50/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Γεώργιο Παπαγεωργίου Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Χρυσούλα Πλατιά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated50/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνέπεια, ο διάδικος ο οποίος τυχόν δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, και επειδή η αρχική συζήτηση δεν αποδυναμούται, τα πρακτικά τα οποία συνετάγησαν κατ' αυτή παρέχουν πλήρη απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τη με αριθμό 127/2022 πράξη του Προέδρου του Α1 πολιτικού τμήματος αυτού του Δικαστηρίου, η οποία κοινοποιήθηκε νομίμως σε αμφότερα τα διάδικα μέρη (σχετ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 50 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 50/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Γεώργιο Παπαγεωργίου Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Χρυσούλα Πλατιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Α. του Σ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Β. Κ. - Β. Π. Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ανσάλντο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7038/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 2258/2011 μη οριστική και 6954/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/12/2016 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. 127/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο, ο οποίος εμφανίστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατον να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού ορισθεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση προς συζήτηση να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.
Το ίδιο εφαρμόζεται και όταν το δικαστήριο διατάζει να επαναληφθεί η συζήτηση. Η κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί, όπως και αυτή του άρθρου 254 ΚΠολΔ, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση, τούτο δε παρόλο που στο άρθρο 307 αυτό δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, πλην όμως, ουδείς δικαιολογητικός λόγος συντρέχει να αντιμετωπισθούν διαφορετικά οι δύο περιπτώσεις, δεδομένου ότι οι δύο περί επαναλήψεως διατάξεις διαφέρουν μόνο ως προς τον λόγο της επανάληψης, ο οποίος μάλιστα, στη περίπτωση του άρθρου 307 δεν είναι δυνατό να οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου, ο οποίος και δεν δύναται να αποτρέψει αυτή την επανάληψη, ώστε να υφίσταται δικαιολογητικός λόγος στη τελευταία περίπτωση, να έχει, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως, δυσμενέστερη μεταχείριση, δικαζόμενος ερήμην.
Κατά συνέπεια, ο διάδικος ο οποίος τυχόν δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, και επειδή η αρχική συζήτηση δεν αποδυναμούται, τα πρακτικά τα οποία συνετάγησαν κατ' αυτή παρέχουν πλήρη απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τη με αριθμό 127/2022 πράξη του Προέδρου του Α1 πολιτικού τμήματος αυτού του Δικαστηρίου, η οποία κοινοποιήθηκε νομίμως σε αμφότερα τα διάδικα μέρη (σχετ.
προσκ. από 31/5/2022 και 26/10/2022 αποδεικτικά επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Δικαστηρίου τούτου, Ε. Π. και Κ. Τ. αντιστοίχως) ορίστηκε νέα δικάσιμος, η σημειούμενη στην αρχή της παρούσας, για την ανασυζήτηση της ένδικης από 19.12.2016 αίτησης αναίρεσης, εξ αιτίας διαπιστώσεως αδυναμίας έκδοσης απόφασης επ' αυτής, κατά την συζήτησή της στην μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο της 3.12.2018, ορισθείσα δικάσιμο της 2.12.2019.
Κατά την τελευταία δικάσιμο (3-4-2023), και κατά τη σειρά του οικείου πινακίου εκφώνηση της υπόθεσης, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο, πλην όμως, αυτή είχε παρασταθεί νομίμως κατά την αρχικώς προσδιορισθείσα και στη μετ' αναβολή ορισθείσα δικάσιμο, μετά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Δημητρίου Καραμήτσα.
Ενόψει συνεπώς, του ότι η παρούσα συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγουμένης, η συζήτηση της υπόθεσης θα γίνει αντιμωλία των διαδίκων.
Η κρινόμενη από 19.12.2016 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του δικογράφου της στις 20.12.2016, ήτοι εντός της νόμιμης διετούς προθεσμίας από τότε που η προσβαλλόμενη, με αριθμό 6954/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δημοσιεύθηκε, δηλαδή στις 19.12.2014, καταβληθέντος και του προσήκοντος παραβόλου του Δημοσίου (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 681, 682 και 694 του ΑΚ καθορίζονται τα στοιχεία της συμβάσεως μισθώσεως έργου, που είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, η οποία καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση εκάστου τμήματος (ΑΠ 135/2022) συνάγεται δε, ότι ο εργολάβος, όταν ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του ή του υπολοίπου αυτής, οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει τη σύμβαση μισθώσεως έργου κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ήτοι τη σύμβαση που καταρτίσθηκε, το έργο που συμφωνήθηκε με αυτή να εκτελεστεί, την εκτέλεση και παράδοση ή την προσφορά του έργου και την αμοιβή που συμφωνήθηκε (ΑΠ 633/2021, ΑΠ 700/2019, ΑΠ 508/2008) ενώ από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 694 παρ. 1 του ΑΚ συνάγεται ότι στη σύμβαση μίσθωσης έργου, ο εργολάβος υποχρεούται σε προεκπλήρωση.
Οφείλει δηλαδή, έναντι του κυρίου του έργου να εκπληρώσει πρώτος τόσο την κύρια υποχρέωσή του (της κατασκευής του έργου), όσο και κάθε άλλη υποχρέωσή του, η οποία βάσει συμβατικού όρου ανάγεται σε κύρια υποχρέωση. Ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κυρίας υποχρεώσεως του εργολάβου, συνισταμένη στην εκτέλεση και προσπόριση του έργου στον εργοδότη, στην περιέλευση δηλαδή τούτου στη σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου, υπό την προϋπόθεση ότι το έργο είναι το προσήκον, ήτοι δεν είναι εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος, διότι τότε ο εργολάβος δεν θεωρείται ότι προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατ` άρθρο 694 ΑΚ της συμφωνηθείσας αμοιβής του (ΑΠ 135/2022, ΑΠ 1019/2020, ΑΠ 1070/2017, ΑΠ 723/2015).
Μόλις δε, προβεί στην εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεών του δικαιούται να ζητήσει την αμοιβή του ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου (ΑΠ 692/2020, ΑΠ 697/2000). Εξ άλλου, αίρεση είναι ο όρος που προστίθεται σε δικαιοπραξία, σύμφωνα με τον οποίο η ενέργειά της εξαρτάται από γεγονός μέλλον και αβέβαιο (ΑΠ 1252/2019, ΑΠ 133/2018, ΑΠ 178/2012).
Τα απαραίτητα στοιχεία της αίρεσης, όπως προκύπτουν από τον παραπάνω ορισμό, είναι: α) ο όρος να έχει τεθεί από τον δικαιοπρακτούντα ή τους δικαιοπρακτούντες (δεν πρόκειται, επομένως, για αίρεση, αν ο όρος τάσσεται από το νόμο ή με δικαστική απόφαση), β) το γεγονός από το οποίο εξαρτάται η δικαιοπραξία να είναι μελλοντικό, γ) το γεγονός από το οποίο εξαρτάται η δικαιοπραξία να είναι αντικειμενικώς αβέβαιο, δηλαδή να μην είναι ανθρωπίνως δυνατό να προβλεφθεί αν θα επέλθει ή όχι (ΑΠ 604/2005).
Αναβλητική (ΑΚ 201) είναι η αίρεση, με βάση την οποία τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας εξαρτώνται από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο, οπότε τα έννομα αποτελέσματά της επέρχονται, μόλις ολοκληρωθεί η αίρεση, η επέλευση δηλαδή, των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας αναβάλλεται, έως το χρονικό σημείο που θα συμβεί και εφόσον συμβεί το μελλοντικό γεγονός, από το οποίο εξαρτήθηκε η επέλευση των αποτελεσμάτων της αίρεσης (ΑΠ 1425/2019, ΑΠ 1503/2013, ΑΠ 1503/2008).
Διαλυτική (ΑΚ 202) είναι η αίρεση, με βάση την οποία τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας παράγονται αμέσως, ανατρέπονται, όμως, και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση, όταν και εφόσον συμβεί το μελλοντικό γεγονός από το οποίο εξαρτήθηκε. Αν η αίρεση είναι διατυπωμένη σε θετική μορφή, η πλήρωσή της επέρχεται με την επέλευση του γεγονότος αυτού.
Αν είναι διατυπωμένη σε αρνητική μορφή, πληρούται, όταν είναι βέβαιο ότι το γεγονός στο οποίο αναφέρεται δεν θα επέλθει. Η πλήρωση της αίρεσης επέρχεται αυτοδικαίως (ipso jure) και ανεξάρτητα από τη θέληση, τη σύμπραξη ή τη γνώση των μερών. Με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, καθίσταται οριστικά ενεργή η δικαιοπραξία και επέρχονται τα αποτελέσματά της, δηλαδή η προσδοκία του δικαιώματος που είχε ο υπό αίρεση δικαιούχος μετατρέπεται σε ολοκληρωμένο (πλήρες) δικαίωμα (ΑΠ 1215/2021).
Ο ωφελούμενος από την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει την πλήρωσή της, η επίκληση δε του ότι η δικαιοπραξία τελεί υπό αναβλητική αίρεση συνιστά ένσταση (ΑΠ 122/2014).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΟλΑΠ 27 και ΟλΑΠ 28/1998).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία -ΟλΑΠ 1/1999).
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που παραδεκτώς επισκοπείται (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη έχει ως αντικείμενο την παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών, τηλεοπτικών προγραμμάτων και διαφημίσεων, καθώς και την τεχνική υποστήριξη οπτικοακουστικών προγραμμάτων και τη διοργάνωση εκδηλώσεων.
Το έτος 2001 η αμέσως προηγουμένη διάδικος αποφάσισε να διευρύνει τους τομείς απασχόλησής της, γι' αυτό και αποφάσισε τη συμμετοχή της στα τηλεοπτικά προγράμματα που είχαν σχέση με τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας του 2004. Δυνάμει δε, του από 23.2.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, προσελήφθη ως παραγωγός τηλεοπτικών προγραμμάτων με σύμβαση έργου προκειμένου μέχρι και τον Σεπτέμβριο του έτους 2004 να παρέχει τις υπηρεσίες της στην αντίδικό της σχετικά με την προσέλκυση και υποστήριξη εταιρειών της αλλοδαπής για την παραγωγή ταινιών ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων.
Η αμοιβή της, δε, καθορίστηκε στο ποσό των 1.350 ευρώ το μήνα. Επί πλέον συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που η ενάγουσα-εκκαλούσα υποδείκνυε νέους πελάτες στην εναγομένη-εφεσίβλητη, και αφού πρώτα η τελευταία ενέκρινε τις σχετικές παραγωγές, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα θα δικαιούτο πρόσθετη αμοιβή το ύψος της οποίας συμφωνήθηκε σε ποσοστό 30% επί του καθαρού κέρδους (προ των φόρων) των εν λόγω παραγωγών.
Κατά δε, το άρθρο 3 του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού η αμέσως προηγουμένη αμοιβή θα καταβαλόταν υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι η εναγομένη-εφεσίβλητος θα εισέπραττε την αμοιβή της από τη σχετική δραστηριότητα. Τον Ιούλιο του έτους 2003, κατόπιν κοινής προφορικής συμφωνίας των διαδίκων, τροποποιήθηκε η προεκτεθείσα σύμβαση όσον αφορά το θέμα της αμοιβής της ενάγουσας-εκκαλούσας, η οποία αυξήθηκε κατά ποσοστό περίπου 50%.
Συγκεκριμένα, από το ποσό των 1.350 ευρώ που ελάμβανε κάθε μήνα η ενάγουσα -εκκαλούσα, εφεξής θα αμειβόταν με το ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαίως. Παράλληλα συμφωνήθηκε η εναγομένη-εφεσίβλητος να καταβάλει στην αντίδικό της εφάπαξ το ποσό των 15.000 ευρώ κατά το χρόνο λήξης της συνεργασίας τους, δηλαδή την 30η Σεπτεμβρίου 2004.
Η τελευταία αυτή (πρόσθετη) αμοιβή δεν εξαρτήθηκε από την τυχούσα επιτυχή - οικονομικά - έκβαση των παραγωγών, που θα έκανε η εναγομένη-εφεσίβλητος στα πλαίσια των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, αλλά συμφωνήθηκε για την άοκνη και πολύωρη κάθε μέρα προσπάθεια που θα κατέβαλε η ενάγουσα-εκκαλούσα κατά τη διάρκεια των πιο πάνω αγώνων, ούτως ώστε, οι παραγωγές της εναγομένης-εφεσιβλήτου να γίνονται στον κατάλληλο (για κάθε χώρα που θα απευθύνονταν) χρόνο και να έχουν την δέουσα ποιότητα, με προφανή σκοπό βέβαια, η εναγομένη-εφεσίβλητος να έχει την κερδοφορία που προσδοκούσε από τις παραγωγές της κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Υπό τους μνησθέντες όρους και συμφωνίες η ενάγουσα -εκκαλούσα συνεργάστηκε με την αντίδικό της, παρέχοντας τις υπηρεσίες της στην τελευταία μέχρι την 30η Σεπτεμβρίου 2004, οπότε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση - κατά τα συμφωνηθέντα - έληξε και λύθηκε. Όμως η εναγομένη-εφεσίβλητος δεν κατέβαλε στην αντίδικό της, όπως είχε υποχρέωση, το προεκτεθέν συμφωνηθέν της πρόσθετης αμοιβής-ποσό των 15.000 ευρώ ....
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που στην εκκαλουμένη αυτού απόφαση διέλαβε ότι "... η εναγομένη εταιρεία υποσχέθηκε στην ενάγουσα πρόσθετη αμοιβή (bonus) μόνον σε περίπτωση επιτυχούς και κερδοφόρου εκβάσεως της όλης παραγωγής "Ολυμπιακοί Αγώνες" ανερχόμενη σε 15.000 ευρώ ..." και στη συνέχεια με το σκεπτικό αυτό απέρριψε το οικείο αγωγικό κονδύλι, έσφαλε περί την κρίση του ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό και οι σχετικοί 2ος, 3ος, 4ος, 5ος και 7ος κατά το πρώτο αυτού σκέλος λόγοι έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και από ουσιαστική άποψη.
Ως αβάσιμοι όμως, πρέπει να απορριφθούν, οι υπόλοιποι λόγοι της κρινόμενης έφεσης, ήτοι οι 6ος, 7ος (κατά το δεύτερο αυτού σκέλος) και 9ος (κατά το δεύτερο αυτού σκέλος ωσαύτως) τοιούτοι, με τους οποίους η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα παραπονείται για την απόρριψη εκ μέρους του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου του κονδυλίου της ένδικης αγωγής των 67.408,83 ευρώ (μετά των νομίμων αυτού τόκων) που, κατά την ως άνω διάδικο, αντιστοιχεί στην πρόσθετη αμοιβή, ύψους 30% επί του καθαρού κέρδους (προ των φόρων) που θα απέφεραν οι τηλεοπτικές παραγωγές που θα υποδείκνυε η ειρημένη διάδικος.
Τούτο δε, διότι ενώ από το προσημειωθέν αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε, ότι με την νεότερη των διαδίκων συμφωνία (για την οποία έγινε λόγος πιο πάνω) οι διάδικοι δεν κατήργησαν το τρίτο άρθρο του από 23.2.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού ως προς την προμνησθείσα πρόσθετη αμοιβή, -εκ ποσοστού 30% επί των ανωτέρω τηλεοπτικών παραγωγών, και ενώ ωσαύτως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, διαμεσολάβησε και ανατέθηκαν εν τέλει στην αντίδικό της οι μνημονευόμενες στην ένδικη αγωγή παραγωγές, τις οποίες η εναγομένη-εφεσίβλητος εκτέλεσε, η ενάγουσα-εκκαλούσα δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης, τόσο ως προς το ύψος του ποσού που η αντίδικός της εισέπραξε με αφορμή την εκτέλεση των πιο πάνω τηλεοπτικών παραγωγών, όσο και ως προς το καθαρό (προ των φόρων) κέρδος, που οι πιο πάνω παραγωγές απέφεραν στην εναγομένη-εφεσίβλητο (ώστε εν συνεχεία να καταστεί δυνατός ο υπολογισμός της αμέσως προηγούμενης πρόσθετης της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας αμοιβής).
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε το πιο πάνω αγωγικό - εκ ποσού 67.408.83 ευρώ (μετά των νομίμων αυτού τόκων) - κονδύλιο, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, και συνακόλουθα, οι προεκτεθέντες λόγοι της κρινόμενης έφεσης είναι αβάσιμοι κατ' ουσίαν, όπως ειπώθηκε, και ένεκα τούτου απορριπτέοι". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση προς κατ' ουσίαν έρευνα της διαφοράς και έκανε την αγωγή δεκτή εν μέρει, υποχρεώνοντας την εναγομένη εταιρεία να καταβάλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ, νομιμοτόκως από 1.10.2004.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αποφαινόμενο ότι (α) μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε στις 23.2.2002 έγγραφη σύμβαση έργου (β) αντικείμενο της συμβάσεως ήταν η εκ μέρους της αναιρεσείουσας εργολάβου προσέλκυση και υποστήριξη εταιρειών της αλλοδαπής για την παραγωγή ταινιών ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων, (γ) η αμοιβή της αναιρεσείουσας συμφωνήθηκε να καταβάλλεται κατά μήνα, ενώ ωσαύτως συμφωνήθηκε να λάβει αυτή πρόσθετη εφάπαξ 15.000 ευρώ κατά την ημερομηνία λύσης της σύμβασης, και προμήθεια υπολογιζόμενη σε ποσοστό 30% επί του καθαρού κέρδους των παραγωγών της αναιρεσίβλητης, (δ) η αναιρεσείουσα εκτέλεσε και παρέδωσε το αναληφθέν έργο (ε) η αναιρεσίβλητη εισέπραξε τις αμοιβές για τις παραγωγές που πραγματοποίησε με την μεσολάβηση της αναιρεσείουσας, ώστε η τελευταία να δικαιούται προμηθείας επί των καθαρών κερδών από τις αμοιβές της αναιρεσίβλητης και (στ) δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού συναφώς προς το καθαρό κέρδος της αναιρεσίβλητης, επί του οποίου ήταν υπολογιστέα η συμφωνηθείσα προμήθεια της αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681, 682,694,202 του ΑΚ τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, ενόψει των παραπάνω ανελέγκτων παραδοχών της προσβαλλομένης.
Επίσης με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την αποδοχή εν μέρει της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής.
Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ως άνω κρίσιμο ουσιώδες ζήτημα της απόδειξης του καθαρού (προ φόρων) κέρδους που απέφεραν στην αναιρεσίβλητη οι μνημονευόμενες στην ένδικη αγωγή τηλεοπτικές παραγωγές, που η τελευταία εκτέλεσε, ώστε να καθίσταται δυνατός ο υπολογισμός της πρόσθετης αμοιβής της αναιρεσείουσας, η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.
Συνεπώς, ο από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναίρεσης (κατά τις δύο νοηματικές ενότητες αυτού), με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με την εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους προεκτεθέντες στην αρχή εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, και αφετέρου, εκ πλαγίου παράβαση των παραπάνω διατάξεων, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται περαιτέρω, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1548/2022, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 εδάφ. β` του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι αυτή ερμήνευσε εσφαλμένα τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι διατάξεις του ουσιαστικού κανόνα (681 ΑΚ) περί καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, μετά την προσήκουσα παράδοση του έργου στον εργοδότη, με την μη επίκληση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, να είχε ήδη προβεί η αναιρεσίβλητη σε διεκδίκηση της δικής της αμοιβής ως παραγωγού τηλεοπτικών ταινιών, ώστε να είναι σε θέση να καταβάλει την προμήθεια της αναιρεσείουσας, πολύ περισσότερο αφού, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας οι συμβάσεις που κατήρτισε η αναιρεσίβλητη με ξένους πελάτες απέβλεψαν και απέφεραν κέρδη.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις αναφέρονται όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών που έχουν γίνει δεκτά, αλλά σε επιχειρήματα συναφώς προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα οποία όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), τούτο δε, παρεκτός και πέραν του ότι δεν συνιστά δίδαγμα της κοινής πείρας η άνευ ετέρου δικαστική διεκδίκηση της αμοιβής του εργολάβου.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 1120/2007), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος του), αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από την εφεσίβλητη, ήδη αναιρεσίβλητη, και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αποφαινόμενο ότι πληρώθηκε η αίρεση από την οποία εξαρτήθηκε η καταβολή της προμήθειας της αναιρεσείουσας, χωρίς η αναιρεσίβλητη να έχει προβάλει τον σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό.
Όπως, όμως, προέκυψε από την παραδεκτή επισκόπηση των δικογράφων των προτάσεων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας της αναιρεσίβλητης, η τελευταία παραδεκτώς προέβαλε αναβλητική αίρεση ως προς την υποχρέωσή της καταβολής (τμήματος) της αμοιβής της αναιρεσείουσας εργολάβου, ώστε αυτή να είναι καταβλητέα μόλις συνέβαινε ορισμένο (μέλλον και αβέβαιο) γεγονός και συγκεκριμένα, ότι η καταβολή υπέρ της αναιρεσείουσας, προμήθειας ποσοστού 30% επί του καθαρού κέρδους των παραγωγών της αναιρεσίβλητης, τελούσε υπό την αίρεση (αναβλητική) της προηγούμενης είσπραξης των δικαιωμάτων της τελευταίας, επί των πραγματοποιηθεισών από την ίδια παραγωγών, η οποία (αίρεση) κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης επληρώθη.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμoς. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το βάρος της απόδειξης, που ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη αυτή, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό βάρος προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφασή του για τη διεξαγωγή αποδείξεων, επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, για τη βεβαίωση, στον αναγκαίο βαθμό, των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν την αξίωσή του.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος απόδειξης προσδιορίζει το διάδικο, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, στοιχειοθετεί τον παραπάνω λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν σχηματίζει από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν, τη δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος, για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, αμφιβάλλει, δηλαδή, για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, ο οποίος, σύμφωνα με το νόμο, θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και τον οποίο ισχυρισμό οφείλει να αποδείξει ο διάδικος που υπέβαλε το αίτημα, οπότε το δικαστήριο πρέπει να απορρίψει το αίτημα αυτό.
Αν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της παραπάνω διάταξης. Ήτοι, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αμφιβάλλει, οπότε ελέγχεται αναιρετικά η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του, αν, δηλαδή, ο αμφίβολος ισχυρισμός ορθά κρίθηκε ως βάσιμος ή αβάσιμος (ΑΠ 847/2013).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 224, 237, 242 παρ. 1, 261, 262 παρ. 1 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο εναγόμενος έχει τη δυνατότητα, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να επιδιώξει είτε την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αυτή, προβάλλοντας με ένσταση νέα πραγματικά γεγονότα, που παρεμποδίζουν οριστικά ή προσωρινά την άσκηση του δικαιώματος αυτού, είτε να αρνηθεί, εν όλω ή εν μέρει, την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής, αμφισβητώντας απλώς την αλήθειά τους ή προσθέτοντας στην αμφισβήτηση αυτή και τους λόγους που δικαιολογούν την αναλήθειά τους.
Η διάκριση μεταξύ απλής ή αιτιολογημένης άρνησης αφενός και ένστασης αφετέρου έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς το βάρος της απόδειξης, καθόσον στην περίπτωση της άρνησης ο ενάγων φέρει το δικονομικό βάρος της απόδειξης των θεμελιωτικών της ιστορικής βάσης της αγωγής του πραγματικών περιστατικών, ενώ στην περίπτωση της ένστασης ο εναγόμενος-ενιστάμενος βαρύνεται με την απόδειξη των νέων γεγονότων που θεμελιώνουν την ένστασή του.
Ο ενάγων υπέχει το βάρος να αρνηθεί τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν μια ένσταση, όχι, όμως και τα γεγονότα που στηρίζουν την αιτιολογία άρνησης της αγωγής του. Τέλος, η διάκριση μεταξύ αιτιολογημένης άρνησης και ένστασης έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς την οριοθέτηση του αναιρετικού ελέγχου, καθόσον ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ συντρέχει μόνο όταν ο κίνδυνος της αμφιβολίας του δικαστηρίου της ουσίας αφορά την απόδειξη των γεγονότων που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή ένστασης και όχι της αιτιολογημένης άρνησης (ΑΠ 181/2020, ΑΠ 59/2017).
Στη προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης, αποδίδει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβίασης των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, επικαλούμενη ότι ενώ η εναγομένη-εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) είχε το βάρος απόδειξης της πλήρωσης της αναβλητικής ένστασης που προέβαλε συναφώς προς την υποχρέωσή της να καταβάλει την προμήθεια της αναιρεσείουσας, το Εφετείο κατένειμε αυτό εσφαλμένα, αποφαινόμενο ότι η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος αυτό.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, στην απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, αποφαινόμενο ότι η τελευταία ως υπό αίρεση δικαιούχος της προμήθειάς της ποσοστού 30% επί των καθαρών κερδών της αναιρεσίβλητης, ανταπέδειξε την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η καταβολή της προμήθειάς της, ήτοι την είσπραξη των αμοιβών της αναιρεσίβλητης από τις παραγωγές που αυτή πραγματοποίησε, πλην όμως, δεν ανταποκρίθηκε ως βαρυνόμενη η ίδια στο αποδεικτικό βάρος του ύψους (χρηματικού ποσού) των καθαρών κερδών της αναιρεσίβλητης, χωρίς επομένως να τίθεται θέμα παραβίασης του αντικειμενικού βάρους απόδειξης κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (ΑΠ 697/2022, ΑΠ 1263/2020, ΑΠ 717/2020, ΑΠ 280/2019, ΑΠ 466/2019).
Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 192/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που η αναιρεσείουσα προσκόμισε νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής της και συγκεκριμένα για το τμήμα της αμοιβής της που συνίστατο στην προμήθεια ποσοστού 30% επί των καθαρών κερδών των εισπράξεων που έκανε η αναιρεσίβλητη από τις παραγωγές που εκτέλεσε με την μεσολάβησή της (αναιρεσείουσας) και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του την .../2.7.2009 ένορκη βεβαίωση του Β.
Ψ. του Θ. που δόθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Μυκόνου Πέτρου Αθαν. Τόλη, καθώς και τις επιστολές ξένων δικτύων στις οποίες αναφέρονται καταβολές αμοιβών τους προς την αναιρεσίβλητη (επιστολή από το "Δίκτυο Εννέα Αυστραλίας", επιστολή μέσω τηλεομοιοτυπίας από την εταιρεία "Τελεβίζα", επιστολή μέσω τηλεομοιοτυπίας από την εταιρεία "TV TOKYO CORPORATION").
Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στη προσβαλλόμενη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του τη με αριθμό .../2.7.2009 ένορκη βεβαίωση του Β. Ψ. του Θ., που δόθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Μυκόνου Πέτρου Αθαν. Τόλη, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης-εφεσιβλήτου και την οποία προκομίζει μετ' επικλήσεως η ενάγουσα- εκκαλούσα "...και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι..." δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα ως άνω αποδεικτικά μέσα, με ρητή μάλιστα αναφορά στην παραπάνω ένορκη βεβαίωση.
Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμη την αγωγή, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον με την επίκλησή τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Πρέπει συνεπώς ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υφισταμένου άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθ. 176,183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.12.2016 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 6954/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ