Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on construction contract dispute regarding site boundaries and management claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court of Thessaloniki's decision of 730/2022. The appellant argued that the lower court erred in interpreting technical documents and failed to recognize their continuous management of the site since December 2005. The court rejected these claims, finding the appellate court correctly analyzed the topographical plans and other evidence to determine that the appellant was not the sole manager and that the disputed property boundaries were accurately assessed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 § 1, 569 § 2, 246, 573 § 1, 577 § 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the appellate court correctly interpreted the evidence and reached a different conclusion based on a proper assessment of the facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 50 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 50/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Ζ. του Δ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσιάντο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "..." (πρώην με την επωνυμία "... - ... Ο.Ε."), που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σιδηρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/2/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 730/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/6/2022 αίτησή του και τους από 25/9/2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 730/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 9-11-2018 έφεση της εναγομένης και νυν αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθ. 64/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, την οποία εξαφάνισε και αφού κράτησε και δίκασε την από 22-2-2017 αγωγή του ενάγοντος και νυν αναιρεσείοντος, απέρριψε αυτή ως κατ' ουσία αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 § 1 ΚΠολΔ).
Παραδεκτοί, εξάλλου, είναι και οι από 25-9-2023 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν από τον αναιρεσείοντα εμπρόθεσμα, με ιδιαίτερο δικόγραφο, και επιδόθηκαν νομότυπα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 § 2, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 37 και 120 του Ν. 4842/2021, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Ν. 4912/17-3-2022 και την παρ. 2β' του άρθρου 116 Ν. 4842/2021 (βλ. τις υπ' αριθ. ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Η. Χ. Γ.).
Επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά τα άρθρα 246, 573 § 1 ΚΠολΔ, καθόσον οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά συζητούνται, υποχρεωτικά, με την αίτηση αναίρεσης και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, κατ' άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1239/2024, ΑΠ 520/2023, ΑΠ 1278/2023, ΑΠ 157/2022).
ΙΙ.Α. Το άρθρο 686 ΑΚ ορίζει τα εξής: "Αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολο της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου. Όταν υπάρχει υπερημερία του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξαιτίας της". Όπως προκύπτει από το εδάφιο α' του παραπάνω άρθρου, ο εργολάβος υποχρεούται αφενός να κάνει έγκαιρη έναρξη του έργου και αφετέρου να συνεχίσει την εκτέλεση αυτού ώστε το έργο να περατωθεί επίσης έγκαιρα, για δε την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης του εργοδότη, όταν ο εργολάβος δεν επιδεικνύει την πιο πάνω συμπεριφορά, δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της υπερημερίας του εργολάβου, ούτε η ύπαρξη υπαιτιότητας του εργολάβου στην καθυστέρηση, η οποία (καθυστέρηση) μπορεί να οφείλεται και σε αντικειμενικές δυσχέρειες, όπως σε ευθύνη τρίτου ή ακόμη και σε ανώτερη βία. Επίσης, για την υπαναχώρηση του εργοδότη δεν απαιτείται η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 383 επ. ΑΚ, γιατί πρόκειται για υπαναχώρηση που παρέχεται ευθέως από το νόμο και σε αυτήν εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των άρθρων 389 έως 396 ΑΚ (ΑΠ 968/2024, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1113/2017, ΑΠ 77/2011, ΑΠ 1035/2010).
Περαιτέρω, στο εδάφιο β' του παραπάνω άρθρου (686 ΑΚ), η υπερημερία του εργολάβου προέρχεται από τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που αναφέρονται στο εδάφιο α' του ίδιου άρθρου και όχι από τη μη εμπρόθεσμη παράδοση του έργου, την οποία και δεν αφορά το άρθρο 686 ΑΚ. Έτσι, μετά την πάροδο του χρόνου παράδοσης του έργου δεν εφαρμόζεται το άρθρο 686 ΑΚ (ως προς αμφότερα τα εδάφια αυτού) και η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εργολάβου και αντίστοιχα η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής ή η υπερημερία αυτού, κρίνονται με βάση τις γενικές διατάξεις (ΑΠ 532/2024, ΑΠ 1914/2024, ΑΠ 1047/2023, ΑΠ 696/2023, ΑΠ 1547/2023, ΑΠ 464/2022, ΑΠ 135/2022, ΑΠ 791/2020, ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 1922/2009).
Συγκεκριμένα, κατά τις διατάξεις των 343 § 1 και 383 επ. ΑΚ, ο εργοδότης, σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου ως προς την έγκαιρη παράδοση του έργου, μπορεί: α) να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής (παράδοση του έργου) και ακόμη την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από τη μη περάτωση του έργου μέσα στη συμφωνηθείσα προθεσμία (άρθρο 343 § 1 ΑΚ) ή β) να τάξει, κατά το άρθρο 383 ΑΚ, στον εργολάβο εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδό της θα αποκρούσει την παροχή, οπότε, σε περίπτωση που η προθεσμία παρέλθει άπρακτη (ή που δεν απαιτείται να ταχθεί λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 385 ΑΚ), μπορεί περαιτέρω, επιλεκτικά, ή να ζητήσει πλήρη αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να αξιώσει, τότε, μόνο εύλογη αποζημίωση κατά το άρθρο 387 ΑΚ (ΑΠ 532/2024, ΑΠ 1047/2023).
Σε περίπτωση υπαναχώρησης του εργοδότη (η οποία μπορεί να είναι ολική ή μερική, δηλαδή μόνον κατά το ανεκτέλεστο μέρος του έργου), η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά (ολικά ή ανάλογα εν μέρει) και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζονται στο άρθρο 389 § 2 ΑΚ, δηλαδή αποσβήνονται οι συμβατικές υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ήτοι για αιτία που έληξε (άρθρα 904 επ., 912 ΑΚ, ΑΠ 968/2024, ΑΠ 645/2023).
Όμως, σε κάθε περίπτωση οι συνέπειες του άρθρου 686 εδάφιο β' του ΑΚ δεν επέρχονται και ο εργοδότης δεν δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, στην περίπτωση κατά την οποία η μη εκτέλεση του έργου οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ίδιου του εργοδότη και συγκεκριμένα σε δόλο ή βαριά αμέλειά του, ο δε συναφής ισχυρισμός του εργολάβου, ενόψει της ενδοσυμβατικής ευθύνης του και της τεκμαιρόμενης κατά τα άρθρα 330 και 342 ΑΚ, υπαιτιότητάς του, συνιστά ένσταση καταλυτική του δικαιώματος του εργοδότη να υπαναχωρήσει κατά τα ανωτέρω από τη σύμβαση έργου (ΑΠ 791/2020, ΑΠ 113/2014, ΑΠ 1489/2009, ΑΠ 1460/2005).
Τέλος, όπως συνάγεται από τα άρθρα 330, 341 και 342 ΑΚ, αν για την εκπλήρωση της παροχής του εργολάβου, ως οφειλέτη, συμφωνηθεί ορισμένη (δήλη) ημέρα, αυτός γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής, εκτός αν ο ίδιος επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η καθυστέρηση ως προς την εκπλήρωση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη.
Έτσι, το πταίσμα του εργολάβου τεκμαίρεται και δεν αποτελεί προϋπόθεση της υπαναχώρησης του εργοδότη (δανειστή), αλλά, αντίθετα, η έλλειψη πταίσματος του εργολάβου θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεστεί και να αποδείξει (ΑΠ 19/2025, ΑΠ 350/2022), οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν συνιστά λόγο άρσης της υπερημερίας, αλλά λόγο μη επέλευσής της (ΑΠ 19/2025, ΑΠ 441/2024, ΑΠ 532/2024, ΑΠ 696/2023, ΑΠ 948/2023, ΑΠ 464/2022).
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, αν παρέλθει άπρακτη η συμφωνημένη δήλη ημέρα, κατά την οποία ο εργολάβος έπρεπε να παραδώσει περατωμένο το συμφωνημένο έργο, ο εργοδότης, επικαλούμενος την κατά το άρθρο 341 § 1 ΑΚ υπερημερία του εργολάβου, έχει τις παραπάνω επιλογές που αναφέρθηκαν και που στηρίζονται πλέον όχι στο άρθρο 686 ΑΚ, αλλά στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 343 και 383 ΑΚ, ήτοι μπορεί α) να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής (εκτέλεση και παράδοση του έργου) και τη ζημία από την καθυστέρηση (άρθρο 343 ΑΚ) ή β) να τάξει, σύμφωνα με το άρθρο 383 ΑΚ, στον εργολάβο εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδό της αποκρούει την παροχή, οπότε, αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, μπορεί ή να ζητήσει αποζημίωση πλήρη για τη μη εκπλήρωση, ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και συγχρόνως να αξιώσει - τη μόνη που δικαιούται - εύλογη, κατά την περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 383 ΑΚ αποζημίωση (ΟλΑΠ 568/1975, ΑΠ 1047/2023, ΑΠ 533/2002).
Σημειώνεται δε ότι η προθεσμία του άρθρου 383 § 1 του ΑΚ δεν απαιτείται να ταχθεί, τόσο όταν ο εργοδότης λόγω της υπερημερίας του εργολάβου δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης όσο και όταν, κατά τους όρους της συναλλακτικής καλής πίστης και κατά τις συγκεκριμένες περιστάσεις, από την όλη στάση του εργολάβου προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο, όπως π.χ.
συμβαίνει όταν ο εργολάβος έδειξε πλήρη αδιαφορία για την εκπλήρωση της παροχής, ώστε από την όλη στάση του να μην είναι σε θέση να εκπληρώσει την παροχή μέσα στην εύλογη προθεσμία (ΑΠ 532/2024, ΑΠ 1914/2024).
Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς επίσης και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Έτσι, με τον λόγο αυτό ελέγχεται αν υπάρχει σφάλμα στην μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (είτε η πρόταση αυτή διατυπώνεται ρητά είτε εξυπονοείται) ή αν υπάρχει σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης (την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές) στη μείζονα (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 68/2022), μόνον όμως εφόσον υπάρχει σφάλμα και στο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 9/2022, ΟλΑΠ 1/2016).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 242/2025, ΑΠ 524/2024, ΑΠ 376/2024, ΑΠ 93/2024, ΑΠ 90/2024). Επειδή δε, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης, η προβαλλόμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό αυτής, τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει επί πλεοναστικώς ή αφηγηματικώς διαλαμβανομένων αιτιολογιών αυτής (ΑΠ 65/2023, ΑΠ 959/2022, ΑΠ 912/2020, ΑΠ 1113/2017).
Γ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 22-2-2017 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει των αναφερομένων στην αγωγή, δύο εργολαβικών συμβολαιογραφικών προσυμφώνων, που καταρτίστηκαν ανάμεσα στον ίδιο ως οικοπεδούχο - εργοδότη και την εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία, ως εργολάβο, της οποίας ο ενάγων ετύγχανε και εταίρος - διαχειριστής, συμφωνήθηκε, να οικοδομήσει η εναγομένη σε δύο οικόπεδά του, με το σύστημα της αντιπαροχής, στο ένα εξ αυτών δύο και στο άλλο πέντε ανεξάρτητες κατοικίες, εντός είκοσι τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία εκσκαφής των θεμελίων και να λάβει η εναγομένη, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, τις αναφερόμενες στην αγωγή κατοικίες.
Ότι μετά την πάροδο των είκοσι τεσσάρων μηνών από την εκσκαφή των θεμελίων, που έλαβε χώρα την 26-1-2006, η εναγομένη εργολάβος εταιρία, μετά την έκδοση των οικοδομικών αδειών, δεν ξεκίνησε τις οικοδομικές εργασίες του δευτέρου οικοπέδου, ούτε αποπεράτωσε τις κατοικίες του πρώτου οικοπέδου. Ότι ο ενάγων τα έτη 2015 και 2016 διαμαρτυρήθηκε με έγγραφες οχλήσεις του στην εναγομένη και την κάλεσε εντός προθεσμίας, που της έταξε, να εκτελέσει και να αποπερατώσει το έργο, επειδή όμως η τελευταία ουδέν έπραξε, με την αγωγή του, δήλωσε ότι ασκεί έναντι της εναγομένης εργολάβου εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 383 εδάφιο β' αλλά και το άρθρο 686 εδάφιο β' του ΑΚ, το δικαίωμά του για υπαναχώρηση από τις ανωτέρω εργολαβικές συμβάσεις που συνήφθησαν με τα προαναφερόμενα συμβόλαια.
Με βάση αυτό το ιστορικό, ζήτησε 1) να αναγνωριστεί ότι εγκύρως υπαναχώρησε από τις εργολαβικές συμβάσεις, ώστε αυτές αναδρομικά να καταργηθούν, να αποσβεστούν οι υποχρεώσεις του, έναντι αυτής και να εκπέσει η τελευταία από τα δικαιώματα της, από την εργολαβική σύμβαση, 2) να απαγορευτεί η είσοδος της εναγομένης στα αγροτεμάχια ιδιοκτησίας του και η εκτέλεση οικοδομικών εργασιών σε αυτά και 3) να αναγνωριστεί το δικαίωμα νομής και κατοχής του στα αγροτεμάχια.
Η ως άνω αγωγή, η οποία κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 335, 341, 343, 361, 383, 385, 387, 389, 396 και 686 του ΑΚ, έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη με την υπ' αριθ. 64/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και αναγνωρίσθηκε ότι η περιεχόμενη στην αγωγή δήλωση του ενάγοντος περί υπαναχώρησής του από τα με αριθμούς ...
και ...-2005 εργολαβικά συμβόλαια είναι έγκυρη και επέφερε την αναδρομική κατάργηση αυτών και την απόσβεση των υποχρεώσεων του αναιρεσείοντος έναντι της αναιρεσίβλητης.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 9-11-2018 έφεση της εναγομένης και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 730/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκρινε τυπικά και κατ' ουσία βάσιμη την έφεση, εξαφάνισε την υπ' αριθ. 64/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, κράτησε και δίκασε την κρινόμενη αγωγή και απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν, δεχόμενη ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση της εναγομένης, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 342 του ΑΚ.
Ειδικότερα, το Εφετείο, αφού παρέθεσε σχετική νομική σκέψη, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης: "Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 686 εδ. β ΑΚ με εκείνες των άρθρων 340, 383 έως 385, 387, 389, 390 και 904 επ. ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου, ο εργοδότης μπορεί ή να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, αφού τάξει στον εργολάβο εύλογη προθεσμία εκπληρώσεως, συνοδευόμενη και από τη σαφή δήλωση ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας αποκρούει την παροχή και παρέλθει πράγματι άπρακτη η προθεσμία, εκτός αν από την όλη στάση του εργολάβου προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι θα ήταν άσκοπος ο ορισμός προθεσμίας ή αν ο εργοδότης, εξαιτίας της υπερημερίας, δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της συμβάσεως.
Με τη μονομερή και απευθυντέα δήλωση του εργοδότη προς τον εργολάβο περί υπαναχωρήσεως από τη συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση, η σύμβαση αυτή καταργείται από τη στιγμή της καταρτίσεώς της (ex tunc), η νομική σχέση μεταξύ τους λύεται αυτοδικαίως και αναδρομικώς επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεών τους για παροχή που πηγάζουν από τη σύμβαση και δημιουργείται υποχρέωσή τους να αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές που τυχόν έλαβαν, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 533/2009, ΑΠ 388/2006).
Όμως, οι συνέπειες του άρθρου 686 εδ. β του ΑΚ δεν επέρχονται και ο εργοδότης δεν δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, στην περίπτωση κατά την οποία η μη εκτέλεση του έργου οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ίδιου του εργοδότη και συγκεκριμένα σε δόλο ή βαριά αμέλειά του, ο δε συναφής ισχυρισμός του εργολάβου, ενόψει της ενδοσυμβατικής ευθύνης του και της τεκμαιρόμενης κατά τα άρθρα 330 και 342 Α.Κ.
υπαιτιότητάς του, συνιστά ένσταση καταλύουσα το δικαίωμα του εργοδότη να υπαναχωρήσει κατά τα ανωτέρω από τη σύμβαση έργου... Γεγονός που απαλλάσσει τον οφειλέτη από τις συνέπειες της υπερημερίας είναι, α) η πλάνη του οφειλέτη, που δεν οφείλεται σε αμέλειά του, ή, β) το τυχηρό γεγονός και η ανώτερη βία, ή γ) το οφειλόμενο γεγονός, σε πράξη ή παράλειψη του δανειστή, ή τρίτου προσώπου, για το οποίο δεν ευθύνεται ο οφειλέτης...
Επίσης, υπερημερία που προκλήθηκε με απατηλές ενέργειες του δανειστή, δεν παράγει υπέρ αυτού, αποτελέσματα....
Στην προκειμένη περίπτωση, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τον μήνα Μάιο του έτους 2004 ο ενάγων με τα αδέλφια του Χ. και Α. Ζ. και τον Μ. Ζ. , που είναι μόνιμος κάτοικος ... , όπου εργάζεται, συνέστησαν την εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία, με εμπορική δραστηριότητα την κατασκευή κατοικιών με το σύστημα της αντιπαροχής και την πώληση αυτών.
Συγκεκριμένα, με το από 23-5-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, συστήθηκε η εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία, με την επωνυμία "...- ... Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "..." από τους Μ. Ζ. , που κατέβαλε το οριζόμενο κεφάλαιο των 30.000 ευρώ και συμμετείχε στα κέρδη και τις ζημίες αυτής κατά ποσοστό 50%, και τον αδελφό του ενάγοντος Χ. Ζ. , που συμφωνήθηκε να προσφέρει μόνο την προσωπική του εργασία και να συμμετέχει στα κέρδη και τις ζημίες κατά το υπόλοιπο ποσοστό 50%.
Εκπρόσωπος, διαχειριστής και ταμίας της εναγομένης ορίστηκε τρίτο πρόσωπο, ο Χ. Π. του Σ. Έδρα της εναγομένης ορίστηκε αρχικά η Νέα Σκιώνη της Χαλκιδικής και στη συνέχεια, από τις 15-12-2014 και εφεξής η πόλη της Θεσσαλονίκης. Στην πραγματικότητα όμως μέλη της εναγομένης ομόρρυθμης εταιρίας ήταν ο Μ. Ζ. κατά ποσοστό 50% και κατά το υπόλοιπο ποσοστό 50% μέλη αυτής, ήταν ο ενάγων και τ' αδέλφια του Χ.
και Α. Ζ. , κατά ποσοστό 16,66% ο καθένας, οι οποίοι συμφωνήθηκε να προσφέρουν την προσωπική τους εργασία στην εμπορική δραστηριότητα της εναγομένης. Για λόγους, που αφορούσαν τα πρόσωπα του ενάγοντος και των αδελφών του, συμφωνήθηκε ότι, φαινομενικά, ομόρρυθμο μέλος της εναγομένης κατά ποσοστό 50% θα ήταν ένας απ' αυτούς, ο Χ.
Ζ. Στη συνέχεια, με το από 15-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήθηκε το καταστατικό της εναγομένης και ορίστηκαν εκπρόσωποι και διαχειριστές αυτής, τα ομόρρυθμα μέλη της, Μ. Ζ. και Χ. Ζ. , ο δε τελευταίος ορίστηκε και ταμίας της. Έπειτα, με το από ...-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό αποχώρησε από την εναγομένη ο Χ. Ζ. , ο οποίος πώλησε την εταιρική του μερίδα στον ενάγοντα, ο δε τελευταίος, κατέστη ομόρρυθμο μέλος της εναγομένης κατά ποσοστό 50%.
Στη συνέχεια, με το από 5-5-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό αποχώρησε από την εναγομένη ο ενάγων, ο οποίος πώλησε την εταιρική του μερίδα στον Χ. Ζ. , ο δε τελευταίος κατέστη ομόρρυθμο μέλος της εναγόμενης φαινομενικά κατά ποσοστό 50%. Έπειτα, με το από 2-9-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό αποχώρησε από την εναγομένη ο Χ. Ζ. , ο οποίος πώλησε την εταιρική του μερίδα στον ενάγοντα, και ο τελευταίος κατέστη ομόρρυθμο μέλος της εναγομένης κατά ποσοστό 50%, καθώς και εκπρόσωπος και διαχειριστής της εναγομένης μαζί με το Μ.
Ζ. , ενώ με το από 10-11-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήθηκε η επωνυμία της εναγομένης σε "... - ... Ο.Ε.". Στη συνέχεια, με το από ...-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό αποχώρησε από την εναγομένη ο ενάγων, ο οποίος πώλησε την εταιρική του μερίδα στη μητέρα του Δ. Λ. , και η τελευταία κατέστη φαινομενικά ομόρρυθμο μέλος της εναγομένης κατά ποσοστό 50%, ενώ συγχρόνως τροποποιήθηκε η επωνυμία της εναγομένης σε "...
ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." και ορίστηκε εκπρόσωπος, διαχειριστής και ταμίας της, ο ενάγων. Έπειτα, με το από ...-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό αποχώρησε από την εναγομένη η Δ. Λ. , η οποία πώλησε την εταιρική της μερίδα κατά ποσοστό 45% στο Μ. Ζ. και κατά ποσοστό 5% στη Μ. Ζ. του Μ. , ενώ συγχρόνως ορίστηκε μοναδικός διαχειριστής, εκπρόσωπος και ταμίας της εναγομένης ο Μ.
Ζ. Την ίδια ημέρα (...-2014) η εναγομένη, εκπροσωπούμενη από τους ομόρρυθμους εταίρους της Μ. και Μ. Ζ. , με εξώδικη δήλωσή της, που επέδωσε στον ενάγοντα στις 5-5-2014, ανακάλεσε τον τελευταίο από εκπρόσωπο, διαχειριστή και ταμία, που ήταν έως τότε, κατά τα προαναφερόμενα και τον κάλεσε ν' απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια διαχείρισής της.
Εν τω μεταξύ, ο ενάγων, με τα με αριθμούς ... και ...-2005 εργολαβικά συμβόλαια (προσύμφωνα μεταβίβασης εξ αδιαιρέτου ποσοστών οικοπέδων και συμβάσεις έργου) της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Τ. - Π. , ανέθεσε στην εναγομένη εταιρία, της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, δεν έπαψε ποτέ να είναι πραγματικός εταίρος και να προσφέρει την εργασία του, να ανεγείρει με το σύστημα της αντιπαροχής, οικοδομές, σε δύο αγροτεμάχια της ιδιοκτησίας του, που βρίσκονται στη θέση "Παληοκλήσι" στην κτηματική περιφέρεια της τοπικής κοινότητας Νέας Σκιώνης του Δήμου Κασσάνδρας, των οποίων την αποκλειστική κυριότητα απέκτησε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δικαίωμα, που αναγνωρίστηκε με τη με αριθμό 167/1999 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κασσάνδρας, που κατέστη τελεσίδικη.
Ειδικότερα, με το με αριθμό ...-2005 εργολαβικό συμβόλαιο ο ενάγων ανέθεσε στην εναγόμενη, που φαινομενικά, όπως προεκτέθηκε εκπροσωπείτο από τον αδερφό του, Χ. Ζ. , να ανεγείρει με δικές της δαπάνες σε αγροτεμάχιο, εμβαδού 2.110 τ.μ., μία οικοδομή, αποτελούμενη από δύο ανεξάρτητες κατοικίες, η οποία συμφωνήθηκε να παραδοθεί μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων μηνών, από την ημερομηνία εκσκαφής των θεμελίων αυτής, στο δε οικοπεδούχο ενάγοντα συμφωνήθηκε να περιέλθει η με αριθμό δύο κατοικία, αποτελούμενη από υπόγειο, εμβαδού 79,84 τ.μ., ισόγειο, εμβαδού 65,48 τ.μ., και όροφο, εμβαδού 34,52 τ.μ. , με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης σε πισίνα διαστάσεων 5 X 7 μέτρων, ενώ η εναγομένη (εργολάβος), συμφωνήθηκε να λάβει ως εργολαβικό αντάλλαγμα τη με αριθμό - ένα - κατοικία.
Συγχρόνως, με το με αριθμό ...-2005 εργολαβικό συμβόλαιο ο ενάγων ανέθεσε στην εναγομένη, ν' ανεγείρει με δικές της δαπάνες σε αγροτεμάχιο, εμβαδού 2.142 τ.μ. κατά τον τίτλο κτήσης και εμβαδού 2.017,83 τ.μ. κατά νεότερη εμβαδομέτρηση, οικοδομή αποτελούμενη από πέντε ανεξάρτητες κατοικίες, η οποία συμφωνήθηκε να παραδοθεί μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία εκσκαφής των θεμελίων αυτής, στο δε ενάγοντα οικοπεδούχο, συμφωνήθηκε να περιέλθουν:
α) η με αριθμό - ένα - κατοικία, αποτελούμενη από υπόγειο, εμβαδού 38,85 τ.μ., ισόγειο, εμβαδού 18,64 τ.μ., κλειστό γκαράζ, εμβαδού 18,60 τ.μ., και όροφο, εμβαδού 21,36 τ.μ, και β) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της με αριθμό -τέσσερα - κατοικίας, αποτελούμενης από υπόγειο, εμβαδού 38,85 τ.μ., ισόγειο, εμβαδού 18,64 τ.μ., κλειστό γκαράζ, εμβαδού 18,60 τ.μ., και όροφο, εμβαδού 21,36 τ.μ., ενώ η εναγομένη συμφωνήθηκε να λάβει ως εργολαβικό αντάλλαγμα τις λοιπές κατοικίες.
Ο ενάγων ισχυρίστηκε, ότι προέβη στην κατάρτιση των ανωτέρω εργολαβικών συμβολαίων, προκειμένου να εκπληρώσει την άτυπα συμφωνηθείσα υποχρέωσή του, να προσφέρει στην εναγόμενη, πλην της προσωπικής του εργασίας και την ακίνητη περιουσία του. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχτηκε βάσιμος, διότι σε περίπτωση, που είχε συμφωνηθεί να συνεισφέρει ο ενάγων στην επίτευξη του σκοπού της εναγομένης, εκτός από την προσωπική του εργασία, και τα ως άνω ακίνητα, δεν θα λάμβανε στην κυριότητά του τις ανωτέρω κατοικίες, όπως συνηθίζεται στις εργολαβικές συμβάσεις με το σύστημα της αντιπαροχής, αλλά όλες οι κατοικίες θα περιέρχονταν στην κυριότητα της εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρίας, ή θα της μεταβίβαζε τα οικόπεδα κυριότητάς του.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι τον Ιανουάριο του έτους 2006, η εναγομένη εργολάβος εταιρία, εξέδωσε τις υπ' αρ. 1070 και 1068/30-12-2005 οικοδομικές άδειες για την ανέγερση των οικοδομών, οι οποίες είχαν ισχύ τεσσάρων ετών και προέβη στην εκσκαφή των θεμελίων της οικοδομής του πρώτου εργολαβικού συμβολαίου, δηλαδή της οικοδομής, που αποτελείται από δύο ανεξάρτητες κατοικίες, και έκτοτε εκτελούσε εργασίες κατασκευής αυτής, μέχρι και το έτος 2010, ενώ δεν εκτέλεσε εργασίες ανέγερσης της οικοδομής του δεύτερου εργολαβικού συμβολαίου και μάλιστα δεν ξεκίνησε την εκσκαφή των θεμελίων της.
Η οικοδομή του πρώτου εργολαβικού συμβολαίου δεν αποπερατώθηκε στο συμφωνημένο χρόνο και δη τον Ιανουάριο που έτους 2008, ήτοι σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων μηνών από την εκσκαφή των θεμελίων της, που έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 2006, ενώ δεν αποπερατώθηκε ούτε κατά το έτος 2010, που η εναγομένη έπαυσε τις οικοδομικές εργασίες.
Ειδικότερα, η με αριθμό δύο κατοικία της οικοδομής, που συμφωνήθηκε να περιέλθει στον ενάγοντα, παρουσιάζει τις εξής ελλείψεις: Δεν διαμορφώθηκε ο αύλειος χώρος, δεν κατασκευάστηκαν η πισίνα και ο βόθρος, δεν έγινε σύνδεση με τη ΔΕΗ και το δίκτυο ύδρευσης, δεν τοποθετήθηκε καλοριφέρ και λεβητοστάσιο, δεν κατασκευάστηκαν η εσωτερική σκάλα, τα κιγκλιδώματα των εξωστών, τα εσωτερικά κουφώματα, το τζάκι, η κουζίνα κλπ.
Ο ενάγων, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, ήδη από την σύσταση της εναγομένης, ήταν εταίρος της, προσέφερε την εργασία του, εναλλασσόταν πότε σε διαχείρισή της και πότε σε απλό πραγματικό μέλος της, από δε την ...-2007 έως ...-2014, δηλαδή, από τον χρόνο εκείνο και μετά, που όφειλε η εναγόμενη - εργολάβος να παραδώσει εκτελεσμένο, το έργο, που ανέλαβε, στον ενάγοντα, ετύγχανε, ο ίδιος ο ενάγων, εκπρόσωπος, διαχειριστής και ταμίας της.
Η διαχειριστική εξουσία του ενάγοντα περιλάμβανε τα εξής: Εκπροσωπούσε την εταιρία, έναντι τρίτων, δημοσίων υπηρεσιών και τραπεζών, την αντιπροσώπευε την ίδια και τα μέλη της, σχετικά με τις φορολογικές της υποθέσεις. Αναλάμβανε και κατέθετε ποσά, από τους τραπεζικούς της λογαριασμούς. Απαιτούνταν δε, η σύμπραξη του έτερου ομόρρυθμου μέλους, Μ.
Ζ. , για τις συναλλαγές με αξιόγραφα, την υπογραφή προσυμφώνων και οριστικών συμβολαίων με τρίτους, την σύναψη δανείων, την κατάρτιση συμβάσεων εργασίας και την καταγγελία αυτών, τον διορισμό δικηγόρου και την πρόσληψη λογιστή. Όσον αφορά όμως τις κατασκευές, που ήταν η κύρια εμπορική δραστηριότητα της εναγομένης, μόνος αρμόδιος, ως διαχειριστής, ήταν ο ενάγων.
Έτσι, μόνο ο ενάγων, ο οποίος άλλωστε ήταν και παραμένει μόνιμος κάτοικος Θεσσαλονίκης, σε αντίθεση με τον έτερο ομόρρυθμο εταίρο (Μ. Ζ.) και εκπρόσωπο της εναγομένης για τις προαναφερόμενες πράξεις, ο οποίος ήταν και παραμένει μόνιμος κάτοικος ..., είχε εκ των πραγμάτων τη δυνατότητα και όχι μόνο την εξουσία, να πραγματοποιεί, ό,τι ήταν αναγκαίο για την εκτέλεση των εργασιών της αποπεράτωσης των οικοδομών, που ως οικοπεδούχος ανέθεσε να φέρει σε πέρας, η εναγομένη εργολάβος εταιρία, που ο ίδιος εκπροσωπούσε.
Παρά ταύτα, δεν προέβη στην συνέχιση των εργασιών, ώστε να ολοκληρωθεί η κατασκευή των οικοδομών του υπ' αρ. .../2005 εργολαβικού προσυμφώνου, ούτε έκανε έναρξη των εργασιών των οικοδομών του υπ' αρ. .../2005, έτερου εργολαβικού. Ο αγωγικός ισχυρισμός ότι ως διαχειριστής της εναγομένης δεν προχώρησε στο ένα οικόπεδο και δεν ολοκλήρωσε στο άλλο οικόπεδο, τις οικοδομικές εργασίες, επειδή ο εταίρος Μ.
Ζ. , αν και είχε αναλάβει την χρηματοδότηση της εταιρίας, δεν χρηματοδοτούσε τις εργασίες, δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε οφειλές προς τρίτους και δεν επιθυμούσε την συνέχιση των οικοδομικών εργασιών και την αποπεράτωση των κατοικιών στα οικόπεδά του, ενόψει του κινδύνου κατάσχεσής τους.
Αναφορικά δε, με τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι η εναγομένη εταιρία, μέσω του συνεταίρου του, Μ. Ζ. , δεν χρηματοδοτούσε το έργο που της ανέθεσε, αποδείχθηκε ότι, όσο ο ίδιος ήταν διαχειριστής της, μετά το 2007, η εναγομένη, προέβη σε πωλήσεις ακινήτων που κατασκεύασε, αντικειμενικής αξίας 596.027,64 ευρώ, με τα υπ' αρ. .../2007, .../2011, .../2013, .../2008, .../2011, .../2011, .../2011, .../2012 συμβόλαια και τα χρήματα, που εισήλθαν στο ταμείο της διαχειριζόταν ο ενάγων, σύμφωνα με το από ...-2007 καταστατικό της.
Όσο δε χρονικό διάστημα ο ενάγων ήταν διαχειριστής της εναγομένης, ουδέποτε ζήτησε την οικονομική συνδρομή του συνεταίρου του για την περάτωση του έργου του, ούτε διαμαρτυρήθηκε ποτέ για την μη ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών, που ο ίδιος ατομικά, ως εκπρόσωπος της εναγομένης όφειλε να επιβλέπει, πολύ περισσότερο, που επρόκειτο για έργα σε δικά του οικόπεδα.
Πρώτη φορά διαμαρτυρήθηκε ο ενάγων, την 8-12-2015, ήτοι μετά από επτά χρόνια αφότου, έπρεπε να παραδοθεί ολοκληρωμένη η μία κατοικία του και οι λοιπές στο δεύτερο οικόπεδό του, όταν επέδωσε στην εναγομένη την από 4-12-2015 εξώδικη διαμαρτυρία του, με την οποία την κάλεσε να εκτελέσει τις εργασίες, που ανέλαβε με τις εργολαβικές συμβάσεις.
Στη συνέχεια, την 8-7-2016 ο ενάγων επέδωσε στην εναγομένη εξώδικη δήλωσή του, με την οποία την κάλεσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της από τις εργολαβικές συμβάσεις μέχρι τις 22-7-2016, δηλώνοντας συγχρόνως ότι μετά την ημερομηνία αυτή θ' ασκήσει το δικαίωμά του να υπαναχωρήσει από την σύμβαση και να ζητήσει αποζημίωση.
Ήδη όμως, από το έτος 2011, είχαν εμφιλοχωρήσει διαφωνίες στις σχέσεις του ενάγοντος και του συνεταίρου του, Μ. Ζ. , ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ο αποκλειστικός χρηματοδότης της εναγόμενης. Ειδικότερα, ο Μ. Ζ. ζητούσε επανειλημμένα από τον ενάγοντα, να του αποδώσει λογαριασμό για το σύνολο των έργων, που εκτέλεσε η εναγομένη, σε οικόπεδα τρίτων, ώστε, μετά την αφαίρεση των εξόδων, να προσδιοριστούν τα κέρδη της.
Επίσης, ο Μ. Ζ. , ήδη από το έτος 2011, ζητούσε επανειλημμένα από τους Χ. και Α. Ζ. να του αποδώσουν λογαριασμό για το σύνολο των οικοδομικών έργων, που εκτέλεσε η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ... Ο.Ε.", την οποία επίσης χρηματοδοτούσε. Όμως, ο ενάγων απέφευγε να αποδώσει στο Μ. Ζ. λογαριασμό και το Φεβρουάριο του έτους 2014 οι σχέσεις τους διακόπηκαν.
Στη συνέχεια, ο Μ. Ζ. , προκειμένου να ρυθμιστούν εξωδικαστικά οι ανωτέρω οικονομικές εκκρεμότητες, ήρθε σε συμφωνία με τους Χ. και Α. Ζ. και τη μητέρα τους Δ. Λ. Έτσι, με το από ...- 2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ του Μ. Ζ. , των αδελφών του ενάγοντος Χ. και Α. Ζ. και της μητέρας τους Δ. Λ. , οι τελευταίοι αναγνώρισαν τις οφειλές της εναγόμενης προς το Μ.
Ζ. , ποσού 1.989.883,96 ευρώ, που αφορά δάνειο του τελευταίου προς την εναγόμενη, και ποσού 1.000.000 ευρώ, που αφορά ποσοστό 50% από τα επιτευχθέντα κέρδη από την εμπορική δραστηριότητα αυτής, ενώ, προς απόσβεση των οφειλών αυτών, συμφωνήθηκε ν' αποχωρήσει η Δ. Λ. από την εναγομένη, μεταβιβάζοντας χωρίς να λάβει αντάλλαγμα, την εταιρική της μερίδα, κατά ποσοστό 45%, στο Μ.
Ζ. και κατά ποσοστό 5%, στη Μ. Ζ. , καθώς και να μεταβιβάσει στο Μ. Ζ. , η ομόρρυθμη εταιρία "ΑΦΟΙ ... Ο.Ε." δύο διαμερίσματα. Επίσης, συμφωνήθηκε, ότι θα προβούν στην ακύρωση των με αριθμούς ... και .../2005 εργολαβικών συμβολαίων, με τα οποία η εναγομένη ανέλαβε ν' ανεγείρει οικοδομές σε αγροτεμάχιο του ενάγοντος (δεύτερο επίδικο εργολαβικό συμβόλαιο) και του αδερφού του, Χ.
Ζ. , αντίστοιχα, διότι δεν άρχισε η οικοδόμησή τους. Με το ίδιο συμφωνητικό η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση, ν' αποπερατώσει μέχρι τις 31-12-2014, την ημιτελή οικοδομή του ενάγοντος, από το πρώτο εργολαβικό συμβόλαιο. Όμως, ο ενάγων εναντιώθηκε στην άνω συμβιβαστική πρόταση και δεν επιτεύχθηκε οποιαδήποτε συμφωνία.
Επιπλέον όμως και μετά το έτος 2010, όπως και μετά το έτος 2014, δεν στάθηκε δυνατό να ολοκληρωθεί η ανοικοδόμηση της κατοικίας του ενάγοντος και να ξεκινήσει η εκτέλεση του έργου ανέγερσης των κατοικιών του δεύτερου εργολαβικού συμβολαίου. Τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε, ήταν ανέφικτη η εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, του πρώτου εργολαβικού, διότι είχε απωλεσθεί από το Πολεοδομικό Γραφείο του Δήμου Νέας Προποντίδας ο φάκελος της οικοδομικής άδειας, γεγονός το οποίο διαπίστωσε η εναγόμενη την 8-8-2013, ο δε μηχανικός Κ.
Μ. , στον οποίο ο ενάγων ανέθεσε την ανασύσταση του φακέλου, αν και έλαβε στις 10-6-2014 από το Μ. Ζ. την αμοιβή του, ποσού 1.500 ευρώ, κωλυσιεργούσε να προβεί στις ενδεδειγμένες ενέργειες. Από τις 10-6-2014 μέχρι τις 25-10-2015, ο ενάγων δεν διευθετούσε το θέμα της ανασύστασης του φακέλου της άδειας, η οποία επετεύχθη στις 25-1-2016, μετά από ενέργειες του Μ.
Ζ. , ο οποίος πλέον ήταν κατά τα προαναφερόμενα, μόνος διαχειριστής της εναγόμενης, μετά την ανάκληση του ενάγοντα. Επίσης, αναφορικά με την οικοδομή του πρώτου εργολαβικού (.../2005), που δεν αποπερατώθηκε και την άλλη, του δεύτερου εργολαβικού, που δεν ξεκίνησε ούτε η εκσκαφή του οικοπέδου, ο ενάγων δεν επιμελήθηκε την αναθεώρηση των οικοδομικών αδειών, η ισχύς των οποίων είχε ήδη λήξει από την 30-12-2009, όσο ο ίδιος ήταν διαχειριστής της εναγόμενης εργολάβου.
Επίσης, κωλυσιεργούσε συνεχώς να προβεί στη νομιμοποίηση αυθαιρέτων κατασκευών στην κατοικία του, που έμενε να ολοκληρωθεί και μόνο την 13-11-2014, μετά από οχλήσεις του νέου πλέον διαχειριστή της εναγομένης, προέβη σε δήλωση ένταξης των αυθαιρέτων κατασκευών, που κατ' εντολή του πραγματοποιήθηκαν, στο Ν. 4178/2013, αρ. 11.
Πέραν όμως, των ανωτέρω προβλημάτων που ανέκυψαν και μετά το έτος 2008 και μετά το 2014, ανέκυψε και έτερο τεχνικό πρόβλημα, δηλαδή η μία από τις δύο κατοικίες του πρώτου εργολαβικού που ελάμβανε ο ενάγων, είχε κτιστεί, μέσα σε ξένο οικόπεδο και ειδικότερα, αυτό του αδερφού του Χ. , αν και στο τοπογραφικό, που είχε αποτυπωθεί στην άδεια οικοδομής, όπως φαινόταν το οικόπεδο σε πλάγια θέση, εσφαλμένα, περιλάμβανε και την κατοικία του ενάγοντα.
Έτσι, όμως, χωρίς την κατάρτιση νέας συμβολαιογραφικής πράξης, ορισμού του οικοπέδου του ενάγοντα και στην συνέχεια νέας εργολαβικής σύμβασης, λαμβάνοντας υπόψη ότι το οικόπεδο επί του οποίου χτίστηκε η μία κατοικία του ενάγοντα ήταν σε όρθια και όχι πλάγια θέση, δεν ήταν δυνατή η συνέχιση και αποπεράτωση των οικοδομικών εργασιών.
Σύμφωνα λοιπόν με όλα όσα αποδείχθηκαν, τόσο η μη ολοκλήρωση του έργου, που συμφωνήθηκε με το πρώτο εργολαβικό συμβόλαιο, όσο και η μη έναρξη των οικοδομικών εργασιών, που συμφωνήθηκαν με το δεύτερο εργολαβικό συμβόλαιο, οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντα εργοδότη, ο οποίος συγκεντρώνοντας στο πρόσωπό του, τόσο την ιδιότητα του εργοδότη - οικοπεδούχου, όσο και την ιδιότητα του διαχειριστή της εργολάβου εταιρίας, στην οποία ο ίδιος ανέθεσε την εκτέλεση του έργου του, από την έκδοση των οικοδομικών αδειών τον μήνα Δεκέμβριο 2005 έως και την καταληκτική ημερομηνία παράδοσης των κατοικιών τον Ιανουάριο του έτους 2008, πλέον ως διαχειριστής της εργολάβου εναγομένης, ο οποίος και ήταν σε θέση ως μόνιμος κάτοικος εσωτερικού, σε αντίθεση με τον συνεταίρο του, κάτοικο ..., να επιβλέπει και να ολοκληρώνει τα έργα, πολύ περισσότερο που επρόκειτο για δικές του κατοικίες, ουδέν έπραξε.
Στην συνέχεια μάλιστα, μέχρι και την ...-2014, οπότε ανακλήθηκε από διαχειριστής και ταμίας της εναγομένης, όχι μόνο δεν έπραξε ο,τιδήποτε για την ολοκλήρωση του ενός και έναρξη του άλλου έργου του, αλλά και εμπόδιζε την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών. Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ομόρρυθμης - εργολάβου εταιρίας, ότι οι συνέπειες του άρθρου 686 εδ.
α' ΑΚ δεν επήλθαν και ο ενάγων - εργοδότης δεν εδικαιούτο να υπαναχωρήσει από τις προαναφερόμενες συμβάσεις, επειδή η μη ολοκλήρωση των έργων οφείλονταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος εργοδότη και συγκεκριμένα, τόσο σε βαριά αμέλειά του αρχικά, όσο σε δόλο του στην συνέχεια, ο οποίος αποτελεί ένσταση, κατά τα προαναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη και είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, είναι και ουσιαστικά βάσιμος.
Δεκτής δε, γενομένης της προαναφερόμενης ένστασης, καταλύεται το δικαίωμα του ενάγοντος εργοδότη να υπαναχωρήσει από την σύμβαση και να επέλθουν οι νόμιμες συνέπειες της υπαναχώρησης και ως εκ τούτου και η αγωγή του, είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχτηκε μεν πως αποδείχθηκε η άνω υπαίτια συμπεριφορά του ενάγοντος, αλλά ότι αυτή δεν αναίρεσε την υπερημερία της εναγομένης και στην συνέχεια έκανε δεκτή την αγωγή κατά το αίτημα αναγνώρισης ως ισχυρής της δήλωσης υπαναχώρησης του ενάγοντος, που ασκήθηκε με την αγωγή, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε, πρέπει δε, δεκτής γενομένης της έφεσης της εκκαλούσας, ως ουσιαστικά βάσιμης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί και δικαστεί η αγωγή, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".
Δ. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και τον συναφή πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ειδικότερα 1) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 686 εδάφιο α' του ΑΚ, το οποίο εσφαλμένα εφάρμοσε, αν και δέχθηκε ότι κατά τον χρόνο δήλωσης της υπαναχώρησης από τον αναιρεσείοντα (το έτος 2016) η υπερημερία είχε ήδη επέλθει (1/2008) και συνεπώς εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 686 εδάφιο β' του ΑΚ, την οποία το Εφετείο δεν εφάρμοσε, και όχι η διάταξη του άρθρου 686 εδάφιο α' του ΑΚ, 2) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 341 και 342 του ΑΚ, διότι, κατά τα διαλαμβανόμενα από τον αναιρεσείοντα, τα περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως αποδεικτέα προς θεμελίωση της ως άνω ένστασης, εκ του άρθρου 342 ΑΚ, τυγχάνουν νομικά αδιάφορα, αφού τοποθετούνται χρονικά σε σημείο μετά την συμφωνηθείσα ημερομηνία για παράδοση του έργου (τον Ιανουάριο του 2008) και συγκεκριμένα διότι ι) η ιδιότητα του αναιρεσείοντος - εργοδότη ως διαχειριστή της αναιρεσίβλητης εργολάβου διήρκεσε από ...-2007 έως ...-2014 και είχε τις περιορισμένες αρμοδιότητες και εξουσίες που του προσέδιδε το από ...-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, συνέπεσε δηλαδή με τον χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να ολοκληρωθεί το έργο μόνο για χρονική περίοδο έντεκα (11) μηνών, ήτοι από το Μάρτιο του 2007 έως τον Ιανουάριο του 2008, οπότε και έπρεπε να παραδοθεί το έργο, ιι) η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό περί αδυναμίας του αναιρεσείοντος, ως διαχειριστή της εναγομένης, να ολοκληρώσει τα δύο έργα εξαιτίας άρνησης εκ μέρους του χρηματοδότη και εταίρου της, Μ.
Ζ. , να τα χρηματοδοτήσει, δέχθηκε εσφαλμένα ότι όσο ο αναιρεσείων ήταν διαχειριστής της, μετά το 2007, η εναγομένη είχε κεφάλαια για να χρηματοδοτήσει την κατασκευή των ακινήτων αφού προέβη σε πωλήσεις ακινήτων που κατασκεύασε, αντικειμενικής αξίας 596.027,64 ευρώ, με τα υπ' αριθ. .../2007, .../2011, .../2013, .../2008, .../2011, .../2011, .../2011 και .../2012 συμβόλαια, αν και η μοναδική πώληση για την οποία συμβλήθηκε η εναγομένη το επίμαχο χρονικό διάστημα (ήτοι μέχρι τον Ιανουάριο του 2008, οπότε έπρεπε να παραδοθεί το έργο), κατά το οποίο ο αναιρεσείων ήταν διαχειριστής της, ήταν το υπ' αριθ. .../2007 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, ιιι) με βάση τις παραδοχές της απόφασης, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων δεν ζήτησε την οικονομική συνδρομή για την ολοκλήρωση του έργου και διαμαρτυρήθηκε για πρώτη φορά το 2015 και έταξε προθεσμία το 2016 για εκπλήρωση της παροχής, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι εάν δεν εκπληρωθεί θα υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, έγινε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών αυτών στο πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, άλλως ψευδής ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων.
Τούτο δε διότι, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, και αληθή υποτιθέμενα τα περιστατικά που διαλαμβάνονται στις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α) σύμφωνα με το άρθρο 341 ΑΚ όταν έχει συμφωνηθεί δήλη ημέρα δεν απαιτείται όχληση για την επέλευση της υπερημερίας, β) η μεταγενέστερη της υπερημερίας όχληση και προθεσμία στον οφειλέτη (εργολάβο) για εκπλήρωση της παροχής και η δήλωση του δανειστή (εργοδότη) ότι σε αντίθετη περίπτωση υπαναχωρεί από την σύμβαση αφενός είναι νόμιμη αφετέρου δεν αναιρεί την ήδη επελθούσα υπερημερία του εργολάβου και γ) και τα λοιπά περιστατικά που αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση προς θεμελίωση της υπαιτιότητας του εργοδότη - αναιρεσείοντος φέρονται να έλαβαν χώρα στο σύνολό τους "μετά το έτος 2010, όπως και μετά το έτος 2014", ήτοι μετά τον Ιανουάριο του 2008, οπότε είχε συμφωνηθεί να παραδοθεί το έργο.
Με βάση τους παραπάνω ισχυρισμούς, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι έλαβε χώρα εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ για την στοιχειοθέτηση της ένστασης αποκλειστικής υπαιτιότητας του εργοδότη - αναιρεσείοντος για την μη εκτέλεση του έργου. Επιπλέον, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση τόσο με την μείζονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού όσον και με τις παραδοχές της εσφαλμένα ερμήνευσε τις εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 686 εδάφιο β' του ΑΚ, 340, 383 έως 389, 390 και 904 του ΑΚ, και για το λόγο ότι εξάρτησε την επέλευση των συνεπειών της υπερημερίας της εναγομένης - εργολάβου και της άσκησης δικαιώματος υπαναχώρησης από τη μεριά του αναιρεσείοντος - εργοδότη από προηγούμενη όχληση και προθεσμία στην εναγομένη - εργολάβο, εφόσον δέχθηκε ότι η υπερημερία της τελευταίας έλαβε χώρα μετά την εξώδικη δήλωση που της επέδωσε ο αναιρεσείων στις 8-7-2016, αν και δεν είχε νόμιμη υποχρέωση, με την οποία της έταξε προθεσμία μέχρι τις 22-7-2016 για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της.
Διαλαμβάνει επίσης ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο ότι από τις παραπάνω εσφαλμένες παραδοχές της απόφασης καθώς και από την παραδοχή ότι από την ...-2014 ο αναιρεσείων ανακλήθηκε από διαχειριστής της εταιρείας, συνάγεται, αν και δεν διατυπώνεται ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση, το αυτονόητο λογικό συμπέρασμα ότι υπήρχε επαρκέστατος χρόνος μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (22-2-2017) ώστε να γίνει ολοκλήρωση των εργασιών για την κατασκευή της οικίας του, η μη ολοκλήρωση της οποίας την καθιστούσε υπερήμερη και έκπτωτη.
Οι παραπάνω λόγοι πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμοι. Και τούτο διότι: 1) Εσφαλμένα ο αναιρεσείων υπολαμβάνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 686 εδάφιο α' του ΑΚ. Αντίθετα, από τις παραδοχές της απόφασης προκύπτει με σαφήνεια ότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις γενικές διατάξεις των άρθρων 340, 341, 342, 383 έως 385, 387, 389, 390 του ΑΚ, που αφορούν στην ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής και εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 686 εδάφιο β' του ΑΚ, που επίσης εφάρμοσε, μετά την παρέλευση άπρακτης της συμφωνημένης δήλης ημέρας για την παράδοση του έργου, στις οποίες εξάλλου έχει έρεισμα και η αγωγή του.
Σύμφωνα δε και με όσα έχουν αναφερθεί στην υπό στοιχεία
ΙΙΑ νομική σκέψη της παρούσας, αν παρέλθει άπρακτη η συμφωνημένη δήλη ημέρα, κατά την οποία ο εργολάβος έπρεπε να παραδώσει περατωμένο το συμφωνημένο έργο, όπως εν προκειμένω, ο εργοδότης (και εν προκειμένω ο αναιρεσείων), επικαλούμενος την κατά το άρθρο 341 § 1 του ΑΚ υπερημερία του εργολάβου, έχει τις επιλογές, που στηρίζονται πλέον όχι στο άρθρο 686 του ΑΚ, αλλά στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 343 και 383 του ΑΚ, εκτός εάν αυτός (ο εργολάβος) επικαλεσθεί και αποδείξει, κατ' ένσταση, ότι η καθυστέρηση ως προς την εκπλήρωση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη (ΑΚ 342), όπως εν προκειμένω δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την ένσταση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, εκ του άρθρου 342 του ΑΚ, ότι δηλαδή αυτή δεν ευθύνεται για την μη παράδοση του έργου στον αναιρεσείοντα την συμφωνημένη δήλη ημέρα (Ιανουάριο του 2008) και για την μη έγκαιρη έναρξη εργασιών για το δεύτερο έργο και συνεπώς δεν επήλθαν οι συνέπειες της υπερημερίας της, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερα σαφείς παραδοχές ότι 1) ο ενάγων, με τα με αριθμούς ...
και ...-2005 εργολαβικά συμβόλαια (προσύμφωνα μεταβίβασης εξ αδιαιρέτου ποσοστών οικοπέδων και συμβάσεις έργου) της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Τ. - Π. , ανέθεσε στην εναγομένη εταιρία, της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, δεν έπαψε ποτέ να είναι πραγματικός εταίρος και να προσφέρει την εργασία του, να ανεγείρει με το σύστημα της αντιπαροχής, οικοδομές, σε δύο αγροτεμάχια της ιδιοκτησίας του, που βρίσκονται στη θέση "Παληοκλήσι" στην κτηματική περιφέρεια της τοπικής κοινότητας Νέας Σκιώνης του Δήμου Κασσάνδρας... (7η σελίδα, στίχοι 2-11), 2) Ο ίδιος (ενάγων), ήδη από την σύσταση της εναγομένης, ήταν εταίρος της, προσέφερε την εργασία του, εναλλασσόταν πότε σε διαχείρισή της και πότε σε απλό πραγματικό μέλος της, από δε την ...-2007 έως ...-2014, δηλαδή, από τον χρόνο εκείνο και μετά, που όφειλε η εναγόμενη - εργολάβος να του παραδώσει εκτελεσμένο, το έργο, που ανέλαβε, ετύγχανε εκπρόσωπος, διαχειριστής και ταμίας της...(9η σελίδα, στίχοι 6-12) καθώς και ότι όσον αφορά όμως τις κατασκευές, που ήταν η κύρια εμπορική δραστηριότητα της εναγομένης, μόνος αρμόδιος, ως διαχειριστής, ήταν ο ενάγων, 3) Σε αντίθεση με τον έτερο ομόρρυθμο εταίρο (Μ.
Ζ.) και εκπρόσωπο της εναγομένης για τις προαναφερόμενες πράξεις, ο οποίος ήταν και παραμένει μόνιμος κάτοικος ... , ο ενάγων, ο οποίος άλλωστε ήταν και παραμένει κάτοικος Θεσσαλονίκης, είχε εκ των πραγμάτων τη δυνατότητα και όχι μόνο την εξουσία, να πραγματοποιεί ό,τι ήταν αναγκαίο για την εκτέλεση των εργασιών της αποπεράτωσης των οικοδομών, που ως οικοπεδούχος ανέθεσε να φέρει σε πέρας, η εναγομένη εργολάβος εταιρία, που ο ίδιος εκπροσωπούσε, πλην όμως, δεν προέβη στην συνέχιση των εργασιών, ώστε να ολοκληρωθεί η κατασκευή των οικοδομών του υπ' αρ. .../2005 εργολαβικού προσυμφώνου, ούτε έκανε έναρξη των εργασιών των οικοδομών του υπ' αρ. .../2005, έτερου εργολαβικού... (9η σελίδα, στίχοι 22-34, 10η σελίδα, στίχος 1).
Επιπλέον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός ότι ο ενάγων ως διαχειριστής της εναγομένης δεν προχώρησε στο ένα οικόπεδο και δεν ολοκλήρωσε στο άλλο οικόπεδο τις οικοδομικές εργασίες, επειδή ο εταίρος Μ. Ζ. , αν και είχε αναλάβει την χρηματοδότηση της εταιρίας, δεν χρηματοδοτούσε τις εργασίες.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε οφειλές προς τρίτους και δεν επιθυμούσε την συνέχιση των οικοδομικών εργασιών και την αποπεράτωση των κατοικιών στα οικόπεδά του, ενόψει του κινδύνου κατάσχεσής τους. Αναφορικά δε, με τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι η εναγομένη εταιρία, μέσω του συνεταίρου του, Μ.
Ζ. , δεν χρηματοδοτούσε το έργο που της ανέθεσε, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, αποδείχθηκε ότι, όσο ο ίδιος ήταν διαχειριστής της ουδέποτε ζήτησε την οικονομική συνδρομή του συνεταίρου του για την αποπεράτωση του έργου του, ούτε διαμαρτυρήθηκε ποτέ για την μη ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών, που ο ίδιος ατομικά, ως εκπρόσωπος της εναγομένης όφειλε να επιβλέπει... (10η σελίδα, στίχοι 2-8, 17-21) καθώς και ότι ο Μ.
Ζ. ζητούσε επανειλημμένα από τον ενάγοντα, να του αποδώσει λογαριασμό για το σύνολο των έργων, που εκτέλεσε η εναγομένη, σε οικόπεδα τρίτων, ώστε, μετά την αφαίρεση των εξόδων, να προσδιοριστούν τα κέρδη της... (11η σελίδα, στίχοι 3-6). Συνακόλουθα με τα παραπάνω το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι τόσο η μη ολοκλήρωση του έργου, που συμφωνήθηκε με το πρώτο εργολαβικό συμβόλαιο, όσο και η μη έναρξη των οικοδομικών εργασιών, που συμφωνήθηκαν με το δεύτερο εργολαβικό συμβόλαιο, οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντα εργοδότη, ο οποίος συγκεντρώνοντας στο πρόσωπό του, τόσο την ιδιότητα του εργοδότη - οικοπεδούχου, όσο και την ιδιότητα του διαχειριστή της εργολάβου εταιρίας, στην οποία ο ίδιος ανέθεσε την εκτέλεση του έργου του, από την έκδοση των οικοδομικών αδειών τον μήνα Δεκέμβριο 2005 έως και την καταληκτική ημερομηνία παράδοσης των κατοικιών τον Ιανουάριο του έτους 2008, πλέον ως διαχειριστής της εργολάβου εναγομένης, ο οποίος και ήταν σε θέση ως μόνιμος κάτοικος εσωτερικού, σε αντίθεση με τον συνεταίρο του, κάτοικο ..., να επιβλέπει και να ολοκληρώνει τα έργα, πολύ περισσότερο που επρόκειτο για δικές του κατοικίες, ουδέν έπραξε... (13η σελίδα, στίχοι 9-23)".
Συνεπώς, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν, υπάγονταν στη διάταξη του άρθρου 686 εδάφιο β' και στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 342, 383 έως 385, 387, 389, 390 του ΑΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, και παράλληλα διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Η αναφορά δε στην προσβαλλόμενη απόφαση (στη σελ. 13, στους στίχους 27 επ) ότι "ο ισχυρισμός της εναγομένης ομόρρυθμης - εργολάβου εταιρίας, ότι οι συνέπειες του άρθρου 686 εδ. α' του ΑΚ δεν επήλθαν και ο ενάγων εργοδότης δεν δικαιούτο να υπαναχωρήσει από τις προαναφερόμενες συμβάσεις, επειδή η μη ολοκλήρωση των έργων οφείλονταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος εργοδότη και συγκεκριμένα, τόσο σε βαριά αμέλειά του αρχικά, όσο και σε δόλο του στην συνέχεια, ο οποίος αποτελεί ένσταση...και είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, είναι και ουσιαστικά βάσιμος" δεν οφείλεται σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 686 εδάφιο α' του ΑΚ από το Δικαστήριο, αλλά στο γεγονός ότι, όπως προαναφέρθηκε στην υπό στοιχεία ΙΙΑ μείζονα σκέψη της παρούσας, οι γενικές διατάξεις για την ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής εφαρμόζονται στη σύμβαση έργου όταν η υπερημερία του εργολάβου προέρχεται από την μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που αναφέρονται στο εδάφιο α' του άρθρου 686 του ΑΚ, όπως εν προκειμένω.
Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις διατάξεις των άρθρων 341 και 342 ΑΚ, δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης εργολάβου, ότι δηλαδή "ο ενάγων εργοδότης δεν δικαιούτο να υπαναχωρήσει από τις προαναφερόμενες συμβάσεις, επειδή η μη ολοκλήρωση των έργων οφείλονταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος εργοδότη και συγκεκριμένα, τόσο σε βαριά αμέλειά του αρχικά, όσο και σε δόλο του...".
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε προς θεμελίωση της ως άνω ένστασης εκ του άρθρου 342 του ΑΚ και αντίστοιχα της υπαιτιότητας του εργοδότη - αναιρεσείοντος περιστατικά που τοποθετούνται χρονικά σε σημείο μετά την συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης του έργου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες προεχόντως διότι τα περιστατικά αυτά αφορούν πλεοναστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες δεν στηρίζουν το διατακτικό της, αλλά αναφέρονται προς ενδυνάμωση του σαφούς πορίσματός της ως προς το γεγονός ότι οι συνέπειες της υπερημερίας της εναγομένης ουδέποτε επήλθαν και ο ενάγων - αναιρεσείων δεν εδικαιούτο να υπαναχωρήσει από τις προαναφερόμενες συμβάσεις, επειδή η μη ολοκλήρωση των έργων οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητά του και συγκεκριμένα "τόσο σε βαριά αμέλειά του αρχικά, όσο σε δόλο του στην συνέχεια", σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Έτσι, οι περιεχόμενες, πλεοναστικά, ως άνω παραδοχές στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν επέδρασαν στη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, που στηρίχθηκε αποκλειστικά στο γεγονός ότι ο αναιρεσείων εξ αρχής επέδειξε βαριά αμέλεια ως προς την εκπλήρωση των δικών του υποχρεώσεων έναντι της αναιρεσίβλητης.
Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο παραβίασε τόσο στην μείζονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού όσο και με τις παραδοχές της, ευθέως ή εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 686 εδάφιο β' του ΑΚ και τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 383 - 389, 390 και 904 του ΑΚ, επειδή εξάρτησε την επέλευση των συνεπειών της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης - εργολάβου και της άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησής του από προηγούμενη όχληση και προθεσμία, δεχόμενη ότι η υπερημερία της τελευταίας έλαβε χώρα μετά την εξώδικη δήλωση που της επέδωσε ο αναιρεσείων στις 8-7-2016, αν και δεν είχε νόμιμη υποχρέωση, με την οποία της έταξε προθεσμία μέχρι τις 22-7-2016 για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι οι συνέπειες της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης ουδέποτε επήλθαν, εξαιτίας αρχικά της αμέλειας (απραξίας) και στη συνέχεια υπαιτιότητας (δόλου) του ίδιου του αναιρεσείοντος, την οποία (υπαιτιότητα και απραξία) στήριξε στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που έκρινε ότι αποδείχθηκαν καθώς και (πλεοναστικά) στο γεγονός ότι και "...μέχρι την ...-2014, οπότε ο αναιρεσείων ανακλήθηκε από διαχειριστής και ταμίας της εναγομένης, όχι μόνο δεν έπραξε ο,τιδήποτε για την ολοκλήρωση του ενός και έναρξη του άλλου έργου του, αλλά εμπόδιζε την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών".
Σε κάθε περίπτωση, οι ως άνω αιτιάσεις, είναι και απαράδεκτες καθόσον υπό το πρόσχημα της από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, διαλαμβάνει ότι εφόσον στο πρόσωπό του συνέπιπταν οι ιδιότητες του εργοδότη και του εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης εταιρείας και ο ίδιος θεωρήθηκε υπαίτιος για την μη ολοκλήρωση των έργων, είναι υπαίτια και η αναιρεσίβλητη, η οποία κατά τον χρόνο εκείνο εκπροσωπείτο από αυτόν, λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή, κατ' άρθρο 330 ΑΚ και συνεπώς η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η προβληθείσα εκ του άρθρου 342 του ΑΚ ένσταση και απερρίφθη η αγωγή είναι αποτέλεσμα εσφαλμένης υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στον ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ο πρόσθετος λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον για να υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη και εν προκειμένω της αναιρεσίβλητης για το πταίσμα άλλου προσώπου και εν προκειμένω του αναιρεσείοντος, ως νομίμου εκπροσώπου της, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, απαιτείται το πρόσωπο αυτό να ενήργησε για υπόθεση της αναιρεσίβλητης και όχι για δική του υπόθεση, όπως στην προκειμένη περίπτωση ενήργησε ο αναιρεσείων (Γ. Μπαλή, Ενοχικόν Δίκαιον, έκδοση 1952, παρ. 46, σελ. 175).
Ε. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, ενώ δεν συνιστούν πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, οι αρνητικοί, των ουσιωδών σύμφωνα με τα προαναφερόμενα ισχυρισμών, ισχυρισμοί των διαδίκων ή τα επιχειρήματα αυτών ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο λόγος αυτός παρίσταται αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη για την άμεση ή έμμεση απόδειξη συγκεκριμένου ισχυρισμού, ανεξάρτητα αν, ύστερα από την εκτίμησή τους, κατέληξε σε, έστω και εσφαλμένη, για τα πράγματα κρίση, η οποία όμως είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 44/2025, ΑΠ 700/2024, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 579/2024, ΑΠ 213/2024, ΑΠ 201/2024, ΑΠ 144/2024, ΑΠ 132/2024, ΑΠ 105/2024, ΑΠ 47/2023).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ και ειδικότερα διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, πιο συγκεκριμένα δε, δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη 1) ότι "ο ενάγων είχε οφειλές προς τρίτους και δεν επιθυμούσε την συνέχιση των οικοδομικών εργασιών και την αποπεράτωση των κατοικιών στα οικόπεδά του, ενόψει του κινδύνου κατάσχεσής τους", αν και δεν προσκομίσθηκε κανένα έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό μέσο από το οποίο να προκύπτει ότι πράγματι ο αναιρεσείων είχε οφειλές προς τρίτους ούτε ο παραπάνω ισχυρισμός συνομολογήθηκε από τον ίδιο, αντίθετα μάλιστα τον αρνήθηκε με την πρωτοδίκως κατατεθείσα προσθήκη - αντίκρουσή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, 2) ότι "ο μηχανικός Κ.
Μ., στον οποίο ο ενάγων ανέθεσε την ανασύσταση του φακέλου, αν και έλαβε στις 10-6-2014 από το Μ. Ζ. την αμοιβή του, ποσού 1.500 ευρώ, κωλυσιεργούσε να προβεί στις ενδεδειγμένες ενέργειες. Από τις 10-6-2014 μέχρι της 25-10-2015, ο ενάγων δεν διευθετούσε το θέμα της ανασύστασης του φακέλου της άδειας, η οποία επετεύχθη στις 25-1-2016, μετά από ενέργειες του Μ.
Ζ. , ο οποίος πλέον ήταν κατά τα προαναφερόμενα, μόνος διαχειριστής της εναγομένης, μετά την ανάκληση του ενάγοντα", αν και από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ο αναιρεσείων ανέθεσε την ανασύσταση του φακέλου της Πολεοδομίας στον ανωτέρω μηχανικό ή ότι ο τελευταίος ήταν συνεργάτης του ή ότι κατ' εντολή του αναιρεσείοντος ο ανωτέρω μηχανικός κωλυσιεργούσε ή ότι η ανασύσταση του φακέλου αποτελούσε εκ του νόμου υποχρέωση του αναιρεσείοντος - οικοπεδούχου, αντίθετα μάλιστα τον παραπάνω ισχυρισμό τον αρνήθηκε με την πρωτοδίκως κατατεθείσα προσθήκη - αντίκρουσή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ενώ και από σχετικές αιτήσεις που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη ενώπιον του Δικαστηρίου προέκυπτε ότι η ανάθεση της ανασύστασης του φακέλου στον ως άνω μηχανικό έγινε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης - εργολάβου, Μ.
Ζ. , 3) ότι, "όσο ο ίδιος ήταν διαχειριστής της, μετά το 2007, η εναγομένη, προέβη σε πωλήσεις ακινήτων που κατασκεύασε, αντικειμενικής αξίας 596.027,64 ευρώ, με τα υπ' αρ. .../2007, .../2011, .../2013, .../2008, .../2011, .../2011, .../2011, .../2012 συμβόλαια και τα χρήματα, που εισήλθαν στο ταμείο της διαχειριζόταν ο ενάγων, σύμφωνα με το από ...-2007 καταστατικό της", ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυπτε ότι τα αναγραφόμενα στα ως άνω συμβόλαια τιμήματα των ακινήτων εξοφλήθηκαν ολοσχερώς ή ότι καταβλήθηκαν στο ταμείο της εργολάβου εταιρείας ή ότι κατατέθηκαν σε εταιρικούς τραπεζικούς λογαριασμούς αυτής ή ότι πράγματι περιήλθαν σε διαχείριση του αναιρεσείοντος, αφού στα περισσότερα από τα συμβόλαια αυτά το τίμημα πιστώθηκε ή συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε λογαριασμό που διατηρεί ο άλλο εταίρος Μ.
Ζ. Ο λόγος αυτός παρίσταται απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι για τη συναγωγή των αποδεικτικών πορισμάτων του ως προς την ουσία της ένδικης διαφοράς, το Εφετείο στηρίχθηκε στα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα στις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις, υπ' αρ. ...-2017 του Ν.
Κ. , που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών Ε. Κ. , και τη με αριθμό ...-2017 ένορκη βεβαίωση της Ε. Τ. , που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ. Σ. , οι οποίες προσκομίστηκαν από τον αναιρεσείοντα και λήφθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης πριν από τουλάχιστον δύο εργάσιμες ημέρες, σύμφωνα με την υπ' αριθμό ...-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α.
Β. (σε συνδυασμό με την από ...-2017 απόδειξη παραλαβής δικογράφου του αστυνόμου του A. Τ. Πλατείας Δημοκρατίας Σ. Σ. και την από ...-2017 βεβαίωση του υπαλλήλου των ΕΛΤΑ Θεσσαλονίκης), από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσίβλητη με αριθμό ...-2017 κοινή ένορκη βεβαίωση των Ι. Σ. του Γ. και Ι. Κ. , που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, η οποία λήφθηκε μετά από νόμιμη κλήτευση του αναιρεσείοντος πριν από τουλάχιστον, δύο εργάσιμες ημέρες, με επίδοση κλήσης στην υπογράφουσα το αγωγικό δικόγραφο δικηγόρο Αθηνά Κωστήρη, σύμφωνα με την υπ' αριθμό ...-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Δ.
Π. σε συνδυασμό με την από ...-2017 απόδειξη παραλαβής δικογράφου του αστυφύλακα του Α.Τ. Λευκού Πύργου Η. Α. και την από ...-2017 βεβαίωση της υπαλλήλου των ΕΛΤΑ Θεσσαλονίκης Ε. Α. και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Περαιτέρω, ο λόγος αυτός παρίσταται αβάσιμος και για το λόγο ότι δεν ήταν αναγκαίο να αξιολογεί το Εφετείο τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, ούτε να εξειδικεύει τα έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη για την άμεση ή έμμεση απόδειξη συγκεκριμένου ισχυρισμού.
Εξάλλου, είναι απαραίτητο να επισημανθεί ότι, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός παρίσταται απορριπτέος και ως απαράδεκτος και τούτο διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, είναι πρόδηλο ότι προβάλλονται αιτιάσεις εναντίον της αναιρετικά ανέλεγκτης, κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών, της αιτιολόγησης, του συσχετισμού και της ανάλυσης των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, ως προς τα ζητήματα δε αυτά ο αναιρεσείων εμφανίζεται να διατηρεί και να διατυπώνει διαφορετικές ουσιαστικές προσεγγίσεις ως προς το τι αποδείχθηκε, σε σύγκριση με εκείνες του Εφετείου, οπότε, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος.
ΣΤ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 3/2025).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και τον τρίτο συναφή πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και ειδικότερα ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, και κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης και της ύπαρξης υπαιτιότητας στο πρόσωπό του για την μη ολοκλήρωση του έργου α) λόγω χρεών προς τρίτους, β) λόγω μη ανασύστασης του απολεσθέντος φακέλου από την Πολεοδομία και γ) λόγω μη ανανέωσης των οικοδομικών αδειών, δέχτηκε αναιτιολόγητα παραλείψεις από μέρους του ως προς την κατασκευή του έργου, αποδίδοντάς του τελικά υπαιτιότητα για την υπερημερία της αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται 1) α) αν και δέχθηκε ότι "...κωλυσιεργούσε συνεχώς να προβεί στη νομιμοποίηση αυθαιρέτων κατασκευών στην κατοικία του, που έμεινε να ολοκληρωθεί και μόνο την 13-11-2014, μετά από οχλήσεις του νέου πλέον διαχειριστή της εναγομένης, προέβη σε δήλωση ένταξης των αυθαίρετων κατασκευών, που κατ' εντολήν του πραγματοποιήθηκαν, στο Ν. 4178/2013, αρ. 11" δεν αιτιολόγησε α) εάν ο αναιρεσείων είχε μόνον αυτός τη δυνατότητα και επομένως την συναφή υποχρέωση να υποβάλλει αίτηση για την τακτοποίηση των αυθαιρεσιών ή μπορούσε αυτή να υποβληθεί και από την ίδια την εργολάβο εταιρεία, β) από πότε ο αναιρεσείων είχε την δυνατότητα υποβολής αίτησης για την τακτοποίηση των αυθαιρεσιών και γ) εάν είχε την δυνατότητα υπαγωγής σε προηγούμενο αντίστοιχο νόμο ή εάν η δυνατότητα εκκίνησε από την έναρξη ισχύος του Ν. 4178/2013 (ΦΕΚ 174/8-8-2013), ώστε να κριθεί το χρονικό διάστημα της υποτιθέμενης "κωλυσιεργίας", διότι αυτή - με βάση την ψήφιση του αναφερόμενου νόμου εκτείνεται σε χρονικό διάστημα περίπου ενός έτους, το οποίο ήδη εκκινεί πέντε έτη τουλάχιστον μετά την επέλευση της υπερημερίας (2/2008 - 8/2013), οπότε και δεν έχει οποιαδήποτε νομική σημασία οποιαδήποτε μεταγενέστερη συμπεριφορά του εργοδότη, καθόσον η εργολάβος ήταν εξίσου υπερήμερη το 2013 όσο και κατά την άσκηση της αγωγής, 2) α) ότι το Εφετείο, αν και δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία είχε την οικονομική δυνατότητα να καλύψει την χρηματοδότηση του έργου με ίδια έσοδα, που είχε από πωλήσεις ακινήτων, απορρίπτοντας μάλιστα τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ο άλλος ομόρρυθμος εταίρος, Μ.
Ζ. , αρνούνταν να χρηματοδοτήσει το έργο, επικαλέσθηκε για την κρίση της αυτή ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφερόμενη μόνο σε αγοραπωλησίες που έλαβαν χώρα μετά την επέλευση της υπερημερίας, δηλαδή γεγονότα που είχαν επέλθει μετά την επέλευση της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης τον Ιανουάριο του έτους 2008, β) αν και δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε οφειλές προς τρίτους, δεν αιτιολόγησε πότε δημιουργήθηκαν και πότε υπήρχαν τα χρέη αυτά, ώστε να λειτουργήσουν αποτρεπτικά για τη συνέχιση του έργου, ούτε γιατί υφίστατο κίνδυνος κατάσχεσης των κατοικιών, σε περίπτωση ολοκλήρωσης του έργου και δεν υπήρχε μέχρι τότε, που ήταν κύριος του αγροτεμαχίου που έδωσε προς αντιπαροχή επί του οποίου θα κατασκευάζονταν από την αναιρεσίβλητη το έργο, που είχε συμφωνηθεί, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει αιτιακή σχέση μεταξύ της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της καθυστέρησης στην ολοκλήρωση του έργου και επαρκής αιτιολογία για την απόρριψη του ισχυρισμού του περί άρνησης του Μ.
Ζ. να χρηματοδοτήσει το έργο, γ) αν και δέχθηκε ότι η υπαιτιότητά του εδράζεται στην απώλεια του φακέλου της οικοδομικής άδειας από την Πολεοδομία και στην καθυστέρηση ανασύστασής του από τον μηχανικό στον οποίο είχε αναθέσει την παραπάνω εργασία, δεν αιτιολόγησε για ποιο λόγο ο αναιρεσείων είναι υπαίτιος για την κωλυσιεργία του μηχανικού άλλως με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε υπαιτιότητά του και ανυπαρξία υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης κατά το χρονικό διάστημα της υπερημερίας της αλλά και μεταγενέστερα, παρόλο που, σύμφωνα με τις παραδοχές του, μετά την ανασύσταση του φακέλου στην Πολεοδομία που έγινε την 25-1-2016 και μέχρι την 27-7-2016, δηλαδή την ημερομηνία που έταξε την προθεσμία στην αναιρεσίβλητη να παραδώσει το έργο, αυτή ούτε τότε δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή της από τη σύμβαση, αν και είχε επαρκή χρόνο, οπότε τεκμαίρεται η υπαιτιότητά της.
Περαιτέρω, αιτιάται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο με αντιφατικές αιτιολογίες άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ι) ότι ο αναιρεσείων ευθύνεται για την μη εκτέλεση του έργου άλλοτε ως διαχειριστής της αναιρεσίβλητης εταιρείας, όταν έληγαν οι οικοδομικές άδειες το 2009 και άλλοτε ως εργοδότης, μέχρι τη λήξη της προθεσμίας για υπαναχώρηση από τη σύμβαση εργολαβίας την 22-7-2016, σε κάθε περίπτωση δε επειδή, όπως προκύπτει από τα εργολαβικά συμβόλαια, η αναιρεσίβλητη, ως μόνη δικαιούχος των οικοδομικών αδειών είχε την εντολή και πληρεξουσιότητα και ήταν η μόνη αρμόδια και δυνάμενη να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες για την ανανέωση των οικοδομικών αδειών και επιπρόσθετα επειδή για το χρονικό διάστημα από 5-5-2014 έως 22-7-2016 δεν είχε ουδεμία συμμετοχή στη διαχείριση και εκπροσώπηση της αναιρεσίβλητης και συνεπώς ουδεμία ευθύνη μπορεί να του αποδοθεί αφού το σχετικό εμπόδιο είχε αρθεί, ιι) ότι λόγος αποκλεισμού της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης αποτελεί το γεγονός ότι ευθύνεται ο ίδιος για την οικοδόμηση ανέγερσης της κατοικίας της αντιπαροχής εντός αγροτεμαχίου που ανήκε σε τρίτο πρόσωπο, αφού πρωτίστως δεν προκύπτει πότε δέχεται την ευθύνη του ως εργοδότη και πότε ως διαχειριστή της εργολήπτριας - αναιρεσίβλητης εταιρείας, σε κάθε περίπτωση δε επειδή, αν και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο αναιρεσείων προέβη σε νομιμοποίηση των αυθαίρετων κατασκευών που υπήρχαν εντός του αγροτεμαχίου, περαιτέρω δεν αιτιολογεί πως είναι δυνατόν να έχει νομιμοποιηθεί ακίνητο που έχει κτιστεί σε ξένο οικόπεδο και έχει αποτυπωθεί εσφαλμένα σε τοπογραφικό διάγραμμα, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και ιιι) ότι εντελώς αναιτιολόγητα δεν έκρινε υπαίτια την αναιρεσίβλητη για την υπερημερία της, αν και από 13-11-2014, οπότε και νομιμοποιήθηκαν οι αυθαίρετες κατασκευές, μέχρι και την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, στις 22-2-2017, αν και μπορούσε να ολοκληρώσει το έργο δεν το έπραξε.
Οι περιεχόμενες στον ανωτέρω λόγο αιτιάσεις, πέραν της αντιφατικότητάς τους (αφού άλλοτε ο αναιρεσείων επικαλείται εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε η προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλεοναστικές κρίσεις της και άλλοτε επικαλείται τις ως άνω πλεοναστικές κρίσεις για να προβάλλει ανεπάρκεια των αιτιολογιών της ίδιας απόφασης) απαραδέκτως προβάλλονται και πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, διότι, οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ελλείψεις της προσβαλλόμενης απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, είναι σαφές, οπότε, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γιατί στην κρίση αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, και για το λόγο αυτό καθίσταται και ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Σε κάθε περίπτωση δε οι παραπάνω κρίσεις του Δικαστηρίου, που αφορούν σε γεγονότα, μεταγενέστερα της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης, είναι πλεοναστικές, μη στηρίζουσες το σαφές διατακτικό της απόφασης ως προς το γεγονός ότι οι συνέπειες της υπερημερίας της εναγομένης ουδέποτε επήλθαν, εξαιτίας της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, κρίση την οποία το Δικαστήριο στήριξε επαρκώς κατά νόμο στην εκ μέρους του αναιρεσείοντος εν γένει αμελή συμπεριφορά αρχικά και συνέχεια στη δόλια συμπεριφορά του, προς ενδυνάμωση του διατακτικού της.
Ως εκ τούτου, σύμφωνα και με την υπό στοιχεία ΙΙΒ νομική σκέψη της παρούσας, με τις παραπάνω αιτιάσεις δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Ζ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.
του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή εκλαμβάνει ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΑΠ 45/2025, ΑΠ 856/2019, ΑΠ 1915/2016, ΑΠ 472/2016).
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΟλΑΠ 1/2025, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 257/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 1319/2022). Για το παραδεκτό του λόγου πρέπει να είχε γίνει επίκληση του εγγράφου κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (ΑΠ 109/2008, ΑΠ 378/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσής του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο 1) α) του από ...-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", β) του από 5-5-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." και γ) του από 2-9-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων υπήρξε διαχειριστής της εργολάβου εταιρείας από τον Δεκέμβριο του έτους 2005, ενώ από τα εν λόγω έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσείων υπήρξε διαχειριστής της εναγομένης εταιρείας α) από ...-2005 έως 4-5-2005 από κοινού με τον Μ.
Ζ. , β) από 2-9-2006 έως 27-2-2007 από κοινού με τον Μ. Ζ. και γ) με το από ...-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." ορίσθηκε διαχειριστής με περιορισμένες διεκπεραιωτικές αρμοδιότητες, ενώ για τις λοιπές απαιτούνταν η σύμπραξη του Μ. Ζ. , 2) του από ...-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", δεχόμενο ότι για το χρονικό διάστημα από ...-2007 έως ...-2014 μόνος αρμόδιος για τις κατασκευές ήταν ο αναιρεσείων, ενώ από το έγγραφο αυτό μόνος του μπορούσε: α) Να παρίσταται και να εκπροσωπεί την εταιρία σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ημεδαπό ή αλλοδαπό, ενώπιον όλων των Δημοσίων, Δημοτικών και Κοινοτικών Αρχών, ενώπιον των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου που ασκούν ή όχι Διοίκηση, ενώπιον όλων των Τραπεζών και όλων των Ιδρυμάτων και Οργανισμών, ως επίσης και ενώπιον όλων των Δικαστηρίων, οιαδήποτε βαθμού και δικαιοδοσίας, β) Να παρίσταται και να αντιπροσωπεύει την εταιρία σε κάθε αρμόδια Δ.Ο.Υ. , λαμβάνοντας σχετικά τιμολόγια ή άλλα φορολογικά στοιχεία και έγγραφα, να συμβιβάζεται σε φορολογικές υποθέσεις υπογράφοντας κάθε σχετικό έγγραφο καθώς επίσης να λαμβάνει φορολογικές ενημερότητες για λογαριασμό της εταιρίας ή των ομόρρυθμων μελών, γ) Να ενεργεί καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας σε οποιαδήποτε Τράπεζα, να υπογράφει αποδείξεις, εξοφλήσεις τραπεζικών εγγράφων και να λαμβάνει εμβάσματα στο όνομα της εταιρίας, ενώ για τις λοιπές διαχειριστικές πράξεις, για να δεσμεύεται η εταιρία, θα πρέπει να τίθεται μαζί με την υπογραφή του διαχειριστή και η υπογραφή του πρώτου των εδώ συμβαλλομένων, Μ.
Ζ.
Επίσης, ότι σύμφωνα ε το ίδιο ως άνω συμφωνητικό, για να δεσμεύεται η εταιρία, απαιτείται η υπογραφή και των δύο αυτών προσώπων (διαχειριστού και Μ. Ζ.) στις περιπτώσεις έκδοσης, αποδοχής και οπισθογράφησης τραπεζικών επιταγών και συναλλαγματικών σε διαταγή, υπογραφής προσυμφώνων ή οριστικών συμβολαίων μεταβίβασης ακινήτων σε τρίτους, δηλαδή διαμερισμάτων, καταστημάτων και άλλων κτισμάτων ή βοηθητικών χώρων αντιπαροχής της εταιρίας από την εργολαβική τους εργασία, συνάψεων δανείων με οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο και ότι το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις πρόσληψης και απόλυσης του εργατοτεχνικού προσωπικού της εταιρίας καθώς και ότι από κοινού τα ως άνω πρόσωπα θα συνάπτουν υπεργολαβίες, θα διορίζουν δικηγόρο της εταιρίας, θα προσλαμβάνουν τον λογιστή της εταιρίας, 3) α) του από τον Οκτώβριο του 2014 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού, Κ.
Γ. , β) της υπ' αριθ. πρωτ. .../2014 δήλωσης ένταξης Ν. 4178/2013, γ) του από Αυγούστου 2006 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Κ. Γ. , δ) της από Απριλίου 2015 τεχνικής έκθεσης του ίδιου παραπάνω πολιτικού μηχανικού και ε) της από Ιουνίου 2016 τεχνικής έκθεσης του διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού Κ. Γ. , δεχόμενο ότι η μία από τις δύο κατοικίες του πρώτου εργολαβικού, που θα ελάμβανε ο ενάγων, είχε κτιστεί μέσα σε ξένο οικόπεδο και ειδικότερα, αυτό του αδερφού του Χ. , αν και στο τοπογραφικό, που είχε αποτυπωθεί στην άδεια οικοδομής, όπως φαινόταν το οικόπεδο σε πλάγια θέση, εσφαλμένα, περιλάμβανε και την κατοικία του ενάγοντος.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό και ως εκ τούτου, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν ιδρύεται ο παραπάνω αναιρετικός λόγος.
Ειδικότερα δε το Εφετείο λεπτομερώς και σύμφωνα με το περιεχόμενο των προαναφερομένων εγγράφων προσδιορίζει και πάντως δεν δέχεται ότι ο αναιρεσείων ήταν διαχειριστής συνεχώς από το Δεκέμβριο του 2005, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο τελευταίος, επιλέγοντας αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης για να θεμελιώσει τους ισχυρισμούς του.
IV. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 180, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-6-2022 αίτηση και τους από 25-9-2023 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 730/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ