510/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος της αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η ...ύ ενηλικιώθηκε στις 24/11/2007 και συνεχίζει ατομικά την παρούσα αναιρετική δίκη. Εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο και κατέθεσε προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated510/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η απαλλαγή επομένως του εργοδότη και του προστηθέντος με βάση τον ανωτέρω ειδικό νόμο οι οποίοι είναι συγχρόνως ιδιοκτήτης και οδηγός ασφαλισμένου αυτοκινήτου είναι ρητή και σαφής υπέρ αυτών μόνον, ο εν λόγω δε νόμος δεν είχε σκοπό να απαλλάξει ή να ωφελήσει οποιοδήποτε άλλο ευθυνόμενο για το ατύχημα, η δε απαλλαγή τους ενεργεί υποκειμενικά στη σχέση της ενοχής σε ολόκληρο με την εταιρία και δεν επεκτείνεται σ αυτήν ( Α.Π 427/2005 Ελλ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 510 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 510/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίουσα εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ-ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πανούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., ατομικά και ως ασκούσης τη γονική μέριμνα και για λογαριασμό των ανηλίκων θυγατέρων της ...και ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ευμοιρίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος της αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η ...ύ ενηλικιώθηκε στις 24/11/2007 και συνεχίζει ατομικά την παρούσα αναιρετική δίκη. Εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19/6/2003 και 3/1/2005 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 600/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/11/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης ανέγνωσε την από 23/1/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 16 παρ. 1 , 3 ν.551/1925, όπως κωδικοποιήθηκε με το από 24.7/26.8.20 β. δ και 34 παρ. 2, 60 παρ.3 α.ν 1845/1951, συνάγεται, ότι, όταν το εργατικό ατύχημα φέρει και τον χαρακτήρα του αυτοκινητικού ατυχήματος, τότε δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. Γ.Π.Ν /1911, αλλά οι προαναφερόμενες περί εργατικών ατυχημάτων, χωρίς να μεταβάλλεται και στην περίπτωση αυτή ο χαρακτηρισμός του ως εργατικού.
Όταν, συνεπώς, ενάγονται από τον παθόντα ο ιδιοκτήτης και ο προστηθείς από αυτόν οδηγός αυτοκινήτου, ο οποίος από αμέλεια του προκάλεσε βλάβη του σώματος και εντεύθεν περιουσιακή ζημία κατά την κίνηση του αυτοκινήτου, ενώ συγχρόνως το ατύχημα έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση της εργασίας του παθόντος, ο οποίος είναι και ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, τότε ο εργοδότης και ο προστηθείς από αυτόν, ιδιοκτήτης και οδηγός του αυτοκινήτου αντίστοιχα, απαλλάσσονται της υποχρεώσεως αποζημιώσεως για την περιουσιακή ζημία, εφόσον για την αποκατάσταση αυτής βαρύνεται το ΙΚΑ, ο δε παθών μπορεί να επιδιώξει κατά το κοινό δίκαιο μόνο εφόσον υπάρχει αμέλεια των προσώπων αυτών.
Όταν ενάγεται και η ασφαλιστική εταιρία, η οποία έχει αναλάβει την κάλυψη της αστικής ευθύνης του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου έναντι των τρίτων, δυνάμει συμβάσεως ασφαλίσεως με αυτόν προς αποκατάσταση της περιουσιακής και μη περιουσιακής ζημίας του παθόντος ως ευθυνόμενης σε ολόκληρον κατά το ν. 489/1976 με τους λοιπούς υπόχρεους από το αυτοκινητικό ατύχημα, τότε η προαναφερόμενη απαλλαγή του ιδιοκτήτη και οδηγού, λόγω της ιδιότητος του ως εργοδότη και προστηθέντος από αυτόν αντίστοιχα, δεν επεκτείνεται και στην ασφαλιστική εταιρία.
Η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας είναι μεν εγγυητική και κατά ένα τρόπο παρεπόμενη, δηλαδή υφίσταται εάν υπάρχει ευθύνη του οδηγού κυρίου ή κατόχου του αυτοκινήτου που ασφαλίζεται με τη σύναψη όμως της ασφαλιστικής συμβάσεως ο παθών τρίτος αποκτά ευθεία αξίωση κατ αυτής εκ του νόμου ( αρθρ. 10 παρ. 1 Ν. 489/76) την οποία μπορεί να επιδιώξει δικαστικά μόνο κατ αυτής ή κατά όλων των οφειλετών οι οποίοι ευθύνονται μεν από διαφορετικές αιτίες εις ολόκληρο όμως κατά το άρθρο 481 επ Α.Κ .
Η απαλλαγή επομένως του εργοδότη και του προστηθέντος με βάση τον ανωτέρω ειδικό νόμο οι οποίοι είναι συγχρόνως ιδιοκτήτης και οδηγός ασφαλισμένου αυτοκινήτου είναι ρητή και σαφής υπέρ αυτών μόνον, ο εν λόγω δε νόμος δεν είχε σκοπό να απαλλάξει ή να ωφελήσει οποιοδήποτε άλλο ευθυνόμενο για το ατύχημα, η δε απαλλαγή τους ενεργεί υποκειμενικά στη σχέση της ενοχής σε ολόκληρο με την εταιρία και δεν επεκτείνεται σ αυτήν ( Α.Π 427/2005 Ελλ.
Δ/νη 48,136 ). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε τα ακόλουθα : < Στις 19-6-2000 κατά την εκτέλεση του έργου κατασκευής του τμήματος της Εγνατίας οδού Γρεβενών - Κοζάνης από την δεύτερη εναγομένη τεχνική εταιρία, το υπ αρίθμ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο της ως άνω τεχνικής εταιρίας με οδηγό τον προστηθέντα από αυτήν, πρώτο εναγόμενο παρέσυρε με τον οπίσθιο τροχό του και τραυμάτισε θανάσιμα τον ...σύζυγο της ενάγουσας και πατέρα των δύο ανηλίκων.
Ο θανατωθείς προσέφερε τις υπηρεσίες του στην δεύτερη εναγομένη για την εκτέλεση του, ως άνω, έργου ως εργοδηγός - τοπογράφος, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που είχε καταρτιστεί μεταξύ τους στις 9-2 -1998. Αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος αυτού κρίθηκε ο πρώτος εναγόμενος με δύναμη δεδικασμένου με την υπ αρίθμ. 118/2003 απόφαση του Εφετείου Θράκης .
Από το εν λόγω ατύχημα η ενάγουσα και τα ανήλικα τέκνα της ζημιώθηκαν με τα ποσά που αναφέρονται και υπέστησαν ηθική βλάβη από τον θάνατο του συζύγου και πατέρα τους και ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα την ως άνω αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων κατά τις διατάξεις των άρθρων 361 , 472 έως 475 , 477 , 914 επ Α.Κ, 43 παρ. 6 του ν. 2696/1999 και 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976 απέρριψε δε τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί απαλλαγής της για το λόγο ότι οι ζημίες των εναγόντων προέκυψαν από ατύχημα το οποίο ήταν και εργατικό και δεν υπήρχε χρέος προς αναδοχή. 'Ετσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, που επικαλείται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο559 αρίθμ. 1, προβάλλοντας αντίθετες αιτιάσεις, δεν υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Η διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ενέχει μεν την αποδέσμευση του δικαστή από τις περί αποδείξεως διατάξεις του Κ.Πολ.Δ, που περιορίζεται μόνο στο είδος των αποδεικτικών μέσων, που μπορούν να ληφθούν υπόψη, δεν αποδεσμεύει, όμως, το δικαστήριο από την υποχρέωση να προσδώσει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, όπως στην ομολογία, όρκο κ.λ.π αυξημένη δύναμη την οποία προβλέπει γι' αυτά.
Από το άρθρο 352 παρ 1 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει, ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή, που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι αυτόν που ομολογεί γεγονότος, το οποί αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό οπότε συνεκτιμάται ελεύθερα με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα ως τεκμήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης ( 2Α ) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 12 Κ.Πολ.Δ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, ως πλήρη απόδειξη, την ομολογία της ενάγουσας, που περιέχεται στις από 11-5-2006 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου περί του ότι < Το γεγονός ότι το έτος 2003 ανέλαβε τη λειτουργία του Κυλικείου του καταστήματος ΙΚΑ ....δεν της απέφερε κανένα αξιόλογο εισόδημα, αφού μετά βίας καλύπτει τα έξοδα του, μισθώματος και των ασφαλιστικών εισφορών >.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, εφόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και από τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε τόσο ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Εφετείου, η, ως άνω, δήλωση της αναιρεσίβλητης που περιέχεται στις εν λόγω προτάσεις της δεν ενέχει καμία παραδοχή του γεγονότος ότι αυτή είχε την ικανότητα και την δυνατότητα να εργαστεί το επίδικο χρονικό διάστημα, όπως ισχυρίστηκε η αναιρεσείουσα προκειμένου να θεμελιώσει την ένσταση της για συνυπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης για τη ζημία της από την στέρηση διατροφής, που θα κατέβαλε σε αυτήν ο θανών σύζυγος της, δεδομένου ότι με την ανωτέρω δήλωση της η αναιρεσίβλητη δέχεται μεν ότι το 2003 ανέλαβε τη λειτουργία κυλικείου του υποκαταστήματος ΙΚΑ ..., στη συνέχεια, όμως, δήλωσε ότι δεν της αποφέρει κανένα αξιόλογο εισόδημα, αφού μετά βίας καλύπτει τα έξοδα μισθώματος και των ασφαλιστικών εισφορών, ενώ δεν γίνεται καμία αναφορά, αν το, ως άνω, κυλικείο λειτούργησε με την προσφορά των προσωπικών υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης ή με μισθωτούς.
Κατά συνέπεια, από την ανωτέρω δήλωση της αναιρεσίβλητης δεν υπάρχει δικαστική ομολογία, η οποία να αποτελεί πλήρη απόδειξη και το Εφετείο, το οποίο δεν δέχτηκε τέτοια ομολογία, δεν παραβίασε καμία από τις ανωτέρω διατάξεις, που επικαλείται η αναιρεσείουσα ούτε και τα διδάγματα της κοινής πείρας και δεν υπέπεσε στην, ως άνω, πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αρίθμ. 12 Κ.Πολ.Δ σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και άρα ο περί ού πρόκειται λόγος είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης (2Β) αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αρίθμ. 8 Κ.Πολ.Δ, με τις αιτιάσεις ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι ισχυρισμοί της, ότι η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να εργαστεί και να έχει εισοδήματα από τη εργασία της, γεγονός το οποίο και η ίδια ομολογεί με την, ως άνω, ομολογία της, με συνέπεια να απορριφθεί η ένσταση της περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας για την απώλεια εισοδημάτων από την εργασία της . Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι, ως άνω, ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι στη ουσία κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας Επομένως και ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρίθμ. 11 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται εκτός των άλλων περιπτώσεων και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι . Για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης .
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρίθμ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του Κ.Πολ.Δ, έγγραφο περιεχομένου, καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης (2Γ) αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρίθμ. 11 και 20 Κ.Πολ.Δ, με τις αιτιάσεις ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και η περιεχόμενη σε αυτά κατάθεση του μαρτυρά της, στην οποία περιέχεται σαφής παραδοχή του ότι η ενάγουσα κατά τον χρόνο του θανάτου του συζύγου της δεν εργάζονταν και το 2003 νοίκιασε το κυλικείο του ΙΚΑ και έβγαλε εκείνο το χρόνο 1500 ευρώ καθαρά.
Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης αποφάσεως και τη σαφέστατη διαβεβαίωση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι η προαναφερθείσα μαρτυρική κατάθεση λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα Επομένως, ο, ως άνω, λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 11 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ως προς το σκέλος του για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ 20 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας και πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται το διαγνωστικό λάθος του δικαστηρίου κατά την ανάγνωση της επικαλούμενης μαρτυρικής κατάθεσης, αλλά και διότι η μαρτυρική κατάθεση δεν είναι έγγραφο και η εσφαλμένη εκτίμησή της δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως Κατά το άρθρο 249 παρ. 2 και 3 της συνθ.
Ε.Κ και ήδη 189 παρ. 3 ορίζεται ότι < Ο κανονισμός ... είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών . > Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι πηγή του δευτερογενούς κοινοτικού δικαίου αποτελεί και η οδηγία η οποία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος αφότου κοινοποιηθεί στα υφιστάμενα κράτη μέλη με την προϋπόθεση ότι η οδηγία χαρακτηρίζεται από ακρίβεια και σαφήνεια, δεν τελεί υπό αίρεση δεν εξαρτάται από μέτρα που πρέπει να λάβουν τα κράτη μέλη και ότι δεν αφήνει περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στον εθνικό νομοθέτη Από αυτά παρέπεται, ότι για αν είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κοινοτικών διατάξεων, πρέπει, πλην άλλων, στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται α) πως κατέστησαν οι επικαλούμενες οδηγίες εσωτερικό δίκαιο, αφού κατ αρχήν δεν είναι άμεσης εφαρμογής και β) ποιο είναι το συγκεκριμένο περιεχόμενο τους ως εσωτερικού πλέον δικαίου και σε τι συνίσταται η γενομένη παραβίαση .
Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο559 αρίθμ. 1 Κ.Πολ.Δ, με τις αιτιάσεις ότι εσφαλμένα με αυτήν έγινε δεκτό, ότι η αναιρεσείουσα δεν απαλλάσεται της υποχρεώσεως της να αποζημιώσει τους αναιρεσίβλητους, εφόσον οι απαιτήσεις τους για αποζημίωση στηρίζονται σε εργατικό ατύχημα και έτσι παραβιάστηκαν οι με αρίθμ. 73/239/ΕΟΚ, 88/357/ΕΟΚ και 92/49/ΕΟΚ οδηγίες της Ε.Ε, οι οποίες μεταφέρθηκαν την εσωτερική έννομη τάξη με το Π.Δ 118/1985 και οι διατάξεις των άρθρων 6 του ν. 486/1976.
Ενώ, όμως, με το αναιρετήριο γίνεται λεπτομερής αναφορά των, ως άνω, διατάξεων, οι οποίες φέρονται ότι παραβιάστηκαν, δεν γίνεται καμία διευκρίνιση σε τι η συνίσταται η παραβίαση. Επιπλέον δε καμία από τις αναφερόμενες διατάξεις δεν αποκλείει το δικαίωμα εκείνου που υπέστη ζημία από αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο σε ατύχημα που ήταν και εργατικό να ζητήσει πλήρη αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρία και αν ακόμη είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη στον πρώτο λόγο της αναίρεσης Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Το αίτημα της αναιρεσείουσας για υποβολή αιτήματος στο αρμόδιο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για το εάν οι ως άνω διατάξεις είναι εναρμονισμένες με το Κοινοτικό δίκαιο πρέπει να απορριφθεί διότι για καμία από τις εν λόγω διατάξεις του εθνικού δικαίου δεν υπάρχει η οποιαδήποτε αμφιβολία για τη ερμηνεία τους με βάση και τις αναφερόμενες οδηγίες και έτσι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την αιτούμενη παραπομπή ( ΔΕΚ Υποθ.
C -203/99 ).
Με τον έκτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 19 Κ.Πολ. Δ με την αιτίαση ότι απορρίφθηκε το, ως άνω, αίτημα για παραπομπή της υπόθεσης στο ΔΕΚ χωρίς καμία αιτιολογία είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας αναφέρεται σε παραβίαση δικονομικής διάταξης, από την οποία δεν ιδρύεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της ( αρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Νοεμβρίου 2006 αίτηση για αναίρεση της 600/2006 απόφασης του Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ