50/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 50 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated50/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 50 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 50 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 50/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πίκουλα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος" ("Ο.Τ.Ε.") που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Θεοδόση και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7075/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-4-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 10-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1 εδ. γ', 322 παρ. 1, 324, 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο απαίτησης, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασμένο (υπό την αρνητική και τη θετική του λειτουργία) γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν είχε προβληθεί, κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ.1 του ΚΠολΔ, και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού.
Μπορεί λοιπόν ο δικαιούχος μεταγενεστέρως να ζητήσει έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ίδιας απαίτησης, το οποίο δεν είχε επιδιώξει με την αρχική αγωγή του, ασκώντας νέα αγωγή χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο. Αντίθετα αν με την προηγούμενη αγωγή ή απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον, και η απόφαση η οποία εκδόθηκε δεν έκρινε για το μέρος αλλά για το όλον της απαίτησης αυτής, αποκλείεται με νέα αγωγή να ζητηθεί και άλλο ποσό της ίδιας απαίτησης, αφού κρίθηκε ήδη ότι η απαίτηση του δικαιούχου ήταν αυτή που επιδικάστηκε.
Εξάλλου, εάν το δικαστήριο κρίνει ότι δεσμεύεται από το δεδικασμένο και δεν εξετάσει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της μεταγενέστερης αυτής αγωγής, τότε δεν υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 14/2002, 20/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παρακάτω μνημονευόμενα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής:
Ο αναιρεσείων άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 28-11-2004 (αρ. κατ. 176054/2004) προηγούμενη αγωγή. Με αυτήν, επικαλούμενος σύμβαση έμμισθης εντολής με αυτήν (αναιρεσίβλητη), ως δικηγόρος με πάγια αντιμισθία και μονομερή από την τελευταία βλαπτική μεταβολή των εργασίας του λόγω υποβιβασμού του και μείωσης των αποδοχών του, την οποία δεν αποδέχθηκε και κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, ζήτησε:
α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 195.424,50 ευρώ ως αποζημίωση, λόγω καταγγελίας της σύμβασης. Ειδικότερα ότι ο μισθός του τον τελευταίο μήνα πριν την αποχώρησή του ανερχόταν στο ποσό των 6.514,15 ευρώ ( β.μ, 2500 ευρώ+χρονοεπίδομα 2100 ευρώ + έξοδα κίν. 17,50 ευρώ + δαν.-έξ. Δικ. 68.48 ευρώ+ έξ. παρ.-κίν. 1752,30 ευρώ).
Έτσι λόγω της υπηρεσίας του στην αναιρεσίβλητη, επί 26 έτη και 8 μήνες, δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 94 του Κώδικα, αμοιβή αντίστοιχη των αποδοχών του για 39 μήνες. β) μισθούς υπερημερίας από 9-7-2004 έως τη συζήτηση της αγωγής και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, από την προσβολή της προσωπικότητας του και γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας από τη συζήτηση της αγωγής μέχρι την καταβολή πλήρους αποζημίωσης.
Με την υπ' αρ. 2866/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της ασκηθείσας εφέσεως του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που απέρριψε την αγωγή, υποχρεώθηκε η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 140.311,20 ευρώ για αποζημίωση καταγγελίας, καθώς και το ποσό των 8.299,17 ευρώ για μισθούς υπερημερίας. Η ως άνω απόφαση, μετά την άσκηση απ' αυτόν αναιρέσεως, αναιρέθηκε εν μέρει, με την υπ' αρ. 88/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, όσον αφορά τους οφειλόμενους μισθούς, μέχρι την καταβολή της αποζημιώσεώς του και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο Δικαστήριο.
Το Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αρ. 1993/2012 απόφασή του, δέχτηκε, ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή για τις άνω απαιτήσεις και αναγνώρισε ότι αναιρεσίβλητη είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει μηνιαίως το ποσό των 4677,04 ευρώ, από την τη συζήτηση της πιο πάνω αγωγής και μέχρι την καταβολή της πλήρους αποζημίωσής του.
Περαιτέρω, η υπ' αρ. 2866/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία επιδικάσθηκε η οφειλόμενη στον αναιρεσείοντα αποζημίωση, λόγω της καταγγελίας της, μετά της αναιρεσίβλητης, σύμβασης εντολής με πάγια αντιμισθία, κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη, της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ασκηθείσας αναίρεσης, με την υπ' αρ. 87/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Επομένως, από την απόφαση αυτή (2866/2008), παράγεται δεδικασμένο, για το όλο της απαίτησης το οποίο και είχε ζητήσει ο αναιρεσείων, που αποκλείει τη με νέα αγωγή επιδίωξη επιδικάσεως και άλλου ποσού της ίδιας απαίτησης, που πηγάζει από την ίδια ιστορική και νομική αιτία, από την οποία γεννήθηκαν και εκείνες που επιδικάσθηκαν με την προαναφερόμενη απόφαση.
Με την μεταγενέστερη αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ζήτησε ο αναιρεσείων να του επιδικασθεί επιπλέον ως αποζημίωση του και το ποσό των 23.335,00 ευρώ, ως αναλογία δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, που δεν συνυπολογίσθηκε στο επιδικασθέν από το Εφετείο ποσό των 140.311,20 ευρώ που καταβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη, επικαλούμενος το πρώτο ότι ελάμβανε και τις παροχές αυτές.
Με βάση τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά, ο αναιρεσίβλητος με την προηγούμενη αγωγή του είχε ζητήσει το σύνολο της δικαιούμενης αποζημίωσής του, με βάση τις αποδοχές που εξέθετε ο ίδιος στο δικόγραφο της αγωγής του και επιδίκασε το δικαστήριο της ουσίας. Το αίτημά του αυτό, είναι απαράδεκτο, λόγω του υπάρχοντος δεδικασμένου.
Συνεπώς, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε απαράδεκτη την αγωγή για τα εν λόγω αιτήματά της, λόγω δεδικασμένου και την απέρριψε, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 2. Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Επομένως δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουσμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Εξάλλου, κατ` άρθ. 224 ΚΠολΔ, η μεταβολή της βάσης της αγωγής είναι απαράδεκτη και ο ενάγων με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του, που κατατίθενται σύμφωνα με το άρθ. 237 § 1 του ίδιου Κώδικα, ή όταν η κατάθεση των προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική (όπως στην διαδικασία των εργατικών διαφορών) με σχετική δήλωση που θα καταχωρισθεί στα πρακτικά, μπορεί μόνο να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.
Με τις διατάξεις αυτές του ως άνω άρθρου (224 ΚΠολΔ), θεσπίζεται η απαγόρευση μεταβολής της βάσης της αγωγής, με την ποινή του απαραδέκτου, η απαγόρευση δε αυτή αναφέρεται στην μεταβολή της ιστορικής βάσης, δηλ. των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το επίδικο δικαίωμα με την έννομη συνέπεια του οικείου κανόνα δικαίου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο αφήσει αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση υποβληθείσα από τους διάδικους κατά την διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, όπως το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, γνήσιας ένστασης η ενδίκου μέσου.
Δεν αφορά, όμως, ο λόγος αυτός μη γνήσιες ή καταχρηστικές ενστάσεις ή αντενστάσεις, οι οποίες υπάγονται στο λόγο του άρθρου 559 αρ. 8. Ακόμη, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν τα αιτήματα αφορούν νομικά ή πραγματικά ζητήματα, ή το νομικό τους χαρακτηρισμό ή σε εσφαλμένη μη λήψη ή μη εξέταση αποδεικτικών μέσων, ή ζητήματα που εξετάζονται αυτεπάγγελτα.
Πρέπει, πάντως, για να είναι ορισμένος και παραδεκτός, ο πιο πάνω λόγος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο, τί ακριβώς, επιδικάστηκε χωρίς αίτηση, ποιά αίτηση έμεινε αδίκαστη και ότι αυτή υποβλήθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Με το 2ο λόγο της κρινόμενης αίτησης ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά τη συζήτηση της εφέσεώς του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση εξέθετε, ότι η απαίτησή του στηριζόταν και στην εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αναγνώρισης χρέους.
Ειδικότερα ότι την 13-5-2005, πριν την έκδοση της 2866/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η αναιρεσίβλητη, δια των εκπροσωπούντων αυτήν οργάνων, προέβη, με το υπ' αρ. … γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης σε κατάθεση στο Τ.Π.Δ ποσού 74.713, 33 ευρώ, στο οποίο κατά την κρίση της, ανερχόταν η αποζημίωσή του, και στο οποίο συμπεριέλαβε και την αναλογία από τα δώρα και επιδόματα αδείας του, αναγνωρίσασα έτσι τις αξιώσεις του και από τις αιτίες αυτές (δώρα και επίδομα αδείας).
Με βάση αυτά υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αρ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δεν έλαβε υπόψη τον πιο πάνω ισχυρισμό του, ενώ ταυτόχρονα άφησε και αδίκαστο το σχετικό αίτημά του. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες και πρέπει να απορριφθούν.
Τούτο διότι τα ως άνω υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, αποτελούν "νέο" ισχυρισμό, που προβλήθηκε απαραδέκτως, για πρώτη φορά, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τις προτάσεις του, μετά τη συζήτηση της έφεσης. Ανεξαρτήτως του ότι, με τρόπο αυτό, επιχειρήθηκε η προσθήκη και άλλης βάσεως της αγωγής (από αναγνώριση χρέους), που είναι δικονομικώς απαράδεκτη.
Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθεί στον αναιρεσείοντα, ως ηττώμενο διάδικο η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-4-2014 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αρ. 7075/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ