510/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated510/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή του ημερομισθίου (Ολ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 510 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 510/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουφογιάννη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Σούμπαση, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/10/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1289/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4120/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/6/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 10/11/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, κατά την διάρκεια της αδείας αναπαύσεώς του ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα δικαιούνταν, εάν απασχολείτο στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του ή τις τυχόν, για την περίπτωση αυτή, καθορισμένες με συλλογική σύμβαση, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή ισχύει μετά την απάλειψη φράσεως με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4547/1966) στην έννοια των τακτικών αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κ.λ.π.).
Πρέπει να σημειωθεί, ότι οι ρυθμίσεις του Α.Ν. 539/1945 διασφαλίζουν τις ελάχιστες, υπέρ όλων των εργαζομένων, εγγυήσεις ως προς τις άδειες αναψυχής και τις συναφείς αποδοχές κ.λ.π. και λόγω του εντόνως προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού δεσμού τους, με την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, αποτελούν μονομερώς, αναγκαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια απόκλιση από τις σχετικές διατάξεις αυτού επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή ευμενέστερων, για τον εργαζόμενο, διατάξεων άλλων πηγών, κατ" επιταγή της αρχής της εύνοιας των μισθωτών, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο στην σχέση συλλογικής και ατομικής συμβάσεως εργασίας, αλλά και στην σχέση περισσοτέρων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (Ολ.
Α.Π. 5/2011), υπό το πρίσμα δε αυτό πρέπει να ληφθεί και θεωρηθεί η περιεχόμενη στην ως άνω διάταξη, ως προς τις αποδοχές αδείας που δικαιούται ο μισθωτός, εναλλακτική διαζευκτική δυνατότητα χορηγήσεως των καθορισμένων, για την περίπτωση αυτή με συλλογική σύμβαση, αποδοχών. Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 (που αφορά επίδομα αδείας) με τις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 666, 679 του Α.Κ., της κυρωθείσας με το Ν. 3248/1955, με αριθμό 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", 2 της κυρωθείσας με το Ν. 133/1975 από 26/2/1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., 1 παρ. 1 του Ν. 435/1976, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/1980 και των, κατά καιρούς, εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων περί χορηγήσεως δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων, προκύπτει, ότι ως "συνήθεις αποδοχές", ταυτιζόμενες με τις "τακτικές αποδοχές", με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά την διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, με την προϋπόθεση, ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή του ημερομισθίου (Ολ.
Α.Π. 5/2011). Δεν συμπεριλαμβάνονται όμως σ’ αυτές το επίδομα αδείας, διότι αυτό υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας.(Α.Π. 1334/2014). Περαιτέρω, με την από 14/3/1985 Ε.Σ.Σ.Ε. (όρος 5 παρ. Ια, 1 β, 1γ και 2, που προστέθηκε με την από 10/5/1985 όμοια Ε.Σ.Σ.Ε.) που έχει υπογραφεί μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης "Ο.Τ.Ε.
Α.Ε." και της συνδικαλιστικής οργανώσεως των εργαζομένων σε αυτήν, ορίσθηκαν, ως προς τον τρόπο υπολογισμού των επιδομάτων εορτών και του επιδόματος αδείας, τα εξής : ια) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων - Νέου έτους χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις αποδοχές που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο στις 10 Δεκεμβρίου κάθε έτους.
Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά : αα) του 1/8 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, ββ) του 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, γγ) του 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 80 ώρες που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, δδ) του 1/2 του επιδόματος κανονικής άδειας χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως κατωτέρω ορίζονται, ιβ) το επίδομα εορτών Πάσχα χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις μισές αποδοχές που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο 15 ημέρες προ του Πάσχα κάθε έτους.
Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά, αα) του 1/8 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους, ββ) του 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους, γγ) του 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 40 ώρες που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους και δδ) του 1/24 του επιδόματος κανονικής άδειας χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως παρακάτω προσδιορίζονται, ιγ) το επίδομα κανονικής αδείας χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με το μισό των αποδοχών που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο το μήνα κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η άδεια ή το μεγαλύτερο μέρος της.
Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα ποσά : αα) τα 1/24 της αμοιβής για νυκτερινή εργασία που έγινε στη διάρκεια του έτους, ββ) το 1/24 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες του έτους και γγ) του 1/24 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 120 ώρες που έγινε στη διάρκεια του έτους. 2.
Το προσωπικό κατά το χρόνο οποιασδήποτε άδειας με αποδοχές λαμβάνει τις αποδοχές που θα ελάμβανε αν εργαζόταν. Στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή. Ακολούθως, με την από 10/6/1999 Ε.Σ.Σ.Ε., που θέσπισε το νέο μισθολόγιο του προσωπικού του Ο.Τ.Ε., τέθηκε σε ισχύ και ο νέος Ε.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., στο άρθρο 12 παρ. 3 και 4 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα:
Επιδόματα εορτών: "Στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι Ε.Σ.Σ.Ε., α) ενός δεκαπενθημέρου κατά τις εορτές του Πάσχα και β) ενός μηνός κατά τις εορτές των Χριστουγέννων. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με το, δυνάμει των εκάστοτε διατάξεων, τυχόν καταβλητέο στο προσωπικό των πάσης φύσεως επιχειρήσεων δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα".
Επίδομα κανονικής άδειας. "Στο προσωπικό χορηγείται κάθε χρόνο ως επίδομα κανονικής άδειας ποσό ίσο προς τις τακτικές αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι Ε.Σ.Σ.Ε.". Επίσης, με το άρθρο 13Β, του ίδιου ως άνω νέου Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. ορίσθηκε, σχετικά με την κανονική άδεια του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, ότι:
Το προσωπικό, μετά την συμπλήρωση στον Οργανισμό ενός έτους συνεχούς πραγματικής υπηρεσίας (βασικός χρόνος) δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος κανονική άδεια με αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας (Διεθνείς Συμβάσεις, Νόμοι, Υπουργικές Αποφάσεις, Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., Ε.Σ.Σ.Ε. κ.λ.π.) και αποφάσεις Δ.Σ. - Ο.Τ.Ε.
Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι από 1-1-1985 που άρχισε να ισχύει η από 14/3/1985 Ε.Σ.Σ.Ε. τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας υπολογίζονται σύμφωνα με τον καθοριζόμενο στην εν λόγω Σ.Σ.Ε. τρόπο υπολογισμού, δηλαδή με βάση το μηνιαίο μισθό, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί κατά τους προαναφερόμενους χρόνους.
Όμως ο τρόπος αυτός υπολογισμού τροποποιήθηκε με το νέο Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., που τέθηκε σε ισχύ με την από 10/6/1999 Ε.Σ.Σ.Ε., αφού ρητά σ" αυτήν ορίζεται ότι στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Δ.Σ. "επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι Ε.Σ.Σ.Ε. Επομένως, ως βάση υπολογισμού των ανωτέρω επιδομάτων λαμβάνεται πλέον όχι ο μηνιαίος μισθός, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τους χρόνους που αναφέρθηκαν, αλλά οι τακτικές αποδοχές του μισθωτού, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο μηνιαίος μισθός και όλες οι παροχές που καταβάλλονται από την αναιρεσίβλητη κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του έτους, όπως είναι οι πρόσθετες αμοιβές για υπερεργασία, για νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και για εργασία κατά τις Κυριακές και τη νύκτα.
Εξάλλου, όσον αφορά τις αποδοχές αδείας, ενώ στην από 14-3-1985 Ε.Σ.Σ.Ε. υπήρχε ρητή διάταξη σύμφωνα με την οποία στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή, στο νέο Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. ορίζεται σαφώς ότι το προσωπικό του Ο.Τ.Ε. δικαιούται για την κανονική άδεια" αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.
Ενόψει της ανωτέρω ρητής παραπομπής για τον προσδιορισμό των αποδοχών αδείας στις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, άρα και στο άρθρο 3 του Α.Ν. 539/1945, είναι σαφές ότι ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών αδείας ρυθμίζεται διαφορετικά σε σχέση με την από 14-3-1985 Ε.Σ.Σ.Ε., με αποτέλεσμα την σιωπηρή κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 2 της από 14-3-1985 Ε.Σ.Σ.Ε., που όριζε και μάλιστα αντίθετα προς αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του A.N. 539/1945, ότι στις αποδοχές αδείας δεν περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή εργασία.
Άλλωστε στο άρθρο 50 του νέου Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. ορίζεται ρητά, ότι οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Γ.Κ.Π., αποφάσεις της Διοικήσεως και Ε.Σ.Σ.Ε. που υπογράφηκαν μέχρι την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος Κανονισμού και έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. Επομένως, στις αποδοχές αδείας των μισθωτών της αναιρεσίβλητης πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όπως είναι η σταθερή και μόνιμη υπερεργασία, η νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωρία και η παροχή εργασίας κατά τη νύκτα και τις αργίες (Ολ.
Α.Π. 16/2011). Δεν συνυπολογίζεται όμως σ’ αυτές και το επίδομα αδείας, διότι αυτό, όπως προαναφέρθηκε, υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας. Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, κατά την οποία το επίδομα αδείας είναι ίσο με το σύνολο των αποδοχών των ημερών αδείας, που δικαιούται ο μισθωτός, υπό τον περιορισμό ότι τούτο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό και δεκατριών ημερών για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο (Α.Π. 183/2016, Α.Π. 522/2015, Α.Π. 1334/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, επί αγωγής στην οποία ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη στις 28-2-1985 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην κατηγορία του τεχνικού προσωπικού της ειδικότητας τεχνίτη εγκαταστάσεων όπου σήμερα φέρει το βαθμό Τ/Α.
‘ Οτι η εναγομένη, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2000 έως και 2004, δεν υπολόγισε τις αποδοχές κανονικής αδείας, το επίδομα αδείας και τα δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων με βάση τις τακτικές του αποδοχές, προσαυξημένες με τις αμοιβές που λάμβανε, σταθερώς και ανελλιπώς, για εργασία κατά τις Κυριακές, νυκτερινή εργασία, και υπερεργασία κατά την παροχή της εργασίας, όπως όφειλε, σύμφωνα με το νέο ΕΚΠ - ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ από 18- 6-1999 με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, αλλά με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό και με τις αναφερόμενες στην προϊσχύουσα, από 14-3-1985 ΕΣΣΕ προσαυξήσεις με αποτέλεσμα να του οφείλει την προκύπτουσα διαφορά που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 4.603 ευρώ.
Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής, να του καταβάλει την αξιούμενη διαφορά, που αφορά μόνο τις αποδοχές αδείας και ανέρχεται στο ποσό των 1534 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του έτους που κάθε επί μέρους κονδύλι κατέστη απαιτητό.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας επί εφέσεως της εναγομένης και των προσθέτων λόγων αυτής, καθόσον η ως άνω αγωγή είχε γίνει εν μέρει δεκτή πρωτοδίκως, αφού παρέθεσε, ορθώς, όλες τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, έκανε δεκτή την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 1289/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών και απέρριψε την αγωγή "ως μη νόμιμη".
Ειδικότερα, ως προς την απόρριψη της αγωγής, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: "Με το προεκτεθέν περιεχόμενο, η αγωγή, όπως το αίτημά της περιορίστηκε στην καταβολή εκ μέρους της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας της, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, οφειλόμενης στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο διαφοράς μεταξύ των ληφθέντων από τον τελευταίο αποδοχών αδείας των ετών 2000 έως 2004, με βάση τα προβλεπόμενα για τις αποδοχές αυτές από την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, και των ληπτέων αποδοχών αδείας των ιδίων ετών, με βάση το νέο ΓΚΠ-ΟΤΕ είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον ο ενάγων, επικαλούμενος ότι οι προβλεπόμενες για τα επιδόματα εορτών και αδείας από την 14-3-1985 ΕΣΣΕ προσαυξήσεις χορηγούνται επιπλέον των τακτικών αποδοχών που προβλέπει το άρθρο 12 παρ. 3 και 4 του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ, με την αγωγή του αιτείται ως σύνολο την αναλογία επί των αποδοχών αδείας κάθε επιδίκου έτους του μέσου όρου α) των μηνιαίων αποδοχών του για τις αναφερόμενες στην αγωγή πρόσθετες εργασίες του, τις οποίες παρείχε στην εναγομένη κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο και β) των προσαυξήσεων που έλαβε κατ’ έτος για τις εργασίες αυτές επί των επιδομάτων εορτών και αδείας.
Ο αθροιστικός όμως συνυπολογισμός των προσαυξήσεων αυτών στις πρόσθετες αποδοχές του ενάγοντος, είναι μετά την έναρξη του νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ, ανεπίτρεπτος όχι μόνο, όπως προαναφέρθηκε, για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών και αδείας, αλλά πολύ περισσότερο για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας, ως προς τις οποίες αφενός η καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ όριζε ότι σε αυτές δεν περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία υπερωριακή, νυκτερινή και κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες και συνεπώς ουδεμία προσαύξηση προέβλεπε, ήδη δε (άρθρο 13Β του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του α.ν. 539/1945) οι αποδοχές αδείας του προσωπικού της εναγομένης, στο οποίο ανήκει ο ενάγουν , υπολογίζοντας με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό και τις αποτελούσες μέρος των τακτικών αποδοχών αμοιβές από την παροχή πρόσθετης εργασίας, χωρίς βεβαίως στη βάση αυτή να προστίθενται οι τυχόν ληφθείσες προσαυξήσεις επί των επιδομάτων εορτών και αδείας.
Σημειώνεται ότι ο ενάγων δεν προσδιορίζει στην αγωγή του το ύψος των ληφθέντων από αυτόν ποσών ως προσαυξήσεις, με συνέπεια να μην είναι δυνατό για το δικαστήριο αφαιρουμένων των ποσών αυτών, να κρίνει νόμιμη την αγωγή κατά το λοιπό μέρος της".
Κρίνοντας ως μη νόμιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ’ έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι, εφόσον ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η αναιρεσίβλητη υπολόγιζε τα επιδόματα εορτών και αποδοχών κανονικής αδείας, με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην από 14-3-1985 ΕΣΣΕ και όχι σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.3 και 4 του νέου ΓΚΠ- ΟΤΕ, η αγωγή είναι νόμιμη, εκτός από τον συνυπολογισμό του επιδόματος αδείας στις ως άνω αιτούμενες διαφορές αποδοχών.
Πράγματι, αν και ορθώς παρέθεσε και ερμήνευσε τις διατάξεις αυτές στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, στον οποίο προέβη, στη συνέχεια πλημμελώς υπήγαγε σ’ αυτές το ιστορικό της αγωγής και κατέληξε στην κρίση ότι αυτή είναι μη νόμιμη. Διότι ο ενάγων, με το να εκθέσει στην αγωγή ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν, κατά τον υπολογισμό των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, του επιδόματος αδείας και των αποδοχών αδείας έπρεπε να ληφθούν υπ’ όψη και οι πρόσθετες αμοιβές, τις οποίες σταθερά λάμβανε για την παροχή υπερεργασίας και εργασίας κατά τη νύκτα και τις Κυριακές ή αργίες και, στη συνέχεια, με το να παραθέσει στην αγωγή τις πρόσθετες αμοιβές, τις οποίες, κατά μήνα και συνολικά, είχε λάβει κατ’ έτος μέσα στο ένδικο χρονικό διάστημα, εκπλήρωσε επαρκώς το δικονομικό βάρος επίκλησης προκειμένου να θεμελιώσει την αγωγή του στο νόμο.
Η επαλήθευση του ύψους του, με βάση τα στοιχεία αυτά, οφειλόμενου ποσού για αποδοχές αδείας ήταν ζήτημα ουσιαστικής δικαστικής διάγνωσης και τα τυχόν λάθη του ενάγοντος ως προς τη μέθοδο υπολογισμού δεν καθιστούσαν την αγωγή αόριστη ή μη νόμιμη. Και ακόμη, η τυχόν εκ μέρους της εναγομένης καταβολή για την ίδια αιτία κάποιων ποσών με το μερικό συνυπολογισμό (κατά το 1/8) των πρόσθετων αμοιβών κατά τον προσδιορισμό των επιδομάτων εορτών κλπ, τα οποία θα έπρεπε να αφαιρεθούν από τα αιτούμενα με την αγωγή, αποτελούσε δικονομικό βάρος της εναγομένης, υπό την έννοια ότι, αν και καθ’ υποφορά και σύμφωνα με το καθήκον της αληθείας (ΚΠολΔ 116) θα έπρεπε να έχει αναφερθεί από τον ενάγοντα, μπορούσε να προβληθεί από την εναγομένη ως ισχυρισμός μερικής εξόφλησης ή, επικουρικώς, συμψηφισμού.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λογω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.ΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 4120/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση , προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.300 ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ