Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding mandatory joint liability of creditors in debt restructuring cases.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two debtors against a district court decision regarding their debt restructuring. The debtors argued that the lower court erred in accepting a creditor's claim of intentional insolvency when other creditors had not raised the same objection. The court ruled that such an objection is inadmissible in this context because the law does not require all creditors to propose it, and the principle of mandatory joint liability means any single creditor's valid claim affects the entire group.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(5)(a) and 3 of Law 3869/2010; The objection of intentional insolvency by one creditor in a debt restructuring case is admissible and binding on all creditors due to mandatory joint liability, rendering the appeal based on lack of universal proposal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 509 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 509/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Α. του Δ. και 2) Ε. Π. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Τιτίκα Νικέα - Μουράτογλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "ΝΤΑΙΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ AΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL PLC", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ATTICA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 31-10-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 2η, 3η, 4η, 5η, 6η και 7η δεν παραστάθηκαν.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στην: Π. χα Δ. Α., το γένος Κ. Χ., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Α. Της προσθέτως υπέρ της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "INTRUM HELLAS ΑΕΔΑΔΠ" (πρώην "Alternative Financial Solutions Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας και πληρεξούσιας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "Sunrise I NPL Finance DAC", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Κικιλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Β. Της προσθέτως υπέρ της "Eurobank ΑΕ" παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "QQUANT MASTER SERVICER Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "QQUANT MASTER SERVICER Μονοπρόσωπη ΑΕΔΑΔΠ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων, εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "PILLAR Finance Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank ΑΕ" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αφροδίτη Πετροπούλου.
Γ. Της προσθέτως υπέρ της "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "doValue Greece" (πρώην "EUROBANK FPS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "FRONTIER ISSUER Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο.
Δ. Της προσθέτως υπέρ της "ATTICA BANK" παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "QQUANT MASTER SERVICER Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "QQUANT MASTER SERVICER Μονοπρόσωπη ΑΕΔΑΔΠ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "ASTIR NPL Finance 2020-2 Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ATTICA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κωφό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-2013 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών και συνεκδικάστηκε με την από 5-5-2021 πρόσθετη παρέμβαση της προς κοινοποίηση η αναίρεση, Π. χας Δ. Α., το γένος Κ. Χ.
Εκδόθηκε η 224/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-5-2023 αίτησή τους, η δε υπό στοιχ. Α προσθέτως παρεμβαίνουσα με το από 3-10-2024 δικόγραφό της ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, η 1η των αναιρεσιβλήτων και οι προσθέτως παρεμβαίνουσες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των προσθέτως στο ακροατήριο παρεμβαινουσών ζήτησαν την παραδοχή των πρόσθετων παρεμβάσεων και την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1093/2024).
Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στην δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν, όμως, αυτός κλητεύθηκε νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανισθεί στην συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1093/2024). Τέλος, στην δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρον 76 παρ. 1, περ. β' του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1093/2024, Α.Π. 247/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η κρινόμενη, από 11-5-2023, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 224/2022 του Ειρηνοδικείου Αχαρνών προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (1-11-2025), με αριθμό πινακίου 50, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ'Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά την ως άνω δικάσιμο οι δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, με τις επωνυμίες "Alpha Bank Α.Ε.", "ΝΤΑΙΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", "Citibank International plc" και "Attica Bank", αντιστοίχως, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκαν γι' αυτές έγγραφες δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, παρέστησαν δε νομίμως και προσηκόντως οι αναιρεσείοντες και οι πρώτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων.
Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ...-2023, ...-2023, ...-2023, ...-2023, ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Β. Δ., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως οι επισπεύδοντες την συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Τιτίκας Νικέα - Μουράτογλου, δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδάφ. α', 321 και 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη κατά τον χρόνο ασκήσεως του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο καταθέσεως του οικείου δικογράφου στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι κατά τον χρόνο συζητήσεως αυτής (Ολ. Α.Π. 5/2001, Α.Π. 421/2023, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 1374/2021, Α.Π. 1147/2021, Α.Π. 841/2019). Τελεσίδικη δε είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον Δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει την δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Ν.4745/2020, προστέθηκε το άρθρο 4ΙΖ στο Ν.3869/2010, σύμφωνα με το οποίο "Ένδικα μέσα και βοηθήματα που ασκούνται κατά των αποφάσεων, οι οποίες εκδίδονται κατ'εφαρμογή του παρόντος, δικάζονται σύμφωνα με τα άρθρα 739 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έφεση ασκείται μέσα στην προθεσμία της παρ. 1 του άρθρου 518 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, άλλως μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης".
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 11-5-2023 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1940/1/16-5-2023), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 224/2022 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των τότε δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, έκτης και έβδομης των καθών η αίτηση και ήδη δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, έκτης και έβδομης των αναιρεσιβλήτων, ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες "Alpha Bank Α.Ε.", "ΝΤΑΙΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", "Citibank International plc" και "Attica Bank", αντιστοίχως και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), για την έρευνα της τελεσιδικίας αυτής και, συνακολούθως, του παραδεκτού της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι αυτή δημοσιεύθηκε στις 6-4-2022.
Από την επισκόπηση δε των εγγράφων της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση έχει επιδοθεί στους καθών η αίτηση, ούτε, άλλωστε, κάποιος διάδικος επικαλείται ότι έλαβε χώραν επίδοση αυτής. Επομένως, από την επομένη ημέρα της δημοσιεύσεώς της, δηλαδή από τις 7-4-2022, άρχισε να τρέχει η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση εφέσεως κατ' αυτής, κατ' άρθρον 518 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015.
Οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι κατά της ανωτέρω αποφάσεως δεν άσκησαν έφεση λόγω παρόδου της εξάμηνης προθεσμίας από την δημοσίευσή της, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 4ΙΖ, σε συνδυασμό με άρθρο 101 του Ν. 4745/2020. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατέστη τελεσίδικη στις 7-10-2022, κατά το άρθρο 553 παρ. 1 περ.
β' του Κ.Πολ.Δ. και, συνεπώς, δεκτική προσβολής με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, αν και εκδόθηκε ερήμην των δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, έκτης και έβδομης των αναιρεσιβλήτων, ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες "Alpha Bank Α.Ε.", "ΝΤΑΙΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", "Citibank International plc" και "Attica Bank", αντιστοίχως.
Είναι δε τελεσίδικη και ως προς αυτές και, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως παραδεκτώς απευθύνεται και εναντίον τους, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 705/2024, Α.Π. 1058/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 778/2022).
Αναφορικώς δε με το εμπρόθεσμο της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' άρθρον 564 του Κ.Πολ.Δ., που είναι, επίσης, στοιχείο του παραδεκτού αυτής ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), η διετής αποσβεστική προθεσμία για την άσκησή της (άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015), η οποία άρχισε να τρέχει από την επομένη ημέρα της τελεσιδικίας, δηλαδή από 7-10-2022, συμπληρώθηκε στις 7-10-2024.
Συνεπώς, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 16-5-2023 (βλ. την επί του δικογράφου αυτής υπ' αριθμ. 1940/1/16-5-2023 έκθεση καταθέσεως, της αρμόδιας Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Αχαρνών), δηλαδή εντός της διετίας από την τελεσιδικία της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι εμπρόθεσμη και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την διάταξη του άρθρου 80 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει, σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη, πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς, για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο χωρίς προδικασία, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναιρέσεως, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της προσθέτου παρεμβάσεως υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρεώσεως, που, είτε απειλούνται από την δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ιδίας διατάξεως του άρθρου 80 του Κ.Πολ.Δ., νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (Ολ.
Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 3/2021, Ολ. Α.Π. 17/2004, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 1093/2024, Α.Π. 1750/2023, Α.Π. 1733/2023, Α.Π. 1102/2022). Επίσης, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 83 του Κ.Πολ.Δ., αν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου, που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78.
Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της προσθέτου παρεμβάσεως ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της αποφάσεως, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της ασκήσεως αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως παρέχεται, όχι λόγω της πιθανής εκδηλώσεως δυσμενών ενεργειών της αποφάσεως εις βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στην δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της αποφάσεως. Η ασκούμενη, κατά το άρθρο 83 του Κ.Πολ.Δ., αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με τον διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς, όμως, να έχει στην διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικώς στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 1093/2024, Α.Π. 1750/2023, Α.Π. 1733/2023, Α.Π. 1102/2022, Α.Π. 883/2021).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποίαν ασκεί αυτός, ο οποίος κατέστη διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αφού το δεδικασμένο από την δίκη ισχύει υπέρ και κατ' αυτού, κατά το άρθρο 325 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 1093/2024, Α.Π. 1750/2023, Α.Π. 1733/2023, Α.Π. 610/2023, Α.Π. 1102/2022, Α.Π. 883/2021).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του Ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων...", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ως άνω Ν. 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 εξαιρετική νομιμοποίηση της εταιρείας διαχειρίσεως ως μη δικαιούχου διαδίκου διευκολύνει τις εταιρείες αποκτήσεως, οι οποίες, συνήθως, έχουν έδρα στην αλλοδαπή, καθώς απαλλάσσονται από το βάρος της διαχειρίσεως των απαιτήσεων αυτών και της επιμέλειας της δικαστικής επιδιώξεώς τους, αφού αυτή ασκείται αποκλειστικώς από τις εταιρείες διαχειρίσεως απαιτήσεων (άρθρο 1 στοιχ.
γ' του Ν. 4354/2015), χωρίς να βλάπτει τα ουσιαστικά δικαιώματα των δανειοληπτών - καταναλωτών, οι οποίοι ασκούν τα δικαιώματά τους ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων κατά εταιρειών, οι οποίες έχουν λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, που έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και οι οποίες εδρεύουν στην Ελλάδα και λειτουργούν εντός ενός συγκεκριμένου αυστηρού νομικού καθεστώτος, εποπτευόμενες από την Τράπεζα της Ελλάδος (Ολ.
Α.Π. 1/2023, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 610/2023, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 402/2021). Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στην δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευθεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο, αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 1733/2023, Α.Π. 1486/2022, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 402/2021, Α.Π. 756/2017, Α.Π. 681/2016).
Η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Π.", με το από 3-10-2024 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 7-10-2024 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στους αναιρεσείοντες και στις αναιρεσίβλητες (βλ.
τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. ...-2024, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Κ., άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια και πληρεξουσία των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας, με την επωνυμία "Sunrise I NPL Finance Dac", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 του Κ.Πολ.Δ.).
Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει αδειοδοτηθεί νομίμως και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχειρίσεως απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015 και ήδη του Ν. 5072/2023, είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, των οποίων οι οφειλές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την Τράπεζα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποιήσεως αξιώσεων, δυνάμει της από 16-3-2021 συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 και, ειδικότερα, στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο ..., με αριθμό ...
και με αριθμό Πρωτοκόλλου ..., μεταβίβασε τις απαιτήσεις αυτές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, στην αλλοδαπή εταιρεία, με την επωνυμία "Sunrise I NPL Finance DAC", ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, που έχει συσταθεί νομίμως και λειτουργεί με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων και η απαίτηση της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέει από την σύμβαση, που συνήψε με τους αναιρεσείοντες.
Περαιτέρω, η ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με τις κατατεθείσες από 1-11-2024 έγγραφες προτάσεις της, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "Eurobank Α.Ε.".
Ειδικότερα, η εταιρεία ειδικού σκοπού "PILLAR FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" κατέστη ειδική διάδοχος, κατόπιν μεταβιβάσεως, στα πλαίσια τιτλοποιήσεως απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 18ης Ιουνίου 2019 συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρίσθηκε νομίμως την 18η Ιουνίου 2019 στα δημόσια βιβλία, κατ' άρθρον 3 του Ν. 2844/2000, του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και έλαβε αριθ.
πρωτ. ... στον Τόμο ..., με αυξ. αριθ. ..., της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank", λόγω διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της ως άνω νέας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας.
Μεταξύ δε των συμβάσεων που μεταβιβάσθηκαν στην "PILLAR FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" ήταν και επίδικες συμβάσεις στεγαστικών δανείων. Εν συνεχεία, στις 12-05-2023 καταρτίσθηκε μεταξύ, αφενός μεν, της Εταιρείας Ειδικού Σκοπού, με την επωνυμία "PILLAR FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY (ΠΙΛΛΑΡ ΦΑΪΝΑΝΣ ΝΤΕΣΙΓΚΝΕΪΤΙΝΤ AKTIBITY ΚΟΜΠΑΝΥ)", με έδρα στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, αφετέρου δε, της διαχειρίστριας απαιτήσεων "QQUANT MASTER SERVICER (ΚΙΟΥ ΚΟΥΑΝΤ ΜΑΣΤΕΡ ΣΕΡΒΙΣΕΡ) ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", με έδρα στο Μαρούσι Αττικής, η οποία έχει αδειοδοτηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, δυνάμει της με αριθμό ....2017 αποφάσεως της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, Σύντομη Σύμβαση Διαχείρισης Απαιτήσεων, με αντικείμενο όλες τις υπηρεσίες εισπράξεως και εν γένει διαχειρίσεως τιτλοποιημένων απαιτήσεων από συμβάσεις στεγαστικών και άλλων δανείων που περιγράφονται στον όρο 3 της από 12.05.2023 Σύντομης Συμβάσεως Διαχειρίσεως Απαιτήσεων όπως ενδεικτικά:
είσπραξη οφειλών, αναπροσαρμογή πληρωμών, δικαστική επιδίωξη απαιτήσεων κ.α. Έτσι, η ανωτέρω εταιρεία ειδικού σκοπού, με την επωνυμία "PILLAR FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" είναι ειδική διάδοχος δικαιούχος επιδίκων απαιτήσεων, διαχειρίστρια δε εταιρεία της δικαιούχου, πληρεξουσία και δεκτική καταβολής είναι η ως άνω παρεμβαίνουσα εταιρεία.
Επίσης, η ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και τον διακριτικό τίτλο "doValue Greece", άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με τις κατατεθείσες από 1-11-2024 έγγραφες προτάσεις της, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της τέταρτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος".
Ειδικότερα, στις ... διαχειριστής των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της τελευταίας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, μεταξύ των οποίων και επίδικες, που τιτλοποιήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις Ν. 3156/2003, κατέστη η ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και τον διακριτικό τίτλο "doValue Greece", πρώην με την επωνυμία "EUROBANK FPS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" (ΓΙΟΥΡΟΜΠΑΝΚ ΕΦΠΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ) με αρ.
ΓΕΜΗ ..., αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τον νόμο 4354/2015, με την με αριθ. ... απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ' αριθμ. ....2017 ΦΕΚ (τ. Β')], δυνάμει της από 17-12-2021 συμβάσεως μακροχρόνιας διαχειρίσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νομίμως στις ..., με αρ.
πρωτ. ..., στα βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον Τόμο ..., με αυξ. αριθ. ... (άρθρο 10 παράγραφος 16 του ν. 3156/2003) σε συνδυασμό και με το από 17.12.2021 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Ιρλανδίας Χ. Μ. (H. M.). Τέλος, η ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με τις κατατεθείσες από 1-11-2024 έγγραφες προτάσεις της, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της έβδομης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ATTICA BANK".
Ειδικότερα, η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "ASTIR NPL FINANCE 2020-2 DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" (ΑΣΤΙΡ ΕΝΠΙΕΛ ΦΑΪΝΑΝΣ 2020-2 ΝΤΕΖΙΓΚΝΕΙΤΕΝΤ AKTIBITY ΚΟΜΠΑΝΥ), η οποία εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία "ATTICA BANK / ΑΤΤΙΚΑ ΜΠΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα, κατόπιν μεταβιβάσεως σε αυτήν, στο πλαίσιο τιτλοποιήσεως απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 17.12.2020 συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νομίμως την 18.12.2020 στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον Τόμο ...
με αυξ. αριθμό ... και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ... Μεταξύ των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν, περιλαμβάνονται και ένδικες απαιτήσεις, όπως προκύπτει το με αρ. πρωτ/λου ....2021 επικυρωμένο απόσπασμα εκ του παραρτήματος που έχει επισυναφθεί στην παραπάνω σύμβαση πωλήσεως και έχει εξαχθεί από τα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (τόμος ...
και με α.α. ...). Δυνάμει της από ....2020 συμβάσεως διαχειρίσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νομίμως την 18.12.2020 στα βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο ..., με αυξ. Αριθμό ... και με αριθμό πρωτ. ....2020, η διαχείριση των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "ATTICA BANK / ΑΤΤΙΚΑ ΜΠΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "ASTIR NPL FINANCE 2020-2 DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" (ΑΣΤΙΡ ΕΝΠΙΕΛ ΦΑΪΝΑΝΣ 2020-2 ΝΤΕΖΙΓΚΝΕΙΤΕΝΤ AKTIBITY ΚΟΜΠΑΝΥ), ανατέθηκε στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία η διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις με την επωνυμία "QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", η οποία έχει αδειοδοτηθεί νομίμως και εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος (Απόφαση υπ' αρ. ....2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β' 4171).
Επομένως, οι ως άνω ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις, οι οποίες, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχουν σαφώς χαρακτήρα αυτοτελών προσθέτων παρεμβάσεων, είναι παραδεκτές και νόμιμες, κατ' άρθρον 80 και 83 του Κ.Πολ.Δ., με αποτέλεσμα μεταξύ των κυρίων διαδίκων και των προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαινουσών να δημιουργηθούν σχέσεις επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτές να συνεκδικασθούν με την αίτηση αναιρέσεως (άρθρα 246 και 573 του Κ.Πολ.Δ) και εφόσον οι υπέρ ων οι πρόσθετες παρεμβάσεις δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από τις αναγκαίες ομοδίκους τους, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσες και η συζήτηση θα χωρήσει, σαν να ήταν και αυτές παρούσες.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 27-8-2013 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1326/27-8-2013) αίτησή τους, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες τράπεζες, ζήτησαν να ρυθμισθούν αυτές από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία τους, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 224/2022 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αίτηση, δεχόμενο ενδεχόμενο δόλο των αιτούντων στην περιέλευσή τους σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των χρηματικών χρεών τους.
Σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 1 εδάφ. α' και β' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 27-8-2013 αίτηση των αναιρεσειόντων περί υπαγωγής τους στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών στις 27-8-2013, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και, γι' αυτό, παραλείφθηκε στον νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρ. 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023).
Εξάλλου, ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, τον δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και την νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός, που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντιθέτως, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και, έτσι, αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023).
Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και, τελικώς, το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η, απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη, αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, αδικοπραξία.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματα του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται, σαφώς τουλάχιστον, στον βαθμό που δεν ανάγονται από τον νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν, δηλαδή, ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσον του ίδιου, όσον και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στην σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Ο δόλος του οφειλέτη, στην μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην, όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτηση τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023).
Περαιτέρω, απαλλαγή του οφειλέτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από την διαδικασία διευθετήσεως των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για την ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του, που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπληρώσεώς τους, όπως αυτός καθορίζεται από την δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από την φύση της ενοχικής σχέσεως, κατ' άρθρον 323 και 340 του Α.Κ.), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά την στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του Ν. 3869/2010, εφόσον, βεβαίως, συντρέχει και η άλλη προαναφερθείσα προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του, κρίνεται συνολικώς με βάση την σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπ' όψιν, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με την βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακολούθως, την διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, η οποία πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 785/2022). Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, μπορούν, ενδεικτικώς, να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για την μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020).
Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 987/2023, Α.Π. 808/2023). Ειδικώς η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πιστώσεως, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο, που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ενστάσεως, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 104/2024, Α.Π. 1733/2023, Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 1104/2023, Α.Π. 988/2023).
Κατά την διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1, εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχη της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν πρέπει, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ. Α.Π. 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 3/2014, Ολ. Α.Π. 1/2013, Ολ. Α.Π. 8/2006).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατ' άρθρον 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και, συνακολούθως, κατ' άρθρον 560 αριθμ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν πρόκειται για αναίρεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, καθώς και αποφάσεως του Πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου, συντρέχει δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του, αξίωσε περισσότερα ή, αντιθέτως, αρκέσθηκε σε ολιγότερα των απαιτούμενων από τον νόμο στοιχείων για την θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 104/2024, Α.Π. 601/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 935/2020, Α.Π. 213/2018).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4.335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν προβλέπονταν μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων, στο παραπάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με τον Ν. 4335/2015. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1427/2024). Για την διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.
Α.Π. 20/2005, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1427/2024), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1335/2024).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη ή αόριστη.
Με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, αν και η ένσταση του ενδεχόμενου δόλου τους, την οποία επικαλέσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου οι πρώτη και πέμπτη των πιστωτριών τους, είναι αόριστη, εν τούτοις, το ανωτέρω Δικαστήριο την δέχθηκε ως ορισμένη, ενώ με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., ότι το ως άνω Δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 κατά την έρευνα της ένστασης αοριστίας του δόλου.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αχαρνών οι πρώτη και η πέμπτη των καθών η αίτηση, με τις, από 24-2-2021 και 28-2-2021, αντιστοίχως, έγγραφες προτάσεις τους, προέβαλαν την ένσταση περί δολίας περιελεύσεως των αιτούντων σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας της να εξοφλήσουν τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους προς αυτές.
Ειδικότερα, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε." ισχυρίσθηκε ότι "Εν προκειμένω, έχουν λάβει τα επίδικα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια για τα οποία οφείλουν σήμερα ο πρώτος εξ αυτών το συνολικό ποσό των 380.000€ περίπου και η δεύτερη εξ αυτών το συνολικό ποσό των 242.000 € περίπου, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις στεγαστικές και καταναλωτικές επιθυμίες τους, εις βάρος φυσικά των Τραπεζών, αν και γνώριζαν την αδυναμία κάλυψής τους, καθόσον κατά το χρονικό διάστημα του δανεισμού του τα εισοδήματα τους δεν επαρκούσαν για την εξυπηρέτηση των επίδικων δανείων.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, η υπαιτιότητα τους είχε τη μορφή ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψαν το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους) ως πιθανό και το αποδέχθηκαν. Δηλαδή γνώριζαν ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών τους αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα.
Κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του.
Συγκεκριμένα, οι αντίδικοι μας προφανώς έλαβαν υπόψη τους το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών τους και αφού το στάθμισαν, αποφάσισαν να προχωρήσουν στη λήψη πολύ μεγάλων δανείων, καταναλώνοντας και οι δύο ποσό πλέον του 380.000 €, αψηφώντας για τις συνέπειες. Είναι προφανές ότι η δημιουργία των επίδικων χρεών οφείλεται σε υπαιτιότητα των αντιδίκων διότι ενώ αυτοί γνώριζαν ότι δεν είχαν επαρκή εισοδήματα, και συνεπώς ότι δεν θα μπορούσαν να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, εντούτοις προέβησαν σε πολύ μεγάλο τραπεζικό δανεισμό, προκειμένου να εξασφαλίσουν ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που επέτρεπαν τα περιουσιακά τους στοιχεία, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή.
Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του να επιδείξει επιμέλεια και πρόνοια για την επιλογή της κατάλληλης πίστωσης κατά την κατάρτιση της σύμβασης. Οι αντίδικοι ισχυρίζονται όλως αορίστως, ότι οδηγήθηκαν στον υπερδανεισμό λόγω δήθεν πιεστικών οικογενειακών υποχρεώσεων κ.λπ.
και λόγω έλλειψης βεβαίως οικονομικών πόρων, ήτοι αποδεικνύεται πλήρως ότι αυτοί αλόγιστα και χωρίς επιμέλεια και σύνεση προέβαιναν σε διαρκείς λήψεις δανείων για την αποπεράτωση μιας πολύ μεγάλης οικοδομής, που εκ των προτέρων γνώριζαν ότι θα ήταν αδύνατον να τα αποπληρώσουν, λόγω των μη επαρκών εισοδημάτων τους.
Ακόμη και αν γίνει δεκτή η άποψη ότι οι τράπεζες ακολούθησαν επιθετική στρατηγική προκειμένου να δανειοδοτήσουν τους αντιδίκους, αυτοί είχαν τον τελευταίο λόγο και αυτοί φέρουν το βάρος της τελικής απόφασης για τη σύναψη της όποιας δανειακής σύμβασης ... Ενόψει των ανωτέρω είναι προφανές ότι οι αντίδικοι περιήλθαν με δική τους υπαιτιότητα (εκ δόλου) σε μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους και για το λόγο αυτό η κρινόμενη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη", ενώ η πέμπτη των καθών η αίτηση ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." ισχυρίσθηκε ότι "Στην υπό κρίση περίπτωση, ο αιτών προέβη σε αλόγιστο δανεισμό που δεν προσιδιάζει στο μέσο συνετό δανειολήπτη με αποτέλεσμα το σύνολο των οφειλών του αιτούντος να ανέρχεται σήμερα στο ογκώδες ποσό των 400.438,58€.
Πρόκειται για δανεισμό χωρίς κανέναν επενδυτικό σκοπό, παρά μόνο την επίτευξη ενός τρόπου ζωής ανώτερου από αυτόν που επέτρεπαν τα εισοδήματά του. Άλλωστε, ο ισχυρισμός αυτός βρίσκει έρεισμα και στο γεγονός πως οι αιτούντες έλαβαν στο σύνολο 17 διαφορετικά τραπεζικά προϊόντα (5 στεγαστικά, 5 πιστωτικές κάρτες, 3 καταναλωτικά, 1 προσωπικό, 1 διευκόλυνση και 1 overdraft) εκ των οποίων μόνο τα 5 εξυπηρετούν τον αρχικά αναφερόμενο σκοπό, δηλαδή της στέγασης.
Συνεπώς, η αναφορά της στην επίδικη αίτηση ότι κατέφυγε στον τραπεζικό δανεισμό προκειμένου να καλύψει στεγαστικές ανάγκες είναι δόλια, καθώς σε αυτήν την περίπτωση θα κατέφευγε μόνο στην ανάληψη των στεγαστικών προϊόντων και όχι στην υπερχρέωση της μέσω άλλων δανειακών προϊόντων. Οι αιτούντες έλαβαν υπόψη τους το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών τους και αφού το στάθμισαν, αποφάσισαν να προχωρήσουν σε υπερχρέωση, αψηφώντας τις συνέπειες.
Κατόπιν τούτων, στην προκειμένη περίπτωση συντρέχει το στοιχείο του δόλου των αιτούντων, καθώς με τις πράξεις ή παραλείψεις τους υπερχρεώθηκαν πέρα από τα όρια που έθεταν οι οικονομικές τους δυνατότητες, προέβλεψαν ή μπορούσαν να προβλέψουν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι κάποια στιγμή δεν θα μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στις ένδικες δανειακές υποχρεώσεις τους οδηγούμενοι σε αδυναμία πληρωμών.
Επομένως, η αίτησή τους πρέπει και για το λόγο αυτό να απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη". Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο η προβληθείσα, ως άνω, ένσταση από τις καθών η αίτηση των αναιρεσειόντων περί ενδεχόμενου δόλου των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων είναι σαφής και επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει τα αναγκαία, κατ' άρθρον 262 του Κ.Πολ.Δ., περιστατικά, που πληρούν το πραγματικό της, αναφερόμενης στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 330 του Α.Κ.
και τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές, για να θεμελιώσουν τον εν λόγω ισχυρισμό περί δόλου. Ειδικότερα, μνημονεύονται με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα αναγκαία περιστατικά για την θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού περί δόλου και, ειδικότερα, ότι οι αιτούντες συμφώνησαν με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και γνώριζαν ή, έστω, προέβλεπαν ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός τους, για τον πρώτο συνολικού ύψους 380.000 ευρώ περίπου και για την δεύτερη συνολικού ύψους 242.000 ευρώ περίπου, ενόψει, αφενός μεν, των οικονομικών τους δυνατοτήτων, αφετέρου δε, των βιοτικών αναγκών τους και των μηνιαίων δόσεων των δανείων, θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.
Σημειώνεται ότι αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο των αιτούντων - αναιρεσειόντων κατά την ανάληψη των χρεών τους, όπως είναι η αναφορά συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων αυτών με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής τους καταστάσεως και της προθέσεώς του να μην αποπληρώσουν τα δάνεια ή η παράλειψη των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής τους ικανότητας, δεν απαιτούνται για το ορισμένο της εν λόγω ενστάσεως δόλου.
Συνακολούθως, το Ειρηνοδικείο Αχαρνών, με το να κρίνει ορισμένη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά, που απαιτούνται από τον νόμο, για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο των αιτούντων - οφειλετών.
Περαιτέρω, κατά την έρευνα της νομικής αοριστίας της ενστάσεως του δόλου, δεν τίθεται ζήτημα ελλείψεως νομίμου βάσεως της σχετικής κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας, καθόσον στο στάδιο αυτό δεν ερευνάται η ουσία της υποθέσεως και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τον οποίον η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, έγινε δεκτή ως ορισμένη η ένσταση του δόλου χωρίς επαρκή αιτιολογία, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και, ιδιαιτέρως, γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της εννόμου σχέσεως ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως καθετί, το οποίο, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3).
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από την ρύθμιση του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δ. και για τις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας καθιερώνεται το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική ρύθμιση αυτή καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από τον νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπ' όψιν ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δ., αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής αποδείξεως (Α.Π. 808/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 21/2023).
Ως εκ τούτου, κατά την διαδικασία αυτή δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 εδάφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για την, παρά τον νόμο, λήψη υπ' όψιν πραγμάτων που δεν προτάθηκαν στην εκουσία δικαιοδοσία, λόγω του ανακριτικού συστήματος (Α.Π. 808/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 154/2018, Α.Π. 528/2017) και, συνακολούθως, από τον αριθμό 5 εδάφ.
α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (Α.Π. 808/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 257/2020). Άλλωστε, στην δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στην δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρον 76 παρ. 1 περ.
β' του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024). Ειδικότερα, με το άρθρο 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι: "Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.
Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται". Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, όταν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, τούτο έχει ως κύρια συνέπεια ότι οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομοδίκου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.
Επομένως, στην δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, όπου ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές, όπως προεκτέθηκε, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, η προβολή της ενστάσεως από έναν πιστωτή, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων προς αυτόν χρηματικών του οφειλών από δόλο, εφόσον κριθεί βάσιμη, επάγεται την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της αιτήσεως του οφειλέτη, όχι μόνον έναντι του πιστωτή, που πρότεινε την ένσταση αυτή, αλλά και έναντι των λοιπών πιστωτών, οι οποίοι δεν πρότειναν τον σχετικό ισχυρισμό, ή δεν τον πρότειναν κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, καθόσον η πορεία της δίκης πρέπει να είναι ενιαία για όλους τους πιστωτές και δεν νοείται διάσπασή της (Α.Π. 1486/2022).
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδάφ. α' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας ότι, παρά τον νόμο, λήφθηκε υπ' όψιν και έγινε δεκτή η ένσταση της δόλιας περιελεύσεώς τους σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, αν και η δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, έκτη και έβδομη των καθών η αίτηση δεν προέβαλαν την ένσταση αυτή, την οποία πρότειναν μόνον οι παριστάμενες ενώπιον του Ειρηνοδικείου, πρώτη και πέμπτη από τις καθών η αίτηση.
Η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη, διότι στην προκειμένη υπόθεση, η οποία εκδικάσθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 5 εδάφ. α' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην νομική σκέψη. Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ότι δεν έπρεπε να γίνει δεκτή η ένσταση του δόλου, διότι δεν προτάθηκε από όλες τις καθών πιστώτριες, είναι και αβάσιμος, καθόσον η προβολή της ενστάσεως αυτής αρκεί να γίνει από οποιονδήποτε πιστωτή, λόγω της σχέσεως της αναγκαστικής ομοδικίας που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, συνεπεία της οποίας οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομοδίκου ωφελούν και τους άλλους.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3, εδάφ.
β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-5-2023 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 224/2022 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αχαρνών.
Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο τού κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ