Supreme Court allows appeal against lower court's decision on attorney fees in employment contract dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's request to overturn the single-member Court of Appeal's decision regarding attorney fees in a contract dispute. The lower court had dismissed the appellant's claim based on arguments that were not formally proposed by the opposing parties during the initial trial. The court ruled that considering these new arguments rendered the lower court's decision arbitrary and violated procedural fairness, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the lower court considers arguments not previously proposed by the parties, rendering the decision arbitrary and violating the principle of adversarial proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 509 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 509/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευανθία Μπόνη - Βλάχου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ναυτικής Εταιρίας με την επωνυμία «Δ. Ν. Ν..Ε.., που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Κοινοπραξίας με την επωνυμία «Κ. Δ. Θ. «Γ., που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κυριακίδη, ο oποίος διόρισε κατ' 28 παρ. 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων και την Σταματία Παρούση, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του αναιρεσείοντος και κατά των αναιρεσιβλήτων: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Ρόδου" που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανθούλα Καραολάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-7-2019 (με αριθμό κατάθεσης 482/2019) και από 1-10-2019 (με αριθμό κατάθεσης 649/2019) αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2023 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-3-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και της πρόσθετης παρέμβασης, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15 Μαρτίου 2023 και με αριθμό κατάθεσης 10/15-3-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών από αμοιβές, με αριθμό 54/7-2-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 80, 81, 82, 83 και 215 του ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής: Αν σε δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος από τους κύριους διαδίκους, έχει δικαίωμα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει απλή πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει. Εκούσια απλή πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ασκείται δε κατά τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους κύριους διαδίκους.
Ο προσθέτως παρεμβαίνων στην αναιρετική διαδικασία, περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή την αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κύριων διαδίκων (ΑΠ 30/2022, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1741/2012). Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος καθιστά την πρόσθετη παρέμβαση απαράδεκτη και απορριπτέα (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 28/2007, ΟλΑΠ 13/2006, ΟλΑΠ 8/1998, ΟλΑΠ 9/1998, ΑΠ 1307/2022, ΑΠ 557/2021).
Εξάλλου, το άρθρο 90 στοιχείο (ζ) του Ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α. 208 / 27.9.2013) νέος 'Κώδικας Δικηγόρων' (Κ.Δ.) - με ισχύ από 27.9.2013 [άρθρο 166 παρ. 3 νέου Κ.Δ.] - ορίζει ότι: "Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει: ... (ζ).- Η άσκηση παρεμβάσεων, ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανεξάρτητες αρχές) για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος.
Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης κατηγορίας, ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή Ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιοδήποτε διεθνές Δικαστήριο.
Επίσης για τα πιο πάνω ζητήματα μπορούν να παρεμβαίνουν, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, σε κάθε αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία ή αρχή του διεθνούς δικαίου". Από τη διάταξη αυτή, σε αντιπαραβολή προς τη διάταξη του άρθρου 622 αριθμός 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2016, μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015), που ορίζει ότι αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις, που αποτελούν την ένωση -διάταξη, που αναφέρεται, ειδικά και περιορισμένα, σε δίκες εργατικών διαφορών (ΟλΑΠ 13/2006)- συνάγεται ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι έχουν έννομο συμφέρον να παρέμβουν προσθέτως για όλα τα πιο πάνω ζητήματα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου σε εκκρεμή δίκη στις περιπτώσεις, που το αντικείμενο της δίκης ενδιαφέρει τα μέλη του (ή κατηγορία μελών του) ή γενικότερα το δικηγορικό σώμα (ΑΠ 1307/2022, ΑΠ 557/2021, ΑΠ 681/2017, ΑΠ 1147/2015), όχι, όμως και στις περιπτώσεις, που το αντικείμενο της δίκης δεν αφορά ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, αλλά πρόκειται για προσωπική υπόθεση μέλους του δικηγορικού συλλόγου, η έκβαση της οποίας εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες ο δικηγόρος παρείχε τις υπηρεσίες του (ΑΠ1307/2022, ΑΠ 557/2021).
Με την από 19-6-2023 και με αριθμό κατάθεσης 44/28-7-2023 πρόσθετη παρέμβαση, το προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβαίνον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Ρόδου" εκθέτει, ότι ο αναιρεσείων είναι μέλος του και ότι υποστηρίζει τους λόγους αναίρεσης, προκειμένου αυτή να γίνει δεκτή. Επικαλείται δε, προς στοιχειοθέτηση του εννόμου συμφέροντος αυτού για την άσκηση της ένδικης πρόσθετης παρέμβασης, τις επιπτώσεις που θα έχει σε αυτό και σε όλα τα μέλη του, που μπορεί να αντιμετωπίσουν το ίδιο πραγματικό και νομικό ζήτημα, η έκβαση της δίκης, που αφορά σε απαίτηση του υπέρ ου - αναιρεσείοντος δικηγόρου σε βάρος των καθ' ων - αναιρεσίβλητων εντολέων του για αξιώσεις του από άκυρη καταγγελία σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου, οφειλόμενα επιδόματα εορτών και αδείας, λοιπές αποδοχές και οφειλόμενη αποζημίωση, καθώς και τη συμβολή του στη διάπλαση της νομολογίας, που θα προκύψει από το αιτιολογικό της εκδοθησόμενης απόφασης στην έκβαση μελλοντικών δικών, όπου θα ανακύψουν τα ίδια ερμηνευτικά προβλήματα.
Εν όψει, όμως, του κατά τα ανωτέρω αντικειμένου της ένδικης διαφοράς, που αφορά προσωπική υπόθεση του αναιρεσείοντος δικηγόρου, η έκβαση της οποίας εξαρτάται από τις συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες ο τελευταίος παρείχε τις υπηρεσίες του, ως δικηγόρος στις αναιρεσίβλητες ναυτικές εταιρείες δεν εισάγεται προς έρευνα ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, που να αφορά, γενικότερα, τα μέλη του προσθέτως παρεμβαίνοντος (ή κατηγορία μελών του) ή το δικηγορικό σώμα.
Επομένως και, κατά τα γενόμενα δεκτά στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η πρόσθετη παρέμβαση πρέπει, αφού συνεκδικασθεί με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Το προσθέτως παρεμβαίνον δεν πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση, διότι οι τελευταίες, που δεν κατέθεσαν χωριστές προτάσεις από την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης, ναι μεν υπέβαλαν αντίστοιχο αίτημα, πλην όμως δεν υποβλήθηκαν σε ιδιαίτερα έξοδα για την αντιμετώπισή της (ΑΠ 1171/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε: Α) Με την από 22-7-2019 και με αύξ. αριθ. κατάθ. 482/22-7-2019 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ότι είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου και ότι στις 4-7-2001 συνήψε με την πρώτη εναγόμενη ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ναυτική εταιρεία με την επωνυμία «Δ.
Ν. Ν..Ε.., (νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Γ. Σ. του Χ.), σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, αντί πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας, ύψους 400.000 δρχ. ή 1.173,88 ευρώ, υπό τους αναφερόμενους σε αυτήν(σύμβαση) ειδικότερους όρους και συμφωνίες, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στην πιο πάνω εταιρεία τις νομικές του υπηρεσίες.
Ότι, παρά τα συμφωνηθέντα, τις εν λόγω υπηρεσίες παρείχε και στην δεύτερη εναγόμενη ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη κοινοπραξία με την επωνυμία «Κ. Δ. Θ. «Γ., αλλά και σε άλλες ναυτικές εταιρείες, συμφερόντων του προαναφερθέντος Γ. Σ. του Χ. καθώς και σε προσωπικές υποθέσεις του τελευταίου και μελών της οικογένειάς του.
Ότι στις 4-1-2017, μετά από απαίτηση του Γ. Σ. του Χ. και, προκειμένου η πιο κάτω εντολέας του να αποφύγει την πληρωμή των ασφαλιστικών του εισφορών στον ΕΦΚΑ, υποχρεώθηκε να υπογράψει με την δεύτερη εναγόμενη ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη κοινοπραξία την με ίδια ημερομηνία πρόσθετη και ανεξάρτητη από την αρχική, σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια μηνιαία αντιμισθία, χωρίς όμως να υπαχθεί στο προσωπικό της εντολέα του.
Μετά ταύτα, εξακολούθησε να παρέχει στα προαναφερόμενα νομικά και φυσικά πρόσωπα τις ίδιες ακριβώς νομικές υπηρεσίες, χωρίς την καταβολή πρόσθετης μηνιαίας αντιμισθίας και στις 20-5-2019 η εντολέας του, κατήγγειλε εγγράφως την από 4-1-2017 δεύτερη σύμβαση έμμισθης εντολής, προσφέροντάς του, όμως, μικρότερη από την οφειλόμενη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, την οποία για το λόγο αυτό αρνήθηκε να εισπράξει.
Ότι η εν λόγω καταγγελία είναι άκυρη, αφενός μεν επειδή δεν του επιδείχθηκε ειδικό πληρεξούσιο των κοινοπρακτούντων μελών της καταγγέλλουσας προς τον υπογράφοντα την καταγγελία, αφετέρου ως καταχρηστική, επειδή υπαγορεύθηκε από εμπάθεια και μίσος προς το πρόσωπό του. Ότι στο περιεχόμενο του εγγράφου αυτής αλλά και της με ημερομηνία 4-7-2019 εξώδικης δήλωσης των εναγόμενων ήδη αναιρεσίβλητων προς τον ίδιο περιέχονται υβριστικοί και συκοφαντικοί για το πρόσωπό του ισχυρισμοί και για το λόγο αυτό έχει υποστεί και ηθική βλάβη, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του.
Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε: Ι) Να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη η από 20-5-2019 καταγγελία της από 4-1-2017 σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία,
ΙΙ) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον η κάθε μία άλλως ισομερώς, να του καταβάλλουν, λόγω της άκυρης καταγγελίας και της εξ αυτής υπερημερίας τους, α) τις αναλυτικά αναφερόμενες μηνιαίες αποδοχές του για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 μέχρι 22-7-2019 (ημερομηνία κατάθεσης της αγωγής) και περαιτέρω από 1-8-2019 και εφεξής, πλέον του αναλογούντος σε αυτές ΦΠΑ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους παροχή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή άλλως από την επίδοση της αγωγής και β) το ποσό των 15.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την κατά τα άνω προσβολή της προσωπικότητάς του.
Επικουρικά, ζήτησε: Ι) Να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες υποχρεούνται και να υποχρεωθούν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η κάθε μία, άλλως ισομερώς, α) τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ύψους 35.938 ευρώ β) την αναλυτικά αναφερόμενη συμφωνηθείσα μηνιαία αμοιβή του (αντιμισθία), πλέον του αναλογούντος σε αυτήν ΦΠΑ, από 1-5-2019 μέχρι την πλήρη εξόφληση της οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους παροχή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Β) Με την από 1-10-2019 και με αύξ. αριθ. κατάθ. 649/1-10-2019 αγωγή του ενώπιον του ίδιου, όπως και παραπάνω, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου ο ενάγων ήδη αναιρεσείων, αφού επανέλαβε το ίδιο, όπως και στην πρώτη αγωγή, ιστορικό αναφορικά με τις συνθήκες πρόσληψης και απασχόλησής του στις εναγόμενες ήδη αναιρεσίβλητες, ισχυρίσθηκε περαιτέρω, ότι καθόλο το χρονικό διάστημα παροχής των νομικών του υπηρεσιών σε αυτές, ήτοι από 4-7-2001 μέχρι την καταγγελία στις 20-5-2019 της δεύτερης σύμβασης έμμισθης εντολής, οι τελευταίες, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος επανειλημμένα το ζητούσε, ουδέποτε του κατέβαλαν τα οφειλόμενα σε αυτόν για το πιο πάνω χρονικό διάστημα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματα αδείας.
Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον η κάθε μία άλλως ισομερώς, να του καταβάλλουν, για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 77.200 ευρώ και συγκεκριμένα: α) για το χρονικό διάστημα από 4-7-2001 μέχρι 31-12-2016 το ποσό των 64.000 ευρώ και β) για το χρονικό διάστημα από 4-1-2017 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής το ποσό των 13.200 ευρώ, όλα τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους παροχή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί των ανωτέρω αγωγών και της από 7-10-2021 και με αύξ. αριθμ. καταθ. 443/7-10-2021 πρόσθετης παρέμβασης, που είχε ασκήσει το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Ρόδου" υπέρ του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος, προς το σκοπό παραδοχής της δεύτερης αγωγής του, εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών από αμοιβές(άρθρο 614 αρ. 5 και 622Α του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), η υπ' αριθμ. 44/3-2-2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω αγωγές με την πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε ότι "...
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα οι κρινόμενες αγωγές αρμόδια καθ' ύλην [...] φέρονται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού [...]. Είναι δε παραδεκτές με την επισήμανση ότι οι εναγόμενες νομιμοποιούνται παθητικά μόνο για τις οικείες αξιώσεις του ενάγοντος που απορρέουν από τη σύμβαση πάγιας αντιμισθίας που ο τελευταίος σύναψε αυτοτελώς με κάθε μια από αυτές ξεχωριστά, αφού η νομιμοποίηση είναι τυπική και προσδιορίζεται από τους ισχυρισμούς του διαδίκου.
Εν προκειμένω δε, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι στις 4-7-2001 σύναψε με την πρώτη εναγόμενη σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία και ότι στις 4-1-2017 σύναψε με τη δεύτερη εναγόμενη αντίστοιχη σύμβαση,, δίχως να εκθέτει ότι ελάμβανε ταυτόχρονα δύο πάγιες αντιμισθίες για το διάστημα μετά την 4η-1-2017 [...].
Συνεπώς, ενόψει του ότι ο ενάγων δεν επικαλείται στις κρινόμενες αγωγές του λόγους άρσης της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων οι εναγόμενες δεν μπορούν να θεωρηθούν ενιαίος εντολέας, έτσι που για τα δικαιώματα του ενάγοντος που απορρέουν από τις ένδικες συμβάσεις πάγιας αντιμισθίας να είναι υπεύθυνες όλες οι εταιρείες ανεξαρτήτως του ποια εταιρεία τον απασχολεί σε κάθε συγκεκριμένη χρονική στιγμή [...].
Επομένως, μόνο η πρώτη εναγόμενη νομιμοποιείται παθητικά για τις σχετικές αξιώσεις του ενάγοντος μέχρι τη σύναψη της δεύτερης σύμβασης και αντίστοιχα, μόνο η δεύτερη εναγόμενη νομιμοποιείται παθητικά για το χρονικό διάστημα από τη σύναψη της προαναφερόμενης σύμβασης και εφεξής και πρέπει(η α' αγωγή) ως προς την πρώτη εναγόμενη να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, διότι τα σχετικά αγωγικά κονδύλια, απορρέουν από τη με ημερομηνία 4-1-2017 σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία [...].
Αντίστοιχα, η β' αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης για την πρώτη εναγόμενη κατά το μέρος με το οποίο ζητείται η καταβολή δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας για το χρονικό διάστημα μετά την 4η-1-2017 και εφεξής και ως προς τη δεύτερη εναγόμενη για τον ίδιο λόγο για το χρονικό διάστημα πριν από το αμέσως αναφερόμενο χρονικό διάστημα...".
Στη συνέχεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο: 1) όσον αφορά την πρώτη αγωγή, τη δέχθηκε εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη κατά την επικουρική της βάση και υποχρέωσε τη δεύτερη εναγόμενη ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα, ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 5.338,66 ευρώ με το νόμιμο από την επομένη της καταγγελίας, 2) όσον αφορά τη δεύτερη αγωγή, αφού απέρριψε την προβληθείσα από τις εναγόμενες ήδη αναιρεσίβλητες ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος για καταβολή σε αυτόν των ένδικων επιδομάτων εορτών και αδείας και δέχθηκε την προβληθείσα από τις ίδιες εναγόμενες αναιρεσίβλητες ένσταση παραγραφής των εν λόγω αγωγικών αξιώσεών του για το χρονικό διάστημα από 4-7-2001 μέχρι 31-12-2013, στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει αυτήν και την πρόσθετη παρέμβαση και υποχρέωσε τις εναγόμενες ήδη αναιρεσίβλητες να καταβάλλουν στον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα η μεν πρώτη ποσό των 12.248.76 ευρώ, η δε δεύτερη το ποσό των 14.013,93 ευρώ με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες σε αυτήν διακρίσεις.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ασκήθηκαν οι από: α) 6-5-2022 με αριθμ. καταθ. 101/6-5-2022 έφεση των εναγόμενων-εκκαλουσών ήδη αναιρεσίβλητων, β) η από 4-5-2022 με αριθμ. καταθ. 102/6-5-2022 έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και οι από 27-9-2022 με αριθμ. καταθ. 263 και 264/27-9-2022 πρόσθετες παρεμβάσεις του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Ρόδου" και επ' αυτών εκδόθηκε, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών από αμοιβές, η υπ' αριθμ. 54/7-2-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία, αφού συνεκδίκασε τις προαναφερόμενες εφέσεις με τις πρόσθετες παρεμβάσεις και δέχθηκε, όσον αφορά και τις δύο αγωγές, ότι "...
η πρώτη εναγόμενη και τα λοιπά νομικά πρόσωπα στα οποία παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες ο ενάγων δεν συνιστούσαν λόγω της αυτοτέλειάς τους κοινό εντολέα..." και, όσον αφορά τη δεύτερη αγωγή, την ένσταση των εναγόμενων-εκκαλουσών-εφεσίβλητων ήδη αναιρεσίβλητων περί καταχρηστικής άσκησης του ασκούμενου με αυτήν δικαιώματος του ενάγοντος -εκκαλούντος- εφεσίβλητου ήδη αναιρεσείοντος, στη συνέχεια:
α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την υπό στοιχείο Β' έφεση (του ενάγοντος-εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος) και τις υπέρ αυτού ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις και β) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την υπό στοιχείο Α' έφεση (των εναγόμενων-εκκαλουσών ήδη αναιρεσίβλητων), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε τις ένδικες αγωγές, απέρριψε την από 1-10-2019 με αριθμ.
κατάθ. 649/1-10-2019 αγωγή (δεύτερη), δέχθηκε εν μέρει την από 22-7-2019 με αριθμ. κατάθ. 482/22-7-2019 αγωγή(πρώτη) και υποχρέωσε τη δεύτερη εναγόμενη ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας της από 4-1-2017 σύμβασης έμμισθης εντολής, το ποσό των 5.338,66 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας.
Από τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.
Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το Δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.
Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγόμενου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρέωσης.
Ποια πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής. (AΠ 783/2021, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019). Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποίησης, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την Ολ.ΑΠ 18/2005 (ομοίως και Ολ.ΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση.
Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019).
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται με επάρκεια τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1492/2021,ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 632/2014).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 63, 92Α, 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 3026/1954, και καταργήθηκε με το άρθρο 166 του Ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α 208/27-9-2013), νέος Κώδικας περί Δικηγόρων, καθώς και των άρθρων 3 παρ.2, 42, 43 παρ.1, 46 παρ.2 και 58 του εν λόγω νέου Κώδικα και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του χρόνου κατάρτισης και λειτουργίας των επίδικων συμβάσεων έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, προκύπτει ότι είναι ασυμβίβαστη με το λειτούργημα του δικηγόρου, ο οποίος είναι(άμισθος) δημόσιος λειτουργός, η άσκηση επιστήμης, τέχνης ή εμπορίας και γενικώς κάθε εργασίας, υπηρεσίας ή απασχόλησης που δεν αρμόζει στην αξιοπρέπεια και ανεξαρτησία του, καθώς επίσης η άσκηση εκ μέρους του οιασδήποτε έμμισθης υπηρεσίας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
Κατ` εξαίρεση ο δικηγόρος μπορεί να παρέχει με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή καθαρώς νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου (άρθρα 63 παρ. 1-4 του παλαιού Κώδικα περί Δικηγόρων, ήδη 42 του νέου Κώδικα περί Δικηγόρων). Η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, έστω και αν καταρτίστηκε για ορισμένο χρόνο (άρθρα 63 παρ. 5 και 46 παρ. 2 των ανωτέρω Κωδίκων, αντίστοιχα), δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ` αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις των ως άνω Κωδίκων και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος, ρυθμίζεται δε από τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί εντολής και σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (Ολ.
ΑΠ. 45/2002). Μόνο το γεγονός ότι στο πλαίσιο της σχέσης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία ο δικηγόρος παρέχει ταυτόχρονα τις υπηρεσίες του στον εντολέα του και παράλληλα σε στενά συνδεόμενα με τον εντολέα του φυσικά ή άλλα νομικά πρόσωπα δεν αρκεί για να καταστήσει τα πρόσωπα αυτά, των οποίων τα συμφέροντα υπερασπίζεται ο δικηγόρος, συνεντολείς με τον αρχικό εντολέα του και συνακόλουθα συνοφειλέτες για την καταβολή της πάγιας αντιμισθίας αυτού, εκτός εάν κατά τις περιστάσεις προκύπτει με σαφήνεια το αντίθετο από την όλη σχέση της έμμισθης εντολής και ιδίως από τη μεταξύ των συμβαλλόμενων συμφωνία.
Μόνο σε όλως οριακές περιπτώσεις, εάν υπάρχει αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εντολέα, για τον προσδιορισμό της ταυτότητας αυτού θα ληφθεί υπόψη πρώτον το πρόσωπο εκείνο προς το συμφέρον του οποίου παρέχει ο δικηγόρος τις υπηρεσίες του και περαιτέρω το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχείρησης, στην οποία ο δικηγόρος παρέχει τις υπηρεσίες του, κατ' αναλογία των όσων γίνονται δεκτά στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά την έννοια των άρθρων 648,651,652 και 653 Α.Κ., που προσαρμόζονται εν προκειμένω στις διατάξεις των ως άνω Κωδίκων για τη σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία και δεν αντίκεινται κατά τούτο στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος.
Περαιτέρω, ο όμιλος εταιριών χαρακτηρίζεται από κοινή διεύθυνση, κοινή οικονομική πολιτική, κοινή χρηματοδότηση, δηλ. κοινά οικονομικά συμφέροντα. Ενώ συντίθεται από πολλά αυτοτελή νομικά πρόσωπα, αποτελεί μια οικονομική ενότητα. Γίνεται δεκτό στο πλαίσιο λειτουργίας της σχέσης εξαρτημένης εργασίας ότι ο όμιλος εταιριών κατά το ελληνικό δίκαιο δεν μπορεί να θεωρηθεί, ενιαίος εργοδότης, έτσι που για διάφορα δικαιώματα του μισθωτού (μισθοί, αποζημιώσεις κλπ) να είναι υπεύθυνες όλες οι εταιρίες,ανεξαρτήτως του ποια εταιρία τον απασχολεί σε κάθε συγκεκριμένη χρονική στιγμή (ΑΠ 650/1982).
Έτσι, επί ομίλου εταιριών, που έχουν κοινά οικονομικά συμφέροντα, ακόμη και στην περίπτωση που η σύμβαση εργασίας του μισθωτού καταρτίστηκε με μία από τις εταιρίες του ομίλου και η αξιοποίηση της εργασίας του γίνεται και από άλλες εταιρίες του ίδιου ομίλου, εργοδότης παραμένει η αντισυμβαλλόμενη του μισθωτού εταιρία, η οποία ασκεί διευθυντικό έλεγχο επί της εργασίας του και ευθύνεται για την πληρωμή των πάσης φύσεως αποδοχών του (ΑΠ10/2018, ΑΠ 1222/2003).
Τ' ανωτέρω τυγχάνουν αναλόγως εφαρμογής και στη σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία για τις αξιώσεις του δικηγόρου. Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 61, 62 και 70 του ΑΚ προκύπτει ότι βασικό χαρακτηριστικό των νομικών προσώπων, ως φορέων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, είναι η αυτοτέλεια αυτών (νομική και περιουσιακή), η οποία αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση οικονομικών και κοινωνικών αναγκών.
Η κατά τα άνω περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους Ωστόσο ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρ. 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του.
Ειδικότερα η χρησιμοποίηση ανώνυμης εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας (ΟλΑΠ 2/2013). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 480 και 481 του ΑΚ προκύπτει ότι, για την ύπαρξη ενοχής εις ολόκληρον πρέπει η απαίτηση εκάστου των πλειόνων συνδανειστών ή η υποχρέωση εκάστου των πλειόνων συνοφειλετών να αφορά την αυτή παροχή, προσθέτως δε οι πλείονες ενοχές (απαιτήσεις ή υποχρεώσεις), που αφορούν τους συνδανειστές ή συνοφειλέτες να έχουν μεταξύ τους κάποια καθολική συνδετική σχέση, να συνδέονται δηλαδή με τον αυτό κοινό σκοπό και τον αυτό γενεσιουργό λόγο.
Με τις πιο πάνω ρυθμίσεις, ο νομοθέτης καθιερώνει, ως κανόνα, στις πολυπρόσωπες ενοχές, που αφορούν διαιρετές παροχές, την κατ' ισομοιρία ευθύνη και δικαίωμα αντίστοιχα, ενώ την εις ολόκληρον ενοχή και ειδικότερα την παθητική εις ολόκληρον ενοχή αναγνωρίζει μόνο, όταν αυτή συνιστάται με αναμφίβολη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων ή καθιερώνεται ευθέως από το νόμο.
Ειδικότερα, όσον αφορά τη σύμβαση ως γενεσιουργό λόγο της παθητικής εις ολόκληρον ενοχής, θα πρέπει από τη σύμβαση να συνάγεται σαφώς ότι εσκοπείτο η εις ολόκληρον υποχρέωση όλων, διότι, σε περίπτωση αμφιβολίας, εάν δηλαδή δεν συνάγεται κάτι άλλο, ισχύει ο κανόνας του άρθρου 480 του ΑΚ, ήτοι γεννώνται πλείονες υποχρεώσεις κατ' ίσο μέρος, για κάθε οφειλέτη.
Οι διατάξεις των ανωτέρω άρθρων του ΑΚ εμπεριέχουν συνεπώς ενδοτικό δίκαιο και δεν έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα. Επομένως, δυνάμει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι δύνανται να διαμορφώσουν την πολυπρόσωπη ενοχική τους σχέση και τις απορρέουσες από αυτήν ειδικότερες ενοχές, ελεύθερα.
Τα ως άνω βρίσκουν εφαρμογή και στο πεδίο του εργατικού δικαίου, επί των ατομικών εργασιακών σχέσεων, όπου, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι δυνατή ή ύπαρξη σχέσης εργασίας με περισσότερες επί μέρους εταιρείες, που απασχολούν το μισθωτό, ως συνεργοδότριες και ευθύνονται απέναντί του εις ολόκληρον, για την πληρωμή του μισθού του, εφόσον τούτο συνάγεται σαφώς από τη μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συμφωνία, τούτο δε συνήθως συμβαίνει, στις περιπτώσεις ιδίως εταιριών, που ενώ είναι αυτοτελή νομικά πρόσωπα, συνδέονται μεταξύ τους με κοινά οικονομικά συμφέροντα, κοινή διεύθυνση και έδρα, κοινή οικονομική πολιτική και χρηματοδότηση, κ.λπ. (ΑΠ 1123/2022, Α.Π. 413/2017, Α.Π. 454/2006), τα ίδια δε ισχύουν και εφαρμόζονται αναλόγως αναφορικά με αξιώσεις δικηγόρου από τη σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν, δηλαδή, το Δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Ο ενάγων ήδη αναιρεσείων: Ι) με τον πρώτο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 63,92 παρ.1,92Α και 94 του Ν.Δ. 3026/1954, 1,3 παρ. 2, 42, 43 παρ.1,46 παρ.2 και 58 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", ενώ δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 361 και 68 του ΚΠολΔ, τις οποίες έπρεπε να εφαρμόσει, καταλήγοντας στο αποδεικτικό πόρισμα ότι:
α) αυτός δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από την πρώτη εναγόμενη ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη τα κονδύλια της πρώτης αγωγής, καθώς επίσης και τα κονδύλια της δεύτερης αγωγής του για το χρονικό διάστημα μετά τις 4-1-2017, επειδή οι αναιρεσίβλητες δεν συνιστούσαν, λόγω της αυτοτέλειάς τους, κοινό εντολέα και β) ότι διέλαβε στο σκεπτικό της αντιφατικές άλλως ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, καθόσον αν και δέχθηκε ότι παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες ταυτόχρονα και στις δύο αναιρεσιβαλλόμενες, παρόλα αυτά, δέχθηκε επίσης, ότι οι τελευταίες δεν συνιστούσαν κοινό εντολέα, ήτοι δεν ήταν συνεργοδότριες-συνεντολείς του και επομένως συνυπόχρεες στις επίδικες αξιώσεις του, απλά και μόνο λόγω της αυτοτέλειας τους και περαιτέρω ότι έχει ανεπαρκή νόμιμη βάση, γιατί δεν εξηγεί για ποιό λόγο οι αναιρεσιβαλλόμενες δεν ήταν συνεργοδότριες-συνεντολείς,
ΙΙ) με το δεύτερο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, επικαλείται ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.2 του Ν. 4194/2013, επειδή δεν διαλαμβάνει καμία απολύτως εξήγηση για ποιό λόγο η πρώτη από 4-7-2001 σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία μεταξύ του ίδιου και της πρώτης εναγόμενης ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης λύθηκε σιωπηρά με κοινή συμφωνία των μερών αντί να καταγγελθεί εγγράφως, κατ' άρθρο 46 του Ν.4194/2013.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των κρίσιμων για την έρευνα των ως άνω αναιρετικών λόγων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα: "... Ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] είναι Δικηγόρος και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου.
Στις 4-7-2001 σύναψε με την πρώτη εναγόμενη [ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη] σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, η οποία συμφωνήθηκε να ανέρχεται στο ύψος της εκάστοτε προβλεπόμενης πάγιας αμοιβής για δικηγόρους με τα αντίστοιχα προσόντα του ίδιου και σε κάθε περίπτωση να μην είναι κατώτερη των 400.000 δρχ.
μηνιαίως [...]. Με βάση την προαναφερόμενη σύμβαση ο ενάγων παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες(δικαστικές και εξώδικες) τόσο στη δεύτερη εναγομένη κοινοπραξία [ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη], η οποία συστάθηκε στις 27-2-2016 και έχει νομική προσωπικότητα καθώς καταχωρίστηκε στο ΓΕ.ΜΗ. με αριθμό 072853520000, όσο και στις λοιπές ναυτικές εταιρείες των οποίων την κύρια εκμετάλλευση είχε ο εκπρόσωπός τους, Γ.
Σ. Σ.. Υπό το ανωτέρω πλαίσιο, η πρώτη εναγόμενη και τα λοιπά νομικά πρόσωπα στα οποία παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες ο ενάγων δεν συνιστούσαν λόγω της αυτοτέλειάς τους κοινό εντολέα, μολονότι ο προαναφερόμενος Γ. Σ. ασκούσε την κοινή διεύθυνση και την κοινή οικονομική πολιτική τους. Ενώ η συνεργασία των δύο πλευρών έβαινε ομαλά, στις 25-7-2003 ο ενάγων σύναψε σύμβαση έμμισθης εντολής με το Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου [...] ο ενάγων συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην πρώτη εναγόμενη μέχρι την 3-1-2017, οπότε λύθηκε σιωπηρά με κοινή συμφωνία των μερών, προκειμένου ο ενάγων να συνάψει στις 4-1-2017 με τη δεύτερη εναγομένη ομοίου περιεχομένου νέα σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του ενάγοντος-εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος που περιλαμβανόταν στο πρώτο λόγο της από 4-5-2022 έφεσής του, με τον οποίο ισχυριζόταν τα αντίθετα και συγκεκριμένα ότι, η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτες, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης:
την πρώτη αγωγή, καθώς και τη δεύτερη, κατά το μέρος με το οποίο με αυτήν ζητείτο η καταβολή επιδομάτων εορτών(Χριστουγέννων και Πάσχα) και αδείας για το χρονικό διάστημα μετά την 4η-1-2017 και εφεξής ως προς την πρώτη εναγόμενη, καθώς και τη δεύτερη αγωγή, κατά το μέρος με το οποίο με αυτήν ζητείτο η καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας για το χρονικό διάστημα πριν την 4η-1-2017 ως προς τη δεύτερη εναγόμενη και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως προς το κεφάλαιο και τη διάταξή της, με τα οποία αυτό κατέληξε στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα.
Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 63, 92 παρ.1, 92Α, και 94 του Ν.Δ. 3026/1954, 1,3 παρ. 2, 42, 43 παρ.1, 46 παρ.2 και 58 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", που εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση ως εκ του χρόνου κατάρτισης και λειτουργίας των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και της χρονικής διάρκειας αυτών, ενώ ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 361 και 68 του ΚΠολΔ, διότι από τις προπαρατιθέμενες, αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι, αυτό δέχθηκε πως οι δύο συμβάσεις πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας, που ο ενάγων δικηγόρος ήδη αναιρεσείων συνήψε ξεχωριστά με κάθε μια από τις εναγόμενες ήδη αναιρεσίβλητες, δεν συνιστούσαν μια ενιαία σύμβαση αλλά ήταν ανεξάρτητες μεταξύ τους, λόγω της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων των εναγόμενων ήδη αναιρεσίβλητων, αφού αυτός δεν επικαλείτο λόγους άρσης της αυτοτέλειας των ως άνω νομικών προσώπων, ώστε να θεωρηθούν συνεντολείς και συνυπεύθυνες κατ' ισομοιρίαν και όχι εις ολόκληρον για τις ένδικες αγωγικές αξιώσεις, ενόψει του ότι, εφόσον πρόκειται για διαιρετή παροχή οι συνεναγόμενες- συνεργοδότριες θα ευθύνονταν κατ' ισομοιρίαν, αφού δεν επικαλείτο ιδιαίτερη συμφωνία για την εις ολόκληρον ευθύνη τους.
Μόνο δε το γεγονός ότι ο αναιρεσείων παρείχε παράλληλα τις υπηρεσίες του στις αναιρεσίβλητες, αλλά και σε άλλες εταιρείες συμφερόντων Γ. Σ. Σ., δεν αρκεί για να καταστήσει τις ως άνω εταιρείες συνεντολείς και συνεργοδότριες του αναιρεσείοντος για το όλο το χρονικό διάστημα λειτουργίας των πιο πάνω συμβάσεων, ανεξαρτήτως εάν αυτές (αναιρεσίβλητες) ανήκαν στον ίδιο όμιλο εταιρειών συμφερόντων Γ.
Σ. Σ., αφού δεν δέχθηκε ότι είχε συμφωνηθεί διαφορετικά στις μεταξύ των μερών συμβάσεις. Επίσης, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της νομιμοποίησης του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και της λύσης, με σιωπηρή συμφωνία, της προαναφερθείσας πρώτης από 4-7-2001 σύμβασης έμμισθης εντολής.
Τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα πιο πάνω αναφέρονται, ουδεμία αντίφαση υπάρχει στο γεγονός ότι, ενώ το Εφετείο δέχθηκε πως ο ενάγων παρείχε παράλληλα τις υπηρεσίες του και σε άλλα πρόσωπα αυτό δεν αρκούσε για να τα καταστήσει συνεργοδότες - συνεντολείς, ενώ, σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά ειδικότερα την ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ουδόλως εκτίθενται ποια άλλα στοιχεία έπρεπε να αναφέρονται, ως προς το θέμα αυτό στην προσβαλλόμενη απόφαση και κατά τούτο ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος.
Ως προς το ζήτημα δε της λύσης, με σιωπηρή συμφωνία της προαναφερθείσας πρώτης από 4-7-2001 σύμβασης έμμισθης εντολής, μόνο τι αποδείχθηκε ήταν ανάγκη να αναφέρεται με σαφήνεια και πληρότητα στην απόφαση και δεν απαιτείτο για την αιτιολογία το γιατί αποδείχθηκε.
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 19 του ΚΠολΔ (πρώτος λόγος) και 19 του ίδιου άρθρου(δεύτερος λόγος) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Με τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στο ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ υπό τον τίτλο "Προσωπικές Εμπορικές Εταιρείες" (άρθρα 249 έως και 294) του Ν. 4072/2012 "Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος - Νέα εταιρική μορφή κ.λπ." (Α' 86/11-4-2012), η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (πλην ορισμένων διατάξεων που δεν ενδιαφέρουν στην παρούσα περίπτωση, (άρθρο 330 παρ. 2 του νόμου), ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στις προσωπικές εμπορικές εταιρείες (ομόρρυθμη, ετερόρρυθμη, αφανή και κοινοπραξία).
Οι ρυθμίσεις των νόμων αυτών εφαρμόζονται και στις εταιρείες που κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του δεν ήταν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση(άρθρο 294 αυτού). Σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 293 του ανωτέρω Νόμου, η κοινοπραξία είναι εταιρεία χωρίς νομική προσωπικότητα και εφόσον καταχωρισθεί στο Γ.Ε.ΜΗ. ή εμφανίζεται προς τα έξω, αποκτά, ως ένωση προσώπων, ικανότητα δικαίου και πτωχευτική ικανότητα, ενώ σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, εφόσον η κοινοπραξία ασκεί εμπορική δραστηριότητα, καταχωρίζεται υποχρεωτικά στο Γ.Ε.ΜΗ.
και εφαρμόζονται ως προς αυτήν αναλόγως οι διατάξεις για την ομόρρυθμη εταιρεία. Τα θέματα που αφορούν στην ομόρρυθμη εταιρεία ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 249 έως 270 του Ν. 4072/2012. Ειδικότερα, η διαχείριση στην ομόρρυθμη εταιρία ρυθμίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 254 του Ν. 4072/2012. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, "1.Δικαίωμα και υποχρέωση διαχείρισης έχουν όλοι οι εταίροι, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση... 3.
Η εξουσία διαχείρισης καταλαμβάνει όλες τις πράξεις συνήθους διοίκησης της εταιρείας. Για τη διενέργεια πράξεων που βρίσκονται εκτός της συνήθους διοίκησης απαιτείται η συναίνεση όλων των εταίρων...". Πράξεις που ανήκουν στην συνήθη διοίκηση είναι πρωτίστως οι συναλλαγές, οι οποίες συνδέονται άμεσα με την κανονική δραστηριότητα της εταιρείας και την καθημερινή επιδίωξη του εταιρικού σκοπού, όπως η προμήθεια πρώτων υλών και εν γένει αντικειμένων της εμπορίας της και η διανομή προϊόντων και υπηρεσιών στους μεταπωλητές και στους τελικούς πελάτες της, η προμήθεια αναλώσιμων υλικών και εξοπλισμού και η συντήρησή του, η πρόσληψη και απόλυση προσωπικού, η διαφήμιση ή κατ' άλλον τρόπο προώθηση των προϊόντων και υπηρεσιών, και εν γένει οι τρέχουσες συναλλαγές(ΑΠ 1245/2018, ΑΠ 791/2015, ΑΠ 452/2005).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 257 του Ν. 4072/2012,"1. Κάθε εταίρος έχει εξουσία εκπροσώπησης της εταιρείας, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση... 3. Η εκπροσωπευτική εξουσία εκτείνεται σε όλες τις δικαστικές και εξώδικες πράξεις που εμπίπτουν στην επιδίωξη του σκοπού της εταιρείας...". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, κατ' αναλογία της ατομικής διαχείρισης, για λόγους ταχείας σύναψης συναλλαγών ισχύει ο κανόνας της ατομικής εκπροσώπησης, κατά τον οποίο κάθε εταίρος έχει εξουσία εκπροσώπησης της εταιρίας, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 213, 216, 226, 229, 233, 669 παρ.2, 672 Α.Κ., και 46 παρ.2 του Ν.4194/2013, προκύπτει ότι για το νομότυπο και έγκυρο της καταγγελίας σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου εκ μέρους του εντολέα, απαιτείται αυτή να γίνεται από τον ίδιο τον εντολέα ή από το νόμιμο αντιπρόσωπο ή πληρεξούσιό του, εφόσον δε εντολέας είναι νομικό πρόσωπο (ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου), η καταγγελία πρέπει να γίνεται από το αρμόδιο κατά το νόμο ή το καταστατικό εκπροσωπευτικό όργανό του και μέσα στα όρια της προβλεπόμενης από το νόμο ή το καταστατικό εξουσίας του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68 και 70 Α.Κ.(ΑΠ 683/2015, ΑΠ 1172/2008, Α.Π. 1268/2009), χωρίς στην περίπτωση αυτή ν' απαιτείται η επίδειξη πληρεξουσίου εγγράφου κατ' άρθρο 226 ΑΚ(ΑΠ1268/2009), αφού δεν πρόκειται για διενέργεια μονομερούς δικαιοπραξίας μέσω αντιπροσώπου.
Ο ενάγων ήδη αναιρεσείων με τον τρίτο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως αλλά και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 2 του Ν. 4194/2013, 226 Α.Κ., 253, 254,293 και 294 του Ν. 4072/ 2012, καταλήγοντας στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η καταγγελία της ένδικης από 4-1-2017 σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία είναι έγκυρη και απέρριψε τον περί ακυρότητας αυτής ισχυρισμό του, καθόσον αυτή(καταγγελία) ούσα πράξη εκτός συνήθους διοίκησης απαιτούσε ομόφωνη απόφαση όλων των κοινοπρακτούντων μελών της κοινοπραξίας και ότι η σχετική απόφαση έπρεπε να του επιδειχθεί κατά την καταγγελία, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος του επειδή η αιτιολογία ως προς το πιο πάνω θέμα είναι ανεπαρκής και ασαφής, καθόσον δεν προσδιορίζεται εάν ο υπογράψας την καταγγελία νόμιμος εκπρόσωπος είχε και τη διαχειριστική εξουσία να προβαίνει σε πράξεις ασυνήθους διαχείρισης, όπως η ένδικη καταγγελία, ούτε αναφέρεται αν αυτός ήταν και διαχειριστής με βάση το καταστατικό της κοινοπραξίας.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των κρίσιμων για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου ουσιαστικών παραδοχών, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "... Η εν λόγω β' σύμβαση καταγγέλθηκε στις 20-5-2019 από τη δεύτερη εναγομένη [...]. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι εφόσον η καταγγελία έγινε από το Γ.
Σ., ήτοι το νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγόμενης, για το έγκυρο και νομότυπο αυτής δεν απαιτούνταν, η επίδειξη πληρεξουσίου εγγράφου, κατ' άρθρο 226 ΑΚ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του ενάγοντος-εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος, που περιλαμβανόταν στο δεύτερο λόγο της από 4-5-2022 έφεσής του και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως προς το κεφάλαιο αυτό και τη διάταξή της, με τα οποία αυτό είχε καταλήξει στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα.
Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 2 του Ν. 4194/2013, 226 Α.Κ., 253,254,293 και 294 του Ν. 4072/ 2012, γιατί, σύμφωνα με όσα πιο πάνω αναφέρονται, πράγματι, εφόσον ο υπογράψας την καταγγελία της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής είχε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγόμενης ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας, δεν απαιτείτο η επίδειξη πληρεξούσιου εγγράφου, ενώ σε κάθε περίπτωση η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου δεν δύναται να θεωρηθεί πράξη υπερβαίνουσα τα όρια της συνήθους διαχείρισης, ώστε να απαιτείται, κατ' άρθρο 254 παρ. 3 του Ν. 4072/2012, η συναίνεση όλων των εταίρων-κοινοπρακτούντων μελών.
Επίσης, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ίδιο πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα του έγκυρου της ένδικης καταγγελίας. Τούτο διότι προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση ότι δεν απαιτείτο για το έγκυρο της καταγγελίας η επίδειξη πληρεξουσίου εγγράφου ότι δηλαδή, η καταγγελία έγινε από το νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγόμενης, οπότε δεν απαιτείτο η επίδειξη πληρεξουσίου εγγράφου, Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 19 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" (ΦΕΚ Α' 208/27-9-2013), που εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης της ένδικης δεύτερης σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, "Έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες, ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή.
Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί επίσης να αναλαμβάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο". Από τη διάταξη αυτή καθίσταται σαφές ότι σύμβαση έμμισθης εντολής υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δικηγόρος, που παρέχει νομικές υπηρεσίες σταθερά και μόνιμα σε συγκεκριμένο εντολέα, αμείβεται γι` αυτές αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.2 του ίδιου ως άνω Ν. 4194/2013, συνάγεται ότι η από δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή θεωρείται ως σχέση απόλυτα προσωπικής εμπιστοσύνης και συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης, έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου.
Η σύμβαση αυτή λύνεται (εκτός άλλων και) με καταγγελία του εντολέα που συνιστά, κατ' αρχήν, μονομερή αναιτιώδη δικαιοπραξία(ΑΠ 557/2021,ΑΠ140/2020). Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση, η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παρά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της σύμβασης έμμισθης εντολής, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, της μη υπέρβασης, δηλαδή, των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Όταν η υπέρβαση των ορίων αυτών είναι προφανής, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη και, κατά συνέπεια, άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας και, κατ' αναλογία, της σύμβασης παροχής δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, καθίσταται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος της μονομερούς λύσης της σύμβασης.
Αυτό συμβαίνει σε περιπτώσεις, που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εντολέα, συμπεριφοράς του δικηγόρου, ή όταν γίνεται για οικονομοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχείρησης του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Αντιθέτως, δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν, απλώς, λείπει κάποια εμφανής αιτία, διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, με μόνο περιορισμό τη μη άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη, ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που, ως εκ περισσού, επικαλέσθηκε γι' αυτήν ο εντολέας ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρξε εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο δικηγόρος και εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εντολέα υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 1408/2023, ΑΠ140/2020,ΑΠ 205/2018).
Ο ενάγων ήδη αναιρεσείων με τον τέταρτο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παραβίασε ευθέως αλλά και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 2 του Ν. 4194/2013 και 281 ΑΚ, απορρίπτοντας τον αγωγικό ισχυρισμό του περί ακυρότητας της καταγγελίας της ένδικης από 4-1-2017 σύμβασης έμμισθης εντολής του, λόγω καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματος της δεύτερης εναγόμενης ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των κρίσιμων για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα: "... Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η ένδικη καταγγελία ήταν αιφνιδιαστική και προσχηματική, υπαγορεύτηκε από μίσος και ταπεινά ελατήρια, με αόριστες, αδιαφανείς και προσβλητικές δικαιολογίες και ότι στηρίζεται σε αναληθή περιστατικά με σκοπό την επαγγελματική του εξόντωση, παρά την επιτυχή έκβαση που είχαν όλες οι υποθέσεις που του ανατέθηκαν και την αδιάλειπτη ηθική του στήριξη στον νόμιμο εκπρόσωπο των προαναφερόμενων νομικών προσώπων και παρά το γεγονός ότι υπήρχαν άλλα ηπιότερα μέτρα όπως η τροποποίηση της ένδικης σύμβασης.
Πράγματι αποδείχθηκε ότι ο ενάγων διατηρούσε με τον νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγόμενης ισχυρούς φιλικούς και συναισθηματικούς δεσμούς, κυρίως λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας τους. Άλλωστε μόνο το γεγονός ότι ο ενάγων παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες στην πρώτη εναγόμενη για τόσο μακρύ χρονικό διάστημα συνεπάγεται ότι η συνεργασία των μερών ήταν επιτυχής και ότι ο τελευταίος εκτελούσε με επάρκεια τα νομικά καθήκοντά του, για το λόγο δε αυτό επιλέχθηκε για την ίδια ακριβώς θέση από τη δεύτερη εναγόμενη.
Ωστόσο ο ίδιος δεν απέδειξε ότι η επίδικη καταγγελία οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης αλλά τουναντίον προκύπτει ότι αυτή συνιστά περιστατικό δυσμενούς εξέλιξης της σύμβασης, μεταξύ των μερών, το οποίο πάντως, δεν είναι ασύνηθες σε παρόμοιου είδους σχέσεις. Από μόνη δε την πρόσληψη του Ε.
Π., συζύγου της κόρης του νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης, δεν καθίσταται καταχρηστική η εν λόγω καταγγελία καθώς στη σύμβαση έμμισθης εντολής, προέχει η προσωπική σχέση εντολέα και δικηγόρου και συνεπώς δεν θα μπορούσε να αξιωθεί, από τη δεύτερη εναγόμενη, να διατηρήσει σε ισχύ την, μεταξύ αυτής και του ενάγοντος, σύμβαση έμμισθης εντολής, παραμερίζοντας τη βούλησή της να αναθέτει αποκλειστικά σε πρόσωπα της απόλυτης εμπιστοσύνης της τις νομικές της υποθέσεις.
Ακόμη δε και αν ήθελε υποτεθεί ότι η συγκεκριμένη καταγγελία υπαγορεύθηκε χωρίς εμφανή αιτία ή περιλαμβάνει και λόγους, που δεν είναι αληθείς, το γεγονός αυτό δεν την καθιστά άκυρη ως καταχρηστική ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της [...].
Συνεπώς, η εν λόγω καταγγελία δεν τυγχάνει άκυρη για οποιονδήποτε από τους αναφερόμενους στην α' αγωγή λόγους και συνακόλουθα η δεύτερη εναγομένη δεν έχει περιέλθει σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των νομικών υπηρεσιών του ενάγοντος [...] τα υπό στοιχ. α,β1,β2... αιτήματα αυτής πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του ενάγοντος-εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος που περιλαμβανόταν στον τρίτο λόγο της από 4-5-2022 έφεσής του και, συνακόλουθα, επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως προς το κεφάλαιο αυτό και τη διάταξή της, με την οποία αυτό κατέληξε στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα.
Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 2 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας περί Δικηγόρων", ούτε και εκείνη του άρθρου 281 του ΑΚ. Επίσης, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης εκ μέρους της δεύτερης αναιρεσίβλητης του δικαιώματός της για καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία.
Τούτο διότι προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής, δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται το περιστατικό δυσμενούς εξέλιξης της ένδικης σύμβασης, που οδήγησε στην καταγγελία αυτής και που δεν είναι ασύνηθες σε τέτοιου είδους σχέσεις, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Στο άρθρο 46 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" ορίζονται τα εξής: " (2) Η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται μόνο: α) με το θάνατο, β) τη λύση, κατάργηση ή διάλυση με οποιονδήποτε τρόπο του νομικού προσώπου που απασχολεί το δικηγόρο, γ) την πτώχευση του εντολέα και δ) με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδόχο δικηγόρο.
Αν στο προσωπικό που απασχολείται στον εντολέα ισχύει κανονισμός εργασίας που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, η καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Η καταγγελία με ποινή ακυρότητας είναι έγγραφη και σε αυτή αναφέρεται ο λόγος της απόλυσης, επιδίδεται δε με δικαστικό επιμελητή. 3 (α) Αν η έμμισθη εντολή του δικηγόρου λυθεί για οποιονδήποτε λόγο που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο, πλην της οικειοθελούς αποχώρησης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να εισπράξει από τον εντολέα του αποζημίωση.
Η αποζημίωση προβλέπεται αναλόγως με το χρόνο διάρκειας της έμμισθης εντολής και ισούται: α) με δυο μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει ένα έτος υπηρεσίας στον εντολέα, β) με τρεις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει τετραετή υπηρεσία, γ)... Για τον υπολογισμό του ύψους της μηνιαίας παροχής λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα... 4).
Μέχρι την πλήρη εξόφληση της πιο πάνω αποζημίωσης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τις μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε κατά την ημέρα επίδοσης του εγγράφου της καταγγελίας." Για τον υπολογισμό της πάγιας μηνιαίας περιοδικής αμοιβής, όσον αφορά την ως άνω αποζημίωση, λαμβάνεται υπόψη κάθε τι, που καταβάλλεται υποχρεωτικά κατά νόμο κατ' έτος ή κατά μήνα σταθερά και μόνιμα, ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα των παρεχόμενων υπηρεσιών(ΑΠ 381/2022, ΑΠ 506/2018, ΑΠ 1474/2018).
Περαιτέρω, ως αποδοχές, που ορίζονται από το νόμο ή τη σύμβαση, βάσει των οποίων υπολογίζονται οι αξιώσεις του εργαζόμενου κατά του εργοδότη από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, και κατ' αναλογία του δικηγόρου από τη σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αντιμισθία, νοούνται οι ακαθάριστες (μεικτές) αποδοχές του εργαζόμενου ή του δικηγόρου, τα δε ποσά, τα οποία ο εργοδότης ή ο εντολέας οφείλει, κατά νόμο, να παρακρατεί από τις οφειλόμενες αξιώσεις αυτού και να αποδίδει σε ορισμένους τρίτους ή το Δημόσιο, όπως είναι ο προβλεπόμενος από το νόμο φόρος επί της αποζημίωσης απόλυσης, εφόσον αυτή υπερβαίνει ορισμένο ύψος (άρθ. 5 παρ. 6 του Ν. 3842/2010 - ΦΕΚ Α 58/23.4.2010) ή ο προβλεπόμενος από τις διατάξεις των άρθρων 59, 61, 62 παρ. 1δ' και 64 παρ. 1δ'του Ν. 4172/2013 "Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος",(ΦΕΚ Α 167/23-7-2013) φόρος 20%, τον οποίο οφείλει να παρακρατεί κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο παρέχει νομικές υπηρεσίες δικηγόρος με πάγια αντιμισθία και το οποίο έχει την ευθύνη να αποδώσει στο Κράτος, περιλαμβάνονται στον από το νόμο ή την σύμβαση προβλεπόμενο συνολικό (ακαθάριστο) μισθό του εργαζόμενου ή του δικηγόρου, που αποτελεί και αντικείμενο της δίκης για τις αξιώσεις του τελευταίου από την εργασιακή σχέση ή τη σχέση της έμμισθης εντολής και δεν αφαιρούνται από το Δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες, στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος, ως άνω αξιώσεις (καθόσον αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της συναφούς δίκης), αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη ή τον εντολέα κατά την εκτέλεση της απόφασης επί των τελικά επιδικαζόμενων με αυτήν αξιώσεων του εργαζόμενου ή του δικηγόρου και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους (ΑΠ 516/2019, ΑΠ 1080/2018,ΑΠ 506/2017, ΑΠ 1131/2015, ΑΠ 1642/2012, ΑΠ 383/2012, ΑΠ 113/2012, ΑΠ 332/2008, ΑΠ 203/2008, ΑΠ 2018/2007, ΑΠ 1678/2007, ΑΠ 1171/2007).
Η αποζημίωση όμως για τη λύση της σύμβασης εργασίας (ή έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία) δεν υπόκειται στις ως άνω διατάξεις του Ν. 4172/2013 που αφορούν φορολογία για την παροχή αμοιβής, αλλά υπόκειται αυτοτελώς στη φορολογία του άρθρου του άρθρου 5 παρ. 6 του Ν. 3842/2010, όταν υπερβαίνει τις 60.000 ευρώ. Εξάλλου, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 46 παρ. 4 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία από τη μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης και επομένως η σύμβαση που καταγγέλθηκε λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημίωσης είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης.
Πρόκειται δηλαδή για μη νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 Α.Κ. εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο. Το πταίσμα όμως τούτο κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής της πλήρους αποζημίωσης.
Γίνεται δηλαδή στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους της απόδειξης και ο δικηγόρος που ζημιώθηκε δεν χρειάζεται να αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής. Μπορεί όμως ο εντολέας να ανατρέψει το μαχητό αυτό τεκμήριο και να απαλλαγεί, αν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημίωσης οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία του αναφορικά με το ύψος της (Ολ.Α.Π.570/1986, ΑΠ 417/2021, ΑΠ 506/2018, ΑΠ 308/2017).Περαιτέρω, με το άρθρο 591 παρ.1 στοιχ.
δ' του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α 87), ορίζεται ότι, στις ειδικές διαδικασίες (στις οποίες υπάγονται, μεταξύ των άλλων και οι διαφορές από αμοιβές δικηγόρων, κατά το άρθρο 614 αρ. 5, του ίδιου Κώδικα) "τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα".
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου ΚΠολΔ, τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως [...] τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ` αυτές, [...]".
Με το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190/13-10-2021), ίσχυε δε κατά τον επίδικο χρόνο (ως εκ του χρόνου άσκησης των εφέσεων στις 6-5-2022), καθότι σύμφωνα με την παρ.2 α' του άρθρου 116 του τελευταίου νόμου, οι διατάξεις του άρθρου αυτού (527) όπως τροποποιήθηκαν εφαρμόζονται για τα ένδικα μέσα που θα κατατεθούν μετά από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις ή στην περίπτωση της παρ. 5 του άρθρου 237 και της παρ. 1 του άρθρου 238 με τις συμπληρωματικές προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία` αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές δικηγόρων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως την ερειδόμενη επί του άρθρου 330 του ΑΚ ένσταση περί συγγνωστής πλάνης ή εύλογης αμφιβολίας ως προς της ύψος της καταβλητέας νόμιμης αποζημίωσης, σε περίπτωση καταγγελίας από τον εντολέα της σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου (ΑΠ 241/2022, ΑΠ 641/2021, ΑΠ656/2018), με τις προτάσεις τους και να προτείνουν αυτούς και συνοπτικά και προφορικά κατά τη συζήτηση με καταχώρησή τους στα πρακτικά, διαφορετικά είναι απαράδεκτοι.
Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν κατατεθούν έγγραφες προτάσεις, προφορική προβολή των ισχυρισμών αυτών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 235/2019) και κατά συνέπεια απαιτείται να προκύπτει η προβολή αυτών ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών (πρακτικών) και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής τους είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 235/2019, σχετ.
ΟλΑΠ 43/1996). Σύμφωνα δε με τα οριζόμενα στο ίδιο ως άνω άρθρο 527 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η προβολή για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη των ισχυρισμών αυτών, εφόσον αυτοί δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως κατά τρόπο παραδεκτό ως άνω, εκτός εάν εμπίπτουν σε κάποια από τις προεκτεθείσες εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής τους, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί ο διάδικος που προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς (ΑΠ 235/2019, ΑΠ 88/2018, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 388/2013), στις οποίες (εξαιρέσεις) περιλαμβάνεται και η προβολή τους από τον εφεσίβλητο (ανεξαρτήτως της ιδιότητάς του ως ενάγοντος ή εναγόμενου) ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το Δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή υπόσταση και θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν την άσκηση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 74/2019).
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 578 ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης είναι εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει την αιτιολογία, δηλ. την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (τις ουσιαστικές παραδοχές), εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος προς αποτροπή δεδικασμένου, οπότε η απόφαση αναιρείται, μόνο, ως προς την αιτιολογία της.
Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλ. η διάταξη νόμου, που αποτελεί την μείζονα πρόταση του δικανικού (νομικού) συλλογισμού. Σε περίπτωση εσφαλμένου αιτιολογικού, δηλ. όταν τα πραγματικά περιστατικά, που, ανελέγκτως, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφ' όσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της, το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει διάταξη απορριπτική της αναίρεσης, χωρίς αντικατάσταση των αιτιολογιών (ΟλΑΠ 8/1993) και στο σκεπτικό παρατίθενται οι ορθές νομικές διατάξεις (ΟλΑΠ 30/1998).
Η ευδοκίμηση λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου [άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ], εξαρτάται από την ορθότητα του διατακτικού της απόφασης, το οποίο αιτιωδώς συνάπτεται με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 27/1998,ΑΠ 1067/2020).
Ο ενάγων ήδη αναιρεσείων με τον πέμπτο από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε: Α) ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ.2 και 3 του Ν. 4194/2013, 59,61,62 και 64 του Ν 4172/2013 (από τον αριθμό 1) διότι: 1) αφενός έλαβε υπόψη του για τον υπολογισμό της οφειλόμενης σε αυτόν αποζημίωσης του άρθρου 46 παρ. 2 και 3 του Ν. 4194/2013 μόνο το χρονικό διάστημα ισχύος της δεύτερης από 4-1-2017 σύμβασης έμμισθης εντολής και 2) αφετέρου για τον υπολογισμό της ως άνω αποζημίωσης αφαίρεσε από την μηνιαία αντιμισθία του το ποσό του φόρου 20%,που παρακρατούσε κάθε μήνα η δεύτερη εναγόμενη από την εν λόγω αντιμισθία και Β) τη διάταξη του άρθρου 330ΑΚ, (από τον αριθμό 8) καθόσον έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν είχαν προταθεί και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα την ένσταση περί συγγνωστής νομικής πλάνης ή εύλογης αμφιβολίας ως προς το ύψος της καταβληθείσας σε αυτόν από τη δεύτερη εναγόμενη ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής, παρά το γεγονός ότι η τελευταία δεν πρόβαλε τέτοια ένσταση ούτε πρωτόδικα με τις προτάσεις της και με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά ούτε και με λόγο έφεσης, αλλά την έλαβε υπόψη του αυτεπάγγελτα με την εσφαλμένη αιτιολογία, ότι η εν λόγω ένσταση εμπεριεχόταν στον μείζονα ισχυρισμό της για τον ορθό υπολογισμό της σχετικής αποζημίωσης.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των κρίσιμων για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα: "... Επιπρόσθετα, αποδείχθηκε ότι με την καταγγελία της β' ένδικης σύμβασης η δεύτερη εναγομένη προσέφερε στον ενάγοντα το ποσό των 4.576,00 ευρώ ως αποζημίωση η οποία υπολογίστηκε με βάση τα έτη υπηρεσίας του στην ίδια.
Το αμέσως προαναφερόμενο χρηματικό ποσό ο ενάγων αρνήθηκε, όπως προεκτέθηκε, να εισπράξει ισχυριζόμενος με την κρινόμενη α' αγωγή ότι η σχετική αποζημίωση έπρεπε να υπολογιστεί με βάση την προϋπηρεσία του και στην πρώτη εναγομένη και ότι συνακόλουθα έπρεπε να λάβει το συνολικό ποσό των 30.800 ευρώ(= 2.200,00 ευρώ χ 14μήνες για την επικαλούμενη από τον ίδιο 18ετή διάρκεια της έμμισθης εντολής).
Ωστόσο, εφόσον η διάρκεια της β' σύμβασης με τη δεύτερη εναγομένη διήρκησε από 4-1-2017 έως τις 20-5-2019 το ποσό της σχετικής αποζημίωσης ισούται με δύο μηνιαίες παροχές κατ' άρθρο 46 παρ.3 περ. α' του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.4194/2013), απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού του ενάγοντος περί συνυπολογισμού των ετών της υπηρεσίας του και στην πρώτη εναγομένη, εφόσον η α' και η β' σύμβαση δεν αποτελούν μία ενιαία σύμβαση αλλά είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους, λόγω της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων, όπως προεκτέθηκε.
Εντούτοις, σύμφωνα με το ίδιο ως άνω άρθρο για τον υπολογισμό του ύψους της μηνιαίας παροχής λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται κάθε παροχή που χορηγείται ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών, ενώ για τον καθορισμό της αποζημίωσης αυτής συνυπολογίζονται και τα επιδόματα εορτών καθώς και το επίδομα αδείας.
Εν προκειμένω, από τη με ημερομηνία 16-9-2017 εκτύπωση συναλλαγής της Τράπεζας Πειραιώς σε συνδυασμό με τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών τα οποία εξέδιδε ο ενάγων το χρονικό διάστημα από 31-7-2017 έως 6-5-2019 αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος λάμβανε από τη δεύτερη εναγομένη ποσό 2.200,00 ευρώ (ως συμφωνηθείσα με τη β' σύμβαση πάγια αντιμισθία) μείον 440,00 ευρώ (ως φόρος 20% ο οποίος παρακρατούνταν από την δεύτερη εναγομένη), συν 528,00 ευρώ (ως ΦΠΑ 24%).
Συνεπώς, ο ενάγων λάμβανε σταθερά και μόνιμα ως πάγια μηνιαία αντιμισθία από τη δεύτερη εναγομένη το ποσό των [(2.200,00 ευρώ - 440,00 ευρώ) + 528,00 ευρώ = 2.288,00 ευρώ] συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, το οποίο πρέπει να ληφθεί ως βάση υπολογισμού της οφειλόμενης σε αυτόν αποζημίωσης. Η δεύτερη εναγομένη ισχυρίζεται ότι ως βάση υπολογισμού αυτής πρέπει να ληφθεί το ποσό των 1.760,00 ευρώ, διότι από το ποσό των 2.200,00 ευρώ της συμφωνηθείσας με τη β' σύμβαση πάγιας αντιμισθίας πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό του παρακρατούμενου φόρου ποσού 440,00 ευρώ και ταυτόχρονα να μη συνυπολογιστεί το ποσό των 528,00 ευρώ του αναλογούντος ΦΠΑ.
Ωστόσο, ναι μεν το ποσό του αντίστοιχου φόρου δεν συνιστά μέρος της πάγιας αντιμισθίας του ενάγοντος, εφόσον αυτό παρακρατούνταν από τη δεύτερη εναγομένη προκειμένου εν συνεχεία να το αποδώσει η ίδια στις αρχές, πλην όμως το ποσό των 528,00 ευρώ του αναλογούντος ΦΠΑ εντάσσεται στην τακτική αντιμισθία, εφόσον ο ενάγων το λάμβανε σταθερά και μόνιμα, ως μέρος της αμοιβής του και ανεξάρτητα από το εάν ο ίδιος θα ανταποκρινόταν ή όχι εν συνεχεία στη σχετική φορολογική του υποχρέωση [...].
Επομένως, η δεύτερη εναγομένη όφειλε στον ενάγοντα ως αποζημίωση ποσό [(2.288 ευρώ η τακτική μηνιαία αντιμισθία κατά τον χρόνο της καταγγελίας x 2 μήνες = 4.576 ευρώ) +1/6=] 5.338,66 ευρώ, και συνεπώς πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το σχετικό αίτημα της α' αγωγής. Σημειώνεται ότι παρά το γεγονός ότι το προσφερόμενο στον ενάγοντα από τη δεύτερη εναγομένη ποσό για την αιτία αυτή υπολείπεται της προαναφερόμενης νόμιμης αποζημίωσης κατά (5.338,66 - 4.576,00 =) 762,33 ευρώ η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής λύεται σε κάθε περίπτωση εκ του νόμου.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η ελλιπής προσφερόμενη από τη δεύτερη εναγόμενη στον ενάγοντα αποζημίωση οφείλεται σε εύλογη, συγγνωστή πλάνη αυτής, και όχι σε πρόθεσή της να ιδιοποιηθεί το εν λόγω ποσό. Τούτο διότι τυχόν αντίθετη εκδοχή βάσει της οποίας ήταν σκόπιμη η επιλογή της δεύτερης εναγόμενης να μην καταβάλει στον ενάγοντα ολόκληρο το ύψος της νόμιμης αποζημίωσης προκειμένου να αποφύγει την καταβολή του ιδιαίτερα χαμηλού σε σχέση με την οικονομική της επιφάνεια ποσού 762,33 ευρώ και να εκτεθεί κατά τον τρόπο αυτόν στον κίνδυνο να καταβάλει ως πολλαπλάσια αστική ποινή, τις συμφωνημένες περιοδικές αμοιβές του ενάγοντος, μέχρι πλήρους καταβολής του εν λόγω ποσού, δεν ενέχει λογικό έρεισμα και είναι ασύμβατο με τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Μολονότι δε η δεύτερη εναγόμενη δεν διατύπωσε ένσταση συγγνωστής πλάνης της ως προς τον υπολογισμό της προαναφερόμενης αποζημίωσης το Δικαστήριο τούτο εκτιμά ότι ο αντίστοιχος ισχυρισμός εμπεριέχεται στον μείζονα ισχυρισμό της για τον ορθό - κατ'αυτή - τρόπο υπολογισμού της σχετικής αποζημίωσης. Ως εκ τούτου εφόσον αποδείχθηκε ότι ο υπολογισμός της αποζημίωσης από τη δεύτερη εναγόμενη οφείλεται σε πλάνη της ως προς το αληθές ύψος της και εφόσον η εν λόγω πλάνη κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο συγγνωστή καθώς δεν υπήρχε πρόθεση ιδιοποίησης της διαφοράς πρέπει να απορριφθούν τα εκτιμώμενα ενιαία υπό στοιχ.
γ' - ως προς το δεύτερο αναγνωριστικό σκέλος του -, δ' και ε' αιτήματα της α' αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμα...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του ενάγοντος-εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονταν στους τέταρτο και πέμπτο λόγους της από 4-5-2022 έφεσής του και, συνακόλουθα, επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς το κεφάλαιο αυτό και τη διάταξή της, με την οποία τούτο κατέληξε στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα.
Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο: α) όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα του χρονικού διαστήματος ισχύος της σύμβασης έμμισθης εντολής, με βάση το οποίο έπρεπε να υπολογιστεί η οφειλόμενη αποζημίωση λόγω καταγγελίας, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 46 παρ.2 και 3 του Ν. 4194/2013, που εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση ως εκ του χρόνου σύναψης της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία.
Τούτο διότι, εφόσον, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, η ένδικη δεύτερη σύμβαση έμμισθης εντολής (μη συνιστώσα ενιαία σύμβαση με την πρώτη) διήρκησε από 4-1-2017 μέχρι 20-5-2019, το ποσό της σχετικής αποζημίωσης ισούτο με δύο μηνιαίες παροχές, β) όσον όμως αφορά το, επίσης κρίσιμο ζήτημα της αφαίρεσης ή μη του ποσού του φόρου 20% επί της μηνιαίας αντιμισθίας, με βάση την οποία έπρεπε να υπολογιστεί το ύψος της οφειλόμενης στον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα αποζημίωσης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 59,61,62 παρ. 1δ'και 64 παρ. 1δ' του Ν 4172/2013 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 5 παρ. 6 του Ν. 3842/20210, αφού αφαίρεσε το προαναφερόμενο ποσό του φόρου, ενώ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αυτό δεν έπρεπε να αφαιρεθεί από το Δικαστήριο, το οποίο έτσι του επιδίκασε το ποσό των 5.338,66 ευρώ [2.200 ευρώ (πάγια μηνιαία αντιμισθία) - 440 ευρώ (ποσό φόρου 20%) + 528 ευρώ (ΦΠΑ 24%) = 2.288 ευρώ χ δύο μήνες = 4.576 ευρώ + 1/6 = 762,66 ευρώ(αναλογία επιδομάτων εορτών και άδειας)], αντί εκείνου των 6.365,33 ευρώ [(2.200 ευρώ (πάγια μηνιαία αντιμισθία) + 528 ευρώ (ΦΠΑ 24%) = 2.728 ευρώ χ 2 μήνες = 5.456 + 1/6 = 909,33 ευρώ (αναλογία επιδομάτων εορτών και άδειας)], το οποίο έπρεπε να του επιδικάσει.
Και τούτο γιατί, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εργαζόμενου και κατ' αναλογία της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή του δικηγόρου, υπολογίζεται με βάση τις μεικτές μηνιαίες αποδοχές του εργαζόμενου ή του δικηγόρου, oι οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση για τον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα, ανέρχονταν στο ποσό των 2.728 [(2.200 ευρώ (πάγια μηνιαία αντιμισθία) + 528 ευρώ (ΦΠΑ 24%)]ευρώ, υπολογιζόμενες δηλαδή χωρίς την παρακράτηση φόρου 20%, ενώ η ως άνω αποζημίωση δεν είναι μηνιαία παροχή (μισθός), ώστε να υπόκειται στην εν λόγω παρακράτηση (άρθρα 62 παρ.1δ' και 64 του Ν. 4172/2013) αλλά, λόγω της φύσης της, υπόκειται αυτοτελώς σε φορολογία, μόνο όταν υπερβαίνει το ποσό των 60.000 ευρώ (άρθρο 5 παρ. 6 του Ν. 3842/2010), περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Επομένως, ο πέμπτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά το υπό στοιχείο Α1 σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ, κατά το υπό στοιχείο Β1 σκέλος του πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσίαν βάσιμος. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε πως το γεγονός ότι η δεύτερη εναγόμενη ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 4.576 ευρώ, το οποίο υπολειπόταν του οφειλόμενου, κατά το ποσό των 762,33 ευρώ (5.338,66-4.576), οφειλόταν σε συγγνωστή νομική πλάνη αυτής, μολονότι δε η δεύτερη εναγόμενη ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν είχε διατυπώσει σχετική ένσταση, τούτο έκρινε ότι, ο αντίστοιχος ισχυρισμός εμπεριεχόταν στο μείζονα ισχυρισμό της για τον ορθό, κατ' αυτή υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι οι εναγόμενες δεν είχαν προβάλει την ανωτέρω ένσταση περί συγγνωστής νομικής πλάνης κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με καταχώρησή της στα πρακτικά της συζήτησης αυτής, ούτε αυτή περιλαμβάνεται στις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προτάσεις τους.
Πλην όμως, η εν λόγω ένσταση περιλαμβανόταν στις από 17-11-2022 ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου προτάσεις των εναγόμενων- εφεσίβλητων ήδη αναιρεσίβλητων προς αντίκρουση της έφεσης του ενάγοντος εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα στις σελίδες 20-21 αυτών αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "Σε κάθε περίπτωση ακόμα επικουρικότερα προτείνουμε ως προς τη δεύτερη εξ ημών με τις παρούσες έγγραφες προτάσεις μας, για πρώτη φορά κατ' άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώπιον του Δικαστηρίου Σας και προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως του εκκαλούντος, την ένσταση της συγγνωστής πλάνης καθόσον [...] η δεύτερη εξ ημών δεν ενήργησε από κακοβουλία, αλλά τυχόν σφάλμα της, (το οποίο αρνούμαστε), οφείλεται σε εύλογη αμφιβολία ως προς την έκταση των υπολογιστέων για αποζημίωση αποδοχών δηλαδή των τακτικών αποδοχών του...".
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη του και εξέτασε τον πιο πάνω ισχυρισμό(ένσταση περί συγγνωστής νομικής πλάνης), που αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αναφορικά με το μερικότερο αγωγικό αίτημα καταβολής της πλήρους αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και συνακόλουθα της καταβολής στον ενάγοντα των μηνιαίων αποδοχών του μέχρι την πλήρη εξόφλησή της, ορθά, κατ' αποτέλεσμα, έκρινε και κατέληξε σε ορθό διατακτικό, το οποίο αιτιωδώς συνάπτεται με τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές.
Πλην όμως, το αιτιολογικό, δηλ. οι διατάξεις του νόμου, που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (νομική αιτία) είναι εσφαλμένο, αφού τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου. Ειδικότερα, το Εφετείο προκειμένου να δεχθεί την ένσταση περί συγγνωστής πλάνης εσφαλμένα έκρινε, ότι αυτή εμπεριέχεται στον μείζονα ισχυρισμό της δεύτερης εναγόμενης για τον ορθό, κατ' αυτή, υπολογισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης και δεν διέλαβε την ορθή αιτιολογία ότι η εν λόγω ένσταση παραδεκτά υποβλήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αφού περιλαμβάνεται στις από 17-11-2022 ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου προτάσεις των εναγόμενων- εφεσίβλητων ήδη αναιρεσίβλητων προς αντίκρουση της έφεσης του ενάγοντος εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα στις σελίδες 20-21 αυτών.
Επομένως ο ίδιος πιο πάνω με στοιχείο Β από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης αναίρεσης, ύστερα από παράθεση της ορθής νομικής διάταξης, ήτοι του άρθρου 527 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Εξ άλλου, δεν συντρέχει για τον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου ώστε να αναιρεθεί η 54/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, μόνον, ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία, αφού η εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου 527 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που άγει στο ίδιο αποτέλεσμα, δεν είναι δυσμενέστερη για τον αναιρεσείοντα.
Κατά το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζει τη γένεση ή να επάγεται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του δικαιούχου και η δημιουργηθείσα από αυτόν κατάσταση, επαγόμενη ιδιαίτερα επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και είχε διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των ορίων που διαγράφονται από την ανωτέρω διάταξη.
Η αδράνεια δε αυτή του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αφού αρκεί η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, κατώτερο όμως του προβλεπόμενου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του.
Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., που έχει έντονο το χαρακτήρα δημόσιας τάξης, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες επίσης δημόσιας τάξης διατάξεις μεγαλύτερη, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους (Ολ ΑΠ. 10/2012, ΑΠ 2118/2017, ΑΠ 1270/2015).
Τέτοια περίπτωση καταχρηστικής άσκησης υπάρχει όταν ο δικηγόρος, ενώ γνωρίζει ότι η νόμιμη μηνιαία αμοιβή για την παροχή των νομικών υπηρεσιών του είναι σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις μεγαλύτερη, ζητά παρ' όλα αυτά από τον εντολέα του (που αγνοεί το γεγονός αυτό και τη σχετική για την καταβολή της νόμιμης αμοιβής υποχρέωσή του) και εισπράττει χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή αντίρρηση μικρότερη κατά μήνα αντιμισθία, για μεγάλο χρονικό διάστημα, επιτυγχάνοντας έτσι την κατάρτιση της σύμβασης και δημιουργώντας με τη συμπεριφορά του αυτή, αφενός μεν την εύλογη πεποίθηση στον εντολέα του ότι δεν οφείλει για την αμοιβή του άλλο ποσό από εκείνο που συμφωνήθηκε, αφετέρου δε μια πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας με την πληρωμή του αιτούμενου ποσού θα προκαλούσε στον τελευταίο απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη οικονομική ζημία (ΑΠ 686/2022,ΑΠ 2118/2017, ΑΠ 1270/2015).
Τέλος, όπως και πιο πάνω, κατά την έρευνα του πέμπτου λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης αναφέρθηκε, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Σύμφωνα με όσα εκεί αναπτύχθηκαν, "πράγμα" είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος. Σε περίπτωση που η ένσταση αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αν ληφθούν υπόψη συνολικά, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, συνδεόμενα με το σχετικό αίτημα του ενιστάμενου (άρθρα 262 και 527 ΚΠολΔ), αποτελούν το καθένα χωριστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 88/1980, ΑΠ 222/2019, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 1951/2017). Συνακόλουθα, όταν το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την εξέταση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος παραλείπει να λάβει υπόψη και περιστατικά, που επικαλέστηκε ο ενιστάμενος, προς θεμελίωση της ένστασής του αυτής, ή έλαβε υπόψη περιστατικά που δεν επικαλέστηκε ο ενιστάμενος, τα οποία μαζί με εκείνα που αυτός επικαλέστηκε καθιστούν βάσιμη την ένσταση, υποπίπτει στην πλημμέλεια του πιο πάνω άρθρου 559 αριθμ. 8 εδάφ.
β' και α' αντίστοιχα του ΚΠολΔ (πρβ. ΟλΑΠ 88/1980, ΑΠ 222/2019, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 1951/2017, ΑΠ 1109/2012).
Ο ενάγων ήδη αναιρεσείων με τον έκτο: α) από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε: α) ευθέως αλλά και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε αλλά και εκείνες των άρθρων 8 παρ.4 Ν. 4507/1966, 3 παρ.16 Ν. 4504/1966 σε συνδυασμό με άρθρο 2 του ΑΝ 539/1945, 1 παρ.2 της 19040/81 Κ.Υ.Α.
των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και 46 παρ. 1 εδ.α'Ν. 4194/2013 [ από τις οποίες προκύπτει ότι ο δικηγόρος που συνδέεται με τον εντολέα του με σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία δικαιούται επιδομάτων εορτών και αδείας] τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει, καταλήγοντας στο αποδεικτικό πόρισμα ότι, με βάση τις παραδοχές της το ασκηθέν με τη δεύτερη από αυτόν αγωγή δικαίωμά του να ζητήσει την καταβολή των δώρων εορτών και των επιδομάτων αδείας για το χρονικό διάστημα ισχύος των επίδικων συμβάσεων έμμισθης εντολής, ήτοι από το έτος 2001 μέχρι το έτος 2017 ασκήθηκε καταχρηστικά και β) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν είχαν προταθεί και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων και το ότι, "...
Από την εκτίμηση...του γεγονότος ότι και η θυγατέρα του ενάγοντος εργαζόταν επίσης με πάγια αντιμισθία στην πρώτη εναγόμενη χωρίς ποτέ να διεκδικήσει δώρα εορτών και επιδόματα αδείας αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας από τα οποία προκύπτει ότι είναι σύνηθες στις πάγιες αντιμισθίες να συμφωνείται μία μηνιαία αμοιβή, την οποία συνήθως καθορίζει ο δικηγόρος μετά από διαπραγμάτευση, στην οποία συμπεριλαμβάνονται όλες οι απαιτήσεις του απασχολουμένου δικηγόρου, σε συνδυασμό μάλιστα με το γεγονός ότι ο ενάγων από το έτος 2003 μέχρι και το έτος 2017 απασχολούνταν με έτερη πάγια αντιμισθία στο νοσοκομείο Ρόδου, όπου μάλιστα σύμφωνα με την σύμβασή του έπρεπε να απασχολείται όλες τις εργάσιμες ώρες...", ισχυρισμούς τους οποίους δεν είχαν προτείνει οι εναγόμενες-εφεσίβλητες ήδη αναιρεσίβλητες, για να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους περί καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματός του.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των κρίσιμων για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα:"... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ουδέποτε έλαβε τόσο από την πρώτη (για το χρονικό διάστημα από 4-7-2001 έως 3-1-2017) όσο και από τη δεύτερη εναγομένη (για το χρονικό διάστημα από 4-7-2001 έως 20-5-2019) επιδόματα εορτών και αδείας.
Από την εκτίμηση όλων των περιστατικών που αποδείχθηκαν ήτοι της εξαιρετικής σχέσης του ενάγοντος με τον κ. Σπανό, η οποία μάλιστα βασιζόταν σε πολύχρονη φιλία, όπως αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, του γεγονότος ότι ο ίδιος ο ενάγων είχε καταρτίσει όλες τις συμβάσεις και είχε καθορίσει την αμοιβή του, του γεγονότος ότι και η θυγατέρα του ενάγοντος εργαζόταν επίσης με πάγια αντιμισθία στην πρώτη εναγόμενη χωρίς ποτέ να διεκδικήσει δώρα εορτών και επιδόματα αδείας αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας από τα οποία προκύπτει ότι είναι σύνηθες στις πάγιες αντιμισθίες να συμφωνείται μία μηνιαία αμοιβή, την οποία συνήθως καθορίζει ο δικηγόρος μετά από διαπραγμάτευση, στην οποία συμπεριλαμβάνονται όλες οι απαιτήσεις του απασχολουμένου δικηγόρου, σε συνδυασμό μάλιστα με το γεγονός ότι ο ενάγων από το έτος 2003 μέχρι και το έτος 2017 απασχολούνταν με έτερη πάγια αντιμισθία στο νοσοκομείο Ρόδου, όπου μάλιστα σύμφωνα με την σύμβασή του έπρεπε να απασχολείται όλες τις εργάσιμες ώρες καθώς και πρώτιστα από το γεγονός ότι ο ενάγων επί μακρότατο χρονικό διάστημα (18 έτη) εισέπραττε αδιαμαρτύρητα και αναντίρρητα την αμοιβή του από τις εναγόμενες, χωρίς ουδέποτε να τις ενοχλήσει, είτε προφορικά είτε εγγράφως δια εξωδίκου, παρά το ότι ως δικηγόρος ήξερε ότι οι αξιώσεις του θα υπέπιπταν σε παραγραφή, αποδεικνύει ότι ουδέποτε υπήρχε συμφωνία καταβολής από τις εναγόμενες δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας, αλλά ούτε και ποτέ ο ενάγων διεκδίκησε αυτές τις αμοιβές.
Λόγω των ανωτέρω ο ενάγων δημιούργησε στις εναγόμενες την εδραία και εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμα καταβολής δώρων εορτών και έτσι ουδόλως ανέμεναν την άσκηση της ένδικης αγωγής. Η δε επακολουθήσασα άσκηση αυτής από τον ενάγοντα, προς ικανοποίηση του ειρημένου δικαιώματός του, τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, και θα έχει δυσμενείς συνέπειες για τις εναγόμενες, αιτιωδώς συνδεόμενες με την ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως.
Και τούτο διότι οι εναγόμενες, επιχειρήσεις απασχολούν συνολικά 65 άτομα προσωπικό διοικητικό και ναυτικό με τεράστια έξοδα για μισθούς κυρίως του ναυτικού προσωπικού, προμήθεια καυσίμων, εξασφάλιση και κατ' έτος ανανέωση εξοπλισμών για την ασφάλεια των πελατών οπότε η τυχόν επιδίκαση των ποσών αυτών θα έθετε σε κίνδυνο τόσο την λειτουργική επιβίωση όσο και τους μισθούς του προσωπικού των εναγομένων.
Συντρεχόντων των ανωτέρω (μακροχρόνια αδράνεια του ενάγοντος, προηγηθείσα της ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος συμπεριφορά αυτού, εύλογη πεποίθηση των εναγομένων ότι δεν θα ασκηθεί εκ μέρους του ενάγοντος οποιοδήποτε δικαίωμα με βάση το μεταξύ τους συμβατικό καθεστώς) η άσκηση της ένδικης αξίωσης παρίσταται, κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα τα υπό της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 281ΑΚ διαγραφόμενα όρια και συνεπώς η δεύτερη αγωγή πρέπει να απορριφθεί, ενώ πρέπει να γίνει...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την εν λόγω ένσταση των εναγόμενων- εφεσίβλητων ήδη αναιρεσίβλητων, για την απόρριψη της οποίας από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παραπονούνταν οι εναγόμενες ήδη αναιρεσίβλητες με τον δεύτερο λόγο της από 6-5-2022 έφεσής τους . Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της παραβίασης ή μη, δια της εφαρμογής της, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, και της μη εφαρμογής των άρθρων 8 παρ.4 Ν. 4507/1966, 3 παρ.16 Ν. 4504/1966 σε συνδυασμό με άρθρο 2 του ΑΝ 539/1945, 1 παρ.2 της 19040/81 Κ.Υ.Α.
των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και 46 παρ. 1 εδ. α' Ν. 4194/2013, αναφορικά με την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος - εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος για την επιδίκαση σε αυτόν των ένδικων επιδομάτων εορτών και αδείας. Ειδικότερα, ενώ γίνεται δεκτό ότι η αξίωση του ενάγοντος-εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος για καταβολή των επιδομάτων εορτών και αδείας ασκήθηκε καταχρηστικά, ως υπερβαίνουσα τα τιθέμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια και επομένως αυτός δεν δικαιούται τα αιτούμενα δώρα εορτών και τα επιδόματα αδείας, η αναλογία των ίδιων δώρων και επιδομάτων (1/6) λαμβάνεται υπόψη από το Εφετείο και συνυπολογίζεται για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της ένδικής σύμβασης έμμισθης εντολής, χωρίς οποιαδήποτε διευκρίνιση, που να δικαιολογεί τη διαφορετική πιο πάνω κρίση.
Η παραπάνω ασάφεια ενισχύεται και από το ότι, όπως και ο ενάγων-εκκαλών ήδη αναιρεσείων ισχυρίζεται και, από την παραδεκτή επισκόπηση των με ημερομηνία 16-11-2021 προτάσεων των εναγόμενων ήδη αναιρεσίβλητων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου προκύπτει, οι τελευταίες συνομολογούν ότι ο αντίδικός τους εδικαιούτο να λάβει για επιδόματα εορτών και αδείας για το χρονικό διάστημα 4-1-2017 μέχρι 20-5-2019 το συνολικό ποσό των 10.956 ευρώ.
Επομένως, ο έκτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος(αληθώς μόνο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) πρέπει να δίνει δεκτός ως και κατ' ουσίαν βάσιμος. Περαιτέρω, όπως και πιο πάνω εκτίθεται, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η άσκηση της ένδικης, περί επιδομάτων εορτών και αδείας, αξίωσης του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος παρίσταται ως καταχρηστική, έλαβε υπόψη περιστατικά έχοντα ουσιώδη επίδραση στην παραδοχή της ένστασης των εναγόμενων ήδη αναιρεσίβλητων και εντεύθεν στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι: "...
Από την εκτίμηση [...]του γεγονότος ότι και η θυγατέρα του ενάγοντος εργαζόταν επίσης με πάγια αντιμισθία στην πρώτη εναγόμενη χωρίς ποτέ να διεκδικήσει δώρα εορτών και επιδόματα αδείας αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας από τα οποία προκύπτει ότι είναι σύνηθες στις πάγιες αντιμισθίες να συμφωνείται μία μηνιαία αμοιβή, την οποία συνήθως καθορίζει ο δικηγόρος μετά από διαπραγμάτευση, στην οποία συμπεριλαμβάνονται όλες οι απαιτήσεις του απασχολουμένου δικηγόρου, σε συνδυασμό μάλιστα με το γεγονός ότι ο ενάγων από το έτος 2003 μέχρι και το έτος 2017 απασχολούνταν με έτερη πάγια αντιμισθία στο νοσοκομείο Ρόδου, όπου μάλιστα σύμφωνα με την σύμβασή του έπρεπε να απασχολείται όλες τις εργάσιμες ώρες...", ισχυρισμούς τους οποίους δεν είχαν προτείνει οι εναγόμενες ήδη αναιρεσίβλητες με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις τους για να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους περί καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματός του.
Ενόψει του ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους παραπάνω μη προταθέντες ισχυρισμούς,οι οποίοι συνολικά εκτιμώμενοι μπορούν να προσδώσουν καταχρηστικό χαρακτήρα στην άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος, πρέπει να γίνει δεκτός ο έκτος από τον αριθμό 8 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Κατόπιν των ανωτέρω και, παρελκούσης της εξέτασης του έβδομου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή των προαναφερθέντων λόγων, κατά τα κεφάλαια αυτής που αφορούν:
α) την πρώτη από 22-7-2019 και με αυξ. αριθμ. καταθ.482/22-7-2019 αγωγή και ειδικότερα κατά το κονδύλιό της για επιδίκαση στον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα αποζημίωσης λόγω της εκ μέρους της δεύτερης εναγόμενης ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης καταγγελίας της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και β) τη δεύτερη από 1-10-2019 και με αυξ.
αριθμ. καταθ. 649/1-10-2019 αγωγή, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 15-3-2023 και με αριθμ. καταθ. 10/15-3-2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 54/7-2-2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου με την από 19-6-2023 με αριθμό καταθ. 44/28-7-2023 πρόσθετη παρέμβαση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την πρόσθετη παρέμβαση.
ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθμό 54/7-2-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, κατά τα κεφάλαια αυτής που αφορούν: α) την πρώτη από 22-7-2019 και με αυξ. αριθμ. καταθ.482/22-7-2019 αγωγή και ειδικότερα κατά το κονδύλιό της για επιδίκαση στον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα αποζημίωσης, λόγω της εκ μέρους της δεύτερης εναγόμενης ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης καταγγελίας της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και β) τη δεύτερη από 1-10-2019 και με αυξ. αριθμ. καταθ. 649/1-10-2019 αγωγή.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ