509/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated509/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 509 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 509/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Κ. Γ. του Θ., 2Α. Γ. του Θ., 3Γ. Γ. του Θ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Θαλασσινού
Της αναιρεσίβλητης: Ά. συζ. Ι. Ρ., το γένος Σ. Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ζωής Κοτσώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κύμης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 51/2017 Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας(ως Εφετείου).
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-4-2017 αίτησή τους και τους από 16-7-2017 πρόσθετους λόγους..
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1051, 1118, 1119, 1121 και 1132 ΑΚ προκύπτει ότι α) πάνω σε ακίνητο μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να παρέχει κάποια ωφέλεια (πραγματική δουλεία), β) με την πραγματική δουλεία, που συνιστάται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία, στο χρόνο της οποίας μπορεί να συνυπολογισθεί από εκείνον που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, ο κύριος του δουλεύοντος φέρει το βάρος είτε να ανέχεται κάποια χρησιμοποίηση του ακινήτου του από τον κύριο του δεσπόζοντος είτε να παραλείπει ορισμένες πράξεις, τις οποίες θα είχε δικαίωμα να επιχειρεί ως κύριος και γ) ο έχων δικαίωμα πραγματικής δουλείας έχει δικαίωμα σε περίπτωση προσβολής να απαιτήσει από τον προσβολέα την αναγνώριση της δουλείας και την άρση της προσβολής, καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1142 και 1147 ΑΚ, ο επικαρπωτής ασκεί ίδια μεν νομή έναντι μόνον των τρίτων ( οιονεί νομή), έναντι όμως του ψιλού κυρίου ασκεί νομή μόνον επ’ αλλοτρίω ονόματι. Ο ψιλός κύριος είναι ο πραγματικός νομέας του ακινήτου που ασκεί τη νομή του μέσω του επικαρπωτή, ενώ ο επικαρπωτής τεκμαίρεται εκ του νόμου ότι κατέχει στο όνομα του ψιλού κυρίου για όσο χρόνο ευρίσκεται στην κατοχή του πράγματος και δεν του έχει καταστήσει γνωστή πρόθεση αντιποίησης (άρθρα 980, 982 ΑΚ), ώστε, για όσο χρόνο διατηρείται το πράγμα στην κατοχή του επικαρπωτή δεν νοείται άλλη φυσική εξουσία επ’ αυτού με διάνοια κυρίου, κατ’ αποκλεισμό εκείνης του ψιλού κυρίου (ΑΠ 939/2000).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α ΚΠολΔ που είναι ταυτόσημη εκείνης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Περαιτέρω, κατά το εδ. β’ των ίδιων, ως άνω, άρθρων, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των πραγματικών γεγονότων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να εξειδικεύονται, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ.
για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ’ αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 757/2015).
Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ που είναι ταυτόσημη με εκείνη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Tο κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 757/2015). Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ.
β’ (για εσφαλμένη χρησιμοποίηση ή παράλειψη χρησιμοποίησης των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την παραπάνω έννοια), πρέπει στο έγγραφο της αναίρεσης να αναφέρεται, εκτός των άλλων, ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ’ αριθμόν ...20-12-1989 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.
Π., που μεταγράφηκε νόμιμα...., η ενάγουσα απέκτησε από τον πατέρα της Σ. Π. του Κ., την ψιλή κυριότητα επί ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως, κατά τον τίτλο αυτό κτήσεως, περίπου οκτακοσίων πενήντα τετραγωνικών μέτρων, μετά της επ’ αυτού παλαιός θερινής ισογείου αγροικίας, εμβαδού τριάντα πέντε περίπου τετραγωνικών μέτρων, με στέγη από ελενίτ, κείμενου στην Κτηματική Περιφέρεια της Κοινότητας "..., και συνορεύοντος, κατά τον τίτλο αυτό, βορείως...., νοτίως...., ανατολικώς.....
και δυτικώς με δρόμο. Το αγροτεμάχιο αυτό μετά της επ’ αυτού ισογείου οικίας μετά παταριού εμβαδού 100,31 τ.μ., αλλά και ισόγειου βοηθητικού χώρου, εμβαδού 10,50 τ.μ., εμφαίνεται στο προσαρτώμενο στην αγωγή από 8-1-2013 τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού, Σ. Φ., με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ..., και έχει, σύμφωνα με αυτό, έκταση 1.019,07 τ.μ., όπου και η υπεύθυνη δήλωση της μηχανικού του Ν.651/1977 ότι βρίσκεται στον οικισμό ...
κάτω των 2.000 κατοίκων της νήσου ... είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν υπάγεται στις διατάξεις του Ν.1337/1983, δεν βρίσκεται πλησίον ρέματος ή καλωδίων/πυλώνων υψηλής τάσης και δεν έχει υποχρέωση εισφοράς σε γη και χρήμα. Σύμφωνα, δε, με το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα το αγροτεμάχιο αυτό συνορεύει (σήμερα) κατά τη βόρεια πλευρά (ΔΑ) 26,60 μ.
με την επίδικη εδαφική λωρίδα και πέραν αυτού με ιδιοκτησία των εναγομένων (Γ.), πρώην Α. Μ., κατά την ανατολική πλευρά (ΓΔ) 38,00 μ. με δρόμο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία των εναγομένων (Γ.), πρώην Α. Μ., κατά τη νότια πλευρά (ΒΓ) 25,60 μ. με δρόμο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία κληρονόμων Β. (Κ.) και κατά τη δυτική πλευρά (ΑΒ) 40,20 μ.
με επαρχιακό ασφαλτόδρομο .... Ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας και πατέρας της, Σ. Π. του Κ., με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο γονικής παροχής, παρακράτησε την επικαρπία του ως άνω ακινήτου εφ’ όρου ζωής του και υπέρ της συζύγου του, Ε. το γένος Θ. Σ., η οποία (επικαρπία) μετά το θάνατο αυτού και της συζύγου του, θα ενσωματωνόταν αυτοδικαίως στη ψιλή κυριότητα της θυγατέρας του, δηλαδή της ενάγουσας.
Ο ίδιος απεβίωσε στις 22-3-2007, δίχως να αποδεικνύεται ότι η σύζυγός του και ήδη αποβιώσασα στις 24-6-2013, αποδέχθηκε την υπέρ αυτής και εφ’ όρου ζωής της επικαρπία του εν λόγω ακινήτου μετά το θάνατο του συζύγου της και δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, και συνεπώς, η ενάγουσα μετά το θάνατο του πατέρα της στις 22-3-2007 απέκτησε πλήρη κυριότητα επί του προπεριγραφέντος ακινήτου.
Στον δικαιοπάροχο και πατέρα της, Σ. Π. του Κ., το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει εκ κληρονομίας του κατά την 25-1-1968 αποβιώσαντος πατρός του, Κ. Π. του Ε., δυνάμει της από 16-8-1967 ιδιόγραφης διαθήκης του τελευταίου, η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως με το υπ’ αριθμόν 52/21-3-1968 πρακτικό συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Χαλκίδας, την οποία (κληρονομία) ο ίδιος αποδέχθηκε με την υπ’ αριθμόν ...20-12-1989 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γ.
Π., νομίμως μεταγεγραμμένης..... Από την άλλη, οι εναγόμενοι, δυνάμει του υπ’ αριθμόν .../8-11-2011 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Α. Β., το οποίο μεταγράφηκε νομίμως...., απέκτησαν κατά πλήρη συγκυριότητα ποσοστού 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών έναν αγρό (ενιαίο) εκτάσεως 16.750,65 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της Περιφέρειας της Δημοτικής Κοινότητας ...
του Δήμου ... της Περιφερειακής Ενότητας Ευβοίας, αποτελούμενο από δύο τμήματα, το με αριθμό (1) τεμάχιο επιφανείας 2.460,38 τ.μ. εντός του οικισμού "..." της Περιφέρειας της Δημοτικής Κοινότητας ... και το με αριθμό (2) τεμάχιο επιφανείας 14.290,27 τ.μ. εκτός σχεδίου. Το ενιαίο αυτό ακίνητο (αγρός), σύμφωνα με τον ως άνω τίτλο κτήσεως, εμφαίνεται στο από 20-5-2011 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Β.
I. Φ., με τα κεφαλαία ελληνικά και λατινικά αλφαβητικά γράμματα...... και συνορεύει βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία Π...., εν μέρει με ιδιοκτησία κληρ. Τ......., εν μέρει με ιδιοκτησία κληρ. Γ. I. Φ. ..... και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρ. Σ. I. Β........, νότια εν μέρει με λιόνα ιδιοκτησίας Θ. Γ......... και εν μέρει με λιόνα ιδιοκτησίας Μ.
Ι. Β......., ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Κ. Μ...... και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Ρ. Π......... και εν μέρει με επαρχιακό ασφαλτόδρομο (...)..... Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου των εναγόμενων, Α. (Μ.) Μ., ως εξής: 1) κατά τα δέκα περίπου στρέμματα κατά ψιλή κυριότητα λόγω προικός δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου......
υπ’ αριθμόν .../3-5-1979 προικοσυμφώνου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Φ. Σ.- Α., και ήδη μετά την ισχύ του άρθρου 56 του Ν.1329/1983 κατά πλήρη κυριότητα και 2) κατά τα 6.750,65 τ.μ. κατά πλήρη κυριότητα με χρησικτησία. Σημειώνεται ότι η κυριότητα του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας (ήδη εκκαλούσας), αλλά και της ίδιας της ενάγουσας (ήδη εκκαλούσας) επί του ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου της δεν αμφισβητείται από τους εναγόμενους (ήδη εφεσίβλητους), όπως δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα (ήδη εκκαλούσα) και η κυριότητα της δικαιοπαρόχου των εναγομένων (ήδη εφεσιβλήτων), αλλά και των τελευταίων επί του δικού τους ως άνω ακινήτου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από το έτος 1987-1988 για να μεταβαίνει ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας και πατέρας της, Σ. Π. του Κ., στο ανήκον σε αυτόν κατά πλήρη κυριότητα ακίνητό του, ήδη, δε, μετά τις 20-12-1989, με την ιδιότητα του επικαρπωτή του εν λόγω ακινήτου, λόγω της γενόμενης, όπως προελέχθη, μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας αυτού στην ενάγουσα, και μέχρι τις 22-3-2007, οπότε και αυτός απεβίωσε, χρησιμοποιούσε με διάνοια δικαιούχου δουλείας δίοδο, η οποία διέρχεται από το γειτονικό ως άνω ακίνητο των εναγομένων.
Μετά δε το θάνατο αυτού (22-3-2007), οπότε και η επικαρπία του ως άνω ακινήτου, με την οποία συνυφαίνεται, άλλωστε, η πραγματική δουλεία, ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα της ενάγουσας, αποκτώντας αυτή έκτοτε, όπως προελέχθη, πλήρη κυριότητα επί του ακινήτου αυτού, η ίδια (ενάγουσα) χρησιμοποιούσε με διάνοια δικαιούχου δουλείας την αυτή δίοδο μέχρι και τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2012, οπότε και οι εναγόμενοι προσέβαλαν, σύμφωνα με όσα αναλυτικά θα εκτεθούν παρακάτω, το δικαίωμά της να διέρχεται από την επίδικη εδαφική λωρίδα.
Συγκεκριμένα, η δίοδος αυτή αρχίζει από τον δυτικά διερχόμενο επαρχιακό ασφαλτόδρομο ... και διέρχεται κατά μήκος 26,60 μ. της νότιας πλευράς του ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου των εναγομένων που είναι όμορη με την αντίστοιχη ιδίου μήκους βόρεια πλευρά του ως άνω ακινήτου της ενάγουσας, όπως αυτή αποτυπώνεται στο συνημμένο στην αγωγή ως άνω από 8-1-2013 τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού, Σ.
Φ., από τη δίοδο, δε, αυτή οι ανωτέρω (δικαιοπάροχος της ενάγουσας και η ίδια) διέρχονταν με τα πόδια, αλλά και με αυτοκίνητα, διαμορφώνοντας το πλάτος της στα 2,50 μ., σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, Ι. Ρ.. Τα ανωτέρω προκύπτουν ιδίως από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, Γ. Τ., ο οποίος έχοντας προσωπική αντίληψη για την περιοχή και διανύοντας κατά το χρόνο λήψης της υπ’ αριθμόν .../2013 ένορκης βεβαίωσής του το 82° έτος της ηλικίας του, κατέθεσε με σαφήνεια σε αυτήν ότι από τα νιάτα του θυμάται ότι υπήρχε ένα μονοπάτι, που ήταν τμήμα της μετέπειτα ιδιοκτησίας της Α. (Μ.) Μ.
και συνόρευε με τη βόρεια πλευρά του ακινήτου του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας (Σ. Π.), και πλέον της ιδίας, το οποίο (μονοπάτι) χρησιμοποιούσαν πεζοί όλοι όσοι ήθελαν να πάνε στα πάνω κτήματα, αλλά και για τη μεταφορά νερού από το πηγάδι που βρισκόταν εντός της ιδιοκτησίας της δικαιοπαρόχου των εναγομένων, Α. (Μ.) Μ., σύμφωνα και με τα οριζόμενα σχετικά με το δικαίωμα αντλήσεως νερού στη δημοσιευθείσα ως άνω από 16-8-1967 ιδιόγραφη διαθήκη του απώτερου δικαιοπαρόχου της τελευταίας, Κ.
Π. του Ε.. Το μονοπάτι, όμως, αυτό παρέμεινε και μετά την ομολογούμενη από όλους τους διαδίκους και περί το έτος 1984-1985, διάνοιξη δυνάμει απαλλοτριώσεως του νέου κεντρικού επαρχιακού δρόμου ..., που χώρισε σε δύο τμήματα μείζονα έκταση ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, αλλά και της ιδίας, διαμορφώνοντας αυτήν (μείζονα έκταση) σε δύο ακίνητα, δηλαδή σε ένα κείμενο ανατολικά της νέας οδού, το οποίο είναι και το προπεριγραφόμενο ακίνητο της ενάγουσας, και ένα κείμενο δυτικά αυτής.
Περί το έτος, όμως, 1987-1988 αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος των εναγομένων και πλήρης κυρία, όπως προελέχθη, από το έτος 1983 (άρθρο 56 του Ν. 1329/1983) του ως άνω ανήκοντος πλέον κατά συγκυριότητα στους εναγομένους ακινήτου, διαχώρισε από κοινού με τον δικαιοπάροχο της ενάγουσας το μονοπάτι αυτό, διαμορφώνοντας με τον τρόπο αυτό την επίδικη εδαφική λωρίδα, η οποία παρέμεινε μεν στην κυριότητά της, αφού δεν προκύπτει ότι παραιτήθηκε από αυτήν (κυριότητα), πλην όμως άφησε αυτήν έκτοτε ως πρόσβαση του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, της οικογένειάς του, αλλά και οποιουδήποτε τρίτου επισκέπτη αυτών στο ακίνητο του τελευταίου, είτε με τα πόδια είτε με αυτοκίνητο.
Συγκεκριμένα, η Α. (Μ.) Μ. τοποθέτησε περίφραξη από συρματόπλεγμα στην ιδιοκτησία της, αφήνοντας έξω από αυτήν (περίφραξη) την επίδικη εδαφική λωρίδα ως δίοδο προσβάσεως (είσοδο και έξοδο) του Σ. Π. στην δική του ιδιοκτησία, όπως προελέχθη, ο οποίος έκτοτε χρησιμοποιούσε την εν λόγω δίοδο για να εισέρχεται και να εξέρχεται αυτής με τα πόδια ή με αυτοκίνητο με διάνοια δικαιούχου δουλείας, επικοινωνώντας έτσι με την επαρχιακή οδό ..., υφιστάμενης και πόρτας δύο περίπου μέτρων στο μέσο της βόρειας πλευράς του ακινήτου του και εφαπτόμενης αυτής με την επίδικη εδαφική λωρίδα.
Η ύπαρξη, δε, της περίφραξης αυτής γύρωθεν του ακινήτου της Α. (Μ.) Μ. (πλέον των εναγομένων), αλλά και η άφεση της επίδικης εδαφικής λωρίδας εκτός της περίφραξης αυτής αποτυπώνεται στο από 20 Δεκεμβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του ακινήτου της (ήδη των εναγομένων) που συνέταξε ο πολιτικός μηχανικός Γ. Φ., τα όρια, δε, του ακινήτου αυτού υπέδειξε στον τελευταίο, όπως, εξάλλου, δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγομένους, ο πατέρας και μάρτυράς τους, Θ.
Γ.. Για το λόγο δε αυτό τα όσα ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Α. Β., συνταχθείσης σχετικά της υπ’ αριθμόν .../2013 ένορκης βεβαίωσης, αρνούμενος την ύπαρξη "δρόμου" ή "διόδου" στο ακίνητο που αγόρασαν οι εναγόμενοι και τέκνα του, πλην του πρόχειρου διαδρόμου πρόσβασης που οι τελευταίοι για πρώτη φορά, κατά τους ισχυρισμούς του, διαμόρφωσαν μετά την εκ μέρους τους αγορά του ακινήτου αυτού, δεν κρίνονται αξιόπιστα.
Η κατά το χρόνο εκείνο και με τον προαναφερθέντα τρόπο εμπράκτως εκφρασθείσα βούληση της Α. (Μ.) Μ. να αφήσει την επίδικη δίοδο προς όφελος του ακινήτου του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, Σ. Π., αλλά και η έκτοτε χρήση αυτής από τον τελευταίο και εν συνεχεία από την ενάγουσα, διανοία δικαιούχων δουλείας διόδου αποδείχθηκε ότι ήταν καίριας σημασίας για αυτούς και μάλιστα ανεξάρτητη από την υπάρχουσα συγγενική τους σχέση με την Α. (Μ.) Μ., παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους εναγόμενους περί διελεύσεως αυτών (Σ.
Π. και ενάγουσας) μέσα από το ακίνητό τους, πρώην Α. (Μ.) Μ., δια παρακλητικής σχέσεως στηριζόμενης στη συγγένεια αυτή, τα οποία είναι απορριπτέα. Και τούτο διότι μετά την προαναφερθείσα περί το έτος 1984-1985 διάνοιξη του νέου επαρχιακού δρόμου ..., ο οποίος, όπως προελέχθη, χώρισε σε δύο τμήματα τη μείζονα έκταση ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, Σ.
Π., το φυσικό έδαφος του ανατολικά της νέας αυτής οδού προπεριγραφόμενου ακινήτου αυτού και ήδη της ενάγουσας, και συγκεκριμένα το σημείο της πρόσοψης του ακινήτου αυτού με τη νέα διανοιχθείσα επαρχιακή οδό, βρέθηκε να έχει υψομετρική διαφορά από αυτήν περί τα 2-3 μέτρα, γεγονός που κατέστησε έκτοτε αδύνατη την οποιαδήποτε πιθανή πρόσβαση από την πρόσοψη αυτή στο ακίνητο.
Άλλωστε, για λόγους προστασίας της εν λόγω ιδιοκτησίας κατασκευάστηκε από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ευβοίας σε μη ακριβώς εξακριβωθέντα από τα στοιχεία της δικογραφίας χρόνο, σίγουρα, όμως, μετά τον Σεπτέμβριο του 1987 (σχετ. η από 29-9-1987 και με αρ. πρωτ. ... απάντηση της Νομαρχίας Ευβοίας προς τον Σ. Π. κατόπιν της από 11-8-1987 αιτήσεώς του για κατασκευή τοιχίου για προστασία του ακινήτου του ως θέμα προκύπτον μετά τη διάνοιξη του δρόμου ...) τοιχίο αντιστήριξης της ιδιοκτησίας του στη δυτική της πλευρά και στο ήμισυ της βόρειας πλευράς της, και μόνο το υπόλοιπο είναι περιφραγμένο με συρματόπλεγμα.
Η πραγματική αυτή κατάσταση όσον αφορά την υφιστάμενη αυτή υψομετρική διαφορά εμφαίνεται και στις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν, ενώ οι εναγόμενοι χαρακτηριστικά αναφέρουν ότι η νέα οδός, περί το μέσο σχεδόν του ακινήτου της ενάγουσας (εννοώντας τη μείζονα έκταση που χωρίστηκε σε δύο τμήματα), κατασκευάσθηκε σε μεγάλο βάθος με μεγάλα πρανή ορύγματος ώστε να εξασφαλισθεί το "ευθύ" και το "βατό" αυτής.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι ίδιοι μετά την αγορά του ακινήτου τους το Νοέμβριο του 2011 άνοιξαν για πρώτη φορά δρόμο, δηλαδή πρόσβαση στο επίδικο σημείο επί της νότιας πλευράς της ιδιοκτησίας τους για να περνούν τα φορτηγά της χωματουργικής επιχείρησης που αυτοί διατηρούν δεν κρίνεται πειστικός.
Και τούτο διότι είναι αντιφατικό να επιλέγουν οικειοθελώς για να διανοίξουν για πρώτη φορά δίοδο στο σημείο αυτό του ακινήτου τους, που, κατά τους ισχυρισμούς τους, είναι ακατάλληλο για την ύπαρξη οποιουδήποτε δρόμου λόγω του επικλινούς και της ανωμαλίας του εδάφους, αν και μπορούσαν να κάνουν το ίδιο βορειότερα αυτού, δυνατότητα την οποία ομολογούν ότι αξιοποίησαν στη συνέχεια.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, μετά την αγορά του ακινήτου τους το Νοέμβριο του 2011, προέβησαν σε διαπλάτυνση της υφιστάμενης επίδικης διόδου, προκειμένου να περνούν τα μεγαλύτερα σε όγκο φορτηγά μηχανήματά τους, οπότε και αυτή απέκτησε πλάτος περί τα 4-5 μέτρα. Από όλα, λοιπόν, τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας και πατέρας της, Σ.
Π. του Κ., κύριος του ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου, και από τις 20-12- 1989 επικαρπωτής αυτού, χρησιμοποιούσε από το έτος 1987-1988 μέχρι τις 22-3-2007, οπότε και αυτός απεβίωσε, την προπεριγραφόμενη δίοδο, ήτοι τμήμα του γειτονικού ακινήτου των εναγόμενων, διανοία δικαιούχου πραγματικής δουλείας οδού, για την οδική εξυπηρέτηση και την επικοινωνία του ακινήτου του με τη νέα επαρχιακή οδό ..., αλλά και για τη διενέργεια των εντός του ακινήτου του εργασιών.
Μετά, δε, το θάνατό του και την κτήση πλήρους κυριότητας του ακινήτου του από την ενάγουσα, η τελευταία χρησιμοποιούσε και αυτή, όπως και ο δικαιοπάροχός της, την ίδια δίοδο με διάνοια δικαιούχου πραγματικής δουλείας, διερχόμενη πεζή ή με αυτοκίνητο, συνεχίζοντας δηλαδή την ως άνω, υπό τις ίδιες συνθήκες, άσκηση φυσικής εξουσίασης στο τμήμα αυτό του ακινήτου των εναγόμενων για την πλήρη οδική εξυπηρέτηση και την επικοινωνία του ακινήτου αυτού με την επαρχιακή οδό ..., μέχρι και τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2012, οπότε και οι εναγόμενοι προσέβαλαν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα παρακάτω, το δικαίωμά της να διέρχεται από την επίδικη εδαφική λωρίδα.
Προσμετρημένου, λοιπόν, και του χρόνου χρήσης της ως άνω διόδου διανοία δικαιούχου πραγματικής δουλείας από τον δικαιοπάροχο της ενάγουσας στο χρόνο άσκησης της δικής της οιονεί νομής της εν λόγω δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου της και κατά του γειτονικού ακινήτου συγκυριότητας των εναγομένων, συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος χρόνος των είκοσι (20) ετών για την κτήση από αυτήν του δικαιώματος της δουλείας διόδου (1987-1988 έως 2012) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (ΑΚ 1045, 1051), και όχι με παράγωγο τρόπο, αφού κατά το χρόνο όπου έλαβε χώρα η προς την ενάγουσα γονική παροχή της ψιλής κυριότητας του ακινήτου της από τον δικαιοπάροχο πατέρα της (20-12-1989) το παρεπόμενο της κυριότητας του δεσπόζοντος ακινήτου δικαίωμα δουλείας διόδου δεν είχε ακόμα συσταθεί και συνεπώς δεν υφίστατο.
Αυτός, βέβαια, είναι και ο δικαιολογητικός λόγος, που στο ως άνω αναφερόμενο υπ’ αριθμόν .../20-12-1989 μεταβιβαστικό της ψιλής κυριότητας συμβόλαιο προς την ενάγουσα δεν αναγράφεται η ύπαρξη δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου τους και σε βάρος του ακινήτου ιδιοκτησίας πλέον των εναγομένων, αναγραφή μη απαραίτητη σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 1832/2009).
Αντίστοιχα, η μη αναγραφή του δουλείας αυτής στο μεταβιβαστικό της κυριότητας του δουλεύοντος ακινήτου συμβόλαιο που υπογράφηκε μεταξύ της Α. (Μ.) Μ. και των εναγομένων ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στο δικαίωμα αυτό της ενάγουσας, παρά τα αντιθέτως ισχυριζόμενα από τους εναγομένους. Ενώ, λοιπόν, έτσι είχαν τα πράγματα και η ενάγουσα δεν είχε ενοχληθεί στην άσκηση του, επί του οιονεί δουλεύοντος ακινήτου, δικαιώματος της αυτού δουλείας διόδου, οι εναγόμενοι αρχές Σεπτεμβρίου του 2012 κατέστρεψαν από κοινού την επίδικη εδαφική λωρίδα, και ειδικότερα, αφού την κατέλαβαν ως έδαφος, την έσκαψαν με εκσκαπτικά μηχανήματα σε βάθος τεσσάρων (4) μέτρων, καθιστώντας αυτή αδιάβατη και ισοπεδώνοντας με τον τρόπο αυτό το ακίνητό τους στη νότια αυτή πλευρά προς το μέρος που συνορεύει με τον επαρχιακό δρόμο ..., ενώ ταυτόχρονα συγκέντρωσαν την προκύπτουσα ποσότητα χώματος σε παράπλευρο σημείο του ακινήτου τους (επιχωμάτωση).
Η δημιουργηθείσα νέα κατάσταση απεικονίζεται στις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες, οι εναγόμενοι, δε, ομολογούν την πράξη τους αυτή, πλην όμως ισχυρίζονται ότι ενήργησαν με τον τρόπο αυτό για την αυτοδύναμη προστασία της νομής τους επί του ακινήτου τους, λόγω της διατάραξης αυτής από την ενάγουσα, η οποία διερχόταν χωρίς δικαίωμα από την διαμορφωθείσα το πρώτον από τους ίδιους επίδικη εδαφική λωρίδα.
Εφόσον, όμως, η ενάγουσα είχε αποκτήσει, κατά τα προαναφερθέντα, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας δικαίωμα δουλείας οδού σε βάρος του ακινήτου των εναγόμενων, και ειδικότερα δικαίωμα να διέρχεται από την προπεριγραφόμενη εδαφική λωρίδα, η ενέργεια αυτή των εναγομένων προσέβαλε παράνομα και αυθαίρετα το δικαίωμά της αυτό, απορριπτομένου του ισχυρισμού αυτών (των εναγομένων) περί διατάραξης της δικής τους νομής ως ουσία αβασίμου".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά την πρώτη επικουρική της βάση και την αναγνώρισε δικαιούχο πραγματικής δουλείας οδού υπέρ του ακινήτου της και εις βάρος του ακινήτου των αναιρεσειόντων της επίδικης εδαφικής λωρίδας, υποχρεώνοντας τους τελευταίους να την επαναφέρουν στην προ της προσβολής κατάσταση και απαγορεύοντας σ’ εκείνους κάθε μελλοντική προσβολή του, ως άνω, δικαιώματος της αναιρεσείουσας.
Κρίνοντας έτσι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη, δεν παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες σ’ εκείνη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, εφόσον για την εφαρμογή τους ούτε απαίτησε περισσότερα στοιχεία, ούτε αρκέσθηκε σε λιγότερα από αυτά που απαιτεί ο νόμος, αλλ’ ούτε και προσέδωσε σ’ εκείνες έννοια διαφορετική από την αληθινή, ιδίως ως προς την επ’ ονόματι της ψιλής κυρίας (αναιρεσείουσας) άσκηση νομής από τον επικαρπωτή (πατέρα της), ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω ο από τον ίδιο, ως άνω, αριθμό και άρθρο του ΚΠολΔ, κατά το σχετικό σκέλος του δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο ποιά διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν.
Εξάλλου, με τον δεύτερο, κατά το σχετικό σκέλος του, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις ισχυριζόμενοι ότι αυτή, λόγω ανυπαρξίας αιτιολογιών άλλως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, δεν έχει νόμιμη βάση. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αντιφατικότητάς του, αφού η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας αντιφάσκει προς την επικαλούμενη ανεπάρκεια αιτιολογιών για τα ίδια ζητήματα.
Εάν, εξάλλου, θεωρηθεί ότι ο σχετικός λόγος στηρίζεται στην ανεπάρκεια των αιτιολογιών, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος αφού το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα αφενός της από την αναιρεσίβλητη-ενάγουσα κτήσης, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, του δικαιώματος δουλείας οδού σε βάρος του ακινήτου των αναιρεσειόντων-εναγόμενων και αφετέρου της παράνομης προσβολής τούτου από τους τελευταίους, ενώ κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτος, αφού οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπάρκειες αναφέρονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και άρα απαράδεκτος, όταν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο εκκαλών - αναιρεσείων πρότεινε στο εφετείο και μάλιστα με λόγο έφεσης και όχι με τις προτάσεις τον ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ. (ΑΠ 852/2015).
Ως εκ τούτου ο πρώτος πρόσθετος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι λόγω του υφισταμένου στη μείζονα περιοχή ... νομικού καθεστώτος (ν. 4067/2012, ΓΟΚ 1955 και 1973, π.δ. 24/1985), το δεσπόζον ακίνητο της αναιρεσίβλητης δεν ήταν περίκλειστο, ώστε να υφίσταται ανάγκη δουλείας οδού, είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο δικόγραφό των προσθέτων λόγων αν και πως ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 559 αριθ. 1 και 560 αριθ.1 ΚΠολΔ ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ( και 560 αριθ. 6) ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ’ εκείνη, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Για να θεμελιωθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει η αοριστία της αγωγής να προταθεί νομοτύπως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επαναφερθεί νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το γεγονός δε τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο (ΟλΑΠ 16/2000). Με τον δεύτερο πρόσθετο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι η αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αόριστη διότι στο δικόγραφό της α) δεν περιγράφεται με ακρίβεια η ταυτότητα του δουλεύοντος ακινήτου και δη η έκταση και τα όριά του και β) δεν αναφέρονται οι ειδικότερες ασκηθείσες από την αναιρεσίβλητη-ενάγουσα εμφανείς υλικές πράξεις, επιδηλωτικές της θέλησής της να την εξουσιάζει ως αλλότριο πράγμα.
Ο λόγος αυτός, ως προς μεν το υπό στοιχείο α’ σκέλος του είναι απαράδεκτος, ως εμπίπτων, κατά τα προεκτεθέντα στην περίπτωση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχη διάταξη στο άρθρο 560 ΚΠολΔ που αφορά τις αναιρέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως εν προκειμένω, ως προς δε το υπό στοιχείο β’ σκέλος του είναι αβάσιμος διότι, όπως και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων συνομολογείται, στο εισαγωγικό αγωγικό δικόγραφο της αναιρεσείουσας αναφέρεται η φράση "...
και μετά από ανεμπόδιστη και ανεπίληπτη συνεχή και καλόπιστη με διάνοια δικαιούχου, άσκηση οιονεί νομής δουλείας διέλευσης εκ μέρους εμού και των δικαιοπαρόχων μου...", η οποία προσδιορίζει κατά τρόπο ορισμένο την άσκηση της επίδικης δουλείας οδού (άρθρο 1120 ΑΚ), με την παράθεση των κατά μήκος και πλάτος διαστάσεών της.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 7-4-2017 αίτηση των Κ. Γ. του Θ., Α. Γ. του Θ. και Γ. Γ. του Θ. για την αναίρεση της υπ’ αριθ. 51/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και τους από 16-7-2017 προσθέτους λόγους αυτής.
Απορρίπτει την αναίρεση και τους προσθέτους λόγους της.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ