50/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated50/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τις ίδιες πράξεις νομής διενεργούσαν στη συνέχεια και επί του ενιαίου ως άνω οικοπέδου. Ενωρίτερα όμως οι δύο αδελφοί απέκτησαν, μετά από διενεργηθέντα πλειοδοτικό διαγωνισμό, στον οποίο αναδείχθηκαν τελευταίοι πλειοδότες, τρία οικόπεδα ευρισκόμενα στον αυτό οικισμό ...... Κοινότητος ..., τα οποία όπως καταθέτουν οι μάρτυρες απείχαν 300 μέτρα περίπου από τη θάλασσα και βρίσκονται σε άλλη θέση σε σχέση με το επίδικο ενιαίο οικόπεδο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 50 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 50/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. ...... και 2. ......, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Καραμανέ και Αναστάσιο Κατσίκα.
Του αναιρεσίβλητου: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 455/2004 προδικαστική, 39/2006 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 22-3-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 15-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έκτο λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων και ο αδελφός του Ψ1, ο οποίος απεβίωσε στις 31.5.1997 (βλ. ..... Ληξιαρχική Πράξη θανάτου του Ληξιάρχου ...), επί 35 περίπου χρόνια και μέχρι το 1975 διατηρούσαν στην .... μεγάλο παντοπωλείο, από τα έσοδα του οποίου πραγματοποιούσαν διάφορες αγορές ακινήτων είτε ατομικώς, είτε κατ' ισομοιρία εξ αδιαιρέτου.
Έτσι, δυνάμει των ...., ...., .... και ..... οριστικών συμβολαίων του τότε Συμβολαιογράφου Θεόδωρου Πετράκη, που μεταγράφηκαν νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στους τόμους ..., ... και ... και αριθμούς ..., ..., ... και ..., αντίστοιχα, περιήλθαν σ' αυτούς κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, κατ' ισομοιρία εξ αδιαιρέτου, τέσσερα συνεχόμενα οικόπεδα, που βρίσκονται στη θέση "....", εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του οικισμού ....., της τότε Κοινότητας ....., εμβαδού 200 τ.μ.
το καθένα με διαστάσεις πλευρών 10X20 τρεχόντων μέτρων, τα οποία αποτέλεσαν ένα ενιαίο οικόπεδο, συνολικής επιφάνειας 800 τ.μ., το οποίο, μετά την χάραξη της νέας γραμμής του αιγιαλού, περιορίσθηκε σε 518,40 τ.μ. Κατά τους τίτλους κτήσεως τους τα τέσσερα οικόπεδα, που αποτελούσαν τμήματα μεγαλύτερης εκτάσεως 10 στρεμμάτων, που περιήλθε στον πωλητή ....., ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο του πατέρα του , την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκε με την ....
πράξη αποδοχής του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως στον τόμο .... και αυξ. αριθ. .... των αυτών βιβλίων μεταγραφών, η οποία οικοπεδοποιήθηκε από τον πωλητή, συνόρευαν, ως ακολούθως: α) Το πρώτο, ανατολικώς επί πλευράς 10 μέτρων με παραλιακή οδό, βορείως επί πλευράς 20 μέτρων με ιδιωτικό δρόμο, που αφέθηκε από τον πωλητή για την επικοινωνία των οικοπέδων, δυτικώς, επί πλευράς 10 μέτρων με υπόλοιπη έκταση πωλητή, β) το δεύτερο, ανατολικώς, επί πλευράς 10 μέτρων, με παραλιακή οδό, δυτικώς, επί πλευράς 10 μέτρων με υπόλοιπη έκταση πωλητή, βορείως επί πλευράς 20 μέτρων, με ιδιοκτησία Γ1 και νοτίως, επί πλευράς 20 μέτρων με το προηγούμενο οικόπεδο των αγοραστών, γ) το τρίτο, επί πλευράς 9,17 μέτρων με παραλιακή οδό, δυτικώς επί πλευράς 9,17 μέτρων με προηγούμενο οικόπεδο αγοραστών, βορείως επί πλευράς 20,63 μέτρων, με υπόλοιπη έκταση πωλητή και νοτίως επί πλευράς 20,63 μέτρων με ιδιωτικό δρόμο και δ) το τέταρτο, ανατολικώς, επί πλευράς 9,17 μέτρων, με παραλιακή οδό, δυτικώς, επί πλευράς 9,17 μέτρων, με το προηγούμενο οικόπεδο των αγοραστών, βορείως επί πλευράς 20,63 μέτρων, με ιδιοκτησία Γ1 και νοτίως, επί πλευράς 20,63 μέτρων με άλλο οικόπεδο αγοραστών.
Το ενιαίο κατά τα άνω οικόπεδο, που απετέλεσαν τα 4 ως άνω οικόπεδα, το οποίο, όπως περιορίσθηκε μετά την νέα χάραξη της γραμμής του αιγιαλού, εμφανίζεται ως συνιδιοκτησίας του ενάγοντος και του αδελφού του και απεικονίζεται, στο από μηνός Φεβρουαρίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ1, ο οποίος επιλήφθηκε της καταγραφής του οικοπέδου και της συντάξεως του διαγράμματος, κατόπιν εντολής του ενάγοντος και ειδικότερα του γαμβρού του μάρτυρα Μ2, όπως αυτός, αλλά και ο γαμβρός του αδελφού του ενάγοντα και δικαιοπαρόχου των εναγομένων Φ1, καταθέτουν, για το οποίο θα γίνει λόγος κατωτέρω, με τα περιμετρικά στοιχεία ΑΒΓΔΖΑ, και συνορεύει, ανατολικώς, σε τεθλασμένη πλευρά μήκους 17,10 μέτρων με δημόσια έκταση και πέραν αυτής με παραλιακή οδό ....., δυτικώς, επί πλευράς 18,30 μέτρων με ιδιοκτησία ....., βορείως επί πλευράς 31,60 μέτρων, με ιδιοκτησία ....
και εν μέρει με ιδιοκτησία ...... και νοτίως επί πλευράς 27,80 μέτρων με κοινοτική οδό πλάτους 3 μέτρων. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω όρια του ενιαίου οικοπέδου αυτό συνορεύει με την παραλιακή οδό ...., δηλαδή είναι εξ εκείνων που έχουν πρόσοψη στη θάλασσα. Αμέσως μετά την παράδοση των κατ' ιδίαν οικοπέδων στους αγοραστές αυτοί άρχισαν να τα νέμονται διενεργούντες τις προσιδιάζουσες στη φύση τους πράξεις νομής, όπως καθάρισμα από τα χόρτα, επίβλεψη, επίσκεψη κλπ.
Τις ίδιες πράξεις νομής διενεργούσαν στη συνέχεια και επί του ενιαίου ως άνω οικοπέδου. Ενωρίτερα όμως οι δύο αδελφοί απέκτησαν, μετά από διενεργηθέντα πλειοδοτικό διαγωνισμό, στον οποίο αναδείχθηκαν τελευταίοι πλειοδότες, τρία οικόπεδα ευρισκόμενα στον αυτό οικισμό ...... Κοινότητος ..., τα οποία όπως καταθέτουν οι μάρτυρες απείχαν 300 μέτρα περίπου από τη θάλασσα και βρίσκονται σε άλλη θέση σε σχέση με το επίδικο ενιαίο οικόπεδο.
Τα οικόπεδα αυτά ήσαν ιδιοκτησίας Ι.Ν. Αγίας Τριάδος Σκήτης, δηλαδή ΝΠΔΔ και γι' αυτό διενεργήθηκε πλειοδοτικός διαγωνισμός για την πώληση τους. Ειδικότερα ο εκ των αδελφών Ψ1, δυνάμει του .... συμβολαίου του αυτού ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως στον τόμο .... και αριθμό ..... των βιβλίων μεταγραφών ....), αγόρασε αντί τιμήματος 4.100 δραχμών, ένα οικόπεδο 255 τ.μ., ο δε ενάγων, δυνάμει των ...
και ..... συμβολαίων του αυτού συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν στον τόμο .... και στους αριθμούς .... και ....., αντίστοιχα, των αυτών ως άνω βιβλίων μεταγραφών, απέκτησε, αντί τιμήματος 5.100 και 4.100 δραχμών, αντίστοιχα, δύο οικόπεδα στην ίδια θέση, εμβαδού 210 και 270 τ.μ., αντίστοιχα. Οι εναγόμενες, προκειμένου να ενισχύσουν τον ισχυρισμό, που, κατά τα κατωτέρω, προβάλλουν περί της ατύπου μεταβιβάσεως της νομής του ενιαίου οικοπέδου το έτος 1965 από τον ενάγοντα στον δικαιοπάροχό τους, ισχυρίζονται ότι ο δικαιοπάροχός τους κατέβαλε με δικά του χρήματα το τίμημα των δύο οικοπέδων που αγόρασε ο ενάγων.
Ο ισχυρισμός αυτός, τον οποίο ρητώς αρνείται ο ενάγων, δεν αποδεικνύεται, διότι ουδείς των μαρτύρων των καταθέτει σχετικώς, αντιθέτως μάλιστα, στα ως άνω συμβόλαια αναφέρεται, ότι το τίμημα κατέβαλε στο Ταμείο του πωλητού Ι.Ναού ο ενάγων και εκδόθηκαν τα .... και .... διπλότυπα του Ταμία του Ι.Ναού, τα οποία επιδείχθηκαν στο συμβολαιογράφο.
Ως προς το γεγονός λοιπόν της καταβολής του τιμήματος των δύο οικοπέδων από τον ενάγοντα παράγεται από τα ανωτέρω έγγραφα πλήρης απόδειξη, κατά της οποίας δεν προσάγεται ανταπόδειξη (440 ΚΠολΔ). Άλλωστε οι εναγόμενες δεν προβάλλουν κάποιο λόγο εξαιτίας του οποίου ο πατέρας τους, εξαιρετικά στη συγκεκριμένη περίπτωση και κατά παρέκκλιση των όσων συνέβαιναν σε όλες τις περιπτώσεις αποκτήσεως περιουσιακών στοιχείων από τα δύο αδέλφια, στις οποίες ο καθένας κατέβαλε το βαρύνον αυτόν τίμημα, κατέβαλε εξ ιδίων το τίμημα των οικοπέδων που αγόρασε ο ενάγων και δεν δίδουν απάντηση στο εύλογο ερώτημα γιατί, αν όντως συνέβη αυτό, στην επίσημη απόδειξη του Ι.
Ναού δεν έγινε μνεία ότι το τίμημα κατεβλήθη από τον δικαιοπάροχό τους, Στο ένα από τα οικόπεδα που κατά τα άνω αγόρασε ο ενάγων, όπως καταθέτει ο μάρτυρας γαμβρός του, αλλά και δεν αμφισβητείται από τις εναγόμενες, κατατίθεται δε και από τους μάρτυρες των, κατασκεύασε το έτος 1972 περίπου, παραθεριστική κατοικία στην οποία διέμενε μετά της οικογενείας του κατά τους θερινούς μήνες.
Στο παραθαλάσσιο δε επίδικο οικόπεδο, επειδή ο αδελφός του δεν διέθετε παραθεριστική κατοικία, συγκατατέθηκε, το ίδιο περίπου έτος, να κατασκευάσει πρόχειρο από νοβοπάν οικίσκο μετά βοηθητικών χώρων και να διαμένει εκεί μετά της οικογενείας του. Προς τον σκοπό αυτό ο πατέρας των εναγομένων προέβη στις αναγκαίες προς τούτο ενέργειες, όπως καθάρισμα από τα χόρτα, ισοπέδωση, επισκευή της υφισταμένης περιφράξεως από τις δύο πλευρές του οικοπέδου, αποκατάσταση των φθορών της περίφραξης.
Στη συνέχεια δε επιμελήθηκε για την παροχή ρεύματος και ύδατος, τα τέλη δε της ηλεκτροδότησης και ύδρευσης του οικίσκου, όπως ήταν εύλογο κατέβαλε αυτός, αφού διέμενε και χρησιμοποιούσε τον οικίσκο (βλ. από .... συμβόλαιο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, λογαριασμό ΔΕΗ καταναλωτικής περιόδου από .... και .... διπλότυπο Δ.Ο.Υ. ...., που αφορά τέλη ύδρευσης οικον.
έτους 1995, τα οποία προσκομίζει και επικαλείται), ο οποίος αργότερα και δη μετά από αρκετά χρόνια και όχι 2-3 όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, εγκαταλείφθηκε και σχεδόν διαλύθηκε (βλ. φωτογραφίες αυτού που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, που λήφθηκαν ενόψει της συζητήσεως της υποθέσεως στο πρωτόδικο Δικαστήριο).
Όλες οι ανωτέρω πράξεις διενεργήθηκαν μεν από τον δικαιοπάροχο των εναγομένων για την παραπάνω όμως αιτία και εκ του λόγου αυτού δεν μπορούν να θεωρηθούν πράξεις νομής του ιδίου σε ολόκληρο το οικόπεδο. Σε κάθε όμως περίπτωση τις πράξεις αυτές θεωρείται, όπως λέχθηκε στη μείζονα σκέψη, ότι τις διενεργούσε και για λογαριασμό του ενάγοντα συγκυρίου και συννομέα, αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε ότι γνωστοποίησε στον αδελφό του την πρόθεση του να νέμεται και το δικό του ιδανικό μερίδιο επί του οικοπέδου για δικό του λογαριασμό.
Στον χώρο λοιπόν του οικοπέδου, για τον λόγο που προαναφέρθηκε, εμφανιζόταν και εκινείτο, κατά κύριο λόγο και δη τους θερινούς μήνες, ο δικαιοπάροχος των εναγομένων μετά της οικογενείας του, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στους ιδιοκτήτες των γειτονικών οικοπέδων, όπως και ο μάρτυρας ....., η εντύπωση ότι το οικόπεδο ήταν δικό του.
Πρέπει να επισημανθεί ότι ο μάρτυρας αυτός υπερβάλλει και τούτο παρέχει και το μέτρο της αξιοπιστίας του, όταν καταθέτει ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων κατοικούσε στον οικίσκο (παράγκα τον αποκαλεί) μέχρι 1-2 χρόνια πριν την κατάθεση του που έγινε τον Δεκέμβριο του 1998, ενώ, από τις φωτογραφίες του παραπήγματος που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, που λήφθηκαν τον Μάρτιο του 1997 (βλ.
σημείωση επ' αυτών του φωτογράφου .....), προκύπτει ότι αυτός τότε ήταν εντελώς διαλυμένος και παρουσίαζε εικόνα πλήρους εγκατάλειψης προ πολλού χρόνου, αφού δεν υπήρχαν ή σε άλλα σημεία ήταν σχισμένες οι πλάκες του νοβοπάν που αποτελούσαν τους τοίχους και φαίνεται ο από ξύλα σκελετός και αυτός σε κακή κατάσταση.
Όταν όμως το 1995 παρέστη η ανάγκη κατασκευής περίφραξης και από τις ελεύθερες πλευρές του οικοπέδου και η δαπάνη ήταν σημαντική, τότε, όπως καταθέτει ο μάρτυρας Μ2, γαμβρός του ενάγοντος, που έχει ιδίαν αντίληψη του γεγονότος, ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, επειδή οι σχέσεις μεταξύ των δύο αδελφών είχαν διακοπεί από πολλών ετών, η ψυχρότητα δε στις σχέσεις τους υπόβοσκε πάντοτε και η δυσαρμονία αυτή κατέληξε στο να διακόψουν το έτος 1975 την εταιρική τους σχέση στην εκμετάλλευση του παντοπωλείου, ζήτησε το ποσοστό της δαπάνης της περιφράξεως, την οποία διενήργησε με συνεργείο της επιλογής του, το οποίο αναλογούσε στο ιδανικό μερίδιο του ενάγοντος και ανερχόταν σε 105.000 δραχμές, ποσό το οποίο και ο ίδιος κατέβαλε στον αδελφό του ενάγοντος, μετά του οποίου, εν αντιθέσει με τον πεθερό του, διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις όπως και με τις εναγόμενες.
Βέβαια ο μάρτυρας των εναγομένων, σύζυγος της δεύτερης, καταθέτει ότι ο πεθερός του δεν ζήτησε χρήματα για την δαπάνη της περιφράξεως, την οποία αναβιβάζει σε 60.000 δραχμές, πλην όμως δεν έχει ιδίαν αντίληψη του ζητήματος αυτού, αλλά μεταφέρει τα όσα ο πεθερός του, του δήλωσε σχετικά με αυτό, με αποτέλεσμα να μη ανατρέπονται όσα ο μάρτυρας Μ2 καταθέτει.
Η απαίτηση λοιπόν από τον δικαιοπάροχο των εναγομένων του ημίσεως της δαπάνης περιφράξεως κατά το έτος 1995, και η αποτελούσα άσκηση πράξεως νομής καταβολή του σχετικού ποσού σ αυτόν, καταδεικνύει ότι τότε αυτός αναγνώριζε τον αδελφό του ως συγκύριο του ακινήτου, κάτι που τυγχάνει σύμφωνο και με την κατωτέρω πρόταση του προς αυτόν για αγορά του μεριδίου του ή ανταλλαγή με το οικόπεδο που είχε αγοράσει από τον Ι.
Ναό. Όλες λοιπόν τις ανωτέρω τις διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου, όπως λέχθηκε, διενεργούσε ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, όχι για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό και με την πεποίθηση ότι τυγχάνει μοναδικός κύριος του ακινήτου, αλλά και για λογαριασμό του κατ' ισομοιρία συγκυρίου αυτού ενάγοντος, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αφού δεν αποδείχθηκε ότι γνωστοποίησε στον συγκύριο του ακινήτου ενάγοντα ότι νέμεται ολόκληρο το ακίνητο και το δικό του δηλαδή ιδανικό μερίδιο για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό.
Κάτι τέτοιο δεν κατατίθεται από τους μάρτυρες του, οι οποίοι περιορίζονται να αναφέρουν ότι όλα αυτά τα χρόνια έβλεπαν τον αδελφό του ενάγοντος να χρησιμοποιεί και να επιμελείται αυτός και μόνον το οικόπεδο, και εκ του λόγου αυτού τον θεωρούν αποκλειστικό κύριο αυτού, πλην όμως δεν γνωρίζουν τις κατ' ιδίαν συμφωνίες των δύο αδελφών.
Ειδικότερα, ουδείς επιβεβαιώνει αυτό που ισχυρίζονται οι εναγόμενες, προς θεμελίωση της ενστάσεως ιδίας κυριότητος ολοκλήρου του επιδίκου, για την οποία τάχθηκε σε βάρος τους το οικείο θέμα αποδείξεως, δηλαδή ότι το έτος 1965, ο ενάγων, μετά από προφορική συμφωνία με τον αδελφό του, του μεταβίβασε την νομή του ιδανικού του μεριδίου επί του οικοπέδου και έκτοτε νεμόταν ολόκληρο το ακίνητο για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό, με αποτέλεσμα να καταστεί αποκλειστικός κύριος αυτού, με έκτακτη χρησικτησία αφού μέχρι την συζήτηση της αγωγής είχε συμπληρωθεί ο χρόνος αυτής.
Ο ισχυρισμός λοιπόν αυτός, που δεν αντέχει για τους λόγους που θα εκτεθούν σε λογική βάσανο, δεν αποδεικνύεται, αλλά και διαψεύδεται από τα γεγονότα που εκτέθηκαν και θα εκτεθούν. Ειδικότερα, ως λόγο της άτυπης αυτής μεταβιβάσεως της νομής επικαλούνται την αγορά με χρήματα του δικαιοπαρόχου τους στο όνομα του ενάγοντος των δύο ανωτέρω οικοπέδων από τον Ι.
Ναό Αγίας Τριάδος Σκήτης. Ο ισχυρισμός όμως αυτός, για όλους του λόγους που προαναφέρθηκαν, τυγχάνει αβάσιμος. Ανεξάρτητα όμως τούτου, δεν δίδουν μια απάντηση στο εύλογο ερώτημα, αν όντως τα δύο εκείνα οικόπεδα αγοράσθηκαν με χρήματα του δικαιοπαρόχου τους, γιατί κατά την, μετά από ένα έτος περίπου, αρξαμένη ως άνω αγορά, κατ' ισομοιρία εξ αδιαιρέτου, των 4 διαδοχικών οικοπέδων, δεν αξίωσε ο πατέρας τους, στις διαδοχικές αγορές, να εμφανισθεί ως αγοραστής αυτός, αλλά αντ' αυτού, μετά ένα έτος από την τελευταία αγορά, συμφώνησε στην άτυπη μεταβίβαση της νομής, η οποία δεν εκκαθάριζε το ιδιοκτησιακό καθεστώς, αλλά δημιουργούσε μια εκκρεμότητα, που κάθε άλλο παρά τον εξασφάλιζε και δεν επέλεξε την οδό της συμβολαιογραφικής τακτοποιήσεως της περιουσιακής αυτής διαφοράς.
Πρέπει να σημειωθεί ότι τα δύο αδέλφια και η αδελφή τους, όταν θέλησαν να προβούν σε διανομή επικοίνων αστικών και αγροτικών ακινήτων επέλεξαν την κατάρτιση συμβολαίου και δη συνέπραξαν στην κατάρτιση του ..... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λαρίσης Κων/νου Μπάκουλα, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ....
και αριθμό .... των βιβλίων μεταγραφών του Δήμου ...... Τότε λοιπόν που ακόμα δεν είχε περάσει εικοσαετία από την επικαλούμενη άτυπη μεταβίβαση της νομής του ενιαίου οικοπέδου και έτσι δεν είχε γίνει κύριος με έκτακτη χρησικτησία, ο δικαιοπάροχος των εναγομένων είχε την ευκαιρία, αν ευσταθούσε ο εν λόγω ισχυρισμός τους, να εκκαθαρίσει την περιουσιακή αυτή εκκρεμότητα, συμπεριλαμβάνοντας στα επίκοινα προς διανομή ακίνητα και το ενιαίο οικόπεδο και να μεταβιβασθεί σ' αυτόν το εξ αδιαιρέτου από 1/2 ποσοστό συγκυριότητας του ενάγοντος, τόσο περισσότερο καθόσον ήδη είχαν διακόψει και την επαγγελματικό συνεταιρισμό τους και έπρεπε φυσιολογικά να τακτοποιήσει και την εκκρεμότητα αυτή, η οποία προκαλούσε ανασφάλεια ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του οικοπέδου.
Πρόσθετο επιχείρημα υπέρ του ότι δεν καταρτίσθηκε ποτέ η συμφωνία αυτή παρέχει το γεγονός ότι, περί τα τέλη του έτους 1997, δηλαδή όταν ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, όπως ισχυρίζεται, είχε γίνει κύριος προ πολλού με έκτακτη χρησικτησία του επιδίκου, μέσω του ανωτέρω γαμβρού του Φ1, όπως καταθέτει ο μάρτυρας Μ2, γαμβρός του ενάγοντα, πρότεινε στον ενάγοντα, με την παρουσία του μάρτυρα, να του μεταβιβάσει το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του επί του επιδίκου οικοπέδου και ο ενάγων αρνήθηκε.
Την επίσκεψη στο σπίτι του ενάγοντα δέχεται και ο μάρτυρας Φ1, πλην όμως, όπως καταθέτει, πήγε εκεί για να του συστήσει να μη διαδίδει ότι πουλάει το μερίδιο του. Γεννάται όμως το ερώτημα, το οποίο επιβεβαιώνει την βασιμότητα των όσων καταθέτει ο Μ2, γιατί να προβεί σε μια τέτοια σύσταση την χρονική εκείνη στιγμή που ο πεθερός του, σύμφωνα με αυτά που ισχυριζόταν, είχε ήδη γίνει κύριος όλου του οικοπέδου με έκτακτη χρησικτησία, οπότε όσα τυχόν διέδιδε ο ενάγων έπρεπε να τον αφήνουν αδιάφορο.
Άλλος λοιπόν ήταν ο σκοπός της επισκέψεως του και δη η μεταφορά της προτάσεως του πεθερού του για αγορά του ιδανικού μεριδίου του ενάγοντα, πρόταση βέβαια την οποία ο τελευταίος δεν αποδέχθηκε, όπως σαφώς καταθέτει, μετά λόγου γνώσεως, αφού ήταν παρών, ο μάρτυρας του ενάγοντος Μ2. Η πρόταση όμως του δικαιοπαρόχου των εναγομένων να αγοράσει το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του τρίτου προς τους διαδίκους και αναμφισβήτητης αντικειμενικότητας μάρτυρα ....., οικονομικού εφόρου ....., που κλητεύθηκε επί τούτου από τον ενάγοντα στην αποδεικτική διαδικασία, ο οποίος κατέθεσε τόσον ενώπιον του Εισηγητή, όσον και στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, ότι, μετέφερε, κατόπιν εντολής του πατρός των εναγομένων, πρόταση του τελευταίου προς τον ενάγοντα να του μεταβιβάσει το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του επί του επιδίκου οικοπέδου, ή να ανταλλάξει αυτό με το οικόπεδο που κατά τα άνω είχε αγοράσει από τον Ι.Ν., γεγονός που καταδεικνύει ότι ουδέποτε έλαβε χώρα η επικαλούμενη από τις εναγόμενες άτυπη μεταβίβαση της νομής του ιδανικού μεριδίου στον δικαιοπάροχο τους, διότι, αν θεωρούσε ολόκληρο το ακίνητο δικό του, όπως διατείνονται οι εναγόμενες, δεν θα ζητούσε να αγοράσει το ιδανικό μερίδιο του ενάγοντος.
Την πρόταση αυτή απέκρουσε τότε ο τελευταίος. Προσθέτει ο εν λόγω μάρτυρας ότι ο πατέρας των εναγομένων ήθελε με τον τρόπο αυτό να λυθεί αυτή η διαφορά και αυτός να προσφέρει κάποια υπηρεσία. Γεννάται βέβαια το εύλογο ερώτημα για ποια διαφορά επρόκειτο, αφού, κατά τους ισχυρισμούς του δικαιοπαρόχου των εναγομένων, ο ενάγων είχε προ πολλού αποξενωθεί της νομής του ιδανικού του μεριδίου και πλέον είχε αποστερηθεί του δικαιώματος συγκυριότητας επί του οικοπέδου.
Βέβαια ο μάρτυρας προσθέτει ότι μετά μερικές μέρες ο ενάγων του είπε ότι αποφάσισε να πουλήσει το ιδανικό του μερίδιο, πλην όμως ο δικαιοπάροχος των εναγομένων δεν ήθελε να το αγοράσει. Το σημείο όμως αυτό της καταθέσεως του δεν αναιρεί το γεγονός, για το οποίο ρητή και σαφής είναι η κατάθεση του μάρτυρα και στον εισηγητή και στο παρόν Δικαστήριο, ότι με πρωτοβουλία του δικαιοπάροχου των εναγομένων έγινε η πρόταση για αγορά του μεριδίου του ενάγοντα.
Μετά δύο η τρεις μήνες από το γεγονός αυτό, όπως καταθέτει ο εν λόγω μάρτυρας, ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, με το ..... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Λαρίσης Σταυρούλας Χρυσοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο .... και αριθμούς ... και .... των ανωτέρω βιβλίων μεταγραφών, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στις εναγόμενες την ψιλή κυριότητα του επιδίκου οικοπέδου και παρακράτησε την επικαρπία, η οποία μετά τον κατά τα άνω θάνατο του ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα.
Για την κατάρτιση του συμβολαίου αυτού, ενώπιον συμβολαιογράφου της Λαρίσης και όχι της ...., χρησιμοποιήθηκε το προαναφερθέν τοπογραφικό του Μ1, το οποίο όπως ο ίδιος κατέθεσε στο πλαίσιο της προανακρίσεως που διενεργήθηκε επί της κατωτέρω εγκλήσεως του ενάγοντος (βλ. από 5-9-1997 κατάθεση του στο Πταισματοδίκη Αγιάς), συνέταξε κατόπιν εντολής του Μ2 με το σκοπό της καλύτερης αξιοποίησης του επίκοινου οικοπέδου, που είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, μάλιστα για το σκοπό αυτό είχε και συνάντηση με τον δικαιοπάροχο των εναγομένων στο γραφείο του, με την παρουσία του Μ2, τον οποίο και ενημέρωσε και αυτός χωρίς να προβάλλει αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητος επί του οικοπέδου, απλώς του ζήτησε ένα αντίγραφο του τοπογραφικού, το οποίο στη συνέχεια βέβαια χρησιμοποίησε, όχι για τον σκοπό που καταρτίσθηκε, αλλά για να καταρτίσει το προαναφερθέν συμβόλαιο γονικής παροχής.
Η προανακριτική αυτή κατάθεση του μάρτυρα Μ1 επιβεβαιώνει πλήρως το οικείο τμήμα της ενώπιον του Εισηγητού καταθέσεως του μάρτυρα Μ2. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων υπέβαλε κατά των εναγομένων έγκληση για απάτη σε βάρος του, τελεσθείσα με την σύμπραξη τους στην κατάρτιση του συμβολαίου γονικής παροχής.
Μετά την άσκηση ποινικής διώξεως και την διενέργεια προανακρίσεως, όπως λέχθηκε, παραπέμφθηκαν στο Τριμελές Πλημ/κειο Λαρίσης, το οποίο με την 6394/16-12-2002 αμετάκλητη απόφαση τις κήρυξε αθώες διότι δέχθηκε ότι είχαν την πεποίθηση ότι ο πατέρας τους είχε καταστεί κύριος και του ιδανικού μεριδίου του ενάγοντος και πολιτικώς ενάγοντος στη δίκη εκείνη και έτσι δεν προέβησαν σε εν γνώσει τους ψευδείς παραστάσεις προς την συμβολαιογράφο εξαιτίας των οποίων παραπείσθηκε και προέβη σε κατάρτιση του συμβολαίου γονικής παροχής.
Στην δίκη εκείνη μεταξύ των άλλων εξετάσθηκε ως μάρτυρας και ο ......, ο οποίος κατέθεσε ότι ο πολιτικώς ενάγων στην δίκη και ενάγων στην παρούσα, για πρόβλημα με καλώδιο της ΔΕΗ στο επίδικο οικόπεδο τον παρέπεμψε στον αδελφό του, ο οποίος, όπως του είπε, είναι ο κύριος του οικοπέδου. Εξεταζόμενος, κατ' αντιπαράσταση με τον μάρτυρα, ο πολιτικώς ενάγων κατέθεσε ότι αυτό δεν έγινε ποτέ, διότι τον μάρτυρα τον έβλεπε για πρώτη φορά και δεν τον γνώριζε και η δήλωση του αυτή, ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, ήταν αληθής, και για τον πρόσθετο λόγο ότι, κατά ποια λογική ο ενάγων θα δήλωνε σε κάποιο εντελώς άγνωστο άτομο ότι κύριος του ακινήτου ήταν ο αδελφός του, την στιγμή που κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο, αλλ' αρκούσε απλώς να τον παραπέμψει στον αδελφό του, ως χρησιμοποιούντα, για τον ανωτέρω λόγο, το ακίνητο και υπεύθυνο για το ζήτημα του καλωδίου της ΔΕΗ που είχε πέσει στο έδαφος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, που προκύπτουν από τα προαναφερθέντα και σχολιασθέντα αποδεικτικά μέσα, ο ενάγων κατέστη, πρωτοτύπως και παραγώγως, κύριος, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, του επίδικου οικοπέδου, ο δε ισχυρισμός των εναγομένων περί του ότι του ιδανικού αυτού μεριδίου του ενάγοντος κατέστη κύριος ο αδελφός του και δικαιοπάροχος τους με έκτακτη χρησικτησία και ότι το απέκτησαν από αληθή κύριο τυγχάνει αβάσιμος.
Συνεπώς η αγωγή τυγχάνει βάσιμη και σαν τέτοια πρέπει να γίνει δεκτή. Εφόσον η εκκαλουμένη έκρινε αντίθετα και, κατά παραδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας των εναγομένων, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη, εσφαλμένα τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει, κατά παραδοχή της εφέσεως, να εξαφανισθεί και αφού κρατηθεί η υπόθεση για κατ' ουσία έρευνα να γίνει δεκτή η αγωγή (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ)".
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες προκειμένου να καταλήξει στο σαφές αποδεικτικό της πόρισμα ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών Ψ1 γνωστοποίησε στον αναιρεσίβλητο αδελφό του, συγκύριο του επιδίκου οικοπέδου κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου, ότι νέμεται ολόκληρο το ακίνητο, δηλαδή και το ιδανικό μερίδιο εκείνου, για δικό του αποκλειστικό σκοπό, οι δε αιτιάσεις των αναιρεσειουσών ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: 1) δεν προσδιορίζει επακριβώς το χρονικό σημείο (προ του έτους 1975 που διέκοψαν την εταιρική τους σχέση στην εκμετάλλευση του παντοπωλείου) κατά το οποίο ψυχράθηκαν οι σχέσεις μεταξύ των συγκυρίων αδελφών, 2) ενώ δέχεται ότι υπήρχε ψυχρότητα στις σχέσεις μεταξύ των αδελφών, εντούτοις περαιτέρω, δέχεται ότι το 1972 ο αναιρεσίβλητος συγκατατέθηκε να κατασκευάσει ο αδελφός του πρόχειρο από νοβοπάν οικίσκο μετά των βοηθητικών χώρων στο επίδικο παραθαλάσσιο οικόπεδο, 3) δεν προσδιορίζει τον τρόπο, άλλως το είδος και τον τύπο της συγκαταθέσεως αυτής και 4) δεν προσδιορίζει τη νομική αιτία ή την έννομη σχέση με βάση την οποία δόθηκε η ως άνω συγκατάθεση, αναφέρονται σε επουσιώδη ζητήματα που δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στο σαφές ως άνω αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλόμενης, που στηρίζει το διατακτικό της.
Επομένως οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έκτος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω ο από τον ίδιο αριθμό 19 έβδομος λόγος αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών, σε σχέση με το ζήτημα αν έδειξε ενδιαφέρον ο αναιρεσίβλητος για το επίδικο ακίνητο, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη, δεν στερείται αυτή αιτιολογιών επ' αυτού.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν... και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Όμως δεν συντρέχει ο ως άνω αναιρετικός λόγος αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πραγματικά γεγονότα, τα οποία προέκυψαν από μαρτυρικές καταθέσεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή αυτής.
Με τον πέμπτο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. α' ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς τις πράξεις νομής του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος επί του επιδίκου οικοπέδου αναφέρονται σ' αυτήν ότι μετά την αγορά του οικοπέδου από τους συγκυρίους αδελφούς, άρχισαν αυτοί να το νέμονται διενεργούντες τις προσιδιάζουσες στη φύση τους πράξεις νομής, όπως καθάρισμα από χόρτα, επίβλεψη, επίσκεψη κ.λ.π., ενώ στην αγωγή του ο αναιρεσίβλητος αναφέρει ως πράξεις νομής από αυτόν τη φροντίδα από τυχόν καταπάτηση τρίτων, όπως απομάκρυνση αυτοκινήτων τρίτων κατά την περίοδο του καλοκαιριού.
Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως δεν θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγο και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο εκτιμώντας τις μαρτυρικές καταθέσεις προσδιόρισε ακριβέστερα τις πράξεις νομής του αναιρεσιβλήτου και του αδελφού του επί του κοινού οικοπέδου, καίτοι οι συγκεκριμένες πράξεις δεν αναφέρονται στην αγωγή, αφού με την παραδοχή αυτών, δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής βάσεως της αγωγής.
Τέλος, ο όγδοος, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ κΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, λόγος αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την ομολογία του αναιρεσιβλήτου, που περιλαμβανόταν στην αγωγή, σύμφωνα με την οποία ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών προέβη στην τοποθέτηση οροσήμων και στην εγκατάσταση περιφράξεως επί του επιδίκου οικοπέδου, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν την ομολογία αυτή οι αναιρεσείουσες την επικαλέστηκαν στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.3.2006 αίτηση των ..... και ....... για αναίρεση της 39/2006 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ