509/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated509/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 23/11/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Απόστολου Παπαγεωργίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 509 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 509/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1)Α. Α., κατοίκου ..., 2)Α. Β., κατοίκου ..., 3)Ε. Γ., κατοίκου ..., 4)Ε. Λ., κατοίκου ... και 5)Ι. Π., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διαμαντή Καρυώτη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ & ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΥΦΛΩΝ (Κ.Ε.Α.Τ.)" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γιαλλούρη και από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βιολέττα Βασιλάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι κατάθεσαν προτάσεις.
Το δεύτερο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νικολαΐδη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/5/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2519/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1926/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 19/2/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 23/11/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Απόστολου Παπαγεωργίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την κρινόμενη με αριθμό κατάθεσης ...2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1926/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής κατ’ επιτρεπτή, κατά το άρθρο 261 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, επί της με αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2012 από 11-5-2012 αγωγής των ήδη αναιρεσειουσών, με αίτημα, όπως παραδεκτά περιορίσθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγουσών στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αλλά και με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της αγωγής των στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, α) να αναγνωρισθεί ως άκυρη η από 23-2-2012 καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους και να υποχρεωθούν τα εναγόμενα να τις επαναπροσλάβουν στη θέση και με τα ίδια καθήκοντα και όρους που είχαν πριν τις 23-2-2012 και β) να υποχρεωθούν τα εναγόμενα να τους καταβάλουν εις ολόκληρον i) στην πρώτη 22.467,42 ευρώ, ii) στη δεύτερη 29.919,25 ευρώ, iii) στην τρίτη 32.785,45, iv) στην τέταρτη 32.089,66 ευρώ και v) στην πέμπτη 29.238,77 ευρώ, ποσά που αντιστοιχούν σε δεδουλευμένες αποδοχές τους, σε μισθούς υπερημερίας και σε χρηματική τους ικανοποίηση ποσού 5.000 ευρώ για την καθεμία, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους ποσό καθίσταται ληξιπρόθεσμο, εκδόθηκε πρωτοδίκως η 2519/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, απέρριψε ως μη νόμιμο το κεφάλαιο της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, απέρριψε την αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγομένη και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη, αναγνωρίζοντας ότι είναι άκυρη η από 23-2-2012 καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών από την πρώτη εναγομένη και επιδικάζοντας στην πρώτη ενάγουσα 16.187,59 ευρώ, στη δεύτερη 23.929,55 ευρώ, στην τρίτη 26.694,54 ευρώ.
στην τέταρτη 25.989,56 ευρώ και στη πέμπτη 23.268,77 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την από 14-10-2013 έφεση της πρώτης εναγομένης, την από 25-11-2013 έφεση των εναγουσών και από τον πρόσθετο λόγο της πρώτης των εφέσεων, εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 1926/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με απορριπτική επ’ αυτής κατ’ ουσίαν κρίση, καθόσον εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλουμένη, κράτησε την υπόθεση ως προς τα μη απορριφθέντα κεφάλαια, δίκασε την αγωγή ως προς αυτά και απέρριψε αυτή, ως προς αυτά, ως ουσία αβάσιμη.
Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης εναντιώνονται οι ηττηθείσες ενάγουσες - εκκαλούσες και εφεσίβλητες- με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια η υπόθεση. Ειδικότερα:
2.- Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός ιδρύεται αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέστηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008). Αντιθέτως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλ’ αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν όλα τα κατ’ είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 8 που επικαλούνται οι ανεραισείουσες), προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της έφεσης, και ειδικότερα, α) την από 5-7-2011 εξώδικη πρόσκληση - γνωστοποίηση - διαμαρτυρία τους προς την εναγομένη (...), περί διεκδίκησης των δεδουλευμένων αποδοχών τους, β) την από 8-7-2011 δεύτερη εξώδικη πρόσκληση -γνωστοποίηση - διαμαρτυρία τους περί απειλής εκ μέρους τους άσκησης δικαιώματος επίσχεσης εργασίας από 11-7-2011 σε περίπτωση που δεν καταβάλλονταν σε αυτές οι δεδουλευμένες αποδοχές τους, γ) την από 12-7-2011 εξώδικη δήλωση - απάντηση τους στην από 11-7-2011 εξώδικη απάντηση της πρώτης εναγομένης, και δ) την από 9-8-2011 εξώδικη δήλωση -απάντηση τους στην από 1-8-2011 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία-πρόσκληση της πρώτης εναγομένης, από τα οποία προκύπτει ότι οι τρεις πρώτες ενάγουσες δεν άσκησαν καταχρηστικά το δικαίωμα της από 11-7-2011 επίσχεσης εργασίας τους.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και εντεύθεν πρέπει να απορριφθεί, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία έγγραφα, ελήφθησαν υπόψιν έκαστο εξ αυτών, τόσον αυτοτελώς όσο και σε συνδυασμό μεταξύ τους, προς συναγωγήν δικαστικών τεκμηρίων" σε συνδυασμό και με τις σκέψεις που περιέχει η προσβαλλόμενη για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω έγγραφα και τα συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματος του.
Μάλιστα στην προσβαλλόμενη γίνεται και ρητή μνεία του πρώτου, δευτέρου και τετάρτου των ως άνω εγγράφων. Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση , ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο κατά το άρθρο 561 ΚΠολΔ.
3.- Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997). αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 178/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγουν το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες ισχυρισμούς τους περί ακυρότητας της εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, 1) επειδή έγιναν για λόγους εμπάθειας και εκδίκησης και 2) επειδή έγιναν κατά τη διάρκεια της νόμιμα ασκηθείσας εκ μέρους τους επίσχεσης εργασίας.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη ανελέγκτως δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η πρώτη των εναγομένων - εφεσίβλητων και εκκαλούσα - ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων - αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία υπό την επωνυμία "...", νομίμως συσταθείσα το έτος 1999, υπό του δευτέρου εναγομένου - εφεσίβλητου ΝΠΔΔ - ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου - υπό την επωνυμία ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΥΦΛΩΝ [ΚΕΑΤ] και υπό του σωματείου υπό την επωνυμία "Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών" [ΠΣΤ], έχει σκοπό την επικουρική κάλυψη των αναγκών εκπαίδευσης, επαγγελματικής κατάρτισης και πληροφόρησης των τυφλών και μερικώς βλεπόντων μελών της μαθητιώσης και σπουδαζούσης νεολαίας, καθώς και των ενηλίκων...Από το καταστατικό αυτής προκύπτει ότι σκοπός της είναι η υποβοήθηση του έργου του ΚΕΑΤ με ιδιωτικά κριτήρια, προκειμένου να αποφεύγονται οι αδυναμίες αυτού λόγω της απαγορεύσεως προσλήψεων ή διορισμών προσωπικού στο δημόσιο τομέα, κυρίως στον εκπαιδευτικό τομέα του έργου του, η διανομή των απαραίτητων σχολικών και πανεπιστημιακών βοηθημάτων, κατάλληλα προσαρμοσμένων κατά τη γραφή Braille ή σε κασέτες ήχου.
Προς επιτέλεση του εν λόγω σκοπού, έχει ανάγκη εκπαιδευτικών υπηρεσιών υπό Καθηγητών της Μέσης Εκπαιδεύσεως. Οι ενάγουσες - εκκαλούσες - εφεσίβλητες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως Καθηγήτριες Μέσης Εκπαιδεύσεως, πλην της πέμπτης, η οποία ήταν υπεύθυνος εποπτικού υλικού, στο πλαίσιο επιτελέσεως του ως άνω σκοπού της πρώτης των εναγομένων - εφεσίβλητων και εκκαλούσα.
Κατά της πρώτης, δευτέρας και τρίτης εξ αυτών, η πρώτη των εναγομένων - εφεσίβλητος - εκκαλούσα, είχε εγείρει την από 1.9.2005 αγωγή, στην οποίαν ιστορούσε ότι ήταν εργοδότης τους και ότι αυτές ηρνούντο να συμμορφωθούν με τους όρους της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας τους, παραπεμπουσών σε συλλογικές ρυθμίσεις, δια των οποίων καθορίζονται οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολουμένου από τα πάσης φύσεως, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρος, ΝΠ1Δ προσωπικού και ζητούσε να υποχρεωθούν σε συμμόρφωση.
Σε βάρος του δευτέρου εναγομένου- εφεσίβλητου, η πρώτη, δευτέρα και τρίτη των εναγουσών - εκκαλουσών - εφεσίβλητων, ήγειραν την από 15.12.2005 αγωγή. Σε αυτήν ιστορούσαν ότι : α] δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως Καθηγήτριες της πρώτης εναγομένης - εφεσίβλητου - εκκαλούσης, παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο δεύτερο των εναγομένων - εφεσίβλητο, β] η πρώτη εναγομένη -εφεσίβλητη - εκκαλούσα εργοδότιδά τους, τελεί σε πλήρη εξάρτηση από το δεύτερο εναγόμενο - εφεσίβλητο και συνεστήθη υπ’ αυτού, με προφανή σκοπό να εφοδιάζει με εξειδικευμένο προσωπικό - εκπαιδευτικούς την σχολή του, γ] οι ίδιες παρέχουν την αυτήν ακριβώς εργασία και υπό όμοιες συνθήκες, με τους μονίμους εκπαιδευτικούς του ΚΕΑΤ, με συνέπεια να δεσμεύονται αμφότερα τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα ως εργοδότες τους και ζητούσαν, α] να αναγνωρισθεί ότι, συνεδέοντο με το ΚΕΑΤ, από της προσλήψεως τους, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επικουρικώς δε να αναγνωριστεί πως το δεύτερο εναγόμενο - εφεσίβλητο είναι συνεργοδότης αυτών μετά της πρώτης εναγομένης - εφεσίβλητου - εκκαλούσης και β] να αναγνωρισθεί ως άκυρος ο όρος της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αυτών, δια του οποίου καθορίζεται το εβδομαδιαίο ωράριο τους σε 40 ώρες.
Επί των ως άνω, συνεκδικασθεισών αγωγών, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 1942/2006 οριστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δια της οποίας απερρίφθη η από 1.9.2005 αγωγή και έγινε εν μέρει δεκτή η από 15.12.2005 αγωγή και ανεγνωρίσθη ότι, το δεύτερο εναγόμενο - εφεσίβλητο είναι συνεργοδότης των πρώτης, δευτέρας, τρίτης των εναγουσών - εκκαλουσών -εφεσίβλητων μετά της πρώτης εναγομένης - εφεσίβλητου - εκκαλούσης.
Η ως άνω απόφαση εφεσιβλήθη υπό των εναγομένων - εφεσίβλητων και εκκαλούσης, εκδοθείσας της υπ’ αριθμ. 3081/2011 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, δια της οποίας εξηφανίσθη η ανωτέρω πρωτόδικος. Ειδικότερα, δια της εν λόγω τελεσιδίκου αποφάσεως εκρίθησαν τα ακόλουθα: 1} Το ΚΕΑΤ έχει συσταθεί δια του ΠΔ 265/2979 [ΦΕΚ Α’ 74], με σκοπό την κάλυψη των αναγκών εκπαιδεύσεως των τυφλών εν γένει και ειδικότερα την παροχή εκπαιδεύσεως στους τυφλούς τροφίμους αυτού και ότι, προς τούτο, χρησιμοποιείται εκπαιδευτικό προσωπικό της Πρωτοβαθμίου και Δευτεροβαθμίου Εκπαιδεύσεως.
Προς επιτέλεση του εν λόγω σκοπού, το ΚΕΑΤ και το ΠΣΤ, ίδρυσαν από κοινού την πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητο - εκκαλούσα, 2} Προς υλοποίηση του εν λόγω σκοπού, οι πρώτη, δευτέρα και τρίτη των εναγουσών - εκκαλουσών - εφεσίβλητων, προσελήφθησαν υπό της πρώτης εναγομένης - εφεσίβλητου - εκκαλούσης, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου, από του έτους 2003 μετατραπεισών σε αορίστου χρόνου, 3} Σύμφωνα με τις εν λόγω συμβάσεις, όφειλαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητο - εκκαλούσα εργοδότρια τους, καθημερινώς, από Δευτέρα έως Παρασκευή, απασχολούμενες 40 ώρες εβδομαδιαίως, με σύστημα βαρδιών, στις εγκαταστάσεις του ΚΕΑΤ, 4} Ως συλλογική ρύθμιση, συνεφώνησαν να εφαρμόζεται η εκάστοτε ρυθμίζουσα τους όρους αμοιβής και εργασίας του απασχολουμένου σε μη κερδοσκοπικού χαρακτήρος ΝΠΙΔ προσωπικού, 5} Δεν απεδείχθη ότι, παρεχωρήθησαν υπό της πρώτης εναγομένης- εφεσίβλητου - εκκαλούσης στο ΚΕΑΤ, τελούσες υπό τις εντολές και οδηγίες αυτού.
Το ότι κατά το άρθρο 6 του καταστατικού της πρώτης εναγομένης -εφεσίβλητου - εκκαλούσης, διαχειριστής και εκπρόσωπος αυτής είναι ο εκάστοτε εκπρόσωπος του ΔΣ του ΚΕΑΤ, ο οποίος προσλαμβάνει και απολύει το προσωπικό της, δεν οδηγεί στην κάμψη της νομικής αυτοτέλειας αυτής, διότι η χρησιμοποίηση της νομικής της προσωπικότητος, για τον σκοπό που καλείται να επιτελέσει, δεν άγει σε αποφυγή εκπληρώσεως ήδη αναληφθεισών υποχρεώσεων.
Συνεπώς, η πρώτη, δευτέρα και τρίτη των εναγουσών - εκκαλουσών - εφεσιβλήτων, δεν συνδέονται από της προσλήψεως τους, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με το ΚΕΑΤ, ούτε αυτό είναι συνεργοδότης τους, 6} Η πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητος - εκκαλούσα δεν λειτουργεί ως σχολική μονάδα, κατά την έννοια του Ν. 1566/1985. Ως εκ τούτου, ως προς το εργασιακό καθεστώς των πρώτης, δευτέρας και τρίτης των εναγουσών- εκκαλουσών εφεσίβλητων, δεν ισχύει ο εν λόγω νόμος και ειδικότερα, το άρθρο 14 αυτού, αλλά, αντιθέτως, εφαρμογής τυγχάνουν οι ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, για τους όρους αμοιβής και εργασίας του απασχολουμένου σε μη κερδοσκοπικού χαρακτήρος ΝΠΙΔ προσωπικού. Ταύτα, ως προς την πρώτη, δευτέρα, και τρίτη των εναγουσών - εκκαλουσών - εφεσίβλητων έχουν κριθεί δυνάμει δεδικασμένου, σύμφωνα με τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη εκτενώς διαλαμβανόμενα.
Συνεπώς, ως προς αυτές, η από 25-11-2013 έφεση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ως προς το δεύτερο εναγόμενο - εφεσίβλητο, ελλείψει παθητικής αυτού νομιμοποιήσεως. Περαιτέρω, η τετάρτη και πέμπτη των εναγουσών - εκκαλουσών - εφεσίβλητων, προσελήφθησαν υπό της πρώτης εναγομένης - εφεσίβλητου εκκαλούσης, ως εκπαιδευτικός και ως υπεύθυνη σχεδιασμού και κατασκευής ειδικού εποπτικού υλικού, αντιστοίχως, στο πλαίσιο της υλοποιήσεως του ως άνω σκοπού παροχής εκπαιδεύσεως στους τυφλούς.
Οι συνθήκες προσλήψεως και παροχής υπηρεσιών, ήταν αυτές με των πρώτης, δευτέρας και τρίτης. Οι δε οδηγίες και εντολές, στις οποίες έπρεπε να συμμορφώνονται και να εκτελούν, προήρχοντο αποκλειστικώς από την πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητο - εκκαλούσα, της οποίας η νομική προσωπικότης δεν κάμπτεται δια του άρθρου 6 του καταστατικού της, καθότι, ως αποδεικνύεται, το διευθυντικό δικαίωμα το ασκούσε στην πράξη αυτή και όχι το δεύτερο εναγόμενο - εφεσίβλητο.
Εξάλλου, ως προς την τετάρτη και πέμπτη των εναγουσών - εκκαλουσών - εφεσίβλητων, δεν υπήρξε διαφοροποίηση του νομικού καθεστώτος παροχής της εργασίας τους στην πρώτη εναγομένη εφεσίβλητο - εκκαλούσα, ήτοι, ως προσωπικό ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρας, υπήγοντο στις ρυθμίσεις των ισχυουσών ΚΥΑ, κατά τα ανωτέρω, ανεξαρτήτως του ότι η πέμπτη ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητος δεν παρείχε υπηρεσίες εκπαιδευτικού, αλλά ήταν υπεύθυνη σχεδιασμού και κατασκευής ειδικού εποπτικού υλικού.
Περαιτέρω, οι πόροι για την λειτουργία της πρώτης εναγομένης εφεσίβλητου - εκκαλούσης, βάσει του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 1866/1989, προέρχονται από τα ακαθάριστα έσοδα της ιδιωτικής τηλεοράσεως, κατά ποσοστό 0,3%. Το ποσοστό αυτό κατανέμεται στο ΚΕΑΤ και ΠΣΤ, ήτοι στους συνιδρυτές της πρώτης εναγομένης - εφεσίβλητου -εκκαλούσης, από την Επιτροπή Ελέγχου Εφαρμογής Διατάξεων του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 1866/1989 [εφεξής "Επιτροπή"] και εν συνεχεία διοχετεύεται στην πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητο - εκκαλούσα, η οποία το χρησιμοποιεί για την υλοποίηση του σκοπού της και, συνεπώς, κατά ένα μέρος, και για την μισθοδοσία του προσωπικού της.
Η εν λόγω Επιτροπή συγκροτείται με αποφάσεις της νομοθετικής και ενέργειες της εκτελεστικής εξουσίας. Στην συγκρότηση της και λειτουργία της, ούτε η πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητος - εκκαλούσα, ούτε το ΚΕΑΤ, ούτε το ΠΣΤ, συμμετέχουν. Η Επιτροπή λειτουργούσε μέχρι 4.3.2011, οπότε και έληξε η θητεία της. Δεν συγκροτήθη εκ νέου και, συνεπώς, δεν λειτούργησε, κατά την χρονική περίοδο από μηνός Μαρτίου 2011 έως και μηνός Δεκεμβρίου 2012.
Κατ’ ακολουθίαν, κατά την περίοδο αυτή, η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητος - εκκαλούσα στερείτο πόρων. Προκειμένου να συγκροτηθεί η Επιτροπή με νέα σύνθεση και να προβεί στην κατανομή των πόρων, έγιναν από τους ακόλουθους φορείς, οι ακόλουθες ενέργειες : 1) Η πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητος - εκκαλούσα, δια της διαχειρίστριας αυτής Π.
Π., συνυπέγραψε την υπ’ αριθμ. ...08.04.2011 επιστολή του ΚΕΑΤ προς τον αναπληρωτή Υπουργό ... Τ. Χ., επισημαίνοντας την καθυστέρηση συγκροτήσεως της Επιτροπής και τις εξ αυτού του λόγου προκληθείσες δυσχέρειες στην παροχή των οφειλόμενων υπηρεσιών από το ΚΕΑΤ και την ιδία, 2) Ο Π.Σ.Τ, συνιδρυτής και εταίρος της πρώτης εναγομένης - εφεσίβλητου - εκκαλούσης, απέστειλε την υπ’ αριθμ. ....4.2011 επιστολή προς τον Αναπληρωτή Υπουργό ...
Τ. Χ., επισημαίνοντας ότι, μετά την διοικητική μεταρρύθμιση και την μεταφορά της σχετικής Διευθύνσεως από την Γενική Γραμματεία Ενημερώσεως στο Υπουργείο ... και την συμπτωματική λήξη της τριετούς θητείας της Επιτροπής (4 Μαρτίου 2011), δημιουργήθη άμεσο πρόβλημα λειτουργίας των δικαιούχων φορέων [ΚΕΑΤ - ΠΣΤ] και καταβολής της μισθοδοσίας των εργαζομένων τους.
Για τον λόγο αυτόν, με την ως άνω επιστολή, ο Πρόεδρος του ΠΣΤ, ζητούσε συνάντηση με τον Αναπληρωτή Υπουργό προκειμένου να βρεθεί νομική ή νομοθετική λύση, δια της αμέσου καταθέσεως σχετικής τροπολογίας στη Βουλή, επανασυγκροτήσεως και λειτουργίας της Επιτροπής, 3) Στο αίτημα αυτό παρέσχε στήριξη και η Εθνική Ομοσπονδία Τυφλών, ο επίσημος Κοινωνικός Εταίρος της Πολιτείας για θέματα τυφλότητας και μέλος της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με αναπηρία, η οποία, ομοίως, ζήτησε από τον Αναπληρωτή Υπουργό ..., με το υπ’ αριθμ. ...05.2011 έγγραφο της, άμεση συνάντηση, 4) Την ανάγκη αμέσου επανασυγκροτήσεως και λειτουργίας της Επιτροπής ζήτησε και η Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία [ΕΣΑμεΑ], η οποία απέστειλε την υπ’ αριθμ. ...03.05.2011 επιστολή προς τον Αναπληρωτή Υπουργό ...
Τ. Χ., επισημαίνοντας ότι, χωρίς την εκταμίευση της σχετικής οικονομικής ενισχύσεως, δεν θα είναι δυνατόν για τους αρμοδίους φορείς να ανταπεξέλθουν στο έργο τους. Ο ανασχηματισμός της κυβερνήσεως, που τότε επακολούθησε, προκάλεσε ανάσχεση στη δρομολογηθείσα λειτουργία της Επιτροπής, επιπλέον δε υπήρχε για μέρες διάχυτη η πληροφόρηση για την εκ νέου μεταφορά της Επιτροπής, 5) Με το υπ’ αριθμ.
πρωτ... νεότερο έγγραφο της 24.06.2011, το ΚΕΑΤ απευθύνθη στον Υπουργό ... Π. Γ., εκθέτοντας το προκληθέν οικονομικό πρόβλημα, λόγω της καθυστερήσεως συγκροτήσεως και επαναλειτουργίας της Επιτροπής. Στο έγγραφο αυτό επισημαίνετο η αδυναμία της πρώτης εναγομένης - εφεσίβλητου - εκκαλούσης καταβολής των δεδουλευμένων του προσωπικού της από μηνός Φεβρουάριου 2011 και εκπληρώσεως λοιπών υποχρεώσεων της (ασφαλιστικές εισφορές, Φ.Μ.Υ κλπ), 6 ) Με την υπ’ αριθμ. ...6.2011 επιστολή του, ο ΠΣΤ, τόνισε την δυσχερή οικονομική κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει το ΚΕΑΤ και ο ίδιος, 7) Η ΕΣΑμεΑ, με την υπ’ αριθμ.
πρωτ. .../28.06.2011 επιστολή της προς τον Υπουργό ... Π. Γ., ζήτησε την προσωπική παρέμβαση του για την άμεση συγκρότηση και επαναλειτουργία της Επιτροπής, 8) Ο ΠΣΤ απέστειλε την υπ’ αριθμ. πρωτ. ....07.2011 νέα επιστολή, δια της οποία τόνιζε την αδυναμία αντιμετωπίσεως των οικονομικών, εκπαιδευτικών, οργανωτικών και λειτουργικών προβλημάτων, τα οποία έχουν σωρευθεί στο ΚΕΑΤ και τον ίδιο.
εξαιτίας της καθυστερήσεως λειτουργίας της Επιτροπής, παρέχουν ζωτικής σημασίας υπηρεσίες για τους Έλληνες τυφλούς "βρίσκονται έρμαια συνεχών αλλαγών και πολιτικών αποφάσεων και περιέρχονταν αναγκαστικά σε οικονομικό αδιέξοδο, αδυνατώντας να ανταποκριθούν στο κοινωνικό τους έργο", 10) Με νέα επιστολή της Διοικητού και Προέδρου του Δ.Σ.
του Κ.Ε.Α.Τ., με αριθμ. πρωτ. .../01.09.11, προς τους ανωτέρω Υπουργούς ... και ..., επανετέθη το πρόβλημα της μη λειτουργίας της Επιτροπής και της συνακολούθου παύσεως χρηματοδοτήσεως του ΚΕΑΤ και εν συνεχεία της πρώτης εναγομένης - εφεσίβλητου - εκκαλούσης, με αποτέλεσμα την διακοπή της μισθοδοσίας των εργαζομένων της, 11) Ο ΠΣΤ απέστειλε την υπ:
αριθμ. πρωτ. ....09.2011 επιστολή διαμαρτυρίας στην οποία ανέφερε χαρακτηριστικά, ότι οι αρνητικές συμπτώσεις και η γραφειοκρατία, είχαν ως αποτέλεσμα να υφίστανται τις συνέπειες τους με τον σκληρότερο τρόπο οι φορείς που παρείχαν υψίστης σημασίας κοινωνικό έργο για τους Έλληνες τυφλούς και ευρίσκοντο, πλέον, σε πλήρη αδυναμία εκπλήρωσης των βασικών τους υποχρεώσεων.
Η Πολιτεία, προκειμένου να επιλύσει το ζήτημα, προέβη σε εκ νέου νομοθετική ρύθμιση με την ψήφιση του Ν.4025/2011 [ΦΕΚ 228/Α/2.11.2011 ], στο άρθρο 40 παρ. και 8 του οποίου προέβλεπε τη σύσταση της Επιτροπής. Ενώ αναμένετο η επαναλειτουργία της Επιτροπής στο Υπουργείο ..., κατά το αμέσως προσεχές διάστημα μετά τη δημοσίευση του Ν.4025/2011, η αλλαγή της Κυβερνήσεως και ο ορισμός νέου Υπουργού ... (ΦΕΚ 25 1/Α/2.11.2011) καθώς και ο καθορισμός των αρμοδιοτήτων του προς τον ... [ ΦΕΚ. 2792/Β/8.12.201 ] στις αρχές Δεκεμβρίου 2011, επέφεραν περαιτέρω καθυστέρηση στην συγκρότηση και λειτουργία της Επιτροπής.
Εν τέλει, με την υπ’ αριθμ, 24197/16.12.2011 Απόφαση του Υπουργού ..., δημοσιευθείσα στις 19.12.2011 [ΦΕΚ 442, Τεύχος Υπαλλήλων Ειδικών Θέσεων και Οργάνων Διοίκησης φορέων του δημοσίου και ευρύτερου δημοσίου τομέα], η Επιτροπή συγκροτήθη και λειτούργησε τον Ιανουάριο 2012. Περαιτέρω, με το υπ’ αριθμ. ....6.2011 της πρώτης εναγομένης - εφεσίβλητου - εκκαλούσης, οι πρώτη, δευτέρα και τρίτη των εναγουσών - εκκαλουσων - εφεσίβλητων, ενημερώθηκαν για την υπ’ αριθμ. 3081/2011 ως άνω απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, δημοσιευθείσης στις 20.6.2011.
Άπασες οι ενάγουσες - εκκαλούσες - εφεσίβλητες απέστειλαν στην πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα - εφεσίβλητο, την από 5.7.2017 εξώδικη διαμαρτυρία, ζητώντας την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών Φεβρουάριου - Μαΐου 2011, μέχρι τις 7.7.2011. Μη καταβλειθησών κατά την ημερομηνία αυτή, απέστειλαν στην εργοδότιδά τους, την από 8.7.2011 εξώδικη δήλωση, δια της οποίας της γνωστοποίησαν ότι από τις 11.7.2011 θα προβούν σε επίσχεση εργασίας.
Η πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητος - εκκαλούσα, απέστειλε στις ανωτέρω την από 1.8.211 εξώδικο δήλωση, με την οποίαν τις καλούσε να άρουν την επίσχεση, συμμορφούμενες προς την υπ’ αριθμ. 3801/2011 ως άνω απόφαση. Οι ενάγουσες - εκκαλούσες - εφεσίβλητες, δια της από 9.8.2011 εξωδίκου δηλώσεως τους, επέρριψαν ευθύνη στην ανωτέρω, διότι παρέλειψε να προβεί σε αναζήτηση εφευρέσεως λύσεως καταβολής των δεδουλευμένων - συμπεριλαμβανομένου, πλέον, και αυτών του μηνός Ιουνίου 2011 - και ότι, θα συνεχίσουν την επίσχεση εργασίας.
Η ένδικος διαφορά ήχθη ενώπιον του Σώματος Επιθεωρήσεως Εργασίας, όπου, στις 19.9.2011, η πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητος - εκκαλούσα δήλωσε πως υπαίτιο για την μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγουσών - εκκαλουσών - εφεσίβλητων, ήταν το Δημόσιο. Στις 8/12/2011,16/1/2012 και στις 13/2/2012, ήτοι, μετά την συγκρότηση και λειτουργία της Επιτροπής, οι ενάγουσες - εκκαλούσες - εφεσίβλητες έλαβαν μέρος των δεδουλευμένων τους αποδοχών.
Στις 23.2.2012, η πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητος - εκκαλούσα προέβη στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών - εκκαλουσών - εφεσίβλητων.
Συνεπώς, από το σύνολο και τον συνδυασμό των ανωτέρω αποδειχθέντων, προκύπτουν, συμπερασματικώς, τα ακόλουθα : Οι πρώτη, δευτέρα και τρίτη των εναγουσών - εκκαλουσών - εφεσίβλητων ήσκησαν καταχρηστικώς το δικαίωμα επισχέσεως εργασίας, λόγω του δεδικασμένου εκ της 3081/2011 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου.
Υποχρεούντο να συμμορφωθούν στο νομικό καθεστώς, στο οποίο εκρίθη τελεσιδίκως ότι υπήγοντο, ως προσωπικό ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρος και, βασίμως, η πρώτη εναγομένη -εφεσίβλητος - εκκαλούσα τις κάλεσε προς τούτο, με την ως άνω εξώδικη δήλο)ση, ζητώντας την άρση της επισχέσεως εργασίας. Η τετάρτη και πέμπτη των εναγουσών - εκκαλουσών - εφεσίβλητων ήσκησαν καταχρηστικώς το δικαίωμα επισχέσεως εργασίας, διότι η πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητος - εκκαλούσα, δεν ήταν υπαίτιος για την μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών Φεβρουάριου - Ιουνίου 2011, αλλά η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, η οποία καθυστέρησε επί ένα έτος σχεδόν να συγκροτήσει και να επαναλειτουργήσει την ανωτέρω Επιτροπή.
Η δε πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητος - εκκαλούσα προέβη σε άμεσες και συνεχείς ενέργειες, μετά του ΚΕΑΤ και ΠΣΤ, προς την νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, προκειμένου αυτή να πράξει τα κατά νόμω. Οι ενέργειες αυτές ήταν στο πλαίσιο των δυνατοτήτων της, ήτοι, δεν παρέλειψε να προβεί σε κάποια ενέργεια που ηδύνατο να προβεί.
Ειδικότερα, σε ουδεμία νομική ενέργεια ηδύνατο να προβεί προκειμένου να συγκροτηθεί και λειτουργήσει η Επιτροπή. Επιπλέον, τον Νοέμβριο του έτους 2011, έλαβε από το ΚΕΑΤ δάνειο 50.000 ευρώ, προκειμένου να καταβάλλει μέρος των δεδουλευμένων του προσωπικού του. Το ότι έλαβε το εν λόγω δάνειο κατά την ανωτέρω ημερομηνία και όχι νωρίτερα, δεν συνιστά παράλειψη της, αλλά ενέργεια άκρας επιμέλειας προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων της, αφού, επί μακρά σειρά μηνών, προσπαθούσε να ωθήσει την νομοθετική και εκτελεστική εξουσία στην συγκρότηση και λειτουργία της Επιτροπής, τονίζοντας ότι, υφίστανται μη καταβληθείσες δεδουλευμένες αποδοχές του προσωπικού της.
Ως εκ τούτου, η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών -εκκαλουσών - εφεσίβλητων, οι οποίες έλαβαν, κατά δόσεις, την αποζημίωση τους, δεν ήταν καταχρηστική μη προερχομένη από λόγους εμπαθείας και εκδικήσεως, ενώ, εξάλλου, η πρώτη εναγομένη εφεσίβλητος - εκκαλούσα διέθετε το υπέρ αυτής, εκ της 3081/2011 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, δεδικασμένο.
Κατ’ επέκτασιν, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο ισχυρισμός αυτής, περί καταγγελίας για οικονομοτεχνικούς λόγους, οφειλόμενους στην μείωση των εσόδων της και αύξηση των εξόδων της από του έτους 2008 και εντεύθεν - εν συνδυασμώ προς την στέρηση πόρων, άνευ υπαιτιότητας της, επί ένα έτος σχεδόν - και ειδικότερα :
α] Κατά το έτος 2008 : Έσοδα 933.280,42 ευρώ, Δαπάνες, 1.064,250,35 ευρώ, β] Κατά το έτος 2009 : Έσοδα 883.028,99 ευρώ, Δαπάνες 1.075.181,31 ευρώ, γ] Κατά το έτος 2010 : Έσοδα, 999.070,69 ευρώ, Δαπάνες, 1.092,42 ευρώ , δ] Κατά το έτος 2011 : Έσοδα 290.000 ευρώ, Δαπάνες, 886.120,42 ευρώ και ε] Κατά το έτος 2012 : 673.960 ευρώ, Δαπάνες, 773.991,97 ευρώ. Ο ισχυρισμός των εναγουσών - εκκαλουσών - εφεσίβλητων ότι, η πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητος - εκκαλούσα προσέφυγε στο έσχατο μέσο της καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων, χωρίς να προσπαθήσει να αντιμετωπίσει τους οικονομοτεχνικούς λόγους με ηπιότερα μέσα, όπως την διαθεσιμότητα ή την εκ περιτροπής εργασία, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν τον προέβαλαν πρωτοδίκως αν και ηδύναντο [ άρθρα 520 παρ. 1 και 2, 522, 527 παρ. 2 εδ, γ’ και δ’ , 269 ΚΠολΔ, ΑΠ 88/2011, ΑΠ 341/2011, ΝΟΜΟΣ ].
Εξάλλου, η πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητος - εκκαλούσα, προέβη στην καταγγελία και άλλων συμβάσεων εργασίας του προσωπικού της. Ειδικότερα : Στις 23.02.2012, ήτοι, την αυτή ημερομηνία καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων των εναγουσών - εκκαλουσών -εφεσίβλητων, απελύθη η Ε. Λ. Λ., στις η Χ. Κ., στις 30.03.2012 η Γ. Σ., στις 17.07.2012 η Α.-Π.
Π., στις 23.07.2012 η Α. Ρ., στις 3.10.2012 η Α. Τ., στις 21.11.2012 η Α. Κ., Σ. Σ. και της κυρίας Β. Γ., στις 07.72.2012 η Α. Κ. και Δ. Λ. και στις η Α. Σ.. Το εάν οι ανωτέρω υπάλληλοι ανήκαν ή όχι στο εκπαιδευτικό προσωπικό της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσης - εφεσίβλητου δεν ασκεί έννομη συνέπεια, αφού, οι αποδειχθέντες οικονομικοί λόγοι αφορούν στο σύνολο της λειτουργίας αυτής, η οποία λειτουργία δυσχεράνθη άνευ υπαιτιότητας της.
Κατά συνέπεια, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την μη καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως και ως προς το ότι, καταχρηστικώς κατηγγέλθησαν οι ανωτέρω συμβάσεις εργασίας. Κατά συνέπεια, έσφαλε και ως προς την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, λόγω επισχέσεως εργασίας.
Έσφαλε, επίσης, ως προς την απόρριψη του αιτήματος επαναπροσλήψεως των εναγουσων - εκκαλουσών - εφεσίβλητων, ως αορίστου, το οποίο είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο και ως προς την απόρριψη του αιτήματος περί καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, ως νόμω αβασίμου, το οποίο είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο".
Με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους προβληθέντες από τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ισχυρισμούς των περί ακυρότητας της εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, 1) επειδή έγιναν για λόγους εμπάθειας και εκδίκησης και 2) επειδή έγιναν κατά τη διάρκεια της νόμιμα ασκηθείσας εκ μέρους τους επίσχεσης εργασίας, τους οποίους όμως απέρριψε ρητά ως αβάσιμους, αφού δέχθηκε 1) ότι η γενόμενη από την πρώτη αναιρεσίβλητη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειουσών είναι έγκυρη (δεν έγινε για λόγους εμπάθειας και εκδίκησης αλλά για λόγους οικονομοτεχνικούς) και 2) ότι η επίσχεση εργασίας έγινε από τις αναιρεσείουσες καταχρηστικά. Κατά συνέπειαν και ο ανωτέρω λόγος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) ευρώ (ΚΠΟΛΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-2-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμό 1926/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ