (χρόνος θανάτου του κληρονομουμένου) σε 14.290 δραχμές, ενώ ο δείκτης τιμών καταναλωτή (ΔΤΚ), με βάση το έτος 1994 ίσον 100, τις αντίστοιχες αυτές ημερομηνίας ανέρχονταν σε 2.449 και 36.546, αντιστοίχως.
Έτσι η εκ δραχμών 80.000 αξία του προικώου αυτού ακινήτου αντιστοιχεί κατά το χρόνο συστάσεως της προίκας σε 255,59 λίρες (80.000 δρχ :313 δρχ.) Λαμβανομένου υπόψη του δείκτη τιμών καταναλωτή και δη της διαφοράς Αυτού μεταξύ του χρόνου συστάσεως της προίκας (27-4-1966) και ίου χρόνου θανάτου του κληρονομουμένου (7-7-1987) και βάσει τούτου της διαφοράς της αγοραστικής δυνάμεως της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά τους εν λόγω χρόνους, προκύπτει ότι κάθε λίρα του μηνός Απριλίου 1966 είχε αγοραστική δύναμη μικρότερη και δη ίση προς 0,670 {2.449 : 36546) της αγοραστικής δύναμης της χρυσής λίρας Αγγλίας του μηνός Ιουλίου 1987.
Η αγοραστική δύναμη της χρυσής λίρας Αγγλίας την 27-4-1966 ισούται με το λόγο τιμής της λίρας σε δραχμές τον Απρίλιο 1966 προς τον Γενικό ΔΤΚ του ίδιου χρονικού διαστήματος, ήτοι 313:2,449=127,8 μονάδες. Επίσης, η αγοραστική δύναμη της χρυσής λίρας Αγγλίας την 7-7-1987 ισούται με το λόγο τιμής της λίρας σε δραχμές τον Ιούλιο 1987 προς τον Γενικό ΔΤΚ του ίδιου χρονικού διαστήματος, ήτοι 14.290 : 36,546 = 391 μονάδες.
Επομένως ο λόγος της αγοραστικής δύναμης της λίρας του Απριλίου 1966 προς την αγοραστική δύναμη της λίρας του μηνός Ιουλίου 1987 ισούται με συντελεστή 0,327 (127,8: 391). Βάσει της σχέσεως αυτής οι 255,59 χρυσές λίρες ίου χρόνου της παροχής (27-4-1966) αντιστοιχούν σε 83,58 (255,59 Χ 0,327) λίρες του χρόνου του θανάτου του κληρονομουμένου (7-7-1987), μετατρεπομένου δε του ποσού των λιρών αυτών σε δραχμές, βάσει της τιμής της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά το χρόνο του θανάτου, προκύπτει ποσό 1.194.358 δραχμών (83,58 λίρες Χ 14.290 δρχ.).
Το τελευταίο αυτό ποσό αποτελεί την σε δραχμές αξία του προικώου αυτού ακινήτου, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένους (2) Εναν αγρό στη θέση "Κ." της Κοινότητας ..., εμβαδού 5.000 τ.μ. περίπου, η αξία του οποίου, κατά το χρόνο σύστασης της προίκας (27-4-1966), ανερχόταν πράγματι στο ποσό των 37.500 δραχμών, δηλαδή σε 119,80 λίρες χρυσές Αγγλίας (37.500 : 313 δρχ.).
Βάσει της προεκτεθείσας σχέσης της αγοραστικής δύναμης της χρυσής λίρας Αγγλίας του Απριλίου 1966 προς την αγοραστική δύναμη της λίρας του μηνός Ιουλίου 1987 προς τον Γενικό ΔΤΚ του Ίδιου χρονικού διαστήματος, οι 119,80 χρυσές αυτές λίρες του χρόνου της παροχών ( 27 - 4 - 1966 ) αντιστοιχούν σε 39,17 (119,80 Χ 0,327) λίρες του χρόνου του θανάτου του κληρονομουμένου (7-7-1987) μετατρεπομένου δε του ποσού των λιρών αυτών σε δραχμές, βάσει της τιμής της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά το χρόνο του θανάτου, προκύπτει ποσό, 559.739 δραχμών (39,17 λίρες Χ 14.290 δρχ.).
Το τελευταίο αυτό ποσό αποτελεί την σε δραχμές αξία του προικώου αυτού ακινήτου, κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου 3)1 Έναν αγρό στη θέση "Π." της Κοινότητας ..., συνολικού εμβαδού 5,100 τ.μ. περίπου, η αξία του οποίου, κατά το χρόνο σύστασης της προίκας (27-4-1966) ανερχόταν πράγματι στο ποσό των 20.400 δραχμών, δηλαδή σε 65,18 λίρες χρυσές Αγγλίας (20.400 : 313 δρχ.).
Βάσει της προεκτεθείσας σχέσης της αγοραστικής δύναμης της χρυσής λίρας Αγγλίας του Απριλίου 1966 προς την αγοραστική δύναμη της λίρας του μηνός Ιουλίου 1987 προς τον Γενικό ΔΤΚ του Ίδιου χρονικού διαστήματος, οι 65,18 χρυσές αυτές λίρες του χρόνου της παροχής (27-4-1966) αντιστοιχούν σε 21,31 (65,18 Χ 0,327) λίρες του χρόνου του θανάτου του κληρονομουμένου (7-7-1987),μετατρεπομένου δε του ποσού των λιρών αυτών σε δραχμές, βάσει της τιμής της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά το χρόνο του θανάτου, προκύπτει ποσό 304.520 δραχμών (21,31 λίρες Χ 14.2 90 δρχ.).
Το τελευταίο αυτό ποσό αποτελεί την σε δραχμές αξία του προικώου αυτού ακινήτου, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου. Και 4) δύο αγρούς στις θέσεις "Σ." και "Μ." της ίδιας Κοινότητας, εμβαδού 3.500 τ.μ. ο καθένας, η συνολική αξία των οποίων, κατά το χρόνο σύστασης της προίκας (27-4-1966), ανερχόταν πράγματι στο ποσό των 7.000 (3.500 + 3.500) δραχμών, δηλαδή σε 22,36 λίρες χρυσές Αγγλίας (7.000 : 313 δρχ.).
Βάσει της προεκτεθείσας σχέσης της αγοραστικής δύναμης της χρυσής λίρας Αγγλίας του Απριλίου 1966 προς την αγοραστική δύναμη της λίρας του μηνός Ιουλίου 1987 προς τον Γενικό ΔΤΚ του ίδιου χρονικού διαστήματος, οι 22,36 χρυσές αυτές λίρες του χρόνου της παροχής (27-4-1966) αντιστοιχούν σε 7,31 (22,36 Χ 0,327) λίρες του χρόνου του θανάτου του κληρονομουμένου (7-7-1987), μετατρεπομένου δε του ποσού των λιρών αυτών σε δραχμές;
βάσει της τιμής της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά το χρόνο του θανάτου, προκύπτει ποσό 104.460 δραχμών (7,31 λίρες Χ 14.290 δρχ.) Το τελευταίο αυτό ποσό αποτελεί την σε δραχμές αξία του προικώου αυτού ακινήτου, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου. Και δυνάμει του υπ' αριθμ. .../26-8-1966 συμβολαίου σύστασης προικός του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, έναν αγρό στη θέση "Κ." της Κοινότητας ..., εμβαδού 5.000 τ.μ περίπου.
Ο ισχυρισμός των δεύτερου και τρίτης των εναγομένων ότι δεν έχουν καμία σχέση με το αγροτεμάχιο αυτό, διότι ο τότε προικολήπτης πατέρας τους αποβλήθηκε από αυτό βάσει του επικαλούμενου και προσκομιζόμενου με αριθμό πρωτ. 1676/12-3-1974 Πρωτοκόλλου Διοικητικής Αποβολής του Δασάρχη ..., από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώθηκε, δεδομένου ότι δεν προέκυψε ότι η αναφερομένη στο πρωτόκολλο αυτό ως καταληφθείσα δασική έκταση αφορά το προικώο αυτό ακίνητο αφού η αναφερόμενη στο προικοσυμβόλαιο έκταση αναφέρεται σε καλλιεργούμενο αγρό.
Η αξία του αγροτεμαχίου αυτού, κατά το χρόνο σύστασης της προίκας (2 6-8-196 6), ανερχόταν πράγματι στο ποσό των 37.500 δραχμών, δηλαδή σε 121,56 λίρες χρυσές Αγγλίας (37.500 : 308,5 δρχ.). Βάσει της προεκτεθείσας σχέσης της αγοραστικής δύναμης της χρυσής λίρας Αγγλίας του Αυγούστου 1966 προς την αγοραστική δύναμη της λίρας του μηνός Ιουλίου 1987 προς τον Γενικό ΔΤΚ του ίδιου χρονικού διαστήματος, οι 121,56 χρυσές αυτές λίρες του χρόνου της παροχής (26-8-1966) αντιστοιχούν σε 39,75 (121,56 Χ 0,327) λίρες του χρόνου του θανάτου του κληρονομουμένου (7-7-1987), μετατρεπομένου δε του ποσού των λιρών αυτών σε δραχμές, βάσει της τιμής της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά το χρόνο του θανάτου, προκύπτει ποσό 568.027 δραχμών (39,75 λίρες Χ 14.290 δρχ) το τελευταίο αυτό ποσό αποτελεί την σε δραχμές αξία του προικώου αυτού ακινήτου, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.
Συνεπώς οι συνεισεκτέες παροχές των δεύτερου και τρίτης των εναγομένων, που έγιναν στην αποποιηθείσα την κληρονομιά του πατέρα της μητέρας τους ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 2.731.104 δραχμών (1.194.358 + 559.739 + 04.520+104.460 + 568.027). Σύμφωνα με τα προεκτεθεντα, οι εναγόμενοι, ως κατιόντες του κληρονομουμένου πατέρα (η πρώτη) και πάππου (οι δεύτερος και τρίτος), έχουν υποχρέωση να συνεισφέρουν τις ανωτέρω συνεισεκτέες παροχές, που έλαβαν η πρώτη και η μητέρα των λοιπών από τον κληρονομουμένο, ήτοι το συνολικό ποσό των 12.262. 677 δραχμών (9.531.573 + 2.731.1040).
Όπως δε προεκτέθηκε η κληρονομική περιουσία του κληρονομουμένου ανερχόταν, κατά το χρόνο του θανάτου του, στο συνολικό ποσό των 13.385.750 δραχμών (πραγματική ομάδα κληρονομιάς). Στο ποσό αυτό της πραγματικής ομάδας κληρονομιάς πρέπει να προστεθούν οι πιο πάνω συνεισεκτέες παροχές. Στο άθροισμα αυτών (πλασματική ομάδα της κληρονομιάς), ήτοι σε 25.648.427 δραχμές (13-385.750 + 12.262.677) θα υπολογισθεί η εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα κάθε διαδίκου, η οποία ανέρχεται σε 2/6 για τον ενάγοντα, ήτοι στο ποσό των 8.549.476 δραχμών, σε 2/6 για την πρώτη εναγομένη, ήτοι στο ποσό των 8.549.476 δραχμών και σε 2/6 κατ' ισομοιρία για τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, ήτοι συνολικά για τους δύο στο ποσό των 8.549.476 δραχμών.
Εφόσον δε η δεύτερη εναγομένη έλαβε συνεισεκτέες παροχές 9.531.573 δραχμών, ήτοι περισσότερο από την κληρονομική μερίδα, δεν δικαιούται να λάβει κληρονομικό μερίδιο από την πραγματική ομάδα της κληρονομιάς (9.531.573 -8.549.476), κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη. Αντίθετα, εφόσον η μητέρα των λοιπών εναγομένων έλαβε συνεισεκτέες παροχές μικρότερες κατ' αξία από την κληρονομική μερίδα αυτών (8.549.476 - 2.731.104), δικαιούνται αυτοί την διαφορά από την πραγματική ομάδα της κληρονομιάς.
Συνεπώς η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος και από ουσιαστική άποψη και να αναγνωρισθεί ότι: 1) η πρώτη εναγομένη, Μ. σύζυγος Κ. Β., το γένος Κ. Φ.: α) έχει υποχρέωση να συνεισφέρει τις παροχές που έλαβε λόγω προικός από τον πατέρα της, Κ. Φ., όσο ζούσε, συνολικής αξίας κατά το χρόνο του θανάτου του 9.531.573 και β) δεν διατηρεί κληρονομικά δικαιώματα επί της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς του πατέρα της, αφού η εξ αδιαθέτου κληρονομική της μερίδα έχει υπερκαλυφθεί από τις συνεισεκτέες αυτές παροχές.
Και 2) οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, α) Έχουν υποχρέωση να συνεισφέρουν τις παροχές που έλαβε λόγω προικός από τον πατέρα της, Κ. Φ., όσο ζούσε, η μητέρα τους Α., συνολικής αξίας κατά το χρόνο του θανάτου του 2.731.104 δραχμών, και διατηρούν κληρονομικά δικαιώματα επί της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς του;
παππού τους, Κ. Φ., αφού η εξ αδιαθέτου κληρονομική τους δεν καλύφθηκε από τις συνεισεκτέες αυτές παροχές". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον μέρος, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος την αγωγή, του ήδη αναιρεσείοντος με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων, συγκληρονόμων με αυτόν του ίδιου ανιόντος συνεισφοράς παροχών που έλαβαν εν ζωή του τελευταίου, τις οποίες αυτός δεν είχε απαλλάξει από τη συνεισφορά και 2) να αναγνωρισθεί ότι δεν έχουν κληρονομικό δικαίωμα οι εναγόμενοι στην πραγματική ομάδα της κληρονομίας επειδή οι προαναφερόμενες συνεισενεκτές παροχές υπερβαίνουν την αξία της κληρονομικής τους μερίδας και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 1895 ΑΚ κατά την αποτίμηση της αξίας της πραγματικής ομάδας της κληρονομίας δηλαδή των περιουσιακών στοιχείων που ανήκαν στον κληρονομούμενο κατά το θάνατό του, την οποία ορθώς εφάρμοσε, αφού υπό τα άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, υπολόγισε την αξία καθενός των ακινήτων τούτων κατά το χρόνο του θανάτου του τελευταίου.
Δε στέρησε δε την απόφασή του νόμιμης βάσης αφού διέλαβε σαφείς αιτιολογίες, ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, που εφάρμοσε. Επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της παραπάνω ουσιαστικής διάταξης είναι αβάσιμος. Οι διαλαμβανόμενες στους ίδιους αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ' όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, σε σχέση με τον καθορισμό της αξίας της πραγματικής κληρονομίας, αλλά και επειδή αφορούν ελλείψεις στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, καθώς και σε πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος για το ίδιο ζήτημα, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 κλπ.).
Περαιτέρω έτσι όπως έκρινε το Εφετείο ναι μεν ορθώς εφάρμοσε κατ' αρχήν τις διατάξεις των άρθρων 1895 και 1900 παρ. 1 ΑΚ σ' ότι αφορά τους δύο συγκληρονόμους του κληρονομουμένου ανιόντος, ως προς την υποχρέωσή τους σε συνεισφορά των παροχών που έλαβαν όσο ζούσε ο τελευταίος, τις οποίες και δεν είχε απαλλάξει από τη συνεισφορά και ενώ κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του διαπίστωσε κατά τη λειτουργία της διαδικασίας της συνεισφοράς ότι η μη διάδικος στην αναιρετική δίκη, συγκληρονόμος, δεν έχει πραγματική κληρονομική μερίδα, επειδή οι συνεισενεκτέες παροχές που έλαβε υπερβαίνουν την αξία της κληρονομικής της μερίδας, ενώ οι συνεισενεκτέες παροχές για τους αναιρεσίβλητους, δεν ήταν μεγαλύτερης αξίας από τη μερίδα που ανήκει σ' αυτούς, δεν ολοκλήρωσε τη διανομή της κληρονομίας με τον καθορισμό της κληρονομικής μερίδας καθενός των λοιπών συγκληρονόμων μετ' αφαίρεση των συνεισενεκτέων παροχών της τελευταίας από τη πραγματική κληρονομία, και με βάση την αρχική αναλογία των μερίδων τους, όπως όφειλε να πράξει, σύμφωνα με τη β' παρ.
του άρθρου 1900 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε και θα πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. όπως αυτεπαγγέλτως συμπληρώνεται από το Δικαστήριο για ευθεία παραβίαση του άρθρου 1900 ΑΚ.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης, αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/2000).
Ως πράγματα νοούνται και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο κατά το υπόλοιπο μέρος και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο διατυπώθηκαν παράπονα από τον εκαλούντα-αναιρεσείοντα, περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων σε σχέση με την κρίση του ως προς τον κρίσιμο χρόνο αποτίμησης της αξίας της πραγματικής ομάδας της κληρονομίας, την οποία κατά τους ισχυρισμούς του δεν υπολόγισε κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου (με τον πρώτο αναιρετικό λόγο), καθώς και ότι δεν έλαβε υπόψη για την αποτίμηση της αξίας των συνεισενεκτέων παροχών της μητέρας των αναιρεσιβλήτων, τα πραγματικά περιστατικά, που ήταν γνωστά στο δικαστήριο της ουσίας για το ζήτημα αυτό από την ίδια τη δικαστική του κρίση, διατυπωθείσα με την προσβαλλομένη απόφαση ως προς την αξία των συνεισενεκτέων παροχών της άλλης συγκληρονόμου (ήδη μη διαδίκου), δηλαδή για να καθορίσει την αξία δύο ακινήτων από τις παροχές της μητέρας των αναιρεσιβλήτων δεν έλαβε υπόψη την αντίστοιχη αξία που έκρινε για ακίνητο της μη διαδίκου συγκληρονόμου (με τον τρίτο αναιρετικό λόγο).
Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ο πρώτος ως αβάσιμος καθ' όσον όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του σχετικό λόγο της έφεσης και τον απέρριψε ως αβάσιμο, υιοθετώντας τις παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης, που εκτίμησε την αξία της πραγματικής ομάδας της κληρονομίας κατά τον κρίσιμο χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ο δε τρίτος ως απαράδεκτος, καθ' όσον η προαναφερόμενη μέθοδος παραδοχής πραγματικού γεγονότος ως γνωστού στο δικαστήριο (336 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), δε συνιστά πράγμα υπό την προεκτεθείσα έννοια, παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος, καθ' όσον υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) στα πλαίσια της διαδικασίας της συνεισφοράς ως προς την αξία των συνεισενεκτέων παροχών.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους διαδίκους της αναιρετικής δίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδε Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 εδε του Ν.4055/2012, στον καταθέσαντα και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την από 648/2016 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος και ως προς τους διαδίκους της αναιρετικής δίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ