510/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΟ πατέρας και η μητέρα του τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του έχουν την ίδια υποχρέωση διατροφής απέναντι στο τέκνο αυτό με εκείνη που υφίσταται απέναντι στο τέκνο που γεννήθηκε σε γάμο. 2. Όταν η υποχρέωση διατροφής του τέκνου που γεννήθηκε σε γάμο βαρύνει ορισμένα μέλη της οικογένειας του πατέρα ή της μητέρας, η υποχρέωση αυτή υφίσταται και υπέρ του τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο. Αρθρο 7.
Legislator headnote
AI generated510/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): "Η συγγένεια με τη μητέρα κάθε τέκνου που γεννιέται χωρίς γάμο των γονέων του βασίζεται μόνο στο γεγονός της γέννησης του τέκνου.
Full text
Απόφαση 510 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 510/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Αικατερίνη Καφτάνη.
Της αναιρεσιβλήτου : Ψ1, ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Ψ, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Μαρία Βραχά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 09.03.2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1605/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6382/2004 μη οριστική και 2601/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 21.09.2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 02.01.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Mε την κρινόμενη 1279/25-6-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2601/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 32394/12-3-2001 αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων διατείνετο, ιδία, Ι. ότι από την εκτός γάμου, με σαρκική συνάφεια, μόνιμη σχέση του με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία διήρκεσε από τον μήνα Ιούλιο του έτους 1986 μέχρι και τον μήνα Μάρτιο του έτους 1998 και ενώ κατά το χρονικό αυτό διάστημα ήταν έγγαμη με τον Γ, με τον οποίο βρισκόταν σε διάσταση, χωρίς να έχει λυθεί ο γάμος τους, γεννήθηκαν τα τέκνα τους Γ1 στο Λονδίνο στις 26-8-1987 και Ψ στην Τουλούζη Γαλλίας στις 25-11-1995, θυγατέρα του την οποία αναγνώρισε αυτός με δήλωσή του στο Δημασρχείο Τουλούζης και
ΙΙ. ότι η εναγομένη, η οποία μετά τη λύση του γάμου της με τον Γ, συνήψε νέο γάμο, δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της επιμελείας των τέκνων τους και παράλληλα δεν του επιτρέπει την μετ'αυτών επικοινωνία του. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά εδιώκετο Α.να ανατεθεί στον ενάγοντα η γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους α) Γ1 και β) Ψ και επικουρικώς Β. να καθορισθεί η μετ'αυτών επικοινωνία του. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 1605/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 11022/18-12-2002 έφεση του ενάγοντος και τους πρόσθετους, με ιδιαίτερο, 120/30-1-2004, δικόγραφο λόγους η 2601/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ'αυτής κρίση, με την αξιολόγηση της αγωγής ως μη νόμιμης αναφορικά με την ανήλικη Ψ, με την αιτιολογία ότι δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι επακολούθησε ανατροπή με αμετάκλητη απόφαση του τεκμηρίου καταγωγής από το γάμο της εναγομένης με τον Γ της γεννηθείσης κατά την διάρκεια αυτού Ψ, και ως αλυσιτελή ως προς τον Γ1, , μετά την ενηλικίωσή του, με τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας του στις 26-8-2005. κατά της αποφάσεως αυτής και ειδικότερα του κεφαλαίου αυτής που αφορά την ανήλικη Ψ εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα:
Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού δικαίου κανόνα, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΑΠ 1255/2004). Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Εξάλλου, κατά την ιδιωτικού διεθνούς δικαίου διάταξη του άρθρου 17 ΑΚ, η ιδιότητα τέκνου ως γεννημένου σε γάμο κρίνεται κατά το δίκαιο, που διέπει τις προσωπικές σχέσεις της μητέρας και του συζύγου της κατά τον χρόνο της γεννήσεως του τέκνου ή αν ο γάμος τους έχει λυθεί πριν από τη γέννηση, κατά το χρόνο λύσεως του γάμου τους, παραπέμποντας στο άρθρο 14 ΑΚ, κατά τους ορισμούς του οποίου οι προσωπικές σχέσεις των συζύγων ρυθμίζονται κατά σειρά 1.
από το δίκαιο της τελευταίας κατά την διάρκεια του γάμου κοινής ιθαγένειας του, εφόσον ο ένας την διατηρεί, 2. από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής συνήθους διαμονής τους και 3. από το δίκαιο με το οποίο οι σύζυγοι συνδέονται στενότερα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1465 παρ.1 ΑΚ, με τον τίτλο τεκμήριο καταγωγής από γάμο, το τέκνο που γεννήθηκε κατά την διάρκεια του γάμου της μητέρας του ή μέσα σε τριακόσιες ημέρες από τη λύση ή ακύρωσή του τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον σύζυγο της μητέρας (τέκνο γεννημένο σε γάμο).
Παρέπεται κατά συνέπεια, κατά τους ορισμούς της τελευταίας αυτής διατάξεως, ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός γάμου και καλύπτεται από το τεκμήριο και στην περίπτωση που δεν είναι πραγματικό, φυσικό τέκνου του συζύγου της μητέρας του. Το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται με την προσβολή της πατρότητας του συζύγου της μητέρας του ή του βιολογικού πατέρα, αν κατά το κρίσιμο διάστημα της συλλήψεως η μητέρα του βρισκόταν σε διάσταση με τον σύζυγό της (ΑΚ 1469), οπότε το τέκνο χάνει την ιδιότητα τέκνου που γεννήθηκε σε γάμο, αναδρομικά από τη γέννησή του, μόλις γίνει αμετάκλητη η απόφαση που δέχεται την προσβολή αυτής της ιδιότητάς του.
Μάλιστα, σε περίπτωση προσβολής από τον πατέρα που είχε σαρκική συνάφεια με την μητέρα, ή εν λόγω απόφαση επιφέρει αυτοδικαίως δικαστική αναγνώριση του τέκνου από τον άνδρα αυτόν (ΑΚ 1472). Παράλληλα, με τον 1702/1987 κυρώθηκε και τέθηκε σε ισχύ από 16-9-1988 με την από 27 Ιουνίου/ 1 Ιουλίου 1988 ανακοίνωση του Υπ. Εξωτερικών (ΦΕΚ 1474) η έχουσα έκτοτε την κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος ισχύ από 15-10-1975 Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το νομικό καθεστώς των τέκνων χωρίς γάμο των γονέων τους, κατά τις ενδιαφέρουσες ουσιαστικές διατάξεις της οποίαςΑρθρο 2.
"Η συγγένεια με τη μητέρα κάθε τέκνου που γεννιέται χωρίς γάμο των γονέων του βασίζεται μόνο στο γεγονός της γέννησης του τέκνου.
Αρθρο 3.
Η συγγένεια με τον πατέρα κάθε τέκνου που γεννιέται χωρίς γάμο των γονέων του μπορεί να πιστοποιηθεί ή να ιδρυθεί με εκούσια αναγνώριση ή με δικαστική απόφαση. Αρθρο 4.
Η εκούσια αναγνώριση της πατρότητας δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ή αντιρρήσεις, εφόσον οι διαδικασίες αυτές προβλέπονται από το εσωτερικό δίκαιο, παρά μόνο στην περίπτωση που το πρόσωπο που επιδιώκει να αναγνωρίσει ή που αναγνώρισε το τέκνο δεν είναι ο φυσικός πατέρας. Αρθρο 5.
Σε δίκες που αφορούν τη συγγένεια με τον πατέρα, οι επιστημονικές αποδείξεις που συντελούν στη διαπίστωση ή στον αποκλεισμό της πατρότητας πρέπει να γίνονται δεκτές. Αρθρο 6.
1. Ο πατέρας και η μητέρα του τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του έχουν την ίδια υποχρέωση διατροφής απέναντι στο τέκνο αυτό με εκείνη που υφίσταται απέναντι στο τέκνο που γεννήθηκε σε γάμο. 2. Όταν η υποχρέωση διατροφής του τέκνου που γεννήθηκε σε γάμο βαρύνει ορισμένα μέλη της οικογένειας του πατέρα ή της μητέρας, η υποχρέωση αυτή υφίσταται και υπέρ του τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο. Αρθρο 7.
1. Όταν η συγγένεια του τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, έχει ιδρυθεί και ως προς τους δύο γονείς, η γονική εξουσία δεν μπορεί να ανατίθεται αυτοδικαίως μόνο στον πατέρα. 2. Η γονική εξουσία πρέπει να μπορεί να μεταβιβάζεται.
Οι περιπτώσεις μεταβίβασης ρυθμίζονται από το εσωτερικό δίκαιο.
Αρθρο 8.
Όταν ο πατέρας ή η μητέρα του τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του δεν έχει τη γονική εξουσία ή την επιμέλεια του τέκνου, ο γονέας αυτός δεν μπορεί να αποκτήσει το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με το τέκνο στις περιπτώσεις όπου αυτό ενδείκνυται.
Αρθρο 9.
Το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του έχει τα ίδια δικαιώματα στην κληρονομική διαδοχή του πατέρα του ή της μητέρας του και των μελών των οικογενειών τους με εκείνα που θα είχε εάν είχε γεννηθεί σε γάμο. Αρθρο 10.
Ο επιγενόμενος γάμος μεταξύ του πατέρα και της μητέρας του τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του παρέχει στο τέκνο αυτό το νομικό καθεστώς του τέκνου που γεννήθηκε σε γάμο". Τέλος, με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ προστατεύεται η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, στην έννοια της οποίας εμπίπτουν και οι οικογενειακοί δεσμοί των γονέων με τα τέκνα τους και στην περίπτωση που είναι γεννημένα χωρίς γάμο αυτών.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παραβίαση της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για το νομικό καθεστώς των τέκνων χωρίς γάμο των γονέων τους και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, με την έννοια ότι κατά τους ορισμούς των διατάξεων αυτών η συγγένεια του βιολογικού πατρός με το τέκνο του, που γεννήθηκε κατά την διάρκεια του γάμου της μητέρας του και τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον σύζυγο αυτής και στην περίπτωση που δεν είναι πραγματικό, φυσικό τέκνο αυτού, μπορεί να πιστοποιηθεί και ιδρυθεί με εκούσια αναγνώριση της πατρότητας και οι επαγόμενες δι' αυτήν έννομες συνέπειες δεν μπορούν προβληθούν παρά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο το οποίο αναγνώρισε το τέκνο δεν είναι ο φυσικός αυτού πατέρας.
Την ερμηνεία αυτή της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως αποδέχθηκε και η 111/2004 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου, η οποία εκδόθηκε κατά παραδοχή σχετικής προσφυγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της αρνήσεως του Τμήματος Μεταναστεύσεως της Κύπρου για εγγραφή της εκουσίως αναγνωρισθείσης από εκείνον κατά το γαλλικό δίκαιο στο Δημαρχείο της Τουλούζης ανήλικης θυγατέρας του Ψ ως πολίτιδος της Κυπριακής Δημοκρατίας, την υπηκοότητα της οποίας έχει από την Κυπριακή Δημοκρατία, ως καθής η προσφυγή, ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση ισχύει μόνο για τα τέκνα, των οποίων η μητέρα δεν ήταν έγγαμη κατά τη γέννησή τους και, επομένως, δεν καλύπτει τέκνα τα οποία γεννήθηκαν κατόπιν μοιχείας, ερωτικής δηλαδή πράξεως έγγαμης γυναίκας με άνδρα άλλον από τον νόμιμο σύζυγό της, γιατί τα τέκνα αυτά δεν είναι εξώγαμα, αλλά είναι τέκνα γεννηθέντα εκτός γάμου, με βάση το άρθρο 6 του περί τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμου του 1991 (Νόμος 187/1991).
Αντίθετα κατά τις αιτιολογίες της αποφάσεως του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου η αυξημένης ισχύος έναντι του ημεδαπού νόμου Ευρωπαϊκή Σύμβαση δίδει προτεραιότητα στον βιολογικό πατέρα και τα τέκνα τα οποία γεννήθηκαν κατόπιν μοιχείας, διαλαμβάνοντας παράλληλα ότι από τα άρθρα 3 και 4 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως συνάγεται ότι η εκούσια αναγνώριση της πατρότητας εξωγάμου τέκνου η οποία έχει νόμιμα στοιχειοθετηθεί σε μία συμβαλλόμενη χώρα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με βάση το εσωτερικό δίκαιο άλλης συμβαλλόμενης Χώρας, παρά μόνο στην περίπτωση όπου ο εκουσίως αναγνωρίσας δεν είναι ο βιολογικός πατέρας.
Επιπρόσθετα κατά το από ... απαντητικό επί σχετικού ερωτήματος του αναιρεσείοντος έγγραφο του Τμήματος του Ιδιωτικού Δικαίου του Συμβουλίου της Ευρώπης η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το νομικό καθεστώς τέκνων τα οποία είχαν γεννηθεί εκτός γάμου αφορά και τα τέκνα που έχουν γεννηθεί ως αποτέλεσμα συμβιώσεως μεταξύ άνδρα και ύπανδρης γυναίκας.
Εκτιμάται ότι με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως τίθεται ζήτημα γενικότερου κατά την κρίση του Δικαστηρίου ενδιαφέροντος και ειδικότερα αν κατά τους ορισμούς και την έννοια της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ η συγγένεια του βιολογικού πατρός με το τέκνο του, που γεννήθηκε κατά την διάρκεια του γάμου της μητέρας του και τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον σύζυγο αυτής και στην περίπτωση που δεν είναι πραγματικό, φυσικό τέκνο αυτού μπορεί να πιστοποιηθεί και ιδρυθεί με εκούσια αναγνώριση, πριν από την αμετάκλητη ανατροπή του τεκμηρίου καταγωγής από τον γάμο, η δε εκούσια αναγνώριση πατρότητας και οι επαγόμενες δι' αυτής έννομες συνέπειες δεν μπορούν να προσβληθούν παρά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο το οποίο αναγνώρισε το τέκνο δε είναι ο φυσικός αυτός πατέρας.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής ταύτης που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογίες όμως νοούνται στην διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Προκειμένου επομένως να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.
Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως και εκείνος του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο μη νόμιμη ή για άλλο τυπικό λόγο. Επομένως οι υπό την αυτή αρίθμηση πρώτος και δεύτερος λόγο αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται παράλληλα στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, εκ πλαγίου παραβίαση της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τον νομικό καθεστώς των τέκνων χωρίς γάμο των γονέων τους και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ αντίστοιχα, ελέγχονται ως απαράδεκτοι, μετά την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης. 'Ομοια αρνητικός αξιολογείται ως απαράδεκτος, ο τρίτος κατά σειρά λόγος, με αναιρετική αιτίαση εκείνη του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ με την έννοια της μη λήψεως υπόψη των αναφερομένων στο αναιρετήριο εγγράφων και ενόρκων βεβαιώσεων.
ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμός, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντος ισχυρισμό κα τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003). Επομένως ο υπό την αυτή ρύθμιση τρίτοι λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του διατυπωθέντα ισχυρισμό του ότι η ήδη αναιρεσίβλητη ουδέποτε αμφισβήτησε ότι είναι ο φυσικός πατέρας της Ψ, ελέγχεται ως αβάσιμος εφόσον ο ισχυρισμός αυτός αξιολογήθηκε ως νομικά αδιάφορος και απορρίφθηκε ως αλυσιτελής. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, να παραπεμφθούν στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως κατά την αναιρετική τους αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.
Για τους λόγους αυτούς
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους πρώτο και δεύτερο λόγους της 1279/25-6-2006 αιτήσεως για αναίρεση της 2601/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά την αναιρετική του αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Και
Απορρίπτει τους λοιπούς αυτής λόγους αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ