Legislator Case Law & Legislation
510/2012 AI generated

510/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 510/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/11/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8836/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσείων με την από 26/6/2007 αίτησή του και τους από 16/2/2008 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 556/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 8863/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Legislator headnote

AI generated

510/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996).

Keywords

AI generated
banking documents bank account holders bank charges attachment of bank accounts bank deposit contract depositor
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 510 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 510/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Χ. του Α., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αθανασίου Αθανασά και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ετερόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Χ. Β. και Σια Ε.Ε.", που εδρεύει στην Κηφισιά και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της Χ. Β. και Ε. Κ., 2) Χ. Β. του Γ., ατομικά και ως εκκαθαριστή της Ετερόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Χ. Β. και Σια Ε.Ε.", κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ανδρεάκη και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ε. Κ. του Ν., εκκαθαριστή της ως άνω εταιρείας, κατοίκου …, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/11/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8836/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσείων με την από 26/6/2007 αίτησή του και τους από 16/2/2008 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 556/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 8863/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 4022/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/11/2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 25/10/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο έβδομος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και αν απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/1988 Ελλ.Δ 1989 1153). Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: " Οι δύο επιταγές αριθμ. …/1-4-2000 δρχ. 2.000000 και …/13-1-2001 δρχ. 2.000000 της Alpha Bank είχαν δοθεί στον αναιρεσείοντα αντί καταβολής για απαίτηση του ποσού 16.141 ευρώ, τις οποίες εισέπραξε κατά την εμφάνισή τους". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος προέβη σε μερική εξόφληση της απαίτησης του αναιρεσείοντος κατά το ποσό των 5.000000 δραχμών συνολικά και απέμεινε υπόλοιπο για την αξίωση του αυτή 1467,3 ευρώ, το οποίο οφείλουν να του καταβάλλουν οι αναιρεσίβλητοι. Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416 και 418 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, σχετικά με το ουσιώδη ζητήματα της καταβολής και της απόσβεσης της απαίτησης του αναιρεσείοντος κατά το προαναφερόμενο ποσό. Επομένως, οι αντίθετοι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996).

Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Επίσης ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 3/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, λόγω του ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς 1) του αναιρεσείοντος ότι είχε προβεί σε πολλές πληρωμές για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης εταιρείας και 2) των αναιρεσιβλήτων ότι είχαν παραδώσει σ' αυτόν- αναιρεσείοντα και άλλες επιταγές, εκτός από τις ανωτέρω δύο ποσού 3.000000 και 2.000000 δραχμών αντίστοιχα.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί οι εν λόγω αιτιάσεις δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την ανωτέρω έννοια, αλλά επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ωσαύτως, οι αιτιάσεις " Για τις δύο επιταγές δρχ. 3.000000 και 2.000000 δρχ. η προσβαλλομένη πέραν του εσφαλμένου νομικού χαρακτηρισμού, για τον οποίο ο 1ος λόγος αναιρέσεως, εδέχθη ότι " τις οποίες (ο ενάγων) εισέπραξε κατά την εμφάνισή τους", δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την ανωτέρω έννοια και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, με τον ένατο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί " Επομένως ο ενάγων δικαιούται από την παραπάνω αιτία το συνολικό ποσό 151.855 (195882-44027) ευρώ, θα του επιδικασθεί όμως το ποσόν των 144086 ευρώ στο οποίο περιόρισε την απαίτησή του", εσφαλμένα εδέχθη η προσβαλλόμενη ότι είχε περιορίσει την απαίτησή του κατά 7769 ευρώ και συνεπώς παρά το νόμο έλαβε πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, αλλά επιχείρημα και συμπέρασμά από την εκτίμηση των αποδείξεων και, επομένως και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.(ΑΠ 1085/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχτηκε την ένσταση των εναγομένων περί μερικής εξοφλήσεως της δικηγορικής απαιτήσεως του ενάγοντος, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο προκειμένου να αχθεί στο ως άνω πόρισμά του έλαβε υπόψη του όλες τις προσαχθείσες αποδείξεις και δη: τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ... όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι με επίκληση προσκόμισαν καθώς και τις προσκομισθείσες νόμιμα ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των διαδίκων.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 522, 535 και 536 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ναι μεν το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά παραδοχή κάποιου λόγου εφέσεως και τη διακράτηση της υποθέσεως από αυτό για παραπέρα εκδίκαση ,δεν δεσμεύεται πλέον από την αρχή της χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος, η εξουσία όμως αυτή να εξετάσει τα θέματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως, τελεί υπό τον περιορισμό του άρθρου 522 ΚΠολΔ, σύμφωνο με το οποίο, " με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους". Ειδικότερα δε, όταν η αγωγή που αποτελείται από περισσότερα κεφάλαια, γίνει μερικά δεκτή ως προς αυτά, η έφεση του ενάγοντος ως προς ορισμένα μεταβιβάζει την υπόθεση στο Εφετείο μόνο για τα κεφάλαια αυτά που προσβλήθηκαν με την έφεση- ή και την τυχόν αντίθετη έφεση ή αντέφεση του εναγομένου- όχι δε και για το κεφάλαιο που δεν προσβλήθηκε, κατά το οποίο δεν εξετάζεται από το Εφετείο η υπόθεση, ούτε μετά την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως κατά παραδοχή κάποιου λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως για τα προσβληθέντα κεφάλαια, ενώ ως προς τα μη θιγόμενα, με το ένδικο μέσο κεφάλαια δεν εξετάζεται η πρωτόδικη απόφαση και παρά την τυχόν γενικότητα της διατυπώσεως του διατακτικού της εφετειακής αποφάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: "Με την κρινόμενη έφεση ο εκκαλών δεν πλήττει την εκκαλούμενη απόφαση με λόγο έφεσης κατά το κεφάλαιο που αφορά την αμοιβή του για την παροχή νομικών υπηρεσιών σχετικά με την ανοικοδόμηση του περιγραφέντος οικοπέδου που αφορούσαν το χρονικό διάστημα των ετών 1996 έως 1998 αντί συμφωνηθείσας αμοιβής που ανερχόταν σε 10% επί της αξίας των ιδιοκτησιών που είχαν περιέλθει στην πρώτη εναγόμενη ως εργολήπτρια του έργου της ανοικοδόμησης του συγκροτήματος καταστημάτων, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν θα υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δραχμών, άλλως των 73,376,57 ευρώ ... παρά το γεγονός ότι το πρωτοβάθμιο είχε σιωπηρά απορρίψει αυτό.

Συνεπώς στο παρόν δικαστήριο μεταβιβάζεται η υπόθεση μόνο κατά τα κεφάλαια που προσβλήθηκαν με την έφεση του ενάγοντα και όχι και για το παραπάνω κεφάλαιο που δεν προσβλήθηκε, κατά το οποίο η υπόθεση δεν μπορεί να εξεταστεί από το Εφετείο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις και συνεπώς ορθά δεν εξέτασε το ως άνω κεφάλαιο της αγωγής του ενάγοντος, καθόσον δεν είχε προσβληθεί με την έφεσή του. Επομένως, τα περί αντιθέτου από τον όγδοο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ εκτιθέμενα είναι αβάσιμα. Ωσαύτως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν ελήφθη υπόψη ο ανωτέρω ισχυρισμός από το Εφετείο, είναι αβάσιμος, αφού ελήφθη υπόψη και δεν εξετάστηκε με την παραπάνω αιτιολογία.

Περαιτέρω με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως υπό την επίκληση των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο (της παραπομπής) έλαβε υπόψη του ισχυρισμό των εναγομένων περί μερικής εξοφλήσεως της ένδικης απαιτήσεως του αναιρεσείοντος χωρίς να έχει προβληθεί. Όπως όμως σαφώς προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις που υπέβαλαν ενώπιον του Εφετείου οι αναιρεσίβλητοι η τοιαύτη ένσταση υπεβλήθη παραδεκτώς εκ μέρους αυτών και συνεπώς ο αντίθετος ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-11-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 4022/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ