50/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated50/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 50 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 50/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Λαυρέντιο Παππά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Λ. του Ν., κατοίκου … . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιo δικηγόρο του Ευστάθιο Κωνσταντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1177/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1319/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-9-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1365/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 662/2016).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των οποίων ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ 253/2020, ΑΠ 397/2019, ΑΠ 1135/2018).
Εξάλλου, ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2696/1999 (Α' 57), ορίζει στο άρθρο 12 παρ. 1 ότι: "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή", στο άρθρο 19 παρ. 1-3 ότι: "1. O οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.
2. O οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιόνων, παγετού και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό.
Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά τη διέλευσή του από στενές διόδους και αν η διασταύρωσή του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής, όταν υπάρχουν ζώα επί της οδού που παρουσιάζουν σημεία ταραχής, κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας" και στο άρθρο 20 παρ. 1 ότι: "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση".
Με τις παραπάνω διατάξεις ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες, προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων (ΑΠ 309/2019, ΑΠ 1048/2017). Και ναι μεν η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 253/2020, ΑΠ 309/2019).
Μόνη δε η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 309/2019, ΑΠ 1754/2017).
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 105 εδάφ. α' του ΕισΝΑΚ, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος.
Τέτοια ευθύνη του δημοσίου προς αποζημίωση οποιασδήποτε μορφής γεννάται και για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητα αυτού κατά την εκτέλεση δημόσιας υπηρεσίας, ενώ οι σχετικές διαφορές που αφορούν τις απαιτήσεις αυτές υπάγονται, μετά τις 18-3-2011, σύμφωνα με το άρθρο 48 παρ. 1 του ν. 3900/2010 που τροποποίησε το άρθρο 1 παρ. 2 περ.
η' του ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ακόμη και αν οι ασκούμενες αξιώσεις γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικά επιδιώξιμες πριν από την εν λόγω ημερομηνία (ΑΠ 706/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 5-8-2013 και περί ώρα 12.18', στην περιοχή "..." του Δήμου …, στη θέση "… ", ο ναύτης Γ.
Π., που υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στο Πολεμικό Ναυτικό, οδηγούσε το υπ' αρ. κυκλ. ... στρατιωτικό όχημα, εργοστασίου κατασκευής Mercedes, τύπου jeep, κυριότητας του Πολεμικού Ναυτικού και εκινείτο, με ταχύτητα 68 χιλιομέτρων ανά ώρα, στη λεωφόρο ... και ειδικότερα στο ρεύμα κυκλοφορίας αυτής, που οδηγεί προς ...
…. Ο ως άνω ναύτης είχε ξεκινήσει, οδηγώντας το ως άνω στρατιωτικό όχημα, από τη Ναυτική Βάση ..., που εδρεύει στην …, ύστερα από εντολή της υπηρεσίας του, για να εκτελέσει εξωτερικό δρομολόγιο, με αρ. κίνησης ... και να μεταβεί στον …, με σκοπό την παραλαβή τιμολογίου. Η ως άνω λεωφόρος ... είναι διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 5,20 μέτρων και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας αυτής διαχωρίζονται με διπλή συνεχή γραμμή.
Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, στην ως άνω περιοχή, ανέρχεται σε 50 χιλιόμετρα ανά ώρα. Υπήρχε δε, παραπλεύρως του προς ... … ρεύματος κυκλοφορίας της ως άνω λεωφόρου, πινακίδα αναγγελίας κινδύνου του Κ.Ο.Κ., περί επικίνδυνης δεξιάς στροφής (Κ-1δ). Καθ' ον χρόνο ο ως άνω ναύτης οδηγούσε το υπ' αρ. κυκλ. ...
στρατιωτικό όχημα στο ως άνω ρεύμα κυκλοφορίας της λεωφόρου ... (προς ... …) και εκινείτο σε μία δεξιά, ως προς την πορεία του, στροφή της οδού, με ταχύτητα 68 χιλιομέτρων ανά ώρα, το υπ' αρ. κυκλ. ... στρατιωτικό όχημα εξετράπη από την πορεία του προς τα δεξιά, εξήλθε του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του και προσέκρουσε, με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του, σε ξύλινη κολώνα της Δ.Ε.Η., χαμηλής τάσης, η οποία βρισκόταν παραπλεύρως του οδοστρώματος και επί της οποίας στηριζόταν συνεστραμμένο δίκτυο καλωδίων.
Συνεπεία της πρόσκρουσης του υπ' αρ. κυκλ. ... στρατιωτικού οχήματος επί της ξύλινης κολώνας της Δ.Ε.Η., η κολώνα έσπασε και έπεσε στο έδαφος, παραπλεύρως του οδοστρώματος και τα συνεστραμμένα καλώδια, που στηρίζονταν σ' αυτή, κόπηκαν και έπεσαν στο έδαφος και ταυτόχρονα προκλήθηκε, από τα καλώδια αυτά βραχυκύκλωμα και, στη συνέχεια, προκλήθηκαν σπινθήρες, οι οποίοι έπεσαν στο έδαφος επί των ξερών χόρτων, που υπήρχαν στο χωμάτινο έρεισμα, παραπλεύρως του οδοστρώματος, και αμέσως προκλήθηκε πυρκαϊά, η οποία επεκτάθηκε, αμέσως, σε παρακείμενες δασικές και οικοπεδικές εκτάσεις, καθώς και στον οικισμό "...", που βρίσκεται κοντά στον τόπο του ενδίκου αυτοκινητικού οχήματος και νότια αυτού...
Το δε υπ' αρ. κυκλ. ... ζημιογόνο στρατιωτικό όχημα ανεφλέγη και κάηκε ολοσχερώς, ενώ ο ναύτης Γ. Π. είχε ήδη απομακρυνθεί απ' αυτό. Συνεπεία της ως άνω πυρκαϊάς, κάηκε, πλην των άλλων, η λυόμενη ξύλινη ισόγεια οικία και ο περιβάλλων χώρος αυτής, συγκυριότητας του ενάγοντος Δ. Λ. (αναιρεσιβλήτου), η οποία βρισκόταν στον οικισμό "...", επί της οδού ...
αρ. …, καθώς και τα κινητά πράγματα αποκλειστικής κυριότητας του ενάγοντος, που ευρίσκοντο εντός και εκτός της ως άνω λυόμενης οικίας... Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ότι το όργανο αυτού, ήτοι ο ναύτης Γ. Π., οδηγούσε το υπ' αρ. κυκλ. ... στρατιωτικό όχημα, κανονικά στο ρεύμα κυκλοφορίας του και ότι αυτός αναγκάστηκε να ενεργήσει δεξιό ελιγμό του στρατιωτικού οχήματος, προκειμένου να αποφύγει μετωπική σύγκρουση με άλλο, αντιθέτως κινούμενο, αυτοκίνητο, αγνώστων στοιχείων, που εισήλθε, αιφνίδια, στο ρεύμα πορείας του και του απέφραξε την πορεία.
Μόνη δε η από 5-8-2013 ένορκη προανακριτική εξέταση του ναύτη Γ. Π., που δόθηκε ενώπιον του αρχιπυροσβέστη Η. Χ., ο οποίος καταθέτει ότι αυτοκίνητο, αγνώστων στοιχείων, κινούμενο, με αντίθετη κατεύθυνση, εισήλθε, αιφνίδια, στο ρεύμα κυκλοφορίας του και του απέφραξε την πορεία και ότι αυτός αναγκάστηκε να διενεργήσει δεξιό αποφευκτικό ελιγμό του υπ' αρ.
κυκλ. ... στρατιωτικού οχήματός του, με συνέπεια αυτό να προσκρούσει στην ξύλινη κολώνα της Δ.Ε.Η., δεν κρίνεται από το Δικαστήριο επαρκής για τον σχηματισμό πλήρους αντίθετης δικανικής πεποιθήσεως, αφού δεν προσεπιβεβαιώνεται από άλλα αποδεικτικά μέσα. Με τα δεδομένα αυτά, η πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και συνακόλουθα η πρόκληση της προαναφερθείσας πυρκαϊάς, που έκαψε τη λυόμενη οικία και τον περιβάλλοντα χώρο αυτής ...
οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οργάνου του Ελληνικού Δημοσίου, ναύτη Γ. Π., που οδηγούσε το υπ' αριθ. ... στρατιωτικό όχημα, εκτελώντας διατεταγμένη υπηρεσία, διότι αυτός από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως μέσος συνετός οδηγός, οδηγούσε το υπ' αρ.
κυκλ. ... στρατιωτικό όχημα χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο αυτού και την εποπτεία της οδού και μολονότι πλησίαζε σε μία επικίνδυνη δεξιά στροφή της οδού, που είχε επισημανθεί με σχετική πινακίδα αναγγελίας κινδύνου (Κ-1δ), δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, αλλά συνέχισε να οδηγεί αυτό με την ίδια ταχύτητα των 68 χιλιομέτρων ανά ώρα, ήτοι με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη, αλλά και την επιβαλλόμενη, ενόψει των συνθηκών της οδού, με αποτέλεσμα, καθόν χρόνο εκινείτο, με το υπ' αρ.
κυκλ. ... στρατιωτικό όχημα, στην ως άνω δεξιά στροφή της οδού, το στρατιωτικό όχημα να εκτραπεί από την πορεία του προς τα δεξιά, να εξέλθει του οδοστρώματος και να επιπέσει στη ξύλινη κολώνα της Δ.Ε.Η. και με περαιτέρω συνέπεια τη θραύση της κολώνας της Δ.Ε.Η., την κοπή των καλωδίων αυτής, την πρόκληση βραχυκυκλώματος και σπινθήρων και τη συνεπεία αυτών (σπινθήρων) άμεση πρόκληση πυρκαϊάς.
Ήτοι ο οδηγός του υπ' αρ. κυκλ. ... στρατιωτικού οχήματος, ναύτης Γ. Π., παρέβη τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3 και 20 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. και άρθρ. 330 εδ. β' του Α.Κ., υποχρεώσεις του. Η ως άνω αμελής συμπεριφορά του ναύτη Γ. Π., οργάνου του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και με την, συνεπεία αυτού, πρόκληση πυρκαϊάς και την καταστροφή, συνεπεία αυτής, της προαναφερθείσας λυόμενης οικίας και του περιβάλλοντος χώρου αυτής συγκυριότητας του ενάγοντος καθώς και των κινητών πραγμάτων κυριότητας αυτού.
Το γεγονός δε ότι κατά τον χρόνο του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος έπνεαν στην ως άνω περιοχή δυνατοί άνεμοι εντάσεως 7BF, δεν συνιστά γεγονός ανώτερης βίας, ούτε γεγονός που διέκοψε τον ως άνω αιτιώδη σύνδεσμο.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, οι ισχυρισμοί του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, περί ελλείψεως αιτιώδους συνάφειας και περί ανώτερης βίας... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 10-5-2017 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της με αριθμό 1177/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολό της η από 2-2-2015 και με αριθμό καταθέσεως 869/2015 αγωγή του.
Ακολούθως, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή την οποία δέχθηκε εν μέρει και ως ουσία βάσιμη, αναγνωρίζοντας ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 29.280 ευρώ για αποζημίωση και χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330, 914 του ΑΚ, 105 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3 και 20 παρ. 1 του ΚΟΚ, κατά παράβαση των οποίων το άνω όργανο του αναιρεσείοντος, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, α) οδηγούσε το υπ' αρ.
κυκλ. ... στρατιωτικό όχημα χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο αυτού και την εποπτεία της οδού, β) οδηγούσε το ως άνω όχημά του με υπερβολική για τις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας ταχύτητα, η οποία, παρότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην περιοχή ήταν καθορισμένο σε 50 χιλ.
την ώρα, υπερέβαινε το όριο αυτό και ανέρχονταν, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, στα 68 χιλιόμετρα ωριαίως, γ) μολονότι πλησίαζε σε μία επικίνδυνη δεξιά στροφή της οδού, που είχε επισημανθεί με σχετική πινακίδα αναγγελίας κινδύνου (Κ-1δ), δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, αλλά συνέχισε να οδηγεί αυτό με την ίδια ταχύτητα των 68 χιλιομέτρων ανά ώρα, ήτοι με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη, αλλά και την επιβαλλόμενη, ενόψει των συνθηκών της οδού, με αποτέλεσμα να εκτραπεί από την πορεία του προς τα δεξιά, να εξέλθει του οδοστρώματος και να επιπέσει στη ξύλινη κολώνα της ΔΕΗ, με περαιτέρω συνέπεια τη θραύση της κολώνας της ΔΕΗ, την κοπή των καλωδίων αυτής, την πρόκληση βραχυκυκλώματος και σπινθήρων και τη συνεπεία αυτών (σπινθήρων) άμεση πρόκληση πυρκαγιάς, εξαιτίας της οποίας κάηκε η λυόμενη οικία συγκυριότητας του αναιρεσίβλητου.
Η παράβαση των εκ του ανωτέρω κώδικα υποχρεώσεων του οργάνου του αναιρεσείοντος, ναύτη Γ. Π., κατά την εκ μέρους του οδήγηση του υπ' αριθ. ... στρατιωτικού οχήματος, στοιχειοθετεί την αμελή οδηγική συμπεριφορά του άνω οργάνου, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, παρανομία και η οποία (αμελής συμπεριφορά) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της) προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ` αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η αποκλειστική υπαιτιότητα του οργάνου του Ελληνικού Δημοσίου, ναύτη Γ.
Π., που οδηγούσε το υπ' αριθ. ... στρατιωτικό όχημα, εκτελώντας διατεταγμένη υπηρεσία, στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της άνω υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του άνω ναύτη και της επελθούσας ζημίας. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της, όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν, με επάρκεια, το σαφές, ως άνω, αποδεικτικό της πόρισμα και δη αναφέρει, με σαφήνεια και πληρότητα τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συγκεκριμένη (και αναλυτικώς πιο πάνω αναφερομένη) υπαίτια συμπεριφορά του άνω οργάνου του αναιρεσείοντος, κατά παράβαση των προβλεπομένων με τους κανόνες των πιο πάνω διατάξεων του ΚΟΚ, 914 ΑΚ και 105 παρ. 1 ΕισΝΑΚ, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, παρανομία (οδήγηση χωρίς σύνεση και προσοχή, με την υπερβολική ταχύτητα των 68χ/ω με όριο ανώτερης επιτρεπόμενης ταχύτητας 50 χ/ω, την οποία δεν μείωσε καίτοι πλησίαζε σε μία επικίνδυνη δεξιά στροφή της οδού, που είχε επισημανθεί με σχετική πινακίδα αναγγελίας κινδύνου) και η οποία βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Ρητά, επίσης, γίνεται δεκτό ότι η εν λόγω συνάφεια δεν αίρεται από το γεγονός ότι κατά τον χρόνο του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος έπνεαν στην ως άνω περιοχή δυνατοί άνεμοι εντάσεως 7BF, καθόσον το γεγονός αυτό δεν συνιστά γεγονός ανώτερης βίας, ούτε γεγονός που διέκοψε τον ως άνω αιτιώδη σύνδεσμο. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον αφενός μεν προβάλλει αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αφετέρου δε προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.
Οι λοιπές αιτιάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης, που είναι διάσπαρτες στους άνω λόγους της αίτησης αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, καθόσον αναφέρονται στην από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την από αποκλειστική υπαιτιότητα του οργάνου του αναιρεσείοντος πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και την εξ αυτού πρόκληση της πυρκαγιάς και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αυτής και της ζημίας του αναιρεσίβλητου, περαιτέρω δε στην ανάλυση και στάθμισή τους, και συνεπώς, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα, είναι απαράδεκτες.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την περί αυτών απόδειξη (ΑΠ 648/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με το σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχθηκε την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του υπηρεσιακού του οχήματος, καθώς και ότι αυτός είχε αναπτύξει ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 50 χ/ω, χωρίς να αναφέρει σε ποιο αποδεικτικό μέσο στηρίχθηκε και έτσι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο την κρίση του για το ως άνω ζήτημα σχημάτισε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά αφού έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος στο ακροατήριο και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.
Δεν ήταν δε αναγκαία η ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυπτε η κρίση του περί της ταχύτητας που είχε αναπτύξει το άνω όργανο του αναιρεσείοντος, αφού μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Η δε περαιτέρω προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα προσκομισθέντα από το αναιρεσείον έγγραφα προκύπτει ότι η ταχύτητα του υπηρεσιακού οχήματος δεν υπερέβαινε τα 50 χ/ω, κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον, με την επίκληση της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Εξάλλου, ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ, ισχύει κατά κανόνα, το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικώς μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ. 441, 445).
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο η ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.
Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 του ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς ν` απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του.
Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 445/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με το οικείο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δημόσια έγγραφα που προσκομίσθηκαν από αυτό και αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά και δη δεν έλαβε υπόψη α) την από 6-8-2013 δήλωση τροχαίου ατυχήματος του οδηγού του υπηρεσιακού οχήματος, β) την από 7-8-2013 ένορκη εξέταση του οδηγού του υπηρεσιακού οχήματος που δόθηκε στα πλαίσια της διενεργηθείσας ΕΔΕ, γ) το από 4-1-2014 πόρισμα της ΕΔΕ και δ) την με αριθμό ΑΒΜ ...
πράξη του Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου Πειραιώς περί θέσης της δικογραφίας στο αρχείο λόγω μη ύπαρξης αξιόποινης πράξης, σύμφωνα με τα οποία δεν υφίσταται καμία πράξη ή παράλειψη του οδηγού του υπηρεσιακού του οχήματος και γι' αυτό δεν ασκήθηκε πειθαρχικός έλεγχος σε βάρος του, ούτε παραπέμφθηκε σε ακροαματική διαδικασία αλλά η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο.
Καθόσον αφορά την με αριθμό ΑΒΜ ... πράξη του Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου Πειραιώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των από 30.4.2018 προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, δεν προκύπτει η προσκόμιση και επίκληση του συγκεκριμένου εγγράφου και συνεπώς δεν υπήρχε υποχρέωση του Εφετείου να το λάβει υπόψη.
Καθόσον αφορά τα υπόλοιπα τρία έγγραφα, τα οποία πράγματι επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα το αναιρεσείον με τις άνω προτάσεις του, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, από τη ρητή διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην περί πραγμάτων κρίση του, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, εκτός των άλλων, και όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ουδεμία απολύτως καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα άνω αποδεικτικά στοιχεία με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του πορίσματός του, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του υπηρεσιακού οχήματος του αναιρεσείοντος, το οποίο πόρισμα είναι αντίθετο προς εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό.
Περαιτέρω, με το σχετικό σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8, αληθώς όμως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα άνω έγγραφα, ως προς τις επικρατούσες κατά το χρόνο του ατυχήματος συνθήκες, τη δέουσα (πλήρη) αποδεικτική δύναμη αυτών, πράγμα το οποίο άσκησε ουσιώδη επιρροή στις παραδοχές του Εφετείου και συνακόλουθα στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, διότι τα περιεχόμενα στα άνω δημόσια έγγραφα, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, είναι από εκείνα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους, αφού δεν βεβαιώνονται σ' αυτά ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιον του. Επομένως, κατ` αυτού του περιεχομένου επιτρέπεται ανταπόδειξη μετά από αξιολόγηση του λοιπού αποδεικτικού υλικού, όπως και έγινε εν προκειμένω.
Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις από το αναιρεσείον ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς την υπαιτιότητα του άνω οργάνου του, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκλησή τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ "...σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (ολΑΠ. 9/2015, ΑΠ 12/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι λόγω της ως άνω πυρκαϊάς, κάηκε και καταστράφηκε ολοσχερώς η λυόμενη ξύλινη ισόγεια οικία συγκυριότητας του ενάγοντος, που βρισκόταν στον οικισμό "..." ...
Η ως άνω λυόμενη ξύλινη ισόγεια οικία και το οικόπεδο, επί του οποίου αυτή είχε ανεγερθεί, ανήκε, κατά τον χρόνο του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, κατά συγκυριότητα στον ενάγοντα Δ. Λ. και ειδικότερα κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου... Από το έτος 2010, που ο ενάγων τέλεσε δεύτερο γάμο, έως τον χρόνο του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος (5-8-2013), ο ενάγων χρησιμοποιούσε αποκλειστικά την ως άνω λυόμενη οικία ως εξοχική οικία και διέμενε σ' αυτή μαζί με τη νέα σύζυγό του, Σ.
Τ., και το ανήλικο τέκνο τους... Επομένως, συνεπεία της ως άνω πυρκαϊάς, ο ενάγων ζημιώθηκε και θα ζημιωθεί, λόγω της ολοσχερούς καταστροφής της ως άνω λυόμενης ξύλινης ισογείου οικίας και της βάσης αυτής και της μερικής καταστροφής του βάθρου και του μανδρότοιχου του ως άνω οικοπέδου, κατά το συνολικό ποσό των 17.500 ευρώ...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, λόγω της ως άνω πυρκαϊάς,, κάηκαν και καταστράφηκαν ολοσχερώς, και όλα τα κινητά πράγματα, αποκλειστικής κυριότητας του ενάγοντος, που ευρίσκοντο εντός της ως άνω λυόμενης οικίας και στον περιβάλλοντα αυτήν εξωτερικό χώρο. Ειδικότερα, καταστράφηκαν, ολοσχερώς, τα παρακάτω κινητά πράγματα, των οποίων η αγοραία αξία, ως μεταχειρισμένων, ανερχόταν, κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της από 2-2-2015 και με αρ.
εκθ. Κατ. 869/2015 αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (20-10-2015), στα εξής ποσά:...
Συνεπώς, ο ενάγων ζημιώθηκε, λόγω της ολοσχερούς καταστροφής των προαναφερθέντων κινητών πραγμάτων, αποκλειστικής κυριότητάς του, κατά το συνολικό ποσό των 8.030 ευρώ. Τέλος, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του ναύτη Γ. Π., οδηγού του υπ' αρ.
κυκλ. ... οχήματος του Πολεμικού Ναυτικού, για την πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και της συνεπεία αυτού επακολουθήσασας πυρκαϊάς, του ύψους των ζημιών, που υπέστη ο ενάγων, και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης αυτού, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από την σε βάρος του αδικοπραξία του οργάνου του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτόν, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 4.000 ευρώ, το οποίο θεωρείται εύλογο μετά τη στάθμιση των ως άνω κατά νόμον στοιχείων... ".
Με τις κρίσεις και τις παραδοχές αυτές το Εφετείο καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση για τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο στο ποσό που αναφέρθηκε πιο πάνω, αφού εκτίμησε τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά, ήτοι συνθήκες του ατυχήματος, βαθμό πταίσματος του οργάνου του εναγομένου, οικονομική κατάσταση των μερών, την προσωπική κατάσταση του ενάγοντος, το ύψος των ζημιών που υπέστη ο ενάγων και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης αυτού, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνει καταφανώς τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε εν προκειμένω η προβλεπόμενη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30 Σεπτεμβρίου 2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της με αριθ. 1319/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ