Legislator Case Law & Legislation
509/2019 AI generated

509/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 509/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η από 6-11-2017 και με αριθμό κατάθεσης 8261/2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 4051/2017 απόφασης του Moνoμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τον εναγόμενο έφεσης και από τον ενάγοντα αντέφεσης κατά της 306/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των δικηγορικών αμοιβών, επί της από 23-12-2009 (με αριθμό κατάθεσης 252945/666/2009) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Legislator headnote

AI generated

509/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την παραδεκτή επισκόπιση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ως άνω αγωγή του, ο ενάγων δικηγόρος και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε, ότι το 2003, δυνάμει προφορικής συμφωνίας με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα κτηματομεσίτη, ανέλαβε τη δικαστική επιδίωξη αμοιβής, που οφειλόταν στον τελευταίο από την εταιρία με την επωνυμία "...

Keywords

AI generated
party costs of attorney capacity to incur bill liability fault of counsel monetary debt duty to make supplementary contributions extraordinary marital contribution
AI generated
1335/2019
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/6/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 211/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/5/2018 αίτησή του.
1495/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου -Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
1011/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1576/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1833/2010
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Δυσφήμηση συκοφαντική.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 509 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 509/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Χριστοφοράτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Σωτήριου Καλαμίτση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 306/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4051/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν ο αναιρεσείων με την από 6-11-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 6-11-2017 και με αριθμό κατάθεσης 8261/2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 4051/2017 απόφασης του Moνoμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τον εναγόμενο έφεσης και από τον ενάγοντα αντέφεσης κατά της 306/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των δικηγορικών αμοιβών, επί της από 23-12-2009 (με αριθμό κατάθεσης 252945/666/2009) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2. Από την παραδεκτή επισκόπιση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ως άνω αγωγή του, ο ενάγων δικηγόρος και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε, ότι το 2003, δυνάμει προφορικής συμφωνίας με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα κτηματομεσίτη, ανέλαβε τη δικαστική επιδίωξη αμοιβής, που οφειλόταν στον τελευταίο από την εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Ε.", λόγω της διαμεσολάβησής του, ως μεσίτη, στη μεταβίβαση ακινήτου της εταιρίας στην με την επωνυμία "..." και ότι, κατά τα συμφωνηθέντα, ο ενάγων θα ελάμβανε ως αμοιβή, εφόσον η αγωγή γινόταν τελεσίδικα δεκτή, ποσοστό 20% επί του ποσού που θα επιδικαζόταν ή που, δυνάμει συμβιβασμού, θα καταβάλλονταν, πλέον τόκων.

Αναφέρει, επίσης, ότι μολονότι, μετά από την πρωτόδικη απόρριψη της αγωγής, ο εναγόμενος τον ενημέρωσε ότι δεν θα ασκούσε έφεση και ότι η πρόταση συμβιβασμού που είχε δεχθεί τελικά αποσύρθηκε, οπότε δεν έλαβε κανένα ποσό, ο ίδιος, στις 17.3.2009, τυχαία πληροφορήθηκε ότι κατόπιν ασκηθείσας από τον εναγόμενο έφεσης, η αγωγή είχε γίνει δεκτή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που επιδίκασε υπέρ του εναγομένου αμοιβή ποσού 152.604,54 ευρώ, πλέον τόκων και συνολικά 235.827,57 ευρώ, ο δε χειρισμός της υπόθεσης είχε ανατεθεί σε άλλο δικηγόρο, χωρίς ποτέ να γνωστοποιηθεί αυτό στον ενάγοντα.

Ζήτησε δε ο ενάγων να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει ποσοστό 20% επί του ανωτέρω ληφθέντος ποσού, δηλαδή 47.165,51 ευρώ, έντοκα από τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, επικουρικά δε το συνολικό ποσό των 9.177,70 ευρώ, που αντιστοιχεί στη νόμιμη δικηγορική αμοιβή σύνταξης της αγωγής και των προτάσεων και παράστασης κατά τη συζήτηση, όπως καθένα προσδιορίζεται βάσει της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, έντοκα από τη συζήτηση αυτής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την ως άνω απόφαση απέρριψε την αγωγή, κατά την κύρια βάση της ως μη νόμιμη, ενώ έκρινε αυτή νόμιμη κατά την επικουρική της βάση, την οποία δέχτηκε ενμέρει ως και κατ' ουσία βάσιμη, επιδίκασε δε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 8.377,70 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 9-12-2015 έφεση του εναγομένου και η από 15-3-2017 αντέφεση του ενάγοντος.

Με την προσβαλλόμενη 4051/2017 απόφαση του Εφετείου απορρίφτηκαν κατ'ουσίαν τόσο η έφεση, όσο και η αντέφεση. Κατά της απόφασης δε αυτής ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. 3. Από την παραδεκτή επισκόπιση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Περί τα τέλη του 2003, ο εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα ως δικηγόρο, υπόθεσή του κατά της εταιρίας "...

Α.Ε." και συγκεκριμένα την επιδίωξη είσπραξης αμοιβής, που του οφειλόταν από την εταιρία, ανερχόμενης, κατά την συμφωνία των μερών, σε ποσοστό 4% επί του τιμήματος, ποσού 2.600.000.000 δραχμών, που είχε επιτευχθεί από πώληση ακινήτου της το έτος 2000, στην οποία ο ανωτέρω είχε διαμεσολαβήσει, ως κτηματομεσίτης. Στα πλαίσια της εντολής αυτής, ο ενάγων συνέταξε την από 1.12.2003 αγωγή του Σ. ;

Χαλάτση κατά της "... Α.Ε.", με αντικείμενο την καταβολή στον ενάγοντα ποσού 104.000.000 δρχ., την οποία κατέθεσε στις 2.12.2003 στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αριθμό κατάθεσης 172891/544/2003. Η αγωγή συζητήθηκε στην προσδιορισθείσα δικάσιμο της 3.2.2004, οπότε ο Σ. Χ. εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου με τον ενάγοντα, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος κατέθεσε τις από 6.2.2004 έγγραφες προτάσεις του.

Για τις ανωτέρω ενέργειες, βάσει των ελάχιστων ορίων αμοιβών, όπως αυτά προσδιορίζονται στο κεφ. Β του Κώδικα Δικηγόρων, οφείλονται στον ενάγοντα : α) για τη σύνταξη της αγωγής, ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής (άρθρο 100 παρ. 1 εδ. α Κ.Δ.), δηλαδή (104.000.000 δρχ. χ 2% =) 2.080.000 δρχ. ή 6.104,18 ευρώ, β) για τη.

σύνταξη των έγγραφων προτάσεων επί της συζήτησης, ποσοστό 1% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής (άρθρα 107 παρ. 1 σε συνδ. με 100 παρ. 1 Κ.Δ.), δηλαδή (104.000.000 δρχ. χ 1%=) 1.040.000 δρχ. ή 3.057,09 ευρώ και γ) για την παράστασή του στη συζήτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ποσό (40 μεταλλικών δραχμών προς 140 μονάδες) 5.600 δρχ.

ή 16,43 ευρώ (άρθρα 109, 99 Κ.Δ. και Υ.Α. 12398/9.12.1989) και συνολικά (6.104,18 + 3.052,09 + 16,43=) 9.177,70 ευρώ. Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε πρωτοδΐκως, τον ισχυρισμό του δε αυτό επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, ότι κατά την ημερομηνία συζήτησης της αγωγής (3.2.2004) ο ενάγων έλαβε, δια χειρός του αδελφού του, Ν. Χ., ποσό 800 ευρώ, σε πλήρη εξόφληση της αμοιβής του για τις ανωτέρω ενέργειες.

Από την εκτίμηση της ανωμοτί κατάθεσης του ενάγοντος, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Μ. Γ. , που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθώς και των εγγράφων, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι (ενώ δεν λαμβάνεται υπόψη η από 28.3.2017 υπεύθυνη δήλωση του Ν.

Χ., η οποία δεν αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο, αφού δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη, χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις του άρθρου 671 ΚΠολ) αποδείχθηκε, ότι πράγματι ο ενάγων εισέπραξε το ως άνω ποσό, όπως και ο ίδιος ομολόγησε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πλην όμως, όχι προς εξόφληση της ως άνω οφειλόμενης ελάχιστης αμοιβής, αλλά για την κάλυψη των εξόδων, στα οποία είχε ήδη υποβληθεί ο ενάγων [χαρτοσήμανση, επιδόσεις, γραμμάτιο προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής κλπ].

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχτηκε την καταβολή του ποσού των 800 ευρώ και αφαίρεσε το ποσό αυτό από το οφειλόμενο ποσό των 9.177,70 ευρώ, απέρριψε δε τον περί εξόφλησης ισχυρισμό του εναγόμενου, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται ο εναγόμενος με τον πρώτο λόγο της έφεσής του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα" .

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή τη μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος( ΟλΑΠ 15/2006, 1/1999, 559/2017 ). 5.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ύπαρξης ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, όσον αφορά τον ισχυρισμό του εναγομένου - αναιρεσείοντος ότι ο ενάγων, κατά την συζήτηση της αγωγής (περί της οποίας ζητείται αμοιβή) είχε εισπράξει από αυτόν, δια του αδελφού του και κατόπιν απαιτήσεώς του το ποσό των 800 ευρώ, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των υπηρεσιών του προς αυτόν, η προσβαλλόμενη δέχτηκε αόριστα και με πλημμελή αιτιολογία ότι "ο ενάγων εισέπραξε το ως άνω ποσό, όπως και ο ίδιος ομολόγησε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πλην όμως, όχι προς εξόφληση της ως άνω οφειλόμενης ελάχιστης αμοιβής, αλλά για την κάλυψη των εξόδων, στα οποία είχε ήδη υποβληθεί ο ενάγων [χαρτοσήμανση, επιδόσεις, γραμμάτιο προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής κλπ].

Ειδικότερα ότι δέχεται με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος έλαβε το ποσό αυτό όχι προς εξόφληση της ελάχιστης δικηγορικής αμοιβής, αλλά προς κάλυψη των εξόδων , στα οποία είχε υποβληθεί, χωρίς να παραθέτει κάθε δικηγορική εργασία ξεχωριστά και το κόστος της κάθε μίας από αυτές.

Ο 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι με τις αναφερόμενες παραπάνω παραδοχές το εφετείο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες προσδιόρισε επακριβώς τον λόγο, για τον οποίο δόθηκε το ως άνω ποσό των 800 ευρώ από τον εναγόμενο στον ενάγοντα, που ήταν αυτός της κάλυψης των πρώτων εξόδων της δίκης, τα οποία μάλιστα και προσδιορίζονται. 6.

Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων κλπ., ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 3/1997), και όχι και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν` απαντήσει, ούτε η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν στοιχειοθετείται, όμως, σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, απορρίπτει δηλ.

αυτόν "εκ των πραγμάτων" κατ` ουσίαν. (ΑΠ 1721/2012 ). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι τόσο πρωτοδίκως, όσο και στο Εφετείο είχε προβάλει τον ουσιώδη ισχυρισμό για την έκβαση της δίκης ότι ο αναιρεσίβλητος είχε αναλάβει να διεκπεραιώσει την υπόθεσή του δωρεάν χάριν της στενής φιλικής και επαγγελματικής σχέσης , που είχε με τον αδελφό μου, η δε παραδοχή του από το Δικαστήριο θα οδηγούσε στην απόρριψη της αγωγής, πλην όμως η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ουδόλως εξέτασε τον εν λόγω ισχυρισμό του και δέχτηκε ότι οφείλει στον ενάγοντα την ελάχιστη προβλεπόμενη από το νόμο δικηγορική αμοιβή.

O λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί αφορά την αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και συνδέεται με τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, βάσει των οποίων απορρίφτηκε σιωπηρά ο ισχυρισμός αυτός.

7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 190 του κώδικα περί δικηγόρων, που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή: "Αι απαιτήσεις των δικηγόρων δια τας αμοιβάς και δαπάνας αυτών, παραγράφονται μετά πενταετίαν, αρχομένην, εάν μεν πρόκειται περί διοικητικών υποθέσεων ή εξώδικων εργασιών, από το τέλος του έτους καθ` ο ενεργήθη η σχετική πράξις, αν δε πρόκειται περί δικών, από το τέλος του έτους καθ` ο ενεργήθη υπ` αυτών η τελευταία διαδικαστική πράξις".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι χρόνος έναρξης της αναφερόμενης σ` αυτήν πενταετούς παραγραφής είναι, αν πρόκειται για δίκες, το τέλος του έτους κατά το οποίο έχει ενεργηθεί η τελευταία διαδικαστική πράξη από το δικηγόρο και όχι από το δικαστήριο. Τούτο σαφώς προκύπτει από τη χρήση των λέξεων "υπ` αυτών" (εννοείται:

των δικηγόρων) και όχι "υπ` αυτών ή υπό του δικαστηρίου". Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Με το δεύτερο λόγο της έφεσής του ο εναγόμενος επαναφέρει τον ισχυρισμό, που παραδεκτά πρόβαλε πρωτοδίκως, περί παραγραφής της (επικουρικής) αξίωσης του ενάγοντος, επικαλούμενος, ότι η σύνταξη της αγωγής κατά της "...

Α.Ε." έλαβε χώρα την 1.12.2003 και η κατάθεση του σχετικού δικογράφου πραγματοποιήθηκε στις 2.12.2003, οπότε η πενταετής παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ άρχισε στις 31.12.2003 και συμπληρώθηκε στις 31.12.2008, ενώ η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε στις 28.12.2009. Η ένστασή του, όμως, δεν στηρίζεται στο νόμο, καθώς η ισχύουσα πενταετής παραγραφή της δικηγορικής αμοιβής, σε περίπτωση που αφορά δίκη, αρχίζει από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από το δικηγόρο η τελευταία διαδικαστική πράξη, που στην κρινόμενη περίπτωση ήταν η συζήτηση της αγωγής, που συνέταξε και κατέθεσε ο ενάγων, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου, που έλαβε χώρα στις 3.2.2004.

Επομένως η παραγραφή των αξιώσεών του για τις δικηγορικές εργασίες που εκτέλεσε στα πλαίσια της δίκης αυτής άρχισε στο τέλος του έτους 2004 (31.12.2004), διακόπηκε, όμως, με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 28.12.2009, πριν δηλαδή από τη συμπλήρωση πενταετίας. Ακολούθως, το πρωτοβάθμιό Δικαστήριο, που έκρινε όμοια και απέρριψε ως μη νόμιμη την ως άνω ένσταση του εναγομένσυ, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, απορριπτομένων ως αβασίμων των αντίθετων ισχυρισμών του εναγομένου." Έτσι που έκρινε το εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 190 του κώδικα δικηγόρων, αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, χρόνος έναρξης της αναφερόμενης σ` αυτήν πενταετούς παραγραφής των αξιώσεων του δικηγόρου είναι το τέλος του έτους κατά το οποίο έχει ενεργηθεί η τελευταία διαδικαστική πράξη από τον ίδιο.

Στην προκειμένη δε περίπτωση, με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του εφετείου, η τελευταία διαδικαστική πράξη που διενεργήθηκε από τον ενάγοντα ήταν η συζήτηση της αγωγής, που συνέταξε και κατέθεσε ο ενάγων, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου, που έλαβε χώρα στις 3.2.2004. Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος .

8. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του να προσκρούει στην περί δικαίου και ηθικής αντίληψή του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί μόνο η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου ν` ασκήσει το δικαίωμά του, αλλ` απαιτείται να συντρέχουν και άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που προέρχονται κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενάσκησης του δικαιώματός, οπότε η μεταγενέστερη άσκηση τούτου που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις ως άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, ν` αντίκειται προφανώς στις καθοριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αρχές, διότι δημιουργεί δυσανάλογη προς την ωφέλεια του δικαιούχου επιβάρυνση του υποχρέου (Ολ.ΑΠ 8/2001).

Η ως άνω διάταξη έχει έντονο τον χαρακτήρα δημόσιας τάξης, διότι αποβλέπει στην καταπολέμηση της κακοπιστίας στις συναλλαγές και γενικά κατά την ενάσκηση κάθε δικαιώματος και συνεπώς δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και στην περίπτωση άσκησης δικαιωμάτων που απορρέουν από διατάξεις δημόσιας τάξης, όπως είναι και εκείνη του άρθρου 92 παρ.2 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων, με την οποία ορίζεται ο τρόπος καθορισμού του ελαχίστου ορίου της πάγιας περιοδικής αμοιβής του δικηγόρου για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του (Ολ.ΑΠ 33 και 34/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Με τον τρίτο λόγο της έφεσής του ο εναγόμενος επαναφέρει τον προταθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό του, ότι η αγωγή ασκείται από τον ενάγοντα κατά κατάχρηση δικαιώματος, επικαλούμενος ότι ο ενάγων άσκησε την αγωγή λίγο πριν από την συμπλήρωση της παραγραφής, χωρίς προηγουμένως να έχει αξιώσει την πληρωμή του βάσει των νόμιμων προβλεπόμενων δικηγορικών αμοιβών και ενώ έχει ήδη λάβει ποσό 800 ευρώ προ πενταετίας, πληροφορήθηκε δε την ευνοϊκή έκβαση της υπόθεσης του (ήδη) εναγομένου κατά της ...

Α.Ε. τυχαία. Ωστόσο, τα περιστατικά αυτά δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (ΑΚ 281), καθώς πέρα από το γεγονός ότι ο ενάγων ασκεί μια αξίωση που εδράζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις περί ελάχιστων ορίων αμοιβών, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του δικηγόρου ως εργαζομένου, αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγόρου, ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος , ο εναγόμενος ουδόλως ισχυρίζεται ότι ο ενάγων, έχοντας ακριβή γνώση των περιστάσεων, ρητά ή έστω σιωπηρά, αλλά με σαφείς ενέργειες, παραιτήθηκε από τη νόμιμη αμοιβή του ή έστω, υπό την ίδια προϋπόθεση της επίγνωσης της κατάστασης, αδράνησε επί μακρό χρόνο, δημιουργώντας την πεποίθηση ότι δεν θα ασκούσε την αξίωση αυτή.

Αντίθετα, έχοντας λάβει, όπως προαναφέρθηκε, ποσό πολύ μικρότερο του νόμιμου και μόνο προς κάλυψη των εξόδων του, δεν πρόβαλε την απαίτησή του, εξαιτίας της δικαιολογημένης πεποίθησης ότι η υπόθεση, που ανέλαβε, είχε τελεσίδικα απορριφθεί, αφού ο εναγόμενος τον είχε διαβεβαιώσει ότι δεν θα ασκούσε έφεση.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια και απέρριψε τον ενλόγω ισχυρισμό του εναγομένου, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται ο εναγόμενος με τον τρίτο λόγο της έφεσής του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα." Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Ειδικότερα ,τα επικαλούμενα από τον εναγόμενο περιστατικά, ότι δηλαδή η ένδικη αγωγή ασκήθηκε λίγο πριν την εκπνοή της προθεμίας παραγραφής, χωρίς να συνοδεύεται από άλλα περιστατικά, από τα οποία να αποδεικνύεται πρόθεση παραίτησης από το δικαίωμα του ενάγοντος να διεκδικήσει την νόμιμη αμοιβή του δεν αρκούν για την στοιχειοθέτηση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτού .

Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-11-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 4051/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών Αθηνών. -Και

Καταδικάζει τon αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ