50/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated50/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε περίπτωση, που ο ενεχόμενος από την επιταγή ασκήσει είτε ανακοπή κατά της εκδοθείσας σε βάρος του διαταγής πληρωμής είτε αγωγή περί ανυπαρξίας της οφειλής του, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 50 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 50/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... και Σία Ε.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Β. Γ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γιαννόπουλο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην …, ως καθολικής διαδόχου της πρώην υφιστάμενης, εδρεύουσας στην Αθήνα, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Τσιαλίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2012 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10204/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2125/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-7-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933 "περί επιταγής", η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 17 του νόμου 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν", τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη.
Η με τη διάταξη αυτή, από την οποία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, καθιερούμενη αρχή του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται μόνον εφόσον εκείνος, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή, τελούσε κατά την κτήση της σε γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβίβασης σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη.
Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιείτο. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση.
Σε περίπτωση, που ο ενεχόμενος από την επιταγή ασκήσει είτε ανακοπή κατά της εκδοθείσας σε βάρος του διαταγής πληρωμής είτε αγωγή περί ανυπαρξίας της οφειλής του, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται.
Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή ή την αγωγή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής.
Συνήθης στην πράξη είναι η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγύησης. Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται - ως ένα είδος pactum fiduciale - ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της επιταγής.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933.
Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση αυτής (ΑΠ 1758/2017, ΑΠ 353/2015).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1251 του ΑΚ, που προβλέπει την ενεχυρίαση τίτλου σε διαταγή, και 38 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", το οποίο εξακολουθεί να ισχύει κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυριάζονται με οπισθογράφηση, χωρίς άλλη διατύπωση, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1251 ΑΚ, είναι και η επιταγή.
Η μη αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων παραστατικών από την πλευρά της Τράπεζας ή οποιουδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής κατά την ενεχυρίαση των τίτλων δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην επιβεβαίωση και κατάφαση γνώσης, όπως αυτή απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ένστασης, την οποία είναι δυνατό να διατηρεί βάσιμα ο εκδότης της επιταγής σε βάρος του λήπτη αυτής.
Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη του κομιστή της επιταγής τεκμαίρεται και κατά συνέπεια δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παράλειψης της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων εγγράφων, που να πιστοποιούν την υποκείμενη αιτία, για την κατάφαση γνώσης της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση (καταπιστευτική επιταγή, επιταγή "ευκολίας", εικονικότητα, τοκογλυφία κ.λπ.), αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατό να οφείλεται όχι μόνο σε δόλο, αλλά και σε αμέλεια ακόμη, η οποία υπό την εκδοχή αυτή αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου.
Πέραν αυτού, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα ή οποιοδήποτε άλλον κομιστή της επιταγής για την προσκόμιση σ' αυτούς τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους (εκδότη και λήπτη, λήπτη και πρώτου οπισθογράφου, πρώτου και δεύτερου οπισθογράφου, δεύτερου και τρίτου οπισθογράφου κ.ο.κ., μέχρι τον τελευταίο κομιστή), στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από καμία διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ.
β του ΑΚ (ΑΠ 1122/2019, ΑΠ 353/2015) και άρα η μη ανταπόκριση της Τράπεζας, ως τελευταίας κομίστριας της επιταγής, στο μέτρο αυτό της μη αναγκαίας επιμέλειας, δεν καθιστά καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την άσκηση της αξίωσης του ουσιαστικού δικαίου από το αξιόγραφο, με την εμφάνισή του για πληρωμή, τη βεβαίωση για τη μη πληρωμή κ.τ.λ., από τη δικαιούχο της αξίωσης αυτής τελευταία κομίστρια της επιταγής (ΑΠ 1346/2017).
Εξάλλου, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχουν σχέση αποκλειστικά και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των Τραπεζών, αφορούν την έκδοση διαταγών, οδηγιών ή και κατευθύνσεων για τη ρύθμιση θεμάτων εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της υπηρεσίας τους και δεν έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μη γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές.
Επιπροσθέτως, οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ του εκδότη και της λήπτριας της επιταγής σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό, πρέπει να αποδεικνύονται από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης της τράπεζας ή άλλης τελευταίας κομίστριας, δεδομένου, ότι τούτο προϋποθέτει, ότι η αμέσως με αυτή συναλλασσόμενη, λήπτρια της επιταγής, θα αποκάλυπτε σε αυτή τις εν λόγω συμφωνίες, κάτι που πρέπει να αποδεικνύεται, ότι συνέβη.
Η υιοθέτηση αντίθετης άποψης θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία (causa), τόσο της έκδοσης αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, "εν τοις πράγμασι", σε στοιχείο του αξιογράφου, κάτι που θα οδηγούσε στην αντιστροφή του συστήματος, που καθιερώνεται με το νόμο 5960/1933, δεδομένου, ότι, από τις διατάξεις του νόμου αυτού, συνάγεται, ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, ότι η αιτία έκδοσης και οπισθογράφησής της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και ότι αποκαλύπτεται η αιτία μόνο με την προβολή σχετικής ένστασης, πως η αιτία εξέλιπε (έληξε ή δεν επακολούθησε), ή ήταν εξαρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη, ελαττωματική κ.τ.λ., από τον οφειλέτη, που καλείται για την πληρωμή της, είτε με την άσκηση αγωγής εναντίον του, είτε με την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1347/2018, ΑΠ 1317/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 2/2019). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του.
Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (Ολ. Α.Π. 62/90), το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΑΠ 1346/2017, ΑΠ 42/2015, ΑΠ 1558/2014).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία" έχε ως αρχικό αντικείμενο την εισαγωγή, εμπορία, εγκατάσταση, συντήρηση και συναρμολόγηση συσκευών κλιματισμού, ψυκτικών μηχανημάτων και ειδών κεντρικής θέρμανσης, και από το τέλος του έτους 2008, ασχολήθηκε με τον κλάδο των εφαρμογών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, με ιδιαίτερη έμφαση στον τομέα των φωτοβολταϊκών και της αβαθούς γεωθερμίας.
Η ανάπτυξη της εταιρίας στον τομέα των φωτοβολταϊκών ήταν ραγδαία, ενόψει του επενδυτικού ενδιαφέροντος, με αποτέλεσμα να εκτοξεύσει το τζίρο της το έτος 2009 σε 37.000.000 ευρώ και το έτος 2010 σε 48.000.000 ευρώ. Χρηματοδότρια τράπεζα, μεταξύ άλλων, υπήρξε η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα A.E.".
Ειδικότερα, η τελευταία, με τη με αριθμ. ...14.02.2000 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, χορήγησε πίστωση στην ανωτέρω ανώνυμη εταιρία μέχρι το ποσό των 250.000.000 δρχ, με τους αναφερόμενους σ' αυτήν όρους, ενώ με τις με αριθμ. ...1/25.04.2001, ...2/24.10.2003, ...3/07.02.2006 και ...07.02.2010 πρόσθετες πράξεις αυξήθηκε η πίστωση στο ποσό των 2.934.702,86 ευρώ, 4.500.000,00 ευρώ, 7.000.000,00 ευρώ και 10.000.000.00 ευρώ, αντίστοιχα.
Με το με αριθμ. 24.04.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, συστάθηκε η ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... & Σία ε.ε." (πρώτη αναιρεσείουσα),... με ομόρρυθμο εταίρο τον Β. Γ., δεύτερο ανακόπτοντα (ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα), και ετερόρρυθμο εταίρο τον Γ. Γ., με σκοπό, της εταιρίας, την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Ήδη, με το οπό 11.02.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήθηκε το ανωτέρω καταστατικό, με την αποχώρηση του Β.
Γ., την είσοδο στην εταιρία ως ετερόρρυθμων εταίρων της Π. Γ., κατά ποσοστό 33%, του Α. Γ., κατά ποσοστό 33% και ως ομόρρυθμου εταίρου του Γ. Γ., κατά ποσοστό 34%, και η επωνυμία τροποποιήθηκε σε "... & Σία E.E.", με σκοπό την παραγωγή και εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας.... Με... απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας, παρασχέθηκε στην πρώτη ανακόπτουσα η εξαίρεση από την υποχρέωση λήψης άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας οπό Α.Π.Ε.
και Δ.Η.Θ.Υ.Α" και τον Σεπτέμβριο 2009 κοινοποιήθηκε σε αυτήν, ως δικαιούχο. Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων τους, η πρώτη ανακόπτουσα ε.ε. (πρώτη αναιρεσείουσα) συμβλήθηκε, με το από 29.11.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, με την α.ε. με την επωνυμία "... A.E.", με την οποία η δεύτερη, ως εργολάβος, ανέλαβε την μελέτη, προμήθεια εξοπλισμών και εγκατάσταση, θέση σε λειτουργία και σύνδεση με το δίκτυο, μονάδας παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος με φωτοβολταϊκά στοιχεία,...
στη θέση... του Δήμου,... Ορίστηκε, στο άρθρο 4 αυτού, ότι στο συνολικό έργο που ανέλαβε η εργολάβος περιλαμβάνεται η επίβλεψη και κατασκευή του έργου, ενώ στο οικονομικό αντικείμενο δεν περιλήφθηκε η δαπάνη σύνδεσης με το δίκτυο της Δ.Ε.Η. Στο άρθρο 7 του ιδιωτικού συμφωνητικού, ορίστηκε ότι η αμοιβή της εργολάβου για την εκτέλεση του έργου (προμήθεια και εγκατάσταση του βασικού ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού) ανέρχεται στο ποσό των 430.000,00 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, με προκαταβολή 110.000,00 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό ήταν καταβλητέο μετά την ολοκλήρωση του έργου και την εκταμίευση του εγκεκριμένου δανείου από την Εθνική Τράπεζα, που θα γινόταν μετά την πιστοποίηση από την Τεχνική Υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας της σύνδεσης του σταθμού παραγωγής με το δίκτυο της Δ.Ε.Η..
Με τον 9ο όρο της ανωτέρω σύμβασης έργου, ορίστηκε χρόνος ολοκλήρωσης κατασκευής αυτού, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι εργασίες της ΔΕΗ για τη σύνδεση με το δίκτυο, η 30η.03.2011, ενώ, σε περίπτωση μη τήρησης της παραπάνω ημερομηνίας, η εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην πρώτη ανακόπτουσα - εργοδότρια χρηματική ημερήσια αποζημίωση ίση με τα έσοδα της ημερήσιας παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από την ανωτέρω εγκατάσταση, καθ' όλη τη διάρκεια καθυστέρησης του έργου.
Χάριν καταβολής αντίστοιχου μέρους της αμοιβής, ορίστηκαν τα στοιχεία των δίγραμμων επιταγών με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 30.05.2011, 30.05.2011, 30.06.2011, 30.06.2011 και 30.07.2011, ποσού 70.000,00 ευρώ, 70.000,00 ευρώ, 70.000,00 ευρώ και 40.000,00 ευρώ, αντίστοιχα. Ρητά ορίστηκε ότι μετά τη σύνδεση με την ΔΕΗ και την εκταμίευση των τραπεζικών δανείων, η αποπληρωμή των ως άνω επιταγών θα επισπευστεί και θα πραγματοποιηθεί άμεσα πριν από τις ημερομηνίες λήξης αυτών.
Επίσης, ορίστηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης της ΔΕΗ και κατ' επέκταση της δυνατότητας εκταμίευσης των τραπεζικών δανείων, η αποπληρωμή των επιταγών θα παραταθεί ισόχρονα όσο απαιτηθεί (άρθρ. 8]. Στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό ορίστηκε ότι οι επιταγές είναι δίγραμμες, δηλαδή πληρωτέες σε τραπεζίτη.
Η πρώτη ανακόπτουσα εξέδωσε τις μεταχρονολογημένες επιταγές της Εθνικής Τράπεζας, στην οποία τηρούσε λογαριασμό, πληρωτέες εις διαταγήν της παραπάνω εργολάβου εταιρίας. Η τελευταία, τρεις από ης ως άνω επιταγές ποσού 70.00,00 ευρώ, 70.000,00 ευρώ και 40.000,00 ευρώ, μεταβίβασε, λόγω ενεχύρου, στην Εμπορική Τράπεζα A.E., καθ' ης η ανακοπή χρηματοδότρια τράπεζα, τότε υφιστάμενη και λειτουργούσα, στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε, ως οιονεί καθολική διάδοχος, η ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ALPHA Τράπεζα Ανώνυμος ΕταιρΙα" (αναιρεσίβλητη).
Οι ανακόπτοντες υποστηρίζουν ότι όλες οι εκδοθείσες από την πρώτη ανακόπτουσα παραπάνω τραπεζικές επιταγές ήταν δίγραμμες, ενώ οι διάδικοι δεν προσκομίζουν αυτές ούτε σε φωτοτυπία. Ανεξαρτήτως του αν ήταν ή όχι δίγραμμες, αφού και η δίγραμμη επιταγή κυκλοφορεί ως κοινή επιταγή και δεν απαιτείται για την οπισθογράφησή της οποιαδήποτε ειδική διατύπωση..., τις τρεις από τις παραπάνω επιταγές νομίμως η εργολάβος εταιρία οπισθογράφησε, λόγω ενεχύρου, στην καθ' ης η ανακοπή, ενώ είχαν εκδοθεί από την εκδότρια αυτών χάριν καταβολής της αμοιβής του παραπάνω έργου, και δεν συμφωνήθηκε, προφορικώς, όπως παραμείνουν αυτές εις χείρας της λήπτριας εργολάβου, μέχρι την ολοκλήρωση του έργου.
Ειδικότερα, η εργοδότρια ανακόπτουσα μέρος της αμοιβής της παραπάνω εργολάβου θα κατέβαλε από την εκταμίευση δανείου της από την Εθνική Τράπεζα. Ποσού 240.000,00 ευρώ. μετά την ολοκλήρωση του έργου και τη σύνδεση αυτού με τη Δ.Ε.Η.. Έτσι, το χρονικό διάστημα μεταξύ της συμφωνηθείσας ημεροχρονολογίας ολοκλήρωσης του έργου και της ανωτέρω λήξης των επιταγών ήταν ικανοποιητικό ώστε να γινόταν και η εκταμίευση του ανωτέρω τραπεζικού δανείου για την αποπληρωμή αντίστοιχου μέρους αμοιβής, καθώς και της πλέον αυτής 80.000,00 ευρώ, ενώ αν η εκταμίευση γινόταν νωρίτερα από το χρόνο λήξης των επιταγών θα γινόταν και ενωρίτερα η πληρωμή αυτών.
Αντίθετα, σε περίπτωση καθυστέρησης σύνδεσης με την Δ.Ε.Η. και κατά συνέπεια καθυστέρησης εκταμίευσης του τραπεζικού δανείου, η αποπληρωμή όλων των επιταγών θα παρατεινόταν για όσο χρόνο θα απαιτείτο να ολοκληρωθεί το έργο και να γίνει η εκταμίευση του δανείου. Η εργολάβος εταιρία μεταβίβασε λόγω ενεχύρου, τις επιταγές προς πιστωτικούς οργανισμούς για την εξασφάλιση της κίνησης των ανοικτών αλληλόχρεων λογαριασμών και του υπολοίπου αυτών, από τους οποίους χρηματοδοτείτο.
Τις τρεις από τις παραπάνω επιταγές, 70.000,00 ευρώ, 70.000,00 ευρώ και 40.000,00 ευρώ, η εργολάβος, μεταβίβασε λόγω ενεχύρου, στην καθ' ης η ανακοπή, για την εξασφάλιση της κίνησης του υφιστάμενου ανωτέρω ανοικτού λογαριασμού πίστωσης και του υπολοίπου αυτής, προκειμένου να πετύχει τη συνέχιση της κίνησης αυτής, για την εκτέλεση του έργου.
Το γεγονός ότι η εργολάβος εταιρία θα χρησιμοποιούσε τις ανωτέρω επιταγές, για την εξασφάλιση της ανωτέρω πιστοληπτικής της ικανότητας, γνώριζε η πρώτη ανακόπτουσα εργοδότρια εταιρία, αφού μόνη η συμφωνηθείσα προκαταβολή μετρητών δεν ήταν ικανή, για την εκτέλεση του έργου. Εξάλλου, δεν δικαιολογείται από την εμπορική λογική - πρακτική η παράδοση των μεταχρονολογημένων επιταγών χωρίς τη δυνατότητα χρήσης αυτών από τον παραλήπτη, ειδικά όταν αφορούν επιχειρήσεις, όπως της εργολάβου, που εκτελούσε τα έργα της με δανεισμό, αλλά και της εργοδότριας που σχεδίασε τη χρηματοδότησή της από τράπεζα, για την πληρωμή της αμοιβής της εργολάβου, με την σύνδεση του έργου με την Δ.Ε.Η..
Έτσι, οι ανακόπτοντες, ως εργοδότρια η πρώτη και ως ομόρρυθμος, τότε, εταίρος αυτής ο δεύτερος, o οποίος ήταν και νόμιμος τότε εκπρόσωπος της ε.ε., γνώριζαν και αποδέχθηκαν τη θέση των επιταγών σε κυκλοφορία, για την εξασφάλιση του υπολοίπου της ανωτέρω πίστωσης και συνέχισης κίνησης αυτής από τραπεζικό οργανισμό.
Άλλωστε, η παρέκκλιση της απαγόρευσης χρήσης των επιταγών, ασυνήθης, στην εμπορική πρακτική, θα είχε σημειωθεί με σχετική ρήτρα επ' αυτών, όπως με την αναγραφή της φράσης "ουχί εις διαταγήν" ή άλλη ισοδύναμη ρήτρα, ή έστω θα είχε γίνει σχετική μνεία στο προαναφερθέν Ιδιωτικό συμφωνητικό... Αντίθετα στο ιδιωτικό συμφωνητικό έγινε μνεία για αντικατάσταση των επιταγών, αν δεν εκτελούνταν, το έργο, μέχρι το χρόνο λήξης τους, με ισόχρονη παράταση αυτών.
Επομένως, αβάσιμα οι ανακόπτοντες ισχυρίστηκαν ότι συμφωνήθηκε, προφορικά, ότι απαγορεύτηκε στη λήπτρια εργολάβο η μεταβίβαση των επιταγών και η παραμονή αυτών εις χείρας της, στο λογιστήριό της, μέχρι την ολοκλήρωση του έργου. Η εργολάβος εταιρία ζήτησε από τις αντίστοιχες τράπεζες την αντικατάσταση όλων των επιταγών.
Συγκεκριμένα, η εργολάβος ζήτησε και από την καθ' ης η ανακοπή την αντικατάσταση των τριών επιταγών, από τις οποίες την επιταγή ποσού 40.000,00 ευρώ, λήξης 30.07.2011, με την από 04.08.2011 επιστολή της, προτείνοντας την αντικατάσταση αυτής με ισόποση επιταγή της πρώτης ανακόπτουσας, λήξης 30.11.2011, επισημαίνοντας προς την καθ' ης, ως προς την κατάσταση του έργου, το κόστος σύνδεσης με την ένδειξη "NAI" την ύπαρξη σύμβασης αγοροπωλησίας με ΔΕΣΜΗΕ με την ένδειξη "ΝΑΙ" και την ύπαρξη έγκρισης χρηματοδότησης από την Εθνική Τράπεζα.
Με την ίδια τηλεομοιοτυπική επιστολή, η εργολάβος ζήτησε, από την καθ' ης η ανακοπή, την αντικατάσταση επιταγών πελατών της, συνολικού ποσού 615.000,00 ευρώ, που, και, έλαβε χώρα. Παράλληλα, η εργολάβος εταιρία, υποσχόμενη την εκτέλεση του έργου προς την πρώτη ανακόπτουσα, ζήτησε την αντικατάσταση όλων των επιταγών.
Η πρώτη ανακόπτουσα, πεισθείσα ότι η εργολάβος θα εκτελέσει το έργο, δια του τότε νομίμου εκπροσώπου της, αντικατάστησε τις αναγραφόμενες στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό επιταγές, με τη χορήγηση ισάριθμων επιταγών, συνολικού ποσού 320.000,00 ευρώ. Έτσι, η πρώτη ανακόπτουσα, εξέδωσε, στην Αθήνα, τις με αριθμ. ...
κοινές, και όχι δίγραμμες, επιταγές της Εθνικής Τράπεζας, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 30.09.2011, 30.09.2011. 30.10.2011 και 30.11.2011, ποσού 70.000,00 ευρώ καθεμία από τις τέσσερις πρώτες και 40.000,00 ευρώ η πέμπτη, πληρωτέες εις διαταγήν της ανωτέρω εργολάβου εταιρίας. Η τελευταία, οπισθογράφησε, λόγω ενεχύρου, στις 21-06-2011 τις με αριθμ. ...
επιταγές και στις 05.08.2011 τη με αριθμ. ... επιταγή στην καθ' ης η ανακοπή, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα Α.Ε.", της οποίος οιονεί καθολική διάδοχος είναι η... ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ALPHA Τράπεζα Ανώνυμος Εταιρία", για την εξασφάλιση κίνησης και του υπολοίπου της σύμβασης πίστωσης του ως άνω λογαριασμού της, ενώ τις με αριθμ. ...
και ... επιταγές μεταβίβασε, λόγω ενεχύρου, στην ... και στην ΤΒΑΝΚ, αντίστοιχα, για την εξασφάλιση κίνησης και υπολοίπου των αντίστοιχων με τις πιστωτικούς αυτούς οργανισμούς συμβάσεων πίστωσης. Για τους αυτούς παραπάνω λόγους, αβάσιμα οι ανακόπτοντες ισχυρίστηκαν ότι συμφωνήθηκε, προφορικά, η παραμονή των παραπάνω τριών επιταγών, εις χείρας της εργολάβου (στο), λογιστήριο αυτής, μέχρι την ολοκλήρωση του έργου καθώς και ότι απαγορεύτηκε στη λήπτρια εργολάβο η μεταβίβαση των επιταγών σε οποιαδήποτε πιστώτρια τράπεζα.
Το γεγονός ότι η εργολάβος εταιρία θα χρησιμοποιούσε τις ανωτέρω επιταγές, για την εξασφάλιση της πιστοληπτικής της ικανότητος γνώριζε, και κατά το χρόνο αντικατάστασης των επιταγών, η ανακόπτουσα εργοδότρια εταιρία, αφού μόνη η συμφωνηθείσα προκαταβολή μετρητών δεν ήταν ικανή, για την εκτέλεση του έργου.
Εξάλλου, δεν δικαιολογείται από την εμπορική λογική - πρακτική η παράδοση των μεταχρονολογημένων επιταγών χωρίς τη δυνατότητα χρήσης αυτών από τον παραλήπτη, ειδικά όταν αφορούν επιχειρήσεις, όπως της εργολάβου, που εκτελούσε τα έργα της με δανεισμό, αλλά και της εργοδότριας που σχεδίασε τη χρηματοδότησή της, οπό τράπεζα, για την πληρωμή μέρους της αμοιβής της εργολάβου, με την σύνδεση του έργου με την Δ.Ε.Η..
Έτσι, οι ανακόπτοντες, ως εργοδότρια η πρώτη και ως, τότε, ομόρρυθμος εταίρος ο δεύτερος, ο οποίος ήταν και νόμιμος, τότε, εκπρόσωπος της ε.ε" γνώριζαν και αποδέχθηκαν τη θέση των επιταγών σε κυκλοφορία, για την εξασφάλιση κεφαλαίου κίνησης και υπολοίπου ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού από τραπεζικό οργανισμό.
Άλλωστε, η παρέκκλιση της απαγόρευσης χρήσης των επιταγών, ασυνήθης, στην εμπορική πρακτική, θα είχε σημειωθεί με σχετική ρήτρα επ' αυτών, όπως με την αναγραφή της φράσης "ουχί εις διαταγήν" ή άλλης ισοδύναμης ρήτρας.... Εν τω μεταξύ, η εργολάβος εταιρία εξακολούθησε να είναι υπερήμερη ως προς την εκτέλεση και παράδοση του έργου.
Η εργοδότρια - πρώτη ανακόπτουσα, με την από 07.09.2011 επιστολή της, προς την εργολάβο διαμαρτυρήθηκε για την υπερημερία αυτής, παρά τις αλλεπάλληλες διαβεβαιώσεις της για ολοκλήρωση του έργου τον Μάϊο, τον Ιούνιο, τον Ιούλιο και οπωσδήποτε τον Αύγουστο 2011, και ζήτησε την επιστροφή των επιταγών της. Η εργολάβος εταιρία, με την από 09.09.2011 επιστολή της, πληροφόρησε την πρώτη ανακόπτουσα για την αντίστοιχη παραπάνω, τράπεζα, στην οποία καθεμία από τις παραπάνω επιταγές είχε οπισθογραφηθεί, λόγω ενεχύρου.
Στη συνέχεια, η πρώτη ανακόπτουσα, με την από 24.09.2011 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στις 26.09.2001 στην εργολάβο εταιρία και κοινοποιήθηκε, στις 26.09.2011, και στην καθ' ης η ανακοπή, διαμαρτυρήθηκε για την υπερημερία της εργολάβου, κατήγγειλε τη σύμβαση έργου και ζήτησε την επιστροφή όλων των επιταγών, μεταξύ των οποίων και των προαναφερθεισών επιταγών που είχαν ενεχυραστή από την εργολάβο στην καθ' ης η ανακοπή, δηλώνοντας ότι θα προβεί σε άμεση ανάκληση των τραπεζικών επιταγών της, στην οποία προέβη, με την από 26.09.2011 δήλωσή της προς την πληρώτρια Εθνική Τράπεζα.
Η καθ' ης η ανακοπή, νόμιμη κομίστρια των ανωτέρω τριών επιταγών, εμφάνισε αυτές, νόμιμα και εμπρόθεσμα, προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, στις 30.09.2011, 30.09.2011 και 30.11.2011, αντίστοιχα, πλην όμως δεν πληρώθηκαν, λόγω ανάκλησης, με επαρκές υπόλοιπο, σφραγίστηκαν, στις 04.10.2011. 04.10.2011 και 02.12.2011, με αντίστοιχες βεβαιώσεις επί του σώματος εκάστης, μετά από ρητή σχετική εξουσιοδότηση της πληρώτριας τράπεζας.
Μετά από σχετική αίτηση της καθ' ης η ανακοπή, εκδόθηκε η, με αριθμ. 5276/2012, ανακοπτόμενη δ/γή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκαν οι ανακόπτοντες, η πρώτη ως εκδότρια ε.ε. των ανωτέρω τριών τραπεζικών επιταγών, και o δεύτερος ως ομόρρυθμος εταίρος της ε.ε., να καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, στην καθής η ανακοπή το ποσό των 180.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της εμφάνισης κάθε επιταγής, πλέον δικαστικών εξόδων.
Οι ένδικες ανωτέρω τρεις τραπεζικές επιταγές εκδόθηκαν από την πρώτη ανακόπτουσα χάριν καταβολής ισόποσου μέρους της αμοιβής της εργολάβου εταιρίας. Η πληρωμή των ένδικων επιταγών και της αντίστοιχης αμοιβής της ανωτέρω εργολάβου τελούσε, με την αίρεση της αποπεράτωσης του συμφωνηθέντος έργου. Το έργο αυτό δεν αποπερατώθηκε μέχρι την 31η.03.2011 αλλά ούτε και μεταγενέστερα.
Για το λόγο αυτό, η πρώτη ανακόπτουσα κατήγγειλε την παραπάνω σύμβαση έργου, και την καταγγελία αυτή, κοινοποίησε, στις 26.09.2011, και στην καθ' ης η ανακοπή. Όμως, δεν αποδείχθηκε θετική γνώση των νομίμων εκπροσώπων ή των αρμοδίων υπαλλήλων της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα A.E.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ήδη, η εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη), κατά την ημεροχρονολογία κτήσης των ένδικων επιταγών, 21.06.2011 και 05.08.2011, της ανωτέρω προσωπικής έντασης των ανακοπτόντων σε βάρος της εργολάβου εταιρίας.
Οι ανακόπτοντες επικαλούνται ότι η καθ' ης η ανακοπή: 1. γνώριζε την οικονομική αφερεγγυότητα της εργολάβου εταιρίας, την παύση της δραστηριότητας εργολαβίας από τον Μάρτιο του 2011, τη σφράγιση, τον Ιούλιο 2011, τραπεζικής επιταγής της Εθνικής Τράπεζας, ποσού 60.000,00 ευρώ, τη μείωση, από το Νοέμβριο του έτους 2010, της χρηματοδότησής της, από 14.000.000,00 ευρώ σε 7.500.000,00 ευρώ, 2.
ότι με τη με αριθμ. 4788/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της εργολάβου εταιρίας για την υπαγωγή της στο άρθρο 99 του ΠΤΚ, έγινε δεκτό ότι οι επενδυτές παρέδιδαν στην εργολάβο εταιρία επιταγές, καταπιστευτικές. για την πληρωμή της αμοιβής της εργολάβου από το προϊόν της χρηματοδότησής τους, από τράπεζα, μετά την ολοκλήρωση του έργου και τη σύνδεση αυτού με την Δ.Ε.Η., με τη συμφωνία να μην ασκήσει η εργολάβος τα δικαιώματά της από τα αξιόγραφα πριν από την ανωτέρω σύνδεση, ήτοι με συμφωνία παραμονής τους στο λογιστικό γραφείο της εργολάβου εταιρίας, μέχρι την σύνδεση αυτή. 3.
ότι προέβαινε η καθής σε αντικαταστάσεις επιταγών σε προγενέστερο του κρίσιμου χρόνου, καταδεικνύοντας τη δεινή οικονομική της κατάσταση, 4. ότι η καθ' ης η ανακοπή ήταν κάτοχος του εργολαβικού συμβολαίου, στο οποίο αναγραφόταν οι όροι αποπληρωμής της αμοιβής της εργολάβου εταιρία, ήτοι με την ολοκλήρωση του έργου και της σύνδεσης, και παρόλο που γνώριζε τους όρους αλλά και την αδυναμία της αυτής για εκτέλεση του έργου αλλά και την μη εκτέλεση αυτού, δέχθηκε και έλαβε, προς ενεχυρίαση, τις ένδικες τρεις επιταγές καθ' υπέρβαση των ορίων που τάσσουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματός της, ως προς την αποδοχή τέτοιων επιταγών, επιδιώκοντας έστω, και ενδεχόμενα, τη βλάβη της.
Όπως προαναφέρθηκε, δεν υπήρξε συμφωνία της εργολάβου και της εργοδότριας για την παραμονή των ένδικων τριών επιταγών στο λογιστήριο της εργολάβου, ούτε άλλος περιορισμός, έγγραφος ή προφορικός, στην κοινή κυκλοφορία τους, με μεταβίβασή τους, με οποιαδήποτε οπισθογράφηση, σε χρόνο προγενέστερο της ημεροχρονολογίας λήξης αυτών.
Η πληρωμή, όμως, των επιταγών, τελούσε με τον όρο της αποπεράτωσης του έργου και της σύνδεσης αυτού με τη Δ.Ε.Η., ενώ το έργο δεν εκτελέστηκε,.... Η καθ' ης η ανακοπή, τόσο κατά τον χρόνο κτήσης των προγενέστερων επιταγών, οι οποίες αντικαταστάθηκαν με τις ένδικες τρεις επιταγές, όσο και κατά τον κατά τον άνω χρόνο κτήσης των ένδικων τριών επιταγών, δεν είχε θετική γνώση της παραπάνω προσωπικής ένστασης των ανοκοπτόντων, ούτε ενήργησε γνωρίζοντας το ενδεχόμενο βλάβης των τελευταίων, με ματαίωση προβολής προσωπικής τους ένστασης.
Ειδικότερα, η καθής η ανακοπή, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, δεν γνώριζε την ύπαρξη του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού έργου, ούτε, με άλλο τρόπο, των όρων εκτέλεσης ή πληρωμής της αμοιβής, ενώ δεν γνώριζε ούτε ότι οι ένδικες επιταγές ήταν καταπιστευτικές. Δεν προσκομίστηκε στην αρχική καθ' ης η ανακοπή τράπεζα ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας της εργολάβου με την πρώτη ανακόπτουσα - εργοδότρια.
Άλλωστε, σε περίπτωση, που προσκομιζόταν το προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο διαλαμβάνεται o προαναφερθείς όρος αποπληρωμής της αμοιβής της εργοδότριας, η καθης η ανακοπή δεν θα παραλάμβανε ούτε ης προγενέστερες ούτε τις ένδικες επιταγές. Για την ανωτέρω οπισθογράφηση των ένδικων επιταγών αλλά ούτε των αντικατασταθεισών προγενέστερων, δεν αποτελούσε προαπαιτούμενο η προσκόμιση ιδιωτικού συμφωνητικού συνεργασίας των αναγραφομένων στα σώματα των επιταγών εκδότη, λήπτη - οπισθογράφου, ούτε η λήψη οιωνδήποτε προτιμολογίων ή τιμολογίων, ενώ ενδεχόμενη παράλειψη αναζήτησης από τους υπαλλήλους της καθ' ης η ανακοπή τέτοιων εγγράφων δεν οφείλεται ούτε σε ενδεχόμενο δόλο.
Άλλωστε, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα ή οποιονδήποτε άλλον κομιστή της επιταγής για την προσκόμιση σ' αυτούς τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους (εκδότη και λήπτη - πρώτου οπισθογράφου μέχρι τον τελευταίο κομιστή), στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από καμία διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές, κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ.
β του Α.Κ., και, άρα, η μη ανταπόκριση της Τράπεζας, ως τελευταίας κομίστριας της επιταγής, στο μέτρο αυτό της μη αναγκαίας επιμέλειας δεν καθιστά καταχρηστική, με την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την άσκηση της αξίωσης του ουσιαστικού δικαίου από τα ένδικα αξιόγραφα, με την εμφάνισή τους για πληρωμή, τη βεβαίωση για τη μη πληρωμή κ.τ.λ" από τη δικαιούχο της αξίωσης αυτών νόμιμη κομίστρια των ένδικων επιταγών - καθής η ανακοπή.
Εξάλλου, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχουν σχέση αποκλειστικά και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των τραπεζών, αφορούν την έκδοση διαταγών, οδηγιών ή και κατευθύνσεων, για τη ρύθμιση θεμάτων εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της υπηρεσίας τους, και δεν έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μην γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές, ενώ ενδεχόμενη παραβίασή τους έχει ως αποτέλεσμα την αυστηρότερη εποπτεία από την Τράπεζα Ελλάδος, για την αντιμετώπιση επισφαλειών και πιστωτικού κινδύνου, αποσκοπώντας στην ασφάλεια του τραπεζικού συστήματος.
Αντίθετα από αυτά τα σώματα των ένδικων επιταγών προέκυπτε η εμπορική συνάφεια των εμπλεκομένων σ' αυτές προσώπων, αφού στην τεθείσα επ'αυτών σφραγίδα της εκδότριας - πρώτης ανακόπτουσας αναφέρεται πλην της επωνυμίας αυτής... ως αντικείμενο αυτής "...". Η καθ' ης η ανακοπή δεν γνώριζε ότι εναντίον της εργολάβου εταιρίας είχαν εκδοθεί οι με αριθμ. 17514/2010, 7118/17.03.2011 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ούτε αν υπήρχαν δυσμενή σε βάρος της στοιχεία στο σύστημα "Τειρεσίας".
Ειδικότερα, επί σχετικής αίτησης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... Τράπεζα", εκδόθηκε η με αριθμ. 17514/10.6.2010 δ/γή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, υποχρεώθηκαν εις ολόκληρον, η εργολάβος και η ο.ε. με την επωνυμία... ως λήπτρια και εκδότρια, αντίστοιχα, τραπεζικής επιταγής, ποσού 30.000,00 ευρώ, που σφραγίστηκε στις 31.12.2009, να καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 30.000,00 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, και μετά από αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα ...
A.E.", εκδόθηκε η με οριθμ. 7118/17.03.2011 δ/γή πληρωμής του Ιδίου ως άνω Δικαστή, με την οποία υποχρεώθηκαν εις ολόκληρον, η εργολάβος και o... ως λήπτρια και εκδότης. αντίστοιχα, τραπεζικής επιταγής, ποσού 41.000,00 ευρώ, που σφραγίστηκε στις 23.09.2010, να καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 41.000,00 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Ακόμη, η εργολάβος εταιρία με τη με αριθμ. 8307/30.3.2011 ευρωπαϊκή δ/γή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, υποχρεώθηκε να καταβάλει σε αλλοδαπή προμηθεύτρια εταιρία, το ποσό του 1.156.154,46 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, ενώ εκδόθηκε σε βάρος της εργολάβου και η με αριθμ. 14526/09.07.2010 δ/γή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά από αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία Eurobank - Ergasias A.E..
Η καθ' ης η ανακοπή, δεν ήταν σε καμία από τις ανωτέρω περιπττώσεις διάδικος, ούτε, τον αντίστοιχο κρίσιμο χρόνο, είχε λάβει γνώση της έκδοσης των δ/γών πληρωμής. Οι ανακόπτοντες (ενν. Η καθής η ανακοπή), δεν γνώριζ(ε) ότι η εργολάβος από τον Μάρτιο 2017 είχε μειώσει τη δραστηριότητά της, ούτε αν τον Ιούλιο 2011, είχε σφραγιστεί τραπεζική επιταγή της E.T.E., που είχε εκδοθεί από την εργολάβο, ποσού 60.000,00 ευρώ, όπως ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες.
Η μείωση της χρηματοδότησης της εργολάβου από την καθ' ης η ανακοπή, έλαβε χώρα, όχι λόγω της γνώσης της δεινής της οικονομικής κατάστασης, όπως ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες, αλλά οφείλεται στο από το έτος 2009, επικρατούν καθεστώς στο σύστημα των τραπεζών, εξαιτίας της, παγκοίνως γνωστής, πλήξης της χώρας και του τραπεζικού της συστήματος από την οικονομική κρίση....,.
Άλλωστε, αν η καθ' ης,... γνώριζε θετικά την αδυναμία της εργολάβου εταιρίας να εκτελεί έργα της ή την οικονομική της αναξιοπιστία δεν θα συνέχιζε να παρέχει πίστωση σ' αυτήν ύψους 7.500.000,00 ευρώ,.... Ακόμη, η καθ' ης η ανακοπή, δεν γνώριζε, κατά τους προαναφερθέντες χρόνους κτήσης των τραπεζικών επιταγών, που αντικαταστάθηκαν, αλλά και των ένδικων επιταγών, ότι η εργολάβος εταιρία οργάνωσε και επεξέτεινε την επιχείρησή της, με μεταβίβαση του επιχειρηματικού κινδύνου σε επενδυτές, μεταξύ των οποίων και η πρώτη ανακόπτουσα, που πείστηκαν από σχετικές απατηλές υποσχέσεις της για την εκτέλεση του έργου, κατά τον συμφωνηθέντα αρχικό χρόνο.
και, κατά παροχή σχετικής προθεσμίας, οπωσδήποτε μέχρι τον Αύγουστο 2011. Περαιτέρω, αλυσιτελώς επιχειρείται η θεμελίωση της γνώσης της καθ' ης η ανακοπή, στο γεγονός ότι η επίρριψη του επαγγελματικού κινδύνου από την εργολάβο εταιρία στους επενδυτές, διαλαμβάνεται τόσο στην προαναφερθείσα με αριθμ. 4788/17.02.2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όσο και στη με αριθμ. 632/27.03.2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, σχετική αίτηση της εργολάβου εταιρίας για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων μέχρι την εκδίκαση σχετικής έφεσής της, κατά της απορριπτικής αίτησης υπαγωγής στο άρθρο 99 του ΠτΚ.
Δεν μπορεί να θεμελιωθεί γνώση της καθ' ης ούτε στο γεγονός ότι, με τη αριθμ. 18514/13.07.2072 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η εργολάβος εταιρία, μετά την από 17.05.2012... αίτηση αυτής (εργολάβου], κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης και ορίστηκε ημέρα παύσης πληρωμών η 17η.05.2012. Οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο του αντίστοιχου ένδικου κρίσιμου χρόνου, και, έτσι, η καθής η ανακοπή, δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά τον αντίστοιχο κρίσιμο, προγενέστερο, χρόνο των πραγματικών περιστατικών που διαλαμβάνονται σ' αυτές και έγιναν αποδεκτά με τις προαναφερθείσες δικαστικές αποφάσεις.
Σχετικές δημοσιεύσεις, για την δημιουργία δυσμενούς οικονομικού περιβάλλοντος των επενδυτών της εργολάβου, στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, έγιναν, σε μεταγενέστερο, του ανωτέρω ένδικου χρόνου,... Αλλά και η από 29.12.2011 καταγγελία της εταιρίας με την επωνυμία... προς τον Μεσολαβητή Τραπεζικών Επενδυτικών Υπηρεσιών, και οι από 04.07.2012 και 01.02.2013 καταγγελίες της αυτής ο.ε., προς την Τράπεζα Ελλάδος, έλαβαν χώρα σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο του ανωτέρω κρίσιμου χρόνου, για την ένδικη υπόθεση.
Η καθ' ης η ανακοπή έλαβε γνώση της προσωπικής ένστασης των ανακοπτόντων και των όρων αποπληρωμής της αντίστοιχης των ένδικων επιταγών αμοιβής, μόνο στις 26.9.2011, οπότε της κοινοποιήθηκε η καταγγελία της πρώτης ανακόπτουσας. Αντίθετα, η εργολάβος εταιρία, τόσο κατά το χρόνο παράδοσης των αντικατασταθεισών επιταγών όσο και στις 21.06.2011 και 05.08.2011, γνωστοποίησε στην καθ' ης η ανακοπή, ότι τα έργα της εκτελούνται, και για το συγκεκριμένο έργο, επί πλέον, ότι έλαβε χώρα έγκριση της χρηματοδότησης του έργου από την Εθνική Τράπεζα και κατάρτιση σύμβασης της πρώτης ανακότπουσας με το Διαχειριστή του Ελληνικού Συστήματος Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε.).
Από μόνο το γεγονός ότι, στις 04.08.2011, ζητήθηκε η αντικατάσταση επιταγών, συνολικού ποσού 615.000 ευρώ, που αναφέρεται παραπάνω, δεν προκύπτει θετική γνώση της ένδικης προσωπικής ένστασης των ανακοπτόντων, αφού συνοδεύτηκε και με διαβεβαίωση της εργολάβου εταιρίας, ότι υπάρχει θετικό κλίμα υλοποίησης με έγκριση ή με επικείμενη έγκριση της χρηματοδότησης των επιμέρους επενδυτών και σύναψης ή επικείμενης σύναψης σχετικής σύμβασης με τη ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε..
Άλλωστε, οι αντικαταστάσεις αξιογράφων, η εγγραφή εμπράγματων ασφαλειών είναι συνήθης πρακτική σε παρόμοιες συναλλαγές, για την εξασφάλιση της κίνησης και του υπόλοιπου σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό. Η πιστούχος εργολάβος εταιρία ήταν η μεγαλύτερη στον κλάδο της, κατείχε δεσπόζουσα θέση στην ελληνική αγορά και εκτέλεσε το μεγάλο ποσοστό έργων στην ημεδαπή,...
Κατά τον κρίσιμο χρόνο τα δημοσιευμένα οικονομικά δεδομένα, όπως ισολογισμοί του έτους 2009, ήταν ευνοϊκά για την εργολάβο εταιρία, ενώ η καθ' ης η ανακοπή δεν γνώριζε την επίρριψη από την εργολάβο του επαγγελματικού της κινδύνου στους επενδυτές. Επομένως, η καθ' ης η ανακοπή, Εμπορική Τράπεζα, δεν είχε θετική γνώση, κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, της 21ης.06.2011 και 05ης.08.2011, αλλά ούτε και σε προγενέστερο χρόνο λήψης των επιταγών που αντικαταστάθηκαν με τις ένδικες, της προσωπικής έντασης των ανακοπτόντων.
Επιπροσθέτως, η καθ' ης η ανακοπή, κατά τον αυτό αντίστοιχο παραπάνω χρόνο δεν ενήργησε προς βλάβη των ανακοπτόντων, αφού δεν γνώριζε την ύπαρξη του ιδιωτικού συμφωνητικού ούτε των προαναφερθέντων όρων αποπληρωμής της αμοιβής της εργολάβου ούτε ότι η εργολάβος δεν εκτέλεσε ή ότι δεν μπορούσε να εκτελέσει το έργο, ούτε γνώριζε ότι με τη λήψη των επιταγών ενδέχεται να ματαιώσει την προβολή προσωπικής τους έντασης.
Επομένως, o... μοναδικός λόγος ανακοπής, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση των ανακοπτόντων, που είχαν δικαστεί ερήμην στον πρώτο βαθμό, και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, απέρριψε την ένδικη ανακοπή των αναιρεσειόντων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και επικύρωσε την εκδοθείσα σε βάρος τους, με αίτηση της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22 του ν. 5960/1933 περί επιταγής, 38 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 41 § 1 του ΕισΝΑΚ, και 1251 του ΑΚ, αφού στο αποδεικτικό του πόρισμα υπάρχει ρητή παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, τόσο και κατά τον κρίσιμο χρόνο κτήσης των ένδικων τριών επιταγών (21-6-2011 και 5-8-2011) όσο και κατά τον χρόνο κτήσης των προγενέστερων επιταγών, οι οποίες αντικαταστάθηκαν με αυτές, δεν είχε θετική γνώση της προσωπικής ένστασης των ανακοπτόντων κατά της λήπτριας των επιταγών ανώνυμης εταιρίας, ούτε ενήργησε γνωρίζοντας το ενδεχόμενο βλάβης των τελευταίων με ματαίωση προβολής της ως άνω προσωπικής τους ένστασης, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι για την οπισθογράφηση των επιταγών δεν αποτελούσε προαπαιτούμενο η προσκομιδή του μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας - αναιρεσείουσας και της εργολάβου καταρτισθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού ούτε και τελικώς αυτό προσκομίστηκε στην αρχική καθ' ης η ανακοπή Εμπορική τράπεζα και ότι έτσι η καθής η ανακοπή - αναιρεσίβλητη, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, δεν γνώριζε την ύπαρξη του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού, ούτε, με άλλο τρόπο, τους όρους πληρωμής της αμοιβής της εργολάβου, όπως, επίσης, δεν γνώριζε και ότι οι ένδικες επιταγές ήσαν καταπιστευτικές.
Περαιτέρω, ούτε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, παραβίασε το Εφετείο, αφού οι ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό της ως άνω διάταξης και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεδομένου ότι η επιδίωξη είσπραξης των ένδικων επιταγών εκ μέρους της ενεχυρούχου δανείστριας Τράπεζας κατά την ημέρα λήξης αυτών και η βεβαίωση της μη πληρωμής τους υπήρξε θεμιτή, ανεξάρτητα από την ελαττωματικότητα ή μη της υποκείμενης σχέσης μεταξύ της ενεχυράστριας της επιταγής εργολάβου και της οφειλέτριας αυτής πρώτης αναιρεσείουσας, εφόσον, σύμφωνα με τις πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, α) δεν υπήρξε προφορική μεταξύ αυτών συμφωνία να παραμείνουν οι επίμαχες επιταγές (ένδικες και αντικατασταθείσες) στα χέρια της εργολάβου μέχρι την ολοκλήρωση του έργου ούτε και απαγορεύτηκε στη λήπτρια εργολάβο να μεταβιβάσει αυτές σε οποιαδήποτε πιστώτρια τράπεζα, αλλά, αντιθέτως, οι ανακόπτοντες, ως εργοδότρια η πρώτη και ως ομόρρυθμος εταίρος ο δεύτερος, ο οποίος τότε ήταν και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, γνώριζαν και αποδέχθηκαν τη θέση των επιταγών σε κυκλοφορία από την εργολάβο προς εξασφάλιση της πιστοληπτικής της ικανότητας, αφού μόνη η συμφωνηθείσα προκαταβολή μετρητών δεν ήταν ικανή για την εκτέλεση του έργου, β) το ελάττωμα της υποκείμενης σχέσης μεταξύ οπισθογράφου και οφειλέτριας ήταν άγνωστο στην Τράπεζα κατά την κτήση των επιταγών (άρθρο 22 ν. 5960/1933) και η τελευταία δεν ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη των αναιρεσειόντων με τη ματαίωση προβολής της ως άνω προσωπικής τους ένστασης, γ) οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ της εκδότριας πρώτης αναιρεσείουσας και της λήπτριας της επιταγής εργολάβου, σχετικά με τις τρεις ένδικες επιταγές και την άσκηση των αξιώσεων από αυτές, δεν ενέπιπταν στο πεδίο γνώσης της αναιρεσίβλητης, αφού το μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό δεν προσκομίστηκε στην τράπεζα, κάτι, που αν είχε συμβεί, η αναιρεσίβλητη δεν θα δεχόταν να μεταβιβασθούν σ' αυτήν οι ένδικες επιταγές και κατ' επέκταση δεν θα επιτύγχανε η λήπτρια της επιταγής εργολάβος την επιδιωκόμενη χρηματοδότησή της από την αναιρεσίβλητη, δ) Η αναιρεσίβλητη έλαβε γνώση της προσωπικής ένστασης των αναιρεσειόντων και των όρων αποπληρωμής της αντίστοιχης των ένδικων επιταγών αμοιβής, μόνο στις 26.9.2011, οπότε της κοινοποιήθηκε η καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους της πρώτης αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα η μεταγενέστερη αυτή γνώση να μην ασκεί επιρροή, και ε) η αναιρεσίβλητη τράπεζα δεν γνώριζε, κατά τους προαναφερθέντες χρόνους κτήσης των τραπεζικών επιταγών, των αρχικών που αντικαταστάθηκαν αλλά και των ενδίκων, ότι η εργολάβος εταιρία οργάνωσε και επεξέτεινε την επιχείρησή της, με μεταβίβαση του επιχειρηματικού κινδύνου σε επενδυτές, μεταξύ των οποίων και η πρώτη αναιρεσείουσα, που πείστηκε από σχετικές απατηλές υποσχέσεις της για την εκτέλεση του έργου, κατά τον συμφωνηθέντα αρχικό χρόνο.
και, κατά παροχή σχετικής προθεσμίας, οπωσδήποτε μέχρι τον Αύγουστο 2011. Ο αποκλεισμός της είσπραξης των επιταγών, στις οποίες δεν υπήρξε αναγραφή της ρήτρας "ουχί εις διαταγήν", με την επίκληση του άρθρου 281 ΑΚ, στην περίπτωση της προβαλλόμενης από τους αναιρεσείοντες ελαττωματικότητας της υποκείμενης σχέσης μεταξύ της πρώτης από αυτούς ως εκδότριας των επιταγών και της ενεχυράστριας αυτής εργολάβου ή της παράλειψης της Τράπεζας να ζητήσει το ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και της λήπτριας ανώνυμης εταιρείας τελεί σε αντίθεση με τον αναιτιώδη χαρακτήρα της επιταγής [άρθρο 1 στοιχ. 2 ν. 5960/1933] και τον οικονομικό σκοπό του εξ αυτής δικαιώματος, ο οποίος κατατείνει στην ασφάλεια των σχετικών συναλλαγών και στην κυκλοφοριακή αξία της επιταγής και δεν πρέπει να γίνεται δεκτός παρά μόνον, αν συντρέχουν όλως εξαιρετικές περιστάσεις κακοπιστίας, που δεν υφίστανται στην προκείμενη περίπτωση.
Εξάλλου, η προβαλλόμενη από τους αναιρεσείοντες αξίωση απέναντι στην Τράπεζα για την αναζήτηση από αυτή παραστατικών, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχομένων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους, στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη νόμου, ούτε συνιστά στοιχείο της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμελείας κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ.
β του ΑΚ και συνεπώς η μη ανταπόκριση της Τράπεζας, ως τελευταίας κομίστριας της επιταγής, στο μέτρο αυτό, δεν καθιστά καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την άσκηση της αξίωσης του ουσιαστικού δικαίου από το αξιόγραφο, με την εμφάνισή του για πληρωμή, καθώς και τη βεβαίωση για τη μη πληρωμή, από τη δικαιούχο της αξίωσης αυτής τελευταία κομίστρια της επιταγής.
Επίσης, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχουν σχέση αποκλειστικά και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των Τραπεζών, αφορούν την έκδοση διαταγών, οδηγιών ή και κατευθύνσεων για τη ρύθμιση θεμάτων εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της υπηρεσίας τους και δεν έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μην γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές.
Η παραδοχή αντίθετης άποψης θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία, τόσο της έκδοσης αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, εν τοις πράγμασι, σε στοιχείο του αξιογράφου. Το τελευταίο θα οδηγούσε στην αντιστροφή του καθιερωμένου με το νόμο 5960/1933 συστήματος, δεδομένου ότι, από τις διατάξεις του νόμου αυτού συνάγεται, ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης και ότι η αιτία έκδοσης και οπισθογράφησής της δεν αποτελεί στοιχείο της (βλ.
ΑΠ 617/2018, ΑΠ 1346/2017, ΑΠ 1344/2017, ΑΠ 353/2015). Ενόψει των εκτεθέντων, η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που προηγήθηκε της άσκησης της αξίωσής της από το αξιόγραφο, όπως επίσης και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε από την ενεχυρική οπισθογράφηση της επιταγής μέχρι και την άσκηση της αξίωσης αυτής, αλλά και οι περιστάσεις που κράτησαν και εκτίθενται ειδικότερα στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, δεν καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση της αξίωσης της αναιρεσίβλητης κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική και κατά συνέπεια δεν είναι καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, που προαναφέρθηκε.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης ως προς το κρίσιμο ζήτημα, αν η αναιρεσίβλητη και κομίστρια των επίμαχων επιταγών κατά το χρόνο της απόκτησης αυτών, με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου, ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη της αναιρεσίβλητης, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 22 Ν. 5960/1933, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία κατά τον κρίσιμο χρόνο κτήσης των ένδικων τριών επιταγών (21-6-2011 και 5-8-2011) αλλά και κατά τον χρόνο κτήσης των προγενέστερων επιταγών, δεν είχε θετική γνώση της προσωπικής ένστασης των αναιρεσειόντων κατά της λήπτριας των επιταγών ανώνυμης εταιρίας, ότι δηλαδή η πληρωμή των ένδικων επιταγών και της αντίστοιχης αμοιβής της ανωτέρω εργολάβου τελούσε υπό την αίρεση της αποπεράτωσης από αυτή του συμφωνηθέντος έργου και ότι για το λόγο αυτό μέχρι τότε οι αναιρεσείοντες είχαν υπαρκτή αναβλητική ένσταση κατά της ανωτέρω εταιρείας.
Οι αμέσως ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ότι η πληρωμή των ένδικων επιταγών και της αντίστοιχης αμοιβής της εργολάβου τελούσε υπό την αίρεση της αποπεράτωσης από αυτή του συμφωνηθέντος έργου και της σύνδεσής του με το δίκτυο της ΔΕΗ, καθώς και ότι το έργο τελικώς δεν αποπερατώθηκε μέχρι τις 31-3-2011 αλλά ούτε και μεταγενέστερα και για το λόγο αυτό η πρώτη αναιρεσείουσα κατήγγειλε την προαναφερόμενη σύμβαση έργου και προέβη σε ανάκληση των επιταγών προς την Εθνική Τράπεζα, κοινοποιώντας την ανωτέρω καταγγελία και στην αναιρεσίβλητη στις 26.09.2011, ουδόλως βρίσκoνται σε αντίφαση με την παραδοχή της ιδίας αποφάσεως ότι η αναιρεσίβλητη δεν γνώριζε την ύπαρξη της προσωπικής ένστασης των αναιρεσειόντων και ότι, ως εκ τούτου, αυτή προβαίνοντας στην έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη τους και κατά κατάχρηση του δικαιώματός της, καθόσον η κρίση περί της ύπαρξης της ανωτέρω προσωπικής ένστασης του δεν συνεπάγεται αναγκαίως και γνώση της ένστασης αυτής από την αναιρεσίβλητη, ενώ, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η μεταγενέστερη του χρόνου κτήσης των επιταγών γνώση από την αναιρεσίβλητη δεν επιδρά στην άσκηση της αξίωσής της από τις εν λόγω επιταγές.
Επομένως, οι πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, και τέταρτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, καθώς και ο δεύτερος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.
Οι λοιπές αιτιάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης, που είναι διάσπαρτες στους δύο πρώτους λόγους της αίτησης αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. ΚΠολΔικ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (ΑΠ 977/2017, ΑΠ 680/2016).
Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1334/2018, ΑΠ 1348/2017, ΑΠ 1662/2010).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, από τον αριθ. 1 εδ. β' του άρθ. 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, ενώ δέχθηκε ότι η πληρωμή των τριών ένδικων επιταγών τελούσε υπό τον όρο της αποπεράτωσης του έργου από την εργολάβο και της σύνδεσής του με το δίκτυο της ΔΕΗ, κατέληξε, παρά ταύτα, στην παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε θετική γνώση της προβληθείσας από τους αναιρεσείοντες προσωπικής ένστασής τους, παραβιάζοντας έτσι τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία οι τράπεζες όταν λαμβάνουν επιταγές λόγω ενεχύρου γνωρίζουν τους συμβατικούς όρους πληρωμής αυτών, όπως και την οικονομική κατάσταση των πελατών τους που τις οπισθογραφούν σε αυτές, με βάση τα δυσμενή στοιχεία που εγγράφονται στο διατραπεζικό σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, στο οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση είχαν καταχωριστεί και δυσμενή στοιχεία σε βάρος της εργολάβου.
Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος, είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι τα επικαλούμενα προς θεμελίωση της προβαλλομένης αιτιάσεως αποτελούν δίδαγμα της κοινής πείρας, κατά την έννοια που αναφέρεται στη σχετική μείζονα σκέψη, η οποία, όμως, δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου του λόγου αυτού, αφού η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν σχετίζεται με την ερμηνεία του άρθρου 22 του ν. 5960/1933 ούτε και με την υπαγωγή σε αυτή των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς, καθόσον το Εφετείο υπήγαγε πράγματι αυτά στην προαναφερόμενη διάταξη, αλλά, αντιθέτως, αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίφαση δε της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου σχετικά με την έλλειψη γνώσης της αναιρεσίβλητης ως προς την ύπαρξη της προσωπικής ένστασης των αναιρεσειόντων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/08).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 2/1989, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αριθμ. 8 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη α) τον ισχυρισμό τους για την ύπαρξη δεδικασμένου, που προέκυπτε από τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο αποφάσεις του Μονομελούς και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες ακυρώθηκαν διαταγές πληρωμής, που είχαν εκδοθεί με αίτηση τραπεζών σε βάρος της πρώτης αναιρεσείουσας και άλλων εταιρειών, με βάση καταπιστευματικές-εγγυητικές επιταγές, που μεταβιβάστηκαν στις τράπεζες αυτές με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου από την εργολάβο εταιρεία και είχαν εκδοθεί στο πλαίσιο ταυτόσημων, κατά το περιεχόμενό τους συμβάσεων, με την από 29.11.2010 σύμβαση που συνήψε η ως άνω εταιρεία με την πρώτη αναιρεσείουσα, κρίθηκε δε με τις αποφάσεις αυτές ότι η εργολάβος παρανόμως μεταβίβαζε καταπιστευματικές-εγγυητικές επιταγές προς τράπεζες λόγω ενεχύρου, παραβιάζοντας σχετική έγγραφη συμφωνία της με τις συναλλασσόμενες με αυτή εταιρείες, και β) τους ισχυρισμούς τους σχετικά με τη μη εκπλήρωση από την εργολάβο των όρων της σύμβασης έργου προκειμένου να πληρωθούν οι επιταγές, την ανάκληση των επιταγών, την επίδοση στην αναιρεσίβλητη στις 26-9-2011 εξωδίκου, με το οποίο την πληροφόρησαν για την προσωπική τους ένσταση κατά της εργολάβου, τη γνώση της αναιρεσίβλητης περί του καταπιστευματικού χαρακτήρα των επιταγών, την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης, με βάση την συναλλακτική τραπεζική συνήθεια και τους κανόνες της τραπεζικής δεοντολογίας σε συνδυασμό και με την πλήρη γνώση της για την μη επέλευση των όρων πληρωμής των καταπιστευματικών επιταγών και για τα υφιστάμενα δυσμενή στοιχεία εις βάρος της εργολάβου, να μην προβεί στην εμφάνιση και σφράγιση των εν λόγω επιταγών και, επίσης, την πλήρη γνώση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της καταρτισθείσας με την εργολάβο σύμβασης έργου, ενόψει του ότι ήταν χρηματοδότρια αυτής.
Ο ανωτέρω λόγος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού από την επισκόπηση του περιεχομένου τόσο της από 28-3-2012 ανακοπής των αναιρεσειόντων όσο και της από 20-7-2014 έφεσης αυτών δεν προκύπτει προβολή ισχυρισμού περί δεδικασμένου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά απλή επίκληση δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν επί ανακοπών κατά διαταγών πληρωμής στο πλαίσιο άλλων δικών, προς ενίσχυση της βασιμότητας του λόγου της υπό κρίση ανακοπής, πλην, όμως, η επίκληση νομολογίας από άλλες συναφείς δικαστικές αποφάσεις, προσκομιζόμενες προς ενίσχυση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής ή ανακοπής, δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 127/2018, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 17/2006).
Ο ίδιος ως άνω λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, προδήλως αναφέρεται σε ισχυρισμούς που περιέχονται στην ανακοπή και αφορούν στην προβληθείσα προσωπική ένσταση των αναιρεσειόντων κατά της εργολάβου εταιρείας, ήτοι ότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε ότι οι ένδικες επιταγές δεν κάλυπταν γεννημένη αξίωση της λήπτριας εναντίον της πρώτης αναιρεσείουσας, αλλά παρά ταύτα εκείνη δέχθηκε αυτές ως ενέχυρο, με σκοπό να επιδιώξει την είσπραξή τους από τους αναιρεσείοντες.
Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος, είναι αβάσιμος, εφόσον από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι όλοι οι ισχυρισμοί αυτοί ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκαν με τις αντίθετες παραδοχές.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Πρέπει, όμως, για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη (ΑΠ 1134/1993) γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα:
α) την από 26-9-2011 εξώδικη δήλωση των ανακοπτόντων προς την αναιρεσίβλητη, με την οποία την πληροφόρησαν για την ύπαρξη της προσωπικής τους ένστασης κατά της εργολάβου, β) τις υπ' αρ. 11/2015 και 4725/2016 αποφάσεις των Μονομελών Πρωτοδικείων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, καθώς και τις αποφάσεις 5876/2013, 13277/2013, 22418/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες ακυρώθηκαν διαταγές πληρωμής εκδοθείσες από τράπεζες με βάση επιταγές, που οπισθογράφησε και μεταβίβασε σε αυτές λόγω ενεχύρου η εργολάβος και οι οποίες είχαν εκδοθεί για τον ίδιο νομικό και πραγματικό λόγο, όπως οι επίμαχες τρεις της ένδικης περίπτωσης, γ) τις υπ' αριθμ. 4788/2012 και 632/2012 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, στις οποίες διαλαμβάνεται δικαιοδοτική κρίση για την παράνομη ενεχυρίαση από την εργολάβο προς την Εμπορική Τράπεζα επιταγών που είχαν εκδοθεί στο πλαίσιο παρόμοιων συμβάσεων, δ) τις προσκομισθείσες επιταγές της εργολάβου που είχαν σφραγιστεί ήδη από τον Ιούνιο 2011 και ε) τις υπ' αριθμ. 7118/2011 και 17514/2010 διαταγές πληρωμής σε βάρος της εργολάβου, που είχαν ενσωματωθεί στα δυσμενή στοιχεία του διατραπεζικού συστήματος ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ.
Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της καθής η ανακοπή και την ανωμοτί εξέταση του δευτέρου ανακόπτοντος που εξετάστηκαν ενώπιον αυτού, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων προς απόδειξη των οποίων αυτοί επικαλέστηκαν τα προαναφερόμενα έγγραφα, για ορισμένα από τα οποία προβαίνει μάλιστα σε ειδική μνεία, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο ανωτέρω, από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που μέμφεται την απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-7-2018 αίτηση των 1) Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... και Σία Ε.Ε." και 2) Β. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2125/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ