Supreme Court dismisses appeal against land ownership judgment, upholding lower court's review of all evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's ruling on land ownership. The State argued the Second Instance Court ignored submitted documents proving the land's forest status, but the Court found the lower court had properly considered all evidence. Consequently, the appeal was rejected and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the lower court's decision demonstrates that all submitted evidence was duly examined and weighed in reaching its conclusion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 509 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 509/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, τη 16η Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Μ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Τζανάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2018 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 40/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 25.09.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 40/2020 τελεσίδικη απόφαση του, Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, το οποίο απέρριψε την από 30.10.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 34/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 25.11.2016 αγωγή κυριότητας του αναιρεσίβλητου.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.). Με το άρθρο 2§4 του ν. 147 της 30.01/01.02.1914, που εκδόθηκε σε εφαρμογή της με τον ν.
ΔΣΙΓ' (4213) της 14/14.11.1913 κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14.11.1913 περί Ειρήνης, μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι: "Εν ταις χώραις ταις διατελούσαις τέως υπό την άμεσον κυριαρχίαν του Οθωμανικού Κράτους εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία. Διατηρούνται όμως εν ισχύι αι περί γαιών διατάξεις, αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους Ελληνικούς νόμους.
Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι.". Ο με τον νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών)μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ' αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια και, συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη, μετά τις 11.05.1915, αφότου η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.
Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, το έτος 1897 η Κρήτη, που κατεχόταν από τις Δυνάμεις, αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στην νήσο, κάτω από την υψηλή επιτροπεία του πρίγκηπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά τη διάρκεια της ως άνω αυτονομίας της Κρήτης και, συγκεκριμένα στις 23.07.1904, τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας (Κρητ.Α.Κ.), η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα (11.05.1915) έως την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αριθμός 3 του Εισ.Ν.Α.Κ.
και 1§1 του ν.δ. της 7/10.05.1946, στις 22.02.1946, δεδομένου ότι από τις 23.02.1946 τέθηκε σε ισχύ ο Αστικός Κώδικας. Περαιτέρω, από τα άρθρα 198, 199 και 202 του εφαρμοστέου στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., Κρητ.Α.Κ. προκύπτει ότι τα κτήματα της επικράτειας διακρίνονται σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα, και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση, περί των οποίων ρητώς ορίζεται, με το άρθρο 302 του ίδιου Κώδικα, ότι υπόκεινται στους περί χρησικτησίας ορισμούς.
Δημόσια κτήματα είναι μόνο εκείνα, που αναφέρονται στο άρθρο 199 του Κρητ.Α.Κ., και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ενώ, κατά το επόμενο άρθρο 200 του Κρητ.Α.Κ., όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και, επομένως, υπάγονται στο περί αυτών νομικό καθεστώς (ΑΠ 282, 591/2021).
Εξάλλου, κατά το προϊσχύσαν του Κρητ.Α.Κ., Οθωμανικό δίκαιο ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσεως κυριότητας, τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (mulk), όσο και για τις δημόσιες γαίες (arazi-i emiriye). Ειδικότερα, με το άρθρο 3 του νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274/1856, ρητώς οριζόταν ότι οι δημόσιες γαίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν τα δάση και τα παραπλήσια, ανήκαν στο δημόσιο και παραχωρούνταν από την κυβέρνηση ["άρθρο 3.
Δημόσιαι γαίαι εισί τα χωράφια, λειμώνες, χειμάδια, θέρετρα (θεριναί βοσκαί), δάση και παραπλήσια, των οποίων η ιδιοκτησία ανήκει εις το δημόσιον. Παρεχωρούντο δε παρά της Κυβερνήσεως και εν περιπτώσει πωλήσεως ή διαθεσιμότητος ελαμβάνοντο άλλοτε υπό κατοχήν διά της αδείας και παραχωρήσεως των ιδιοκτητών των τιμαρίων και ζιαμετίων (fiefs militaries), θεωρουμένων ως κυρίων της γης, ή ενίοτε των εκμισθωτών και εισπρακτόρων αυτών.
Αλλ' εσχάτως, καταργηθέντος του συστήματος τούτου, μεταβιβάζεται η κατοχή των τη αδεία και παραχωρήσει του ειδικού υπαλλήλου της Υψ. Πύλης. Εφοδιάζονται δε οι κάτοχοι αυτών με ταπία, φέροντα άνωθι τον …. του Σουλτάνου. Ταπίον λέγεται το διδόμενον ποσόν απέναντι του δικαιώματος του κατέχειν, και το οποίον εισπράττεται παρά του ειδικού υπαλλήλου δια το δημόσιον." (πηγή:
Οθωμανικοί Κώδηκες εκδοθέντες εν Κωνσταντινουπόλει το έτος 1869 υπό Δημητρίου Νικολαΐδου)]. Επομένως, ο χρόνος που διέδραμε στην διάρκεια ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία. Όμως, ο Κρητ.Α.Κ. θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση, για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του.
Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που ορίζεται από τον νόμο αυτό για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από τον νόμο για την χρησικτησία και ότι, εάν, κατά την έναρξη ισχύος αυτού, είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για την συμπλήρωσή του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η, κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (Α.Π. 1706/2018, Α.Π. 555/2016).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 293 του Κρητ.Α.Κ. "Ο καλή τη πίστει αποκτήσας ακίνητο δυνάμει τίτλου, κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος αυτού δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής." και κατά το άρθρο 294 αυτού "Καλή πίστει νομεύς είναι ο αγνοών, ότι απέκτησε το πράγμα παρά μη αληθούς κυρίου.
Επί χρησικτησίας αρκεί η εν αρχή της νομής καλή πίστις.". Περαιτέρω, από μεν τις διατάξεις των άρθρων 299 και 298 του αυτού Κώδικα προκύπτει, ότι επί έκτακτης χρησικτησίας ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του και επί τακτικής χρησικτησίας ο ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας, τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον έχει έγκυρο μεταγεγραμμένο τίτλο και καλή πίστη κατά την στιγμή της διαδοχής, από δε τη διάταξη του άρθρου 302 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι υπόκεινται σε χρησικτησία, μη εξαιρούμενα από αυτή, τα δημόσια κτήματα.
Το τελευταίο άρθρο καταργήθηκε σιωπηρώς από το άρθρο 21 του ν. δ. 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον έως την ισχύ του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας.
Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του ν. ΔΞΗ' (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" των σε εφαρμογή αυτού (άρθρο 1) εκδοθέντων διαταγμάτων, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν στην Κρήτη από τις 11.05.1915.
Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, από το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ ο Κρητ.Α.Κ. (23.07.1904), επί γαιών που είχαν το χαρακτήρα δάσους και αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον η χρησικτησία συμπληρωνόταν έως τις 11.05.1915, με συνυπολογισμό, προκειμένου περί έκτακτης χρησικτησίας, έως δεκαπέντε (15) ετών, το πολύ, νομής πριν από τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του Κρητ.Α.Κ. (23.07.1904), προκειμένου δε περί τακτικής χρησικτησίας, με συνυπολογισμό έως πέντε (5) ετών, το πολύ, νομής με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλος, μεταγραφή, καλή πίστη), πριν από το χρόνο ενάρξεως ισχύος του Κρητ.Α.Κ. (Α.Π. 1706/2018, Α.Π. 572/2001).
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 1033 του Α.Κ., για την μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου αποτελεί η ύπαρξη κυριότητας στο πρόσωπο εκείνου, ο οποίος συμφώνησε στη μεταβίβασή της (Α.Π. 111/2020, Α.Π. 99/2019, Α.Π. 860/2018).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1045 και 1051 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία απαιτείται στη μεν πρώτη περίπτωση άσκηση νομής με νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο, καλή πίστη και πάροδος δεκαετίας στη δε δεύτερη άσκηση νομής επί είκοσι συνεχή έτη, με δυνατότητα του νομέα, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, να συνυπολογίσει τον δικό του χρόνο χρησικτησίας στον χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του.
Άσκηση νομής, η οποία απαιτείται για την κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς επάνω σε αυτό πράξεις με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, ενώ, όταν πρόκειται, ειδικότερα, για δασική έκταση πράξεις νομής αποτελούν η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους, η οριοθέτηση, η επίβλεψη, η καταμέτρηση τούτου, η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων (Α.Π. 503/2021, Α.Π. 175/2020, Α.Π. 336/2019, Α.Π. 984/2017).
Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. Τέλος, στο άρθρο 62§1 εδάφ. β' του ν. 998/1979 "Περί των προστασίας δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 37§1 ν. 4280/2014, ορίζεται ότι, κατ' εξαίρεση, το κατά την §1 εδάφ.
α' του ίδιου άρθρου τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων "... δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσων που ισχύει ο κτηματολογικός κανονισμών καθώς και της περιοχής της Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από τα διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης.".
Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή (Α.Π. 340/1985) ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση δασών στις άνω περιοχές, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας αυτού Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο β.δ.
της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στις εν λόγω περιοχές, μόνη η επίκληση από το Ελληνικό Δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης εκτάσεως να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά (να) πρέπει το Ελληνικό Δημόσιο, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα, μετά τις 23.02.1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (Α.Π. 284/2021, Α.Π. 984/2017).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216§1 α', β' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αόριστου.
Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτελέσεως. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής του σχετικού ισχυρισμού, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Προκειμένου, ειδικότερα περί διεκδικητικής (ή αναγνωριστικής) κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 του Α.Κ. στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται ο προσδιορισμός της θέσεώς του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του.
Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε και να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο αυτό να εμφαίνεται (Α.Π. 333/2021) αν και είναι δικονομικά επιτρεπτό η ακριβής περιγραφή του ακινήτου να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα (Α.Π. 621/2014).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από τον νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τους αριθμούς 8 ή, αναλόγως, 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 192/2016).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 29/2021, Α.Π. 480/2010).
Από το άρθρο 556§1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 765/2008, Α.Π. 57/1998).
Επομένως, σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που έκρινε την αγωγή ορισμένη, πρέπει οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθμ. 1α', 8, και 14 του Κ.Πολ.Δ λόγοι αναιρέσεως, να διαλαμβάνουν το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, τα πραγματικά περιστατικά που ελλείπουν και τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη της αγωγής στον νόμο που (εν συνόλω ή κεχωρισμένα) είχαν ως αποτέλεσμα την αδυναμία του εναγόμενου να αμυνθεί και ως προς ποίο σημείο ειδικότερα κρίθηκε ότι ήταν πλήρης, όπως επίσης και ότι ο σχετικός λόγος που θεμελιώνει τον λόγο αοριστίας προτάθηκε στο εφετείο με λόγο εφέσεως.
Έτι, περαιτέρω, οφείλει το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον σχηματισμό της κρίσεώς του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. .
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 222/2008, Α.Π. 70/2008, Α.Π. 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 1874/2008, Α.Π. 105/2005) εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (Α.Π. 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005).
Για την πληρότητα του ίδιου λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσκομιδή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 567/1996, Α.Π. 1535/1995).
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν, από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 354/2022, Α.Π. 1266/2011).
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου το αναιρεσείον αιτιάται το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διότι απέρριψε ως αβάσιμο τον λόγο της εφέσεώς του με τον οποίο παραπονιόταν ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του περί αοριστίας της κατ' αυτού εγερθείσης αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής εκ μέρους του αναιρεσίβλητου κρίναν τελεσιδίκως ότι η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη.
Ότι, με τη σχετική κρίση του, την περιληφθείσα στην πληττόμενη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1α', 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. . Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον λόγο εφέσεώς του τον σχετικό με την αοριστία της κατ' αυτού αγωγής παραλείποντας να αναφέρει το κατά λέξη περιεχόμενο της αγωγής, τις πλήρεις παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, τις ελλείψεις και αοριστίες της αγωγής, οι οποίες κατέστησαν αδύνατη την υπεράσπισή του έναντι αυτής (αγωγής).
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως και κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη αυτού προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. . Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι στο αναιρετήριο, πέραν της μη αναφοράς των ουσιαστικών παραδοχών της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ουδόλως αναφέρεται ο παραβιασθείς κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν αναφέρονται οι αιτιολογίες που έπρεπε να περιλαμβάνονται στην απόφαση και δεν περιελήφθησαν, οι αντιφατικές και οι ανεπαρκείς αιτιολογίες της αυτής (αποφάσεως).
Με τον αυτό λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ.. Συγκεκριμένα, το αναιρεσείον διατείνεται ότι καίτοι παραδεκτώς επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου τα ακόλουθα έγγραφα, ήτοι την από 12.09.2012 έκθεση αυτοψίας του δασοφύλακα Β.
Κ., την υπ' αριθμ. πρωτ. 6067/29.10.2012 έκθεση φωτοερμηνείας της δασολόγου της Διευθύνσεως Δασών Χανίων Μ. Σ., την υπ' αριθμ. πρωτ. 11153/23.10.2013 έκθεση φωτοερμηνείας της δασολόγου της Διευθύνσεως Δασών Χανίων Π. Π., την υπ' αριθμ. πρωτ. 929/13.02.2014 έκθεση φωτοερμηνείας των δασολόγων της Διευθύνσεως Δασών Χανίων Ι. Φ. και Ε.
Π., την υπ' αριθμ. πρωτ. 828/07.02.2017 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου της Διευθύνσεως Δασών Χανίων Ε. Π., την υπ' αριθμ. πρωτ. 2564/28.03.2013 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Κρήτης περί κηρύξεως της επίδικης εκτάσεως ως αναδασωτέας, η οποία εκδόθηκε ύστερα από την υπ' αριθμ. πρωτ. 2135/13.03.2013 εισήγηση της διευθύντριας της Διευθύνσεως Δασών Χανίων, την υπ' αριθμ πρωτ. 2271/19.03.2013 μήνυση του δασοφύλακα της Διευθύνσεως Δασών Χανίων Β.
Κ. και το υπ' αριθμ. πρωτ. 2270/2013 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής της Διευθύνσεως Δασών Χανίων, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του ότι το επίδικο έφερε πάντοτε δασική μορφή, αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) αγνόησε τα άνω έγγραφα, μη λαμβάνοντάς τα ουδόλως υπόψη του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι πράγματι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις όλα τα παραπάνω έγγραφα.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσίβλητου, το αναιρεσείον, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσιβλήτου), τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.
Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.09.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 40/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ