Legislator Case Law & Legislation
509/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata violation, ruling lower court correctly applied civil code provisions.

Case Number 509/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's final judgment regarding a construction contract dispute. The appellant argued the lower court violated the principle of res judicata by relying on a prior decision that had been extinguished by an appeal. The court found the First Instance Court correctly applied the Civil Code, noting the appellant's own delay caused the work's incomplete status and that the lower court provided sufficient reasoning to reject the appeal's claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 16, 321, 324 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata does not bar a court from examining the validity of a prior decision if the decision relied upon has been legally extinguished by an appeal, provided the new decision is based on correct legal reasoning and facts.

Keywords

AI generated
res judicata violation extinguished decision appeal procedure construction contract delay by plaintiff civil code provisions supreme court review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 16 of the Code of Civil Procedure
Articles 321, 324 of the Code of Civil Procedure
Articles 341-342 of the Civil Code
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 19/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 509 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 509/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Βλέμμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Δημητριάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/10/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 246/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 126/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/5/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 12-5-2021 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 126/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 2-2-2018 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθμ. 246/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 21-10-2016 αγωγή του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον τελευταίο το ποσό των 90.941,55 ευρώ ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής από ενδοσυμβατική ευθύνη, αφού δε το Εφετείο εξαφάνισε την ως άνω απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση και απέρριψε κατ' ουσία την ως άνω αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 19/2005). Επομένως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου. Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου.

Διαφορετικά ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως ερειδόμενος σε αναληθή προϋπόθεση (ΑΠ 410/2016, 2016/2017). Δεν δημιουργείται όμως δεδικασμένο κατά τις διατάξεις των άρθρων 321 και επ. ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε σ' αυτήν αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού, και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ακόμη και ως προς την τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της και συνακόλουθα δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης (για να αποτραπεί δεδικασμένο) κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 77/2009, 525/2008).

Tο δεδικασμένο, αν και σύμφωνα με το άρθρο 322 ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο ισχυρισμός ότι το δικαστήριο παρέλειψε να το λάβει υπόψη, θεμελιώνει την πλημμέλεια εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πρέπει, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο ισχυρισμός αυτός να έχει προβληθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και όχι, απλώς, να έγινε επίκληση κάποιας τελεσίδικης απόφασης (ΑΠ 541/2014, 294/2014), ενώ για τις εκκρεμείς αναιρέσεις (άρθρο 116 παρ. 2 β ΚΠολΔ) μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 562 παρ. 2 γ ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 ν. 4842/2021.

Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1γ', 322 παρ. 1, 324, 331, 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο απαίτησης, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασμένο (υπό την αρνητική και τη θετική του λειτουργία) γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν είχε προβληθεί, κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού.

Μπορεί λοιπόν ο δικαιούχος μεταγενεστέρως να ζητήσει έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ίδιας απαίτησης, το οποίο δεν είχε επιδιώξει με την αρχική αγωγή του, ασκώντας νέα αγωγή χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 1/2003, 20/2002, 14/2002). Η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής κατάπτωσης ποινικής ρήτρας συνεπεία υπερημερίας του ενός συμβαλλόμενου κατά τα άρθρα 404-406, 297 και 298 ΑΚ αποτελεί δεδικασμένο ως προς τις συνθήκες της υπερημερίας, το ποσό της ποινικής ρήτρας που κατέπεσε για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή και όχι για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα κατά το οποίο η υπερημερία μπορεί να επιφέρει επιζήμιες συνέπειες που δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο της πρώτης δίκης, και γι' αυτό είναι επιτρεπτή η άσκηση νέας αγωγής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου που προβάλλει εναντίον του και διώκει νέες απαιτήσεις, εν όψει και των ενδεχόμενων ισχυρισμών που μπορεί να προταθούν από τον εναγόμενο οφειλέτη προς άρση της υπερημερίας του και των συνεπειών που συνδέονται με αυτήν.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το εφετείο παρά το νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την υπ' αριθμ. 1596/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσ/κης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου, παραχθέντος από την ανωτέρω απόφαση και δεν υπάρχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου, αλλά το Εφετείο κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης αναφέρθηκε στην ως άνω τελεσίδικη απόφαση η οποία εκδόθηκε μεταξύ των ίδιων διαδίκων επί άλλης αγωγής του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου ως προς την επιδίκαση ποινικής ρήτρας, ποσού 3300 ευρώ και διαφυγόντος κέρδους ποσού 8800 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-2-2006 έως 31-12-2006, συνεπεία υπερημερίας του τελευταίου ως προς την ακριβόχρονη εκτέλεση του υπ' αυτού αναληφθέντος έργου κατόπιν συμφωνίας με τον πρώτο.

Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ο αυτός λόγος αναίρεσης ήθελε θεωρηθεί, κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, ότι ενέχει αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ,, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ύπαρξης δεδικασμένου, είναι αβάσιμος καθόσον στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού το διαγνωσθέν με την απόφαση που επικαλείται ο αναιρεσείων ζήτημα, δεν αποτελεί δεδικασμένο στην παρούσα υπόθεση και δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η οποία έχει διαφορετικό αντικείμενο, εν όψει του ότι με την επίδικη αγωγή ζητείται περαιτέρω κατάπτωση ποινικής ρήτρας και αποζημίωση διαφυγόντος κέρδους για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 31-12-2006.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσει εφαρμογής του, ή δεν εφαρμόσθηκε, ενώ έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου. Η αμοιβή, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε είδος, καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση κάθε τμήματος, σε περίπτωση δε που η αμοιβή του εργολάβου συνίσταται σε χρήματα και δεν πιστώθηκε, είναι τοκοφόρα από την παράδοση του έργου.

Ως παράδοση νοείται η πλήρης εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου με την προσπόριση του έργου στον εργοδότη, δηλ. η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του τελευταίου, το οποίο όμως πρέπει να είναι το προσήκον, δηλ. να μην είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε, γιατί αλλιώς δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος εκπλήρωσε πρώτος την βαρύνουσα αυτόν υποχρέωση, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 ΑΚ τη συμφωνημένη αμοιβή του.

Παράδοση θεωρείται ότι έχει συντελεστεί εκ των πραγμάτων, και όταν ο εργοδότης, χωρίς να ασκήσει κάποιο από τα προβλεπόμενα στο νόμο δικαιώματά του, εμμένοντας στην μετά του εργοδότη σύμβασή του, αποδέχτηκε οριστικά το έργο στη σφαίρα δράσης του (ΑΠ ...7/2013), καθώς και στην περίπτωση ανεπιφύλακτης παραλαβής αυτού δυνάμει σχετικού όρου της εργολαβικής σύμβασης (πλασματική παραλαβή).

Σύμβαση έργου υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία συμφωνείται μεταξύ οικοπεδούχου και τρίτου, όπως ο τελευταίος ανεγείρει επί του οικοπέδου του οικοδομή, η οποία θα διέπεται από τις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις, οπότε η μεν βασική παροχή του εργολάβου συνίσταται στην κατασκευή της οικοδομής, του δε οικοπεδούχου-εργοδότη στην υποχρέωση που αναλαμβάνει να μεταβιβάσει, ως αμοιβή, στον εργολάβο ή στα πρόσωπα που αυτός θα του υποδείξει, ορισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σ' αυτά, παραμένοντας κύριος των υπολοίπων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, μετά των αντίστοιχων οριζόντιων ιδιοκτησιών (ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 352/2011).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 και 407 ΑΚ προκύπτει ότι, επί συμφωνημένης με τη σύμβαση έργου ποινικής ρήτρας για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής, εφόσον απαιτεί την ποινή που έχει καταπέσει, λόγω περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση (κύρια και παρεπόμενη περί ποινικής ρήτρας) και τις προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη.

Οφείλει επίσης να επικαλεσθεί, όχι όμως και να αποδείξει, την μη εκπλήρωση της παροχής. Στον οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει την παροχή ή ότι δεν έχει υπαιτιότητα για την καθυστέρηση. Κατά την έννοια των άρθρων 340, 341, 342 ΑΚ ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της προς εκπλήρωση της παροχής ημέρας, εκτός αν η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη.

Έτσι, το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλ' αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσης της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επέλευσής της (ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 727/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλομένης απόφασης αυτή δέχθηκε τα εξής κατά το ενδιαφέρον εδώ αναιρετικά μέρος, αφού αναφέρθηκε στην υπ' αριθμ. 1596/2015 τελεσίδικη απόφαση μεταξύ των ίδιων διαδίκων που έκρινε την υπερημερία του εναγομένου ως προς τη συμφωνηθείσα εκτέλεση του αναληφθέντος απ' αυτόν έργου και επιδίκασε στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-2-2006 έως 31-12-2006 τα εκεί αναφερόμενα ποσά ως κατάπτωση ποινικής ρήτρας και διαφυγόντων κερδών : "....ο εναγόμενος κατά το χρόνο που όφειλε να παραδώσει το έργο δεν το είχε αποπερατώσει πλήρως αλλά υπολείπονταν λίγες εργασίες που όμως καθιστούσαν την οικοδομή ακατάλληλη προς οίκηση από τον ενάγοντα και συγκεκριμένα δεν ήταν δυνατή η λειτουργία του καυστήρα της κεντρικής θέρμανσης , διότι ο εναγόμενος δεν είχε τοποθετήσει τους αυτόματους διακόπτες στον ηλεκτρικό πίνακα που τροφοδοτεί το λεβητοστάσιο και γι' αυτό κατέστη υπερήμερος τελεσιδίκως , ως προαναφέρεται.

Η ως άνω υπερημερία του εξακολούθησε και μετά την 1.1.2007 μέχρι την 31.1.2016 γεγονός που ευχερώς αποδεικνύεται από τις εξώδικες δηλώσεις που αντάλλαξαν μεταξύ τους οι διάδικοι. Στις ως άνω εξώδικες δηλώσεις ο εναγόμενος εκδηλώνει σαφώς την πρόθεσή του να συμμορφωθεί με το διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης και να διενεργήσει τις απολειπόμενες εργασίες ούτως ώστε να αρθεί η υπερημερία του, έργο που τελικά παραδόθηκε στις 23.2.2016 ως παραδέχεται ο ίδιος ο εναγόμενος στην από 10.4.2016 εξώδικη δήλωσή του.

Ωστόσο για την εκτέλεση των ως άνω εργασιών απαιτείτο η σύνδεση με το δίκτυο της ΔΕΗ και της ύδρευσης, ενέργειες στις οποίες θα έπρεπε και όφειλε να προβεί ο ενάγων, προκειμένου να ολοκληρωθούν οι εναπομείνασες εργασίες για την ολοκλήρωση του έργου εκ μέρους του ενάγοντος. Αντίθετα ο ενάγων δεν είχε προβεί σε σύνδεση της οικοδομής του ως προκύπτει από την από 14.1.2014 εξώδικη δήλωσή του αλλά ούτε και μετέπειτα αφού ως προκύπτει από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα για την εκτέλεση και αποπεράτωση των εργασιών τελικά ο ενάγων χορήγησε ηλεκτρικό ρεύμα στα τεχνικά συνεργεία από παρακείμενη οικία του με ηλεκτρικό καλώδιο και εν τέλει ολοκληρώθηκαν αυτές με κόστος εργασιών 694,90 ευρώ (δεδομένου ότι τα υλικά είχαν ήδη αγορασθεί από τον εναγόμενο).

Συγκεκριμένα για την ολοκλήρωση των εργασιών ο εναγόμενος κατέβαλε το ποσόν των 257,73 ευρώ στο Γ. Ρ., όπως προκύπτει από το με αριθ. 487/2016 τιμολόγιο πώλησης δελτίο αποστολής, το ποσόν των 68,17 ευρώ στην εταιρεία "...", όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. .../2016 τιμολόγιο πωλήσεως δελτίο αποστολής, το ποσόν των 123 ευρώ στον K.

B., όπως προκύπτει από το με αριθ. …/2016 τιμολόγιο πώλησης δελτίο αποστολής και το ποσόν των 246 ευρώ στο Γ. Κ. όπως προκύπτει από το με αριθ. .../2016 τιμολόγιο πωλήσεως δελτίο αποστολής.

Συνεπώς από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι εναπομείνασες εργασίες για την ολοκλήρωση και την παράδοση ολοκληρωμένου του έργου ήταν πολύ μικρής αξίας και η μη ολοκλήρωσή τους οφείλονταν αποκλειστικά σε δυστροπία του ενάγοντος, οπότε ο ίδιος είχε περιέλθει σε υπερημερία εργοδότη, προφανώς για λόγους που αφορούσαν τον ίδιο και ως εκ τούτου αίρεται η υπερημερία του εναγόμενου, αφού αυτή δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του...

Άλλωστε η δυστροπία του ενάγοντος αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο ίδιος δεν προέβη σε καμία ενέργεια ολοκλήρωσης του έργου επί σειρά ετών, καίτοι θα μπορούσε να πραγματοποιήσει με δαπάνες του εναγόμενου. ...". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 246/2018 πρωτόβαθμη απόφαση, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή του ενάγοντος και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτόν ποσό 90.941,55 ευρώ για την ως άνω αιτία, κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση και απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και ειδικότερα ότι για το επίδικο χρονικό διάστημα ο εναγόμενος προσφέρθηκε να άρει τις συνέπειες της υπερημερίας του και να εκτελέσει τις εναπομείνασες εργασίες ως προς τη λειτουργία του καυστήρα κεντρικής θέρμανσης και την τοποθέτηση των σχετικών διακοπτών, πλην όμως ο ενάγων δεν είχε προβεί σε σύνδεση της οικοδομής του με ηλεκτρικό ρεύμα, το οποίο τελικά χορήγησε ο ενάγων στα τεχνικά συνεργεία του εναγομένου από παρακείμενη οικία του και έτσι ολοκληρώθηκε το έργο με την αγορά από τον τελευταίο και τοποθέτηση των απαιτούμενων υλικών και με κόστος εργασίας 694,90 ευρώ και έτσι έκρινε ουδόλως παραβίασε τις προαναφερθείσες εφαρμοθείσες διατάξεις των άρθρων 341-342 ΑΚ (και όχι αυτές των άρθρων 351, 687 ΑΚ, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων και, η αναφορά της απόφασης στο ότι ο ενάγων δεν προέβη στην ολοκλήρωση του έργου με δαπάνες του εναγομένου αποτελεί επιχείρημα του δικαστηρίου για την μη σύμπραξη του ενάγοντα) ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και περιέχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, τα αντίθετα δε ισχυριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τους δεύτερο από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ και τρίτο από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσής του, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρα, 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-5-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 126/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσ/κης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ