Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court's assessment of disability impact on future is within its discretion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision awarding disability compensation. The appellant argued the lower court erred by considering unproven foot deformities, while the appellee contended the court properly assessed the disability's impact on future employment prospects. The court ruled that evaluating the future economic and social consequences of a disability is a discretionary judicial function, and the lower court's findings were based on a proper assessment of the evidence rather than considering extraneous facts.
Legislator headnote
AI generatedArt. 931 Civil Code; Art. 559(8a) Code of Civil Procedure: The court's assessment of whether a disability or deformity affects the person's future is a matter of judicial discretion based on common experience, and appeals challenging this evaluation as considering unproven facts are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 509 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 509/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας "ΓΕΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α." το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αργυρώς Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Β. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Κωλέττη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2007 και αριθ.καταθ.84309/3712/13-4-200 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5649/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4956/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-4-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 16-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου", ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες, είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη αυτή προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικός συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης, που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας πράγμα που συμβαίνει ιδιαίτερα σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία.
Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό, οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί (ΑΠ 670/2006).
Το ποσό του επιδικαζομένου εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ.
αξίωσης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ. δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα επί της αξιώσεως αποζημιώσεως του άρθρου 929 του ίδιου Κώδικα, όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται κατ' αρχήν το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας του παθόντος βλάβη του σώματος ή της υγείας του και το ποσοστό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του τελευταίου, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η χρηματική παροχή της πρώτης διατάξεως δεν αποτελεί αποζημίωση, δεν συνδέεται δηλ.
με συγκεκριμένη μελλοντική περιουσιακή ζημία αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας η παραμορφώσεως και προσδιορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου με βάση τους προεκτεθέντες λόγους.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση και γενικότερα ως πρός την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Αντιφατικότητα δε των αιτιολογιών, η οποία ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης εξ αιτίας αυτής, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τ' ακόλουθα αναφορικά με την από το άρθρο 931 ΑΚ αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου. Ο ενάγων εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος είχε υποστεί κάταγμα δεξιάς κνήμης και διπολικό κάταγμα δεξιάς περόνης, υποβλήθηκε δε σε χειρουργική επέμβαση εξωτερικής οστεοσύνθεσης για το πρώτο ως άνω κάταγμα και σε ενδομυελική συγκράτηση δια βελόνης Steinmann για το δεύτερο κάταγμα στο Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός" όπου διακομίστηκε, ενώ παρέμεινε εκεί νοσηλευόμενος για χρονικό διάστημα 16 συναπτών ημερών, ήτοι από 11-10-2005 έως τις 27-10-2005, οπότε εξήλθε του νοσοκομείου και του χορηγήθηκε αρχικά αναρρωτική άδεια 2 μηνών.
Στη συνέχεια, στις 21-3-2006, στο ίδιο παραπάνω νοσοκομείο, ο ενάγων υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης. Ο ενάγων, για όλο το αμέσως παραπάνω χρονικό διάστημα της νοσηλείας του στο νοσοκομείο, αλλά και μεταγενέστερα, ήτοι μετά την έξοδο του από αυτό (27-10-2005), έως τις 21-3-2006, οπότε του αφαιρέθηκε η εξωτερική οστεοσύνθεση, είχε πλήρη αδυναμία βαδίσεως.
Παρά δε την ως άνω χειρουργική επέμβαση, στην οποία υποβλήθηκε προς αποκατάσταση της υγείας του και της σωματικής του ακεραιότητας, εμφανίζει ωστόσο μόνιμη μερική αναπηρία σε ποσοστό 40%, λόγω του ότι τα τέσσερα δάκτυλα (2° έως 5°) του δεξιού ποδός παρουσιάζουν παραμόρφωση γαμψοδακτυλίας με συνοδό μυϊκή αδυναμία και έντονο περιορισμό κινήσεως στην ποδοκνημική άρθρωση που τον καθιστούν oλικά ανίκανο για την άσκηση του επαγγέλματος του ηλεκτρονικού μηχανικού, καθώς και για οποιοδήποτε άλλο, κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμο, επάγγελμα που απαιτεί ορθοστασία ή βάδιση κατά την άσκηση του, αν όχι δια βίου και εφ' όρου ζωής, όπως έχει αποφανθεί ο διορισθείς με την ως άνω απόφαση πραγματογνώμων, αλλά και ο τεχνικός σύμβουλος της εναγομένης ιδιώτης ιατρός Μ.
Ε., χειρουργός ορθοπεδικός τουλάχιστον από την ημερομηνία του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος διαρκώς έως και το έτος 2012. Επομένως, ο ενάγων, ο οποίος δεν είναι μεν ανίκανος για την εκτέλεση οιασδήποτε εργασίας, έχει όμως καταστεί ανίκανος για να εκτελέσει την εργασία για την οποία εκπαιδεύτηκε, καθώς δεν μπορεί να ασκήσει το επάγγελμα του ηλεκτρονικού μηχανικού που απαιτεί πολύωρη ορθοστασία, δικαιούται αποζημιώσεως λόγω απώλειας εισοδημάτων από την παραπάνω εργασία ...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η ανωτέρω μερική μόνιμη αναπηρία του ενάγοντος καθώς και η προαναφερθείσα σωματική του παραμόρφωση, αφενός στερούν τον ενάγοντα από τη δυνατότητα να εργασθεί όντας σε μία παραγωγική ηλικιακά περίοδο, αφού κατά τον χρόνο του τραυματισμού του ήταν 29 ετών, ενώ ακόμη και αν στο απώτερο μέλλον κατορθώσει να απασχοληθεί και να ασκήσει το παραπάνω επάγγελμα, για το οποίο εκπαιδεύτηκε, θα υπολείπεται, έναντι των συνομηλίκων συναδέλφων του, αφού, εκείνοι θα προηγούνται επαγγελματικώς του ενάγοντος και θα έχουν περισσότερα εφόδια, εμπειρίες και προσόντα, λόγω του ως άνω τροχαίου ατυχήματος του.
Επίσης, ο ενάγων έχει εμφανή χωλότητα στο βάδισμα του, λόγω του ως άνω τραυματισμού του. Το γεγονός δε αυτό αναμφισβήτητα θα τον επηρεάσει στην προσωπική του ζωή, στις σχέσεις του με το άλλο φύλλο και την εν γένει κοινωνική του παράσταση. Ως εκ τούτου, ο ενάγων δικαιούται, ως ειδική πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 Α.Κ., λόγω της ανωτέρω αναπηρίας και παραμορφώσεως, το ποσό των 70.000 ευρώ.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβίασης εκ πλαγίου της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσίβλητος συνεπεία του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα κατέστη μόνιμα μερικά ανάπηρος σε ποσοστό 40% και η αναπηρία του αυτή είχε δυσμενείς επιπτώσεις στο κοινωνικό και οικονομικό αυτού μέλλον καθ' όσον ειδικότερα, δεν προσδιορίζει τα αίτια της εμφάνισης γραμμοδακτυλίας στα τέσσερα δάκτυλα του δεξιού ποδός του αναιρεσιβλήτου και περαιτέρω, αντιφατικές, καθ' όσον ενώ αρχικά δέχεται ότι η αναπηρία που εμφανίζει τον καθιστά ανίκανο για την άσκηση του επαγγέλματος του ηλεκτρονικού μηχανικού έως και το έτος 2012, στη συνέχεια δέχεται ότι η αναπηρία του θα έχει επίπτωση στο οικονομικό αυτού μέλλον.
Ο αναιρετικός ως άνω λόγος κατά το σκέλος του αυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου ελλείψεις όμως αναγόμενες στην αιτιολόγηση του σαφώς διατυπούμενου αποδεικτικού ως άνω πορίσματος αναφορικά με τη μόνιμη μερική αναπηρία του αναιρεσίβλητου συνεπεία του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα και των επιπτώσεων της αναπηρίας του αυτής στο εν γένει κοινωνικό και οικονομικό αυτού μέλλον, δεν θεμελιώνουν αυτές και μόνο, τον αναιρετικό αυτό λόγο.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 929 εδ.α ΑΚ που ορίζει ότι σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει εκτός από τα νοσήλεια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον, εξ αιτίας της αύξησης των δαπανών του, προκύπτει, ότι ο παθών μπορεί να απαιτήσει την αποκατάσταση της μελλοντικής θετικής ζημίας του, η οποία περιλαμβάνει ορισμένες συνήθως επαναλαμβανόμενες και διαρκείς δαπάνες, που γίνονται για τον περιορισμό ή την ελάφρυνση των δυσμενών συνεπειών, οι οποίες παραμένουν στον παθόντα, μετά την αποκατάσταση της σωματικής βλάβης.
Κατ' εξαίρεση δε μπορεί το Δικαστήριο όταν το ζητήσει ο παθών και συντρέχει σπουδαίος λόγος, να την επιδικάσει σε κεφάλαιο εφ' άπαξ. Σπουδαίος λόγος υπάρχει, όταν συγκεντρωμένη η αποζημίωση μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του δικαιούχου της αποζημιώσεως ή όταν υπάρχουν δυσμενείς προσωπικοί ή οικονομικοί λόγοι στην πλευρά του υπόχρεου της αποζημιώσεως.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τ' ακόλουθα αναφορικά με τη ζημιά που υπέστη ο αναιρεσίβλητος συνεπεία της ανικανότητάς του προς εργασία λόγω του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα. Ο ενάγων για όλο το χρονικό διάστημα της νοσηλείας του στο Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός" όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης των καταγμάτων που υπέστη από το ένδικο ατύχημα ήτοι από 11.10.2005 έως τις 27.10.2005, αλλά και μεταγενέστερα, ήτοι κατά την έξοδό του από αυτό (27-10-2005), έως τις 21-3-2006, οπότε του αφαιρέθηκε η εξωτερική οστεοσύνθεση, είχε πλήρη αδυναμία βαδίσεως.
Παρά δε την ως άνω χειρουργική επέμβαση, στην οποία υποβλήθηκε προς αποκατάσταση της υγείας του και της σωματικής του ακεραιότητας, εμφανίζει ωστόσο μόνιμη μερική αναπηρία σε ποσοστό 40%, λόγω του ότι τα τέσσερα δάκτυλα (2° έως 5°) του δεξιού ποδός παρουσιάζουν παραμόρφωση γαμψοδακτυλίας με συνοδό μυϊκή αδυναμία και έντονο περιορισμό κινήσεως στην ποδοκνημική άρθρωση που τον καθιστούν ολικά ανίκανο για την άσκηση του επαγγέλματος του ηλεκτρονικού μηχανικού, καθώς και για οποιοδήποτε άλλο, κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμο, επάγγελμα που απαιτεί ορθοστασία ή βάδιση κατά την άσκηση του, - αν όχι δια βίου και εφ' όρου ζωής, όπως έχει αποφανθεί ο διορισθείς με την ως άνω απόφαση πραγματογνώμων, αλλά και ο τεχνικός σύμβουλος της εναγομένης ιδιώτης ιατρός Μ.
Ε., χειρουργός ορθοπεδικός (βλ. σχ. την από 17-7-2008 πραγματογνωμοσύνη του), -τουλάχιστον από την ημερομηνία του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος διαρκώς έως και το έτος 2012. Επομένως, ο ενάγων, ο οποίος δεν είναι μεν ανίκανος για την εκτέλεση οιασδήποτε εργασίας, έχει όμως καταστεί ανίκανος για να εκτελέσει την εργασία για την οποία εκπαιδεύτηκε, καθώς δεν μπορεί να ασκήσει το επάγγελμα του ηλεκτρονικού μηχανικού που απαιτεί πολύωρη ορθοστασία, δικαιούται αποζημιώσεως λόγω απώλειας εισοδημάτων από την παραπάνω εργασία του με εναρκτήριο χρόνο από την ημερομηνία του τραυματισμού του έως και το έτος 2012, αφού για το μετέπειτα χρονικό διάστημα το σχετικό κονδύλιο και αίτημα της αγωγής πρέπει να απορριφθεί, λόγω προώρου ασκήσεως του.
Ειδικότερα, ο ενάγων, από την ως άνω εργασία του και επαγγελματική του ενασχόληση, θα αποκόμιζε, κατά μέσον όρο, καθαρά κέρδη 800 ευρώ μηνιαίως και, επομένως, δικαιούται το ποσό των 4.800 ευρώ, που αντιστοιχεί στο β' εξάμηνο του έτους 2006 (ήτοι 800 ευρώ Χ 6 μήνες), καθώς και 9.600 ευρώ (800 ευρώ μηνιαίως Χ 12 μήνες) για έκαστο των ετών 2007, 2008, 2009, 2010, 2011 και 2012, ήτοι συνολικά δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των 62.400 ευρώ.
Με τον πρώτο ωσαύτως λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 929 ΑΚ διότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό ως άνω πόρισμα αναφορικά με την ανικανότητα προς εργασία του αναιρεσιβλήτου λόγω του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα και τη ζημία που υπέστη συνεπεία αυτής καθόσον ειδικότερα δεν διευκρινίζει εάν ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν πριν το ατύχημα και σε καταφατική περίπτωση που εργαζόταν, εάν εργαζόταν ως ελεύθερος επαγγελματίας ή ως υπάλληλος γραφείου και ποίο το ύψος των αποδοχών του. Ο αναιρετικός ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά το προαναφερθέν σκέλος διότι με την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου περί της ανικανότητας του αναιρεσιβλήτου να ασκήσει το επάγγελμα του ηλεκτρονικού μηχανικού για το οποίο εκπαιδεύτηκε έως και το έτος 2012, δηλαδή, πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονταν στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος εξ αυτών και σαφώς διατυπωμένου αποδεικτικού ως άνω πορίσματος.
Επειδή, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ.8α ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Επομένως δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα υπέρ της βασιμότητας της αγωγής ή ενστάσεως, τα οποία αντλούνται από το νόμο η από την εκτίμηση των αποδείξεων, τα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενο των αποδείξεων.
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο ενάγων εμφανίζει μόνιμη μερική αναπηρία σε ποσοστό 40% παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν νομίμως και συγκεκριμένα ότι "τα τέσσερα δάκτυλα (2ο έως 5ο) του δεξιού ποδός του παρουσιάζουν παραμόρφωση γαμψοδακτυλίας με συνοδό μυϊκή αδυναμία και έντονο περιορισμό κινήσεως στην ποδοκνημική άρθρωση" καίτοι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτέλεσε στοιχείο της αγωγής του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον ο ως ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα υπό την προεκτεθείσα του όρου έννοια, αλλά πραγματικό επιχείρημα αντίθετο προς την ιστορική βάση της αγωγής (τραυματισμός και ανικανότητα του ενάγοντος προς εργασία), την οποία το δικαστήριο άντλησε από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 4.4.2012 αίτηση αναιρέσεως της 4956/2011 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθέν, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.4.2012 αίτηση αναιρέσεως της 4956/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ