50/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated50/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Κατά το άρθρο 28 του ν.1337/1983, ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσης, που έχουν σχηματιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων και βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 50 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 50/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Μπιρπανάγου, η οποία δήλωσε ότι παραιτείται ως προς την 4η των αναιρεσιβλήτων.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Η. Χ. του Η., 2)Α. συζ. Σ. Α., το γένος Γ. Σ., 3)Δ. Ζ. του Η., κατοίκων ..., 4)Ε. συζ. Δ. Ζ., το γένος Μ. Μ., και 5)Ν. Χ., κατοίκου .... Οι 1ος, 2η, 3ος και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κατσαρό, ο οποίος δήλωσε ότι η 4η απεβίωσε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/12/2008 αγωγή των 1ου, 2ης, 3ου και 5ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/4/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 16/10/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει, ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος ολική ή μερική, από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωσή του, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της κατάργηση της δίκης, για το κύρος δε της εν λόγω παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός, και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ' αυτή, εφόσον γίνεται προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 744/1982). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς την τέταρτη αναιρεσίβλητη (Ε. συζ. Δ. Ζ., το γένος Μ. Μ.). Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί πως η εν λόγω αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε ως προς την τέταρτη αναιρεσίβλητη.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 28 του ν.1337/1983, ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσης, που έχουν σχηματιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων και βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.
Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας, σε περίπτωση δε που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εφόσον προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλης ως κοινόχρηστοι χώροι και η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη. 'Ετσι, για τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, δηλαδή διάθεση του ακινήτου στην κοινή χρήση, ανεξάρτητα αν έχει τεθεί πριν ή μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, με τη βούληση του ιδιοκτήτη, που μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο, και χωρίς δηλαδή τη σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή αυτού και επί πλέον χαρακτηρισμός του ακινήτου αυτού σαν κοινόχρηστου χώρου με το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Με το από 26-10-1901 Βασιλικό Διάταγμα (ΒΔ) εγκρίθηκε η επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου Αιγίου, βάσει της οποίας η οδός 'Οθωνος, στην οποία έχουν πρόσοψη τα ακίνητα των εκκαλούντων-εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) θα διαμορφωνόταν σε οδό πλάτους 30 μέτρων ...
Με βάση το ως άνω ρυμοτομικό σχέδιο ο δικαιοπάροχος του εφεσιβλήτου (αναιρεσείοντος) εξέδωσε τη με αριθμό 5/1934 οικοδομική άδεια και ανήγειρε μονώροφη οικοδομή σύμφωνα με τη θέση της οικοδομικής ερυθράς γραμμής και μέχρι τη γραμμή αυτή. Στη συνέχεια, με το από 22-7-1961 Βασιλικό Διάταγμα ενεκρίθη η άρση της απαλλοτρίωσης που είχε επιβληθεί με το Βασιλικό Διάταγμα του 1901 και η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου Αιγίου.
Η τροποποίηση αυτή ωστόσο του ρυμοτομικού σχεδίου δεν επέφερε την κατάργηση της υφιστάμενης από το 1901, ως προεκτέθηκε, ερυθράς οικοδομικής γραμμής ... Με την τροποποίηση αυτή αντί της οδού των 30 μέτρων, κατά πλάτος αυτής, και στο ύψος των πρώτων 60 μέτρων, η οδός 'Οθωνος περιορίστηκε σε πλάτος 10 μέτρων ... Αποδείχθηκε, ότι, ενώ με το προαναφερθέν Βασιλικό Διάταγμα του 1961 ήρθη η απαλλοτρίωση για την ιδιοκτησία πλάτους περίπου 15 μέτρων εντός του πλάτους των 30 μέτρων της οδού, η επίδικη έκταση δεν περικλείεται στην περιοχή για την οποία ήρθη η απαλλοτρίωση, ως εμφαίνεται στο προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει το ΒΔ 1961 ...
Περαιτέρω, η ύπαρξη της επίμαχης οδού προκύπτει από τοπογραφικά σχεδιαγράμματα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αλλά και από τους τίτλους ιδιοκτησίας που αφορούν τα παράπλευρα αυτής της οδού ακίνητα ... Από όλα τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία που ανατρέχουν χρονολογικά έως την έκδοση του Β.Δ.
του 1901 συνάγεται η ύπαρξη του επίδικου τμήματος ως οδού, δεν προσκομίζονται δε οποιοιδήποτε τίτλοι ιδιοκτησίας από τους οποίους να αποδεικνύεται ότι το επίδικο τμήμα ανήκε πριν από το Β.Δ. του 1901 στους δικαιοπαρόχους του εφεσιβλήτου (αναιρεσείοντος). Αντίθετα, από την προσκομιζόμενη από 5-11-1956 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που ήγειρε ο δικαιοπάροχος του εφεσιβλήτου το 1956 στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας σε βάρος του πρώτου εκκαλούντος, της μητέρας του και του αδελφού του και με την οποία δήλωνε ότι "Έμπροσθεν της οικίας μου ταύτης καθ' όλο το μήκος της ιδιοκτησίας μου υπάρχον δρόμος από πολλών ετών (50ετίας) τμήμα του συνεχόμενου με την ιδιοκτησία του ταύτην του χέρσου αγρού των αντιδίκων, εφ'ού υπήρχε από πολλών ετών δρόμος έχων πλάτος περί 4-5 μέτρα και μήκος περί τα 200 μ" προκύπτει η ύπαρξη οδού ανάμεσα στην ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου του εφεσιβλήτου και αυτή των εκκαλούντων από πεντηκονταετίας πριν από την άσκηση της εν λόγω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων.
Εξάλλου, με το Β.Δ. του 1961 εγκρίθηκε η άρση της απαλλοτρίωσης που είχε κηρυχθεί το 1901, σε συμμόρφωση της Διοίκησης με τη με αριθμό 435/1960 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες επανήλθαν στους αρχικούς ιδιοκτήτες τους, προς αποτύπωση δε της άρσης της απαλλοτρίωσης, τροποποιήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο σύμφωνα με το συνημμένο στο ως άνω Β.Δ.
διάγραμμα. Ωστόσο, η εν λόγω άρση της απαλλοτρίωσης δεν επέφερε οποιαδήποτε αλλαγή ως προς τον χαρακτηρισμό του επίδικου τμήματος, αφού δεν προκύπτει ότι έγινε άρση της όποιας επιβληθείσης απαλλοτρίωσης επ' αυτού, ούτε άλλωστε ότι είχε εξαρχής απαλλοτριωθεί ως μέρος ιδιωτικής έκτασης.
Συνεπώς, το επίδικο τμήμα δεν απέβαλε την ως άνω αποδειχθείσα ιδιότητα της οδού και δη κοινοχρήστου...". Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) κατά της απόφασης των πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση και είχε απορρίψει την ένδικη - από 8-12-2008 - αγωγή τους από την ΑΚ 59 για προσβολή της προσωπικότητάς τους και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχτηκε εν τέλει την ένδικη αγωγή περί προσβολής της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) από τον αναιρεσείοντα (εναγόμενο) "να κατασκευάσει περίφραξη επί της επίμαχης οδού", εφόσον έκρινε, ότι "η ενέργειά του αυτή προσβάλλει το δικαίωμα των των νομιμοποιουμένων ενεργητικώς για τη διεξαγωγή της δίκης εναγόντων που απορρέει από την προσωπικότητά τους για ακώλυτη χρήση αυτής".
Κρίνοντας, έτσι, το πιο πάνω Δικαστήριο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε ευθέως τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 28 του ν. 1337/1983 και 59 ΑΚ, ούτε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966, 967 και 968 ΑΚ περί των κοινόχρηστων πραγμάτων. Ειδικότερα, εκτίθεται με σαφήνεια ο τρόπος που η επίμαχη κοινόχρηστη οδός σχηματίστηκε και ότι αυτή δεν καταργήθηκε με την τροποποίηση - του έτους 1961 - του ρυμοτομικού σχεδίου Αιγίου.
Οι πρώτος και δεύτερος, κατά το οικείο μέρος του, επομένως, λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό την επίκληση της πλημμέλειας αυτής, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμο και πρέπει να απορριφθούν. Η περιλαμβανόμενη στον πρώτο αναιρετικό λόγο αιτίαση, επίσης από τον αριθμό 1 εδ.
α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (ν.3 παρ. 2 πανδ. 43.7), πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού με αυτήν πλήττεται, σε σχέση με τον τρόπο που η επίμαχη κοινόχρηστη οδός σχηματίστηκε, επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία ως εκ περισσού εκφέρθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ενώ η ανωτέρω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί του σχηματισμού της επίμαχης κοινόχρηστης οδού - η οποία, κατά τα προεκτιθέμενα, πλήττεται αναποτελεσματικώς με τον προκείμενο λόγο αναίρεσης - στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4)
αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προκύπτει, ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνο τέσσερις και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1,2,4,5 και 7, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως.
Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, τέλος, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ο ως άνω περιορισμός των επιτρεπτών λόγων δεν επηρεάζεται από τις διατάξεις του άρθρου 561 ΚΠολΔ, με τις οποίες αφενός θεσπίζεται ο κανόνας ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και αφετέρου ορίζεται ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο, αφού με τις εν λόγω διατάξεις δεν ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναίρεσης.
Ο περιορισμός αυτός, με κριτήριο την υλική αρμοδιότητα και την βάσει αυτής υπαγωγή της διαφοράς σε ορισμένη κατηγορία δικαστηρίων, αποβλέπει στην ταχύτερη επίλυση των υπαγόμενων στα ειρηνοδικεία διαφορών, που κατ' αρχήν είναι ήσσονος σημασίας, χάριν εξυπηρετήσεως του γενικού κοινωνικού συμφέροντος, και γι' αυτό δεν αντίκειται η ρύθμιση αυτή στο άρθρο 5 του Συντάγματος, περί της ανάπτυξης από καθένα της προσωπικότητάς του ελεύθερα ή στο άρθρο 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) που κυρώθηκε, (μαζί με τη σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 που έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος αυξημένη ισχύ (πρβλ ΑΠ 1122/2012, ΑΠ 1104/2007, ΑΠ 1008/2002).
Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, δεύτερος και τρίτος από τον αριθμό 8 περ. α' και β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος "για καταχρηστική άσκηση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων καθώς και την ένσταση ενεργητικής η νομιμοποίησης του πρώτου αναιρεσιβλήτου", ενώ "παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα μη νομίμως προταθέντα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι τη μερική άρση της απαλλοτρίωσης του β.δ.
του 1901" τέταρτος, πέμπτος και έκτος - λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. α', β' και γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το ίδιο Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει αλλά και που δεν προσκομίστηκαν, ενώ παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο τότε εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων και συγκεκριμένα τα αναφερόμενα, αντίστοιχα, στους λόγους αυτούς έβδομος - λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το πιο πάνω Δικαστήριο περιέλαβε στην απόφασή του "ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνολικής ή μερικής άρσης της απαλλοτρίωσης" και όγδοος - λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραμορφώθηκε "το περιεχόμενο του επικληθέντος και προσκομισθέντος τοπογραφικού διαγράμματος που συνοδεύει το ΒΔ 1961", είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί πως η από 30-4-2012 αίτηση του Χ. Π. Κ. για αναίρεση της 23/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, που δίκασε ως Εφετείο, δεν ασκήθηκε όσον αφορά την τέταρτη αναιρεσίβλητη Ε. συζ. Δ. Ζ., το γένος Μ. Μ..
Απορρίπτει την ίδια αίτηση αναίρεσης όσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των πρώτου, δεύτερης, τρίτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ