Legislator Case Law & Legislation
510/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against insurance contract termination due to insufficient reasoning on mutual agreement.

Case Number 510/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The lower court had ruled that the insurance contract remained valid because the insured failed to notify the insurer of the cancellation, despite unpaid premiums and a traffic police declaration of non-insurance. The Court found the lower court's reasoning insufficient to prove a mutual agreement to terminate the contract, as it failed to explain why these facts constituted a valid mutual consent. Consequently, the decision was annulled in part, the case remitted for further trial, and the appellants ordered to pay the insurance company's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568(4) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court's decision is legally flawed if it fails to provide adequate reasoning to establish a mutual agreement for contract termination based on facts like unpaid premiums and non-insurance declarations, thereby leaving the contract's validity unexplained.

Keywords

AI generated
insurance contract termination mutual agreement requirement insufficient reasoning standard contract validity presumption remittal for further trial legal costs allocation appellate review scope

Cited Legislation

AI generated
Article 568(4) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated
1037/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
146/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Νοεμβρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 866/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 714/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Απριλίου 2005 αίτησή της.
494/2012
Supreme Court allows appeal against insurance company due to lower court's failure to verify policy submission timing and contradictory findings.
1900/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
1491/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Ιανουαρίου 2002 αγωγή των ήδη υπό στοιχεία 1,2,3 και 4 εκ των αναιρεσιβλήτων και την από 27 Σεπτεμβρίου 2002 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση – αγωγή της ήδη 5ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3440/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3380/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Απριλίου 2005 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 510 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 510/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕ" που εδρεύει στην ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Ζήση και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Καρατζογιάννη και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ψ3, 4) Ψ4, κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/9/2004 αγωγή του δευτέρου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, την από 28/7/2004 πλαγιαστική αγωγή των 1ης και 2ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 29/10/2004 αγωγή των 3ου και 4ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1777/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4454/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/10/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 4/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και πέμπτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Τα άρθρα 568 παρ.4 και 576 παρ.2 ΚΠολΔ ορίζουν το πρώτο, "Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα, και τουλάχιστον ενενήντα ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη.

Αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση ή την επισπεύδει άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους" και το δεύτερο "Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. ...

και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, μετά πράξεως ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τους άγνωστης διαμονής τρίτο και τέταρτο από τους αναιρεσίβλητους, Ψ3 και Ψ4, όπως βεβαιώνεται από τις από 2-4-2008 δύο βεβαιώσεις του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή, συγχρόνως δε δημοσιεύτηκε περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, όπως προκύπτει από τα φύλλα της 2-8-2008 της εφημερίδας ...

και 4-8-2008 της εφημερίδας ..., σύμφωνα προς τα συνδυασμένα άρθρα 134 παρ. 1, 135 παρ.1 και 136 παρ.1 ΚΠολΔ με επιμέλεια της αναιρεσείουσας. Επομένως εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την παρούσα δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 262 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σαν να ήταν αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

II. Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Κ4/585/1978 κανονιστικής απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/1978 τεύχ. ΑΕ και ΕΠΕ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 489/1976 και καθορίζει τους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου, που καλύπτει την αστική ευθύνη από ατυχήματα αυτοκινήτων, "η ασφαλιστική σύμβασις ισχύει δια την ασφαλιστικήν περίοδον, ήτις ορίζεται εις το ασφαλιστήριον και ανανεούται εκάστοτε δι' ίσον χρονικόν διάστημα μετά την λήξιν της ασφαλιστικής περιόδου, ως και των επομένων τοιούτων, εκτός εάν, 30 ημέρας προ του τέλους εκάστης ασφαλιστικής περιόδου εκάτερος των συμβαλλομένων μερών ειδοποιήσει το έτερον δια συστημένης επιστολής περί του αντιθέτου.

Επί πάσης ανανεώσεως εκδίδεται νέον ασφαλιστήριον ή βεβαίωσις περί ανανεώσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως (ανανεωτήριον)". Κατά δε το άρθρο 9 παρ. 1 της ίδιας υπουργικής απόφασης "εκάτερον των συμβαλλομένων μερών δύναται ελευθέρως και κατά πάντα χρόνον, δι' εγγράφου συστημένου ή επί αποδείξει, να καταγγείλει την ασφαλιστικήν σύμβασιν.

Η ακύρωσις επέρχεται μετά πάροδον 20 ημερών από της κοινοποιήσεως του ως άνω περί καταγγελίας εγγράφου". Από τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες αναφέρονται στην κατάργηση της ασφαλιστικής σύμβασης με μονομερή δήλωση βούλησης (εναντίωση ή καταγγελία), προκύπτει ότι αυτές δεν υποβάλλουν στο συστατικό τύπο του εγγράφου την αντισυμφωνία των μερών, με την οποία η ασφαλιστική σύμβαση καταργείται οποτεδήποτε κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 361 ΑΚ (ΟλΑΠ 24/1994, ΑΠ 305/2008).

Έτσι, με βάση την από το τελευταίο τούτο άρθρο αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων δύνανται οι συμβαλλόμενοι οποτεδήποτε να συμφωνήσουν τη λύση της σύμβασης με την πάροδο της συμφωνούμενης διάρκειας και μάλιστα είτε με την ίδια τη σύμβαση ασφάλισης είτε με πρόσθετη αυτοτελή και χωριστή από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο πράξη (ΑΠ 971/1999), ακόμη δε και με σιωπηρή συμφωνία (ΑΠ 930/1992).η οποία, ως σύμβαση, περιλαμβάνει την πρόταση για σύναψή της και την αποδοχή της πρότασης αυτής κατ' άρθρα 185 επ.

ΑΚ, οπότε η ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ των συμβαλλομένων λύεται (ΑΠ 305/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, διότι περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "...

Από αποκλειστική υπαιτιότητα του 1ου εναγομένου, Ψ4, που οδηγούσε το υπ' αριθ. ... ΙΧΦ, ιδιοκτησίας του 2ου εναγομένου, Ψ3, συγκρούσθηκε με το υπ' αρ. ... δίκυκλο μοτ/το, που οδηγούσε ο εναγόμενος - ενάγων Ψ2, ιδιοκτησίας της συζύγου του, 2ης ενάγουσας, Ψ1, την 19-11-1999 και περί ώρα 8,30, στην λεωφόρο ... ... . Το ζημιογόνο φορτηγό, κατά το χρόνο του ατυχήματος ασφαλιζόταν με έγκυρη και ενεργό σύμβαση ασφάλισης από την εκκαλούσα-ασφαλιστική εταιρεία, με το υπ' αρ. ...

ασφαλιστήριο συμβόλαιο, για το από 2-10-98 έως 2-1-99 χρονικό διάστημα. Την 2-1-99 εκδόθηκε το υπ' αρ. ... ανανεωτήριο του άνω ασφαλιστικού συμβολαίου, για χρονικό διάστημα από 2-1-99 έως 2-4-99. Η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ισχυρίζεται ότι η σύμβαση είχε λυθεί με αντισυμφωνία των μερών. Δεν αποδείχθηκε ότι είχε γίνει τέτοια συμφωνία περί της ανανέωσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ούτε υπάρχει έγγραφη περί τούτου απόδειξη, ούτε, όμως αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα μονομερής καταγγελία, είτε από την εναγομένη - ασφαλιστική εταιρεία, είτε από τον εναγόμενο Ψ3.

Με την υπ' αρ. ... πρόσθετη πράξη ακύρωσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, έγινε ακύρωση και η εναγομένη ισχυρίζεται ότι απέστειλε στον ασφαλισμένο της συστημένη επιστολή, με την οποία του γνωστοποιούσε ότι ακυρώθηκε το άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού της προσκομίζει και επικαλείται το από 26-2-99 έγγραφό της προς τον Ψ3, το οποίο αναφέρει: "σας γνωρίζουμε ότι, σύμφωνα με το Ν.Δ. 489/76, ακυρώνουμε από 2-1-99 το υπ' αρ.

κυκλ ..., χρήση ΦΙΧ, μάρκας V.Ν GΟLF, αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας σας, λόγω μη αποδοχής και καταγγέλομεν δια του παρόντος πάσαν τυχόν υφισταμένη σύμβαση ασφαλίσεως του ανωτέρω οχήματος σας με αρ. συμβολαίου ... ". Η ακύρωση επέρχεται μετά πάροδο 20 ημερών από της κοινοποιήσεως του εγγράφου περί καταγγελίας. Η ρύθμιση του άρθρου 9 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ εφαρμόζεται τόσον όταν η καταγγελία της σύμβασης προέρχεται από τον αντισυμβαλλόμενο, όσον και όταν προέρχεται, από τον ασφαλιστή.

Από τη διάταξη του άρθρου 167 ΑΚ, προκύπτει ότι η καταγγελία για τη λύση της σύμβασης ασφάλισης είναι μονομερής και ληψιδεής δήλωση της βούλησης του συμβαλλομένου μέρους, η δήλωση δε θεωρείται συντελεσθείσα όχι απλώς, από την αποτύπωσή της στον εξωτερικό κόσμο, ούτε από τη γνώση του περιεχομένου της εκ μέρους του παραλήπτη, προς τον οποίον απευθύνεται, αλλά από την παραλαβή της.

Για να παραγάγει τα αποτελέσματά της, απαιτείται περιέλευσή της στο νόμιμο παραλήπτη, απαιτείται δε να περιέχεται σε έγγραφο και μάλιστα συστημένο, ή επί αποδείξει. Επί συστημένης επιστολής μέσω των ΕΛΤΑ δεν αρκεί η εγχείρηση από τον ταχυδρόμο της γραπτής ειδοποίησης στον παραλήπτη ή η ρίψη του ειδοποιητηρίου ή της επιστολής στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη, αλλά απαιτείται και η παραλαβή της συστημένης επιστολής, αυτοπροσώπως, από τον παραλήπτη (χέρι με χέρι), οπότε εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης εκ μέρους του, του περιεχομένου της.

Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποδεικνύεται ότι έγινε παράδοση της συστημένης επιστολής από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρείας στον ασφαλισμένο της, ο δε μάρτυράς της κατέθεσε ότι η επίμαχη επιτολή επεστράφη ανεπίδοτη.

Συνεπώς, αφού δεν έγιναν τα ανωτέρω, η εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση ανανεώθηκε αυτόματα από το νόμο για ίσα χρονικά διαστήματα και ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος (9-11-99). Και ναι μεν ο εναγόμενος Ψ3 δεν κατέβαλε ασφάλιστρα από τον 1/1999 μέχρι το χρόνο του ατυχήματος, ενώ δήλωσε στην Τροχαία ότι το όχημά του δεν ήταν ασφαλισμένο.

Τα στοιχεία αυτά, όμως, δεν αποδεικνύουν ότι αυτός συμφώνησε να καταργηθεί η ασφαλιστική σύμβαση". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ότι η σύμβαση ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου δεν λύθηκε με την ως άνω αντισυμφωνία μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου, διότι δεν έγινε από τον πρώτο στο δεύτερο η γνωστοποίηση της ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης και κατά συνέπεια παραμένει ενεργός η ασφαλιστική κάλυψη, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας και αντιφάσεων σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Και τούτο διότι, ενώ δέχεται ότι ο ασφαλισμένος τρίτος αναιρεσιβλήτος Ψ3 δεν κατέβαλε ασφάλιστρα από τον μήνα Ιανουάριο 1999 μέχρι το χρόνο του ατυχήματος, ότι κατόπιν αυτού η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με την ... πρόσθετη πράξη ακύρωσε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και ότι ο ανωτέρω ασφαλισμένος δήλωσε στην Τροχαία ότι το όχημά του δεν ήταν ασφαλισμένο, δεν εξηγεί γιατί δεν υπάρχει από τα περιστατικά αυτά συμφωνία σιωπηρή μεταξύ των εν λόγω συμβαλλομένων για λύση της σύμβασης ασφαλίσεως (αντισυμφωνία).

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ σε συνδυασμό προς τον πρώτο λόγο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, ο οποίος παραδεκτά εξετάζεται και από τον αριθμό 19, είναι βάσιμος.

III. Μετά τα παραπάνω και αφού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχτηκε την ασκηθείσα εναντίον της αναιρεσείουσας από 28-7-2004 πλαγιαστική αγωγή των πρώτης και δευτέρου αναιρεσιβλήτων, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 4454/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ειδικότερα κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσης αποφάσεως.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ