50/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 50 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated50/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 50 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 50 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 50/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Παναγιώτη Δημόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..... , 2. ..... και 3. ..... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελισάβετ Αδαμίδου-Παπαδοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 570/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3883/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά το αναιρεσείον με την από 19-10-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 1-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. παρ. 1 και 2 του ν. 2295/1995, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους αρχικώς με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και ακολούθως με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, προκύπτει ότι, επί ασκήσεως από το Ελληνικό Δημόσιο αιτήσεως αναιρέσεως, προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων της αποτελεί η ύπαρξη θετικής ως προς αυτούς γνώμης του αρμόδιου τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Εν προκειμένω, στην 127/2006 γνωμοδότηση του Δ΄ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διαλαμβάνεται, πλην άλλων, η γνώμη ότι ο εκ του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο ψέγεται το εφετείο για υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, είναι αβάσιμος, διότι η ένδικη διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου και άρα η εκδίκασή της ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Σύμφωνα έτσι με τις εκτεθείσες διατάξεις, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 εδ. α΄ και 9 παρ. 2 του κ.ν. 5351/1932, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 41 και 42 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι, αν μετά την ανεύρεση του αρχαίου ακινήτου σε οικόπεδο επιτραπεί η ανέγερση οικοδομής στο οικόπεδο αυτό και κριθεί ότι το αρχαίο είναι διατηρητέο στο υπόγειο της οικοδομής, τότε ο ιδιοκτήτης του οικοπέδου δικαιούται να αξιώσει ως αποζημίωση α) την αξία του χώρου του υπογείου που καταλαμβάνει το αρχαίο, η οποία (αξία) ορίζεται ίση με την ανώτατη τρέχουσα αξία όμοιων χώρων της ίδιας περιφέρειας, αυξημένη κατά 10%, β) την πρόσθετη δαπάνη, η οποία κρίθηκε αναγκαία για την αποκάλυψη και τη διατήρηση του αρχαίου και γ) την πραγματοποιηθείσα από αυτόν δαπάνη για τη δοκιμαστική εκσκαφή προς εξακρίβωση της σπουδαιότητας του αρχαίου. Η γέννηση των δύο πρώτων (υπό α' και β') αξιώσεων δεν προϋποθέτει και τη διατήρηση της μορφολογικής όψεως του χώρου ανευρέσεως του αρχαίου. Αντίθετη εκδοχή θα είχε ως συνέπεια τη στέρηση της ιδιοκτησίας χωρίς αποζημίωση και άρα θα ήταν συνταγματικώς μη ανεκτή (άρθρο 17 παρ. 2 εδ. α΄ Συντάγματος). Την τρίτη (υπό γ') αξίωση έχει ο ιδιοκτήτης, ανεξαρτήτως του αν στη δοκιμαστική ανασκαφή προέβη για την εξακρίβωση της σπουδαιότητας ενός ήδη εντοπισμένου και γνωστού αρχαίου ή για την εξακρίβωση της υπάρξεως ή μη αρχαίου στο κτήμα του (σχετ. άρθρα 41 και 42 του κ.δ. 5351/1932).
Εν προκειμένω, το εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι, προτιθέμενοι να ανεγείρουν, σε κοινό οικόπεδό τους στην Έδεσσα, τετραώροφη οικοδομή με ισόγειο χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτων και υπόγειο, προέβησαν, κατόπιν συνεννοήσεώς τους με την αρμόδια υπάλληλο της 11ης Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, σε δοκιμαστική ανασκαφή αυτού (οικοπέδου) με δική τους δαπάνη, γεγονός που εγκρίθηκε από την εν λόγω αρχαιολογική υπηρεσία. Με την ανασκαφή, αποκαλύφθηκε μεγάλο τμήμα ενός τετράπλευρου κτηρίου όψιμης ρωμαϊκής εποχής (πιθανώς του 3ου αιώνα μ.Χ.), επί του οποίου ήταν θεμελιωμένο ένα παλαιό χριστιανικό οικοδόμημα (5ου ή 6ου αιώνα) μεγάλων διαστάσεων. Κατόπιν τούτου, το Τοπικό Συμβούλιο Μνημείων Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, δεχθέν σχετική πρόταση της 11ης Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, απεφάσισε να διατηρηθεί το ως άνω αρχαιολογικό εύρημα στο υπόγειο της υπό ανέγερση οικοδομής, η Εφορία δε αυτή, με σχετικό έγγραφό της προς το Πολεοδομικό Γραφείο Έδεσσας, επέτρεψε την ανέγερση της οικοδομής με τον όρο τα εν λόγω αρχαιολογικά λείψανα να διατηρηθούν στο υπόγειο, χωρίς την ύπαρξη οχλουσών εγκαταστάσεων. Ακολούθως, με βάση τη .... άδεια του Τμήματος Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Πέλλας, οι αναιρεσίβλητοι ανήγειραν επί του οικοπέδου τους τετραώροφη οικοδομή, της οποίας ο υπόγειος χώρος, εμβαδού 78,81 μ2, δεσμεύθηκε ολόκληρος για τη διατήρηση των αρχαίων ευρημάτων, ενώ ένα μικρό τμήμα του ισόγειου χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτων διατέθηκε για την εγκατάσταση του λεβητοστασίου, λόγω της δεσμεύσεως του υπογείου, όπου θα έπρεπε να γίνει η εγκατάστασή του. Με αφετηρία τις διαπιστώσεις του αυτές, το εφετείο έκρινε ότι είναι επιδικαστέα στους αναιρεσιβλήτους α) το ποσό των 2.421,12 ευρώ για τη ζημία τους εξαιτίας της καταλήψεως του υπογείου από τα αρχαία, β) το ποσό των 880,41 ευρώ, το οποίο μετά από προφορική συνεννόησή τους με τους αρμόδιους υπαλλήλους της 11ης Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και μετά από συγκατάθεση των τελευταίων, κατέβαλαν για τις χωματουργικές εργασίες της δοκιμαστικής εκσκαφής στο οικόπεδό τους και γ) το ποσό των 2.112,99 ευρώ, το οποίο κατέβαλαν για την κατασκευή πρόσθετων βάθρων από οπλισμένο σκυρόδεμα στο υπόγειο, προκειμένου να υπάρχει σ' αυτό επαρκής χώρος για τη διατήρηση των ως άνω αρχαιολογικών ευρημάτων και την έκθεσή τους στο κοινό. Με τις κρίσεις του αυτές το εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προεκτεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, αφού αυτές δεν αποκλείουν τη γέννηση των άνω αξιώσεων αν αλλοιώθηκε η μορφολογική όψη του χώρου ανευρέσεως των αρχαίων, ούτε αν η δοκιμαστική εκσκαφή έγινε για τη διαπίστωση της υπάρξεως ή μη αρχαίων στο κτήμα των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμοι. Κατ΄ ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-10-2005 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 3883/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ