Legislator Case Law & Legislation
510/2014 AI generated

510/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 510/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

510/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της, με το άρθρο 14 ν. 3719/2008), σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1438, 1439 παρ. 1 ΑΚ, συνάγεται ότι, εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς επί τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 510 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 510/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. συζύγου Σ. Κ., το γένος Φ. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σταυρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-5-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 21-10-2011 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα εάν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσίβλητο, .../27.5.2013 και .../27.5.2013 εκθέσεις της δικαστικής επιμελήτριας Αιγίου …, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, καθώς και της από 29/4/13 κλήσεως προς συζήτηση, με τη σχετική πράξη προσδιορισμού, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα, με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής. Επομένως, εφ' όσον αυτή δεν εμφανίσθηκε στην δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.

Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η 65/10 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 592 επ. ΚΠολΔ (γαμικών διαφορών), με την οποία απορρίφθηκε η από 25/2/08 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 80/07 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Με την απόφαση εκείνη είχε απαγγελθεί η λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου, κατά παραδοχή της από 8/3/07 αγωγής του αναιρεσιβλήτου λόγω διάστασης των συζύγων συνεχώς επί τέσσερα τουλάχιστον χρόνια.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της, με το άρθρο 14 ν. 3719/2008), σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1438, 1439 παρ. 1 ΑΚ, συνάγεται ότι, εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς επί τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος.

Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους. Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται, επίσης, ότι η επίκληση της τετραετούς διαστάσεως, είναι στοιχείο της ιστορικής βάσεως της αγωγής διαζυγίου, η οποία στηρίζεται στον ανωτέρω λόγο, ο δε ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν έχει συμπληρωθεί η τετραετής διάσταση, διότι αυτή άρχισε σε χρόνο μεταγενέστερο του επικαλούμενου με την αγωγή, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση (ΑΠ 669/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε το εκτιθέμενο στην αγωγή κλονιστικό της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων περιστατικό, δηλαδή της συνεχούς επί τετραετία τουλάχιστον διαστάσεώς των, συνεπεία της οποίας τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός της εγγάμου σχέσεως των διαδίκων, που θεμελιώνει τον κατά την παρ. 3 του άρθρου 1439 ΑΚ λόγο διαζυγίου.

Συγκεκριμένα, δέχθηκε ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων, οι οποίοι τέλεσαν νόμιμο γάμο, σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, στις 20 Απριλίου 1985, στις Καμάρες Αιγίου Αχαΐας, από τον οποίο απέκτησαν τρεις θυγατέρες, διήρκεσε "έως το μήνα Ιούλιο του έτους 2003, οπότε η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε οριστικά και η διάσταση αυτή συνεχίσθηκε έκτοτε έως τη συζήτηση της αγωγής στις 25-9-2007 ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων ετών, χωρίς ποτέ να επανασυνδεθούν".

Περαιτέρω, δέχθηκε: "Η εναγομένη - εκκαλούσα ισχυρίστηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι κατά την συζήτηση, στις 25-9-2007, της αγωγής διαζυγίου λόγω τετραετούς διάστασης του αντιδίκου συζύγου της δεν είχε παρέλθει τετραετία από την οριστική διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους, δεδομένου ότι, και όπως έχει κριθεί αμετακλήτως με την 1473/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που εκδόθηκε επί διαφοράς διατροφής μεταξύ των διαδίκων, ο αντίδικος σύζυγός της απομακρύνθηκε από τη συζυγική τους οικία τον Οκτώβριο του έτους 2004 και επομένως μέχρι την συζήτηση της αγωγής στις 25-9-2007 δεν είχε συμπληρωθεί τετραετία.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η ως άνω απόφαση (1473/2006) εκδόθηκε επί αγωγής με διαφορετική ιστορική και νομική αιτία από την προκειμένη αγωγή περί διαζυγίου λόγω τετραετούς διάστασης και επομένως δεν παράγεται δεδικασμένο από αυτήν για την κρινόμενη υπόθεση. Περαιτέρω, όσον αφορά το θέμα του χρόνου αποχωρήσεως του ενάγοντος από την συζυγική οικία, αποδείχθηκε ότι, στις 9-7-2003, η εναγομένη εκκαλούσα, λόγω σοβαρών προβλημάτων της συζυγικής της σχέσης, κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αίγιου εναντίον του αντιδίκου-συζύγου της, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζήτησε, εκτός άλλων και την μετοίκηση του τελευταίου από την συζυγική οικία.

Κατά την συζήτηση της αιτήσεως στις 22- 7-2003 ο καθ' ου η αίτηση, εμφανίστηκε στο Δικαστήριο αυτοπροσώπως και αποδέχθηκε το περιεχόμενό της, έκτοτε δε (Ιούλιο 2003), παρέλαβε τα προσωπικά του αντικείμενα και αποχώρησε από την συζυγική οικία. Παράλληλα, συμμορφούμενος με την εκδοθείσα, εν τω μεταξύ, απόφαση 461/2003 ασφαλιστικών μέτρων του ως άνω Δικαστηρίου, άρχισε να καταβάλει προσωρινή διατροφή στην αιτούσα- σύζυγό του για την ίδια και για τις ανήλικες θυγατέρες τους, μέσω της ΕΤΕ στην οποία διατηρούσε λογαριασμό η τελευταία, καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα δηλαδή από τον Αύγουστο 2003 έως και τον Νοέμβριο 2004 όπως προκύπτει από τις αποδείξεις της Τράπεζας που προσκομίζει ο εναγόμενος-εφεσίβλητος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη - εκκαλούσα στις 2-12-2003 κατέθεσε ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστηρίου (Μον. Πρωτ. Αίγιου) εναντίον του αντιδίκου συζύγου της α) την από 25-11-2003 αγωγή της περί επιδίκασης οριστικής διατροφής κ.λ.π., η οποία συζητήθηκε στις 25-9-2004 και β) την από 18-11-2003 αίτηση περί εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης και συντηρητικής κατάσχεσης της περιουσίας του.

Επομένως, με βάση τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε πλήρως ότι η διάσταση των διαδίκων-συζύγων είχε χρόνο έναρξης τον Ιούλιο 2003 και ουδεμία διακοπή της και επανασυμβίωση αυτών επήλθε, διακοπείσα εν τέλει οριστικά τον Οκτώβριο 2004, όπως ισχυρίστηκε η εναγομένη-εκκαλούσα με τον, και πρωτοδίκως, προταθέντα ισχυρισμό της, τον οποίο και επαναφέρει με την έφεση της, καθόσον εάν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, ουδείς λόγος υπήρχε να καταβάλλεται ανελλιπώς σ' αυτήν από τον ενάγοντα-εφεσίβλητο μηνιαία διατροφή από τον Αύγουστο 2003 μέχρι τον Νοέμβριο 2004, μέσω τραπέζης μάλιστα, ούτε και να συνεχίζει αυτή με τα προαναφερθέντα δικόγραφα την αντιδικία με τον σύζυγό της.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό της εναγομένης-εκκαλούσας, δέχθηκε την αγωγή και απήγγειλε την λύση του γάμου των διαδίκων, λόγω τετραετούς διάστασης αυτών, ορθά εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και δεν έσφαλε, και επομένως άπαντες οι λόγοι της εφέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα κρίνονται αβάσιμοι".

Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1439 εδ. γ' σε συνδυασμό με άρθρο 1439 εδαφ. α' και 1438 ΑΚ, καθόσον τα περιστατικά που δέχτηκε, ως αποδειχθέντα, στοιχειοθετούσαν τις προϋποθέσεις για τη λύση του γάμου των διαδίκων με διαζύγιο (άρθρο 1438 ΑΚ), λόγω του τεκμαιρόμενου ισχυρού κλονισμού των μεταξύ τους σχέσεων, εξαιτίας της συνεχούς διάστασής τους επί τέσσερα τουλάχιστον χρόνια.

Συνεπώς, ο εκ του λόγου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αντίθετος, πρώτος, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με τον 2ο λόγο της αιτήσεώς της αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, αυτή αποκαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της ότι η διάσταση των διαδίκων δεν είχε διάρκεια τέσσερα χρόνια. Προς τούτο, κατά προσήκουσα εκτίμηση του αναιρετηρίου, ισχυρίσθηκε ότι, από τις αποφάσεις που προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου αποδεικνύεται ότι η οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τους επήλθε τέλος του έτους 2006 και ως εκ τούτου εσφαλμένα έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι είχε επέλθει τετραετής διάσταση της έγγαμης συμβίωσης τους τον Ιούλιο του 2003, καθόσον ο αναιρεσίβλητος εμφανίζονταν στην οικία τους όποτε αυτός επιθυμούσε, έως ότου απομακρύνθηκε απ' αυτήν το έτος 2006, ενώ μέχρι τον Οκτώβριο του 2004 ο αναιρεσίβλητος ζούσε μαζί με την αναιρεσείουσα στη συζυγική τους οικία και μέχρι τότε δεν είχε εγκαταλείψει αυτήν.

Ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως, διότι, ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, δεν νοούνται οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, όπως, στην προκειμένη περίπτωση, είναι ο προταθείς ως άνω ισχυρισμός της ήδη αναιρεσείουσας-εναγομένης, ότι δεν είχε συμπληρωθεί η τετραετής διάσταση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής (και κατά το χρόνο συζητήσεώς της), αλλά ότι άρχισε σε χρόνο μεταγενέστερο του επικαλούμενου με την αγωγή.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, απορρίπτεται, ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του, από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον 3ο λόγο και με τις ίδιες ως άνω αιτιάσεις, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, παρά τον νόμο, δέχθηκε "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, θεωρώντας αληθείς τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου ότι από το έτος 2003 βρίσκονται σε διάσταση, ενώ είχαν επανασυμβιώσει όπως αποδεικνύεται από δημόσια έγγραφα και αποφάσεις δικαστηρίων.

Όμως, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη τα μνημονευόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά στοιχεία, δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, έστω και αν δεν μνημονεύει ειδικώς αυτά, (σημειουμένου πάντως ότι κάνει ειδική αναφορά στον δικαστικό αγώνα που διεξήχθη μεταξύ των διαδίκων, καθώς και στην επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα 461/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου) και με βάση αυτά κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε παρά τον νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως βάσιμα χωρίς απόδειξη, ώστε και ο 3ος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Εξ άλλου, για να είναι ορισμένος, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίον αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια.

ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως, πρέπει να καθορίζεται πλην άλλων και η αιτία, συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθεμένων μερών των αιτιολογιών προκύπτει ή αν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια τους, ποιό δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει (Ολ.

ΑΠ 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με την επίκληση του εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, 4ου λόγου, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και σε κάθε περίπτωση έχει αιτιολογίες αντιφατικές και ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός όσον αφορά την αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες είναι αβάσιμος, διότι αυτή, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της, έχει αιτιολογίες όσον δε αφορά τις αιτιάσεις, ότι η απόφαση έχει ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνει τα στοιχεία που, κατά τα εκτεθέντα, έπρεπε να διαλαμβάνει για να είναι ορισμένος.

Τέλος, στο αναιρετήριο γίνεται επίκληση παραβίασης, από την προσβαλλόμενη απόφαση, των αρ. 13 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς να παρατίθεται οποιοδήποτε προσδιοριστικό, για την αιτία αυτή, στοιχείο και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και, εντεύθεν, απαράδεκτος.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4/5/10 αίτηση της Β. Κ. για αναίρεση της 65/10 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ