509/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 509 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 509/2012
Legislator headnote
AI generated509/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 509 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 509/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 509 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 509/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ετερόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Χ. Β. και Σια Ε.Ε.", που εδρεύει στην Κηφισιά και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της Χ. Β. και Ε. Κ., 2) Χ. Β. του Γεωργίου, ατομικά και ως εκκαθαριστή της Ετερόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Χ. Β. και Σια Ε.Ε.", κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Σινανιώτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Χ. του Α., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αθανασίου Αθανασά και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/11/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8836/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσίβλητος με την από 26/6/2007 αίτησή του και τους από 16/2/2008 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 556/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 8863/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 4022/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/9/2010 αίτησή τους και τους από 30/11/2011 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 13/10/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των κυρίων και προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 4022/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 91 § 1 του ΝΔ 3026/1954" περί κώδικας των Δικηγόρων", ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην των δαπανών και αμοιβή για κάθε εργασία αυτού δικαστική ή εξώδικη ενώ κατά την § 1 του άρθρου 92 του ίδιου κώδικα", τα της αμοιβής του δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλη διεξαγωγήν της δίκης, είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή άλλης πάσης φύσεως νομικής εργασίας, εν ουδεμία δε περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται την εν άρθρων 98 και επομ. ελαχίστων ορίων αυτής". Σύμφωνα δε με το εδάφιο β της τελευταίας αυτής διατάξεως, που προστέθηκε με την § 3 του άρθρου 5 του ΝΔ/τος 4272/1962 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 1093/1980 "πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος, ανεξαρτήτως του χρόνου συνάψεώς της". Από το συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος του δικηγόρου ως εργαζόμενου, αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους δικηγορικού λειτουργήματος, συνάγεται ότι η αμοιβή του δικηγόρου ρυθμίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέως του, με την οποία ο τελευταίος αναθέτει στο δικηγόρο το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μίας μόνο κατ' ιδίαν πράξεως ή του συνόλου των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει για το σύνολο των ενεργειών του ορισμένη αμοιβή και αν δεν καταρτίστηκε συμφωνία για την αμοιβή, ο δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή τα ελάχιστα όρια αυτής, που ορίζονται από τα άρθρα 98 επ. του δικηγορικού κώδικα, ενώ η συμφωνία για λήψη μικρότερης των ελαχίστων ορίων της καθορισμένης στα άρθρα 98 επ του ίδιου κώδικα, ανεξαρτήτως του χρόνου συνάψεώς του ήτοι πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας και υπό οποιαδήποτε μορφή και αν συνάπτεται, όπως αφέσεως χρέους, κατ' άρθρο 454ΑΚ ή άλλης συμφωνίας, είναι άκυρη και κατ' άρθρο 180 ΑΚ, θεωρείται μη γενόμενη. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 98 επ. και 160 του κώδικα περί Δικηγόρων, ο δικηγόρος στον οποίο ανατέθηκε η εντολή ελέγχου των τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου και συντάξεως σχετικής εκθέσεως, κατ' εντολή εκείνου που προτίθεται να καταρτίσει δικαιοπραξία αγοράς του ακινήτου, είτε κτήσεως άλλου εμπράγματου δικαιώματος, εάν επακολουθήσει η κατά το επόμενο άρθρο 161 σύνταξη σχεδίου δημοσίου εγγράφου, οφείλεται στο δικηγόρο αμοιβή, η οποία ορίζεται στο 1,5% του ποσού της αξίας του ακινήτου. Στην αμοιβή αυτή περιλαμβάνεται και εκείνη που προβλέπεται από το άνω άρθρο 161 του ίδιου κώδικα. Αν δεν επακολουθήσει σύνταξη εγγράφου ή σχεδίου, η οφειλόμενη αμοιβή στο δικηγόρο ορίζεται σε ποσοστό 1.3 που ορίζεται κατά τα ανωτέρω. Κατά δε το άρθρο 161 § 1 του άνω κώδικα όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 25 του Ν. 723/1977 " δια την σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων ιδιωτικών ή δημοσίων εγγράφων περί πάσης φύσεως δικαιοπραξιών, το ελάχιστο όριον αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται επί τη βάσει της αξίας του αντικειμένου αυτής: α) δια το μέχρι 5.000.001 δραχμών ποσόν, σε ποσοστό 1% και β) δια το από 5.000.001δραχμών, ποσόν σε ποσοστό 0,5%,"κατά δε την § 5 του ίδιου άρθρου "επί δι-καιοπραξίας επί πλειόνων αντικειμένων, το όριο τούτο κανονίζεται κατά τα ανωτέρω, επί τη βάσει της αξίας που έχουν εν συνόλω τα αντικείμενα αυτά". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, εκτός των άλλων, ότι προκειμένου περί εργολαβικής συμβάσεως που καταρτίστηκε με βάση σχέδιο του ενάγοντος δικηγόρου, με την οποία μεταβιβάζονται ποσοστά εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, έναντι της κατασκευής οικοδομής από ανεξάρτητες και αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, ορισμένες των οποίων συμφωνείται να περιέλθουν στον οικοπεδούχο και ορισμένες στο εργολάβο, η αμοιβή του συντάξαντος το σχέδιο του εργολαβικού δικηγόρου κατ' εντολή του εργολάβου, καθορίζεται από την αξία των ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων, κτισμάτων) που περιέρχονται στον εντολέα του εργολάβο, η κατασκευή των οποίων αποτελεί το αντικείμενο του έργου και όχι από την αξία όλων των ιδιοκτησιών που ανεγέρθησαν βάσει τη εργολαβικής συμβάσεως.Ως αξία του ακινήτου επί του οποίου υπολογίζεται το ανωτέρω ποσοστό (1,5%) της δικηγορικής αμοιβής νοείται η πραγματική αγοραία αξία του.
Σύμφωνα με το άρθρο 190 του κώδικα Δικηγόρων, οι απαιτήσεις των δικηγόρων για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους παραγράφονται μετά από μία πενταετία, η οποία αρχίζει αν μεν πρόκειται για διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες πράξεις από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε η σχετική πράξη αν δε πρόκειται για δίκες από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε η τελευταία διαδικαστική πράξη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αξίωση του δικηγόρου για την αμοιβή του γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο ενήργησε την εξώδικη πράξη ή την τελευταία διαδικαστική πράξη στη δίκη, ή έπαυσε από οποιοδήποτε λόγο να εκπροσωπείται τον εντολέα του, ο χρόνος δεν της παραγραφής αρχίζει από το τέλος του έτους στο οποίο εμπίπτει η κατά τα ανωτέρω γένεση της αξιώσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 251 ΑΚ, που εφαρμόζεται συμπληρωματικά στις ρυθμιζόμενες από το προαναφερόμενο άρθρο 190 κώδικα Δικηγόρων περιπτώσεις, η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης δεν είναι δυνατή και από νομικούς λόγους, εφόσον δηλαδή συντρέχουν νομικά κωλύματα που καθιστούν αυτή αδύνατη, είτε γιατί το ορίζουν ρητές ειδικές διατάξεις που την απαγορεύουν ευθέως, είτε διότι υφίσταται αναβλητική ένσταση του μη απαιτητού ή ληξιπρόθεσμου της αξιώσεως, εξαιτίας συμφωνημένης αναβλητικής αίρεσης ή προθεσμίας, η οποία έχει ως αναγκαίο κατά νόμο αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της δικαστικής επιδιώξεως της απαιτήσεως για ορισμένο χρόνο, δεδομένου ότι από το άρθρο 12 § 3 κώδικα Δικηγόρων, "επιτρέπεται συμφωνία εξαρτώσα την αμοιβή του δικηγόρου εξ οιασδήποτε αιρέσεως". Εξάλλου, με το λόγο αναιρέσεως του αριθμ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ελέγχεται το σφάλμα στη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), του νομικού συλλογισμού ή στην υπαγωγή της ελάσσονος προτάσεως (πραγματικές παραδοχές) στην μείζονα, εφόσον υπάρχει σφάλμα και στο διατακτικό. Αν το σφάλμα εντοπίζεται στην ελάσσονα πρόταση, ήτοι όταν η περιγραφή των περιστατικών είναι τόσο "ατελής", ή "ελλιπής" ή "αντιφατική", ώστε να μην μπορεί να διαγνωσθεί, αν τα περιστατικά υπάγονται στον εφαρμοστέο νομικό κανόνα, η παράβαση ελέγχεται με τον λόγο του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: περί τα μέσα του έτους 1991, ο δεύτερος των εναγομένων και ήδη αναιρεσείων Χ. Β., ενδιαφερόμενος για την κατασκευή καταστημάτων σε οικόπεδο ... επί της οδού ..., ήλθε σε επικοινωνία με τον ενάγοντα δικηγόρο και ακολούθως του ανέθεσε ατομικά, δυνάμει της από 6-5-1992 έγγραφης συμβάσεως... την εντολή να ελέγξει τους τίτλους κυριότητας ακινήτου, που βρίσκεται στην περιοχή της Κηφισιάς και να συντάξει σχετική έκθεση αντί αμοιβής ποσού 15.000.000 δραχμών, την οποία και του κατέβαλε. Στη συνέχεια ο ως άνω Χ. Β., δυνάμει του από 15-7-1992 ιδιωτικού συμφωνητικού συστάσεως Ετερόρρυθμης Εμπορικής Τεχνικής Εταιρίας, συνέστησε ως μόνος ομόρρυθμος εταίρος, μαζί τους Κ. σύζυγο Χ. Β., Γ. Χ. Β., Ε. Κ., ως ετερορρύθμους εταίρους την ... εταιρεία με την επωνυμία "Χ. Β. και Σία ΕΕ", με σκοπό την ανέγερση, με το σύστημα της αντιπαροχής, συστήματος καταστημάτων με υπόγειους χώρους στάθμευσης στον προαναφερόμενο οικόπεδο, εκτάσεως 3886,36 τ.μ και αξίας ανά ... . Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο ενάγων κατόπιν εντολής της πρώτης εναγομένης, δια του νομίμου εκπροσώπου της, δεύτερου εναγομένου ανέλαβε να ελέγξει τους τίτλους και να παράσχει υπεύθυνη γνώμη περί του δικαιώματος ιδιοκτησίας επ' αυτού προς τον σκοπό να προβεί στη σύνταξη προσυμφώνου συμβολαίου και πράξεως σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας. Μετά δε τον έλεγχο τίτλων και τη σύνταξη έκθεσης για το ιδιοκτησιακό καθεστώς συνέταξε σχέδιο προσυμφώνου εργολαβικού και πράξης οριζόντιας ιδιοκτησίας με βάση δε τα σχέδια αυτά καταρτίστηκαν το υπ' αριθ. .../22-6-1994 προσύμφωνο συμβόλαιο εργολαβικού της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Μιχαλάτου-Πεφάνη και η υπ' αριθμ. .../1-12-1994 πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας της αυτής συμβολαιογράφου, με την οποία ο ιδιοκτήτης του ως άνω οικοπέδου ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στην εργολήπτρια πρώτη εναγόμενη ποσοστό 775/1000 αδιαιρέτως του οικοπέδου ως αντάλλαγμα για τις δαπάνες ανεγέρσεως επ' αυτού του συγκροτήματος παρακρατώντας για τον εαυτό του ποσοστό 225/1000 αδιαιρέτως. Η αμοιβή του ενάγοντα, με βάση την αγοραία αξία των ιδιοκτησιών που περιήλθαν στην πρώτη εναγόμενη ... υπολογίζεται ως εξής: Οι θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων με τα σχέδια του αρχιτέκτονος μηχανικού Σ. Α. ανέρχονται σε 210. Η αξία εκάστης θέσεως...επωλείτο κατά μέσον όρο αντί 5.000.000 δραχμών εκάστη ήτοι 210 θέσεις x 5.000.000 δραχμές =1.050.000.000 δραχμές, άλλως 3.081.435 ευρώ. Επομένως ο ενάγων δικαιούται αμοιβή το ποσό των 46.221,5 ευρώ (3.081.435 X 1,5%). Επίσης το Εφετείο δέχτηκε ότι ο ενάγων δικαιούται ως αμοιβή και τα ποσά : α) 40.618,5 ευρώ, β)31092 Ευρώ γ) 42069 και 35881 ευρώ για την προαναφερόμενη αιτία.
Συνεπώς η νόμιμη αμοιβή του για τον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας του άνω ακινήτου και την παροχή έκθεσης υπεύθυνης γνώμης για το δικαίωμα ιδιοκτησίας επί του ακινήτου αυτού, καθώς και τη σύνταξη στη συνέχεια με βάση τα δικά του σχέδια του ως άνω προσυμφώνου και πράξης οριζόντιας ιδιοκτησίας με τα οποία η εργολήπτρια εταιρεία προέβη στην ανοικοδόμηση του οικοπέδου με το σύστημα της αντιπαροχής α) των καταστημάτων, β) των αποθηκών και γ) των θέσεως στάθμευσής και των δύο κτιρίων ανέρχεται σε 195.882 (4.6221,5+ 40618, 5+ 31092 + 42069+ 35881) ευρώ. Από το ποσόν αυτό ο ενάγων παραιτείται του ποσού των 44.027 ευρώ (15.000.000 δραχμές) το οποίο έχει εισπράξει σύμφωνα με το από 20-9-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό και το οποίο σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στο παραπάνω συμφωνητικό αφορά αμοιβή του για τον έλεγχο των τίτλων. Επομένως ο ενάγων δικαιούται από την παραπάνω αιτία το συνολικό ποσό των 151.855 (195.882- 44.027) ευρώ, θα του επιδικαστεί όμως το ποσόν των 144.086 ευρώ στο οποίο περιόρισε την απαίτηση του, ενώ η συνολική του απαίτηση ανέρχεται σε 145553,30 (144086 + 1467,3) ευρώ. Το ποσόν αυτό αποτελεί την ελάχιστη αμοιβή τυ ενάγοντα που προβλέπεται από τις διατάξεις του κώδικα δικηγόρων που προαναφέρθηκαν και συνεπώς η από 20-9-1996 συμφωνία με την οποία ορίστηκε ως ελάχιστη αμοιβή το ποσόν των 30.000.000 δραχμών είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη καθόσον πρόκειται περί αμοιβής κατώτερης από την ελάχιστη που υπολογίστηκε όπως παραπάνω στον ποσόν 153.322. 3 ευρώ. Περαιτέρω δέχτηκε το Εφετείο ότι " αποδείχτηκε ότι με το άρθρο 2 του από 20-9-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι " ως αμοιβή του δεύτερου των συμβαλλομένων για τις αναφερθείσες εργασίες του συμφωνείται να καταβληθούν εις αυτόν παρά της ετερορρύθμου εταιρείας Χ. Β. και ΣΙΑ ΕΕ 30.000.000 δραχμές εις μετρητά και δη ως εξής: α) ... β) ... και γ) δραχμές 10.000.000 το αργότερον μέχρις ολοκληρώσεως όλων των θεμάτων της αντιπαροχής". Με τον όρο αυτόν του συμφωνητικού συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων αναβλητική αίρεση μη απαιτητού της ληξιπρόθεσμης αξίωσης του ενάγοντα (αμοιβής του) για ορισμένο χρόνο ήτοι μέχρι ολοκληρώσεως όλων των θεμάτων της αντιπαροχής, η οποία έχει ως αναγκαίο επακόλουθο τον αποκλεισμό της δικαστικής επιδίωξης της απαίτησής του, για το χρόνο αυτό. Έτσι ο ενάγων δεν μπορούσε να επιδιώξει δικαστικά την απαίτησή του μέχρι 5-12-2000 που με ιδιωτικό συμφωνητικό αποφασίστηκε η λύση της εταιρείας την 31-12-2000 και ολοκληρώθηκαν όλα τα θέματα της αντιπαροχής και η έναρξη της παραγραφής άρχισε από το τέλος του έτους που ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της δηλ. την 31-12-2000 και ολοκληρώθηκε την 31-12-2005. Η κρινόμενη αγωγή κατατέθηκε την 14-4-2004 και επιδόθηκε στους εναγόμενους την 24-4-2004 δηλ. προ της συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε εν μέρει τις ένδικες αξιώσεις και υποχρέωσε τους εναγομένους σε ολόκληρο τον καθένα να καταβάλλουν στον ενάγοντα το ποσό των 145.553.30 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για τους ανωτέρω λόγους, κάνοντας δεκτή κατά ένα μέρος την έφεση των εναγομένων. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 91,92, 98 επ. 160, 161, 190 ΝΔ 3026/1954, 180, 201, 251 του ΑΚ. Επιπλέον διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τα ουσιώδη ζητήματα. "της συμφωνηθείσας δικηγορικής αμοιβής και της ακυρότητας αυτής, ως προς το μέρος που αφορά την αμοιβή, 2) του ύψους της νόμιμης ελάχιστης δικηγορικής αμοιβής που οφείλεται στον ενάγοντα, 3) της εν μέρει εξόφλησης αυτής από τους εναγόμενους, 4) της απόρριψης της ένστασης των εναγομένων περί παραγραφής των ανωτέρω ποσών που όφειλαν στον ενάγοντα και 5) την συμφωνία περί αναβλητικής αιρέσεως μη απαιτητού της ληξιπρόθεσμης αξίωσης του ενάγοντα για τον ανωτέρω χρόνο, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών δικαίου διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, τα περί αντιθέτου με τους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο κύριους και πρώτο πρόσθετο, λόγους αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ εκτιθέμενα είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 181 του ΑΚ, η ακυρότητα μέρους συνεπάγεται την ακυρότητα ολόκληρης της δικαιοπραξίας, αν συνάγεται ότι δεν θα επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος της. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ερμηνευτικός κανόνας, κατά τον οποίο, εάν ένα μέρος της δικαιοπραξίας είναι άκυρο, αυτή ισχύει κατά το υπόλοιπο μέρος της, εκτός εάν συνάγεται ότι αυτή δεν θα επιχειρείτο χωρίς το άκυρο μέρος. Επομένως, ο ισχυριζόμενος ότι η δικαιοπραξία, συνεπεία της ακυρότητας ενός μέρους της, είναι εξ ολοκλήρου άκυρη, οφείλει να επικαλεσθεί τα περιστατικά από τα οποία συνάγεται ότι οι δικαιοπρακτούντες (και επί συμβάσεως αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι) απέδωσαν κατά τη σύναψη της δικαιοπραξίας τέτοια σπουδαιότητα στο άκυρο μέρος της, ώστε εάν γνώριζαν τότε την ακυρότητα του μέρους αυτού, δεν θα προέβαιναν στη σύναψη της σύμβασης. Και τούτο απαιτείται γιατί δεν πρόκειται περί ερμηνείας της πραγματικής βούλησης των μερών, οπότε αυτή εξευρίσκεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αλλά περί αποδείξεως της υποθετικής βούλησης, η οποία θα προκύψει από την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών τα οποία επικαλείται ο ισχυριζόμενος την ακυρότητα της όλης δικαιοπραξίας προς συναγωγή της υποθετικής βούλησης. Εάν ο προτείνων την ακυρότητα του όλου δεν επικαλείται τα πραγματικά περιστατικά, ο ισχυρισμός του είναι αόριστος και άρα απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ δια της μη εφαρμογής της και κήρυξε μέρος μόνο της ένδικης συμβάσεως δικηγορικών υπηρεσιών ως άκυρο και δη: εκείνο το τμήμα της συμβάσεως με το οποίο ορίστηκε αμοιβή - του αναιρεσείοντος μικρότερη από την ελάχιστη που προβλέπουν οι προαναφερόμενες διατάξεις και όχι ολόκληρη την ένδικη σύμβαση, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται κακή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 181 ΑΚ είναι απαράδεκτος, διότι δεν προεβλήθησαν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τα ως άνω ειδικότερα περιστατικά από τα οποία εξαρτάται η εφαρμογή του εν λόγω άρθρου και συνεπώς το Εφετείο δεν είχε τη δυνατότητα να εφαρμόσει και δεν εφήρμοσε την εν λόγω διάταξη.
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακρόχρονη αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότ δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά, απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά της ένδικης αγωγής ως προς την καταβολή της δικηγορικής αμοιβής του ενάγοντος δικηγόρου, οι αναιρεσείοντες πρότειναν παραδεκτώς ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος. Ειδικότερα, ισχυρίζονται: 1) ότι από το έτος 1994 δεν τους όχλησε καθ' οιονδήποτε τρόπο ούτε άφησε να ευνοηθεί ότι η αμοιβή του θα ανερχόταν σε 218.851 ευρώ. 2)ότι υπό τα ως άνω περιστατικά πλήρους παραπλανήσεώς τους και η μετά δέκα έτη έγερση της αγωγής έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την ευθύτητα και την εντιμότητα που πρέπει να διέπουν τις συναλλαγές και προς τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος έτσι ώστε η άσκηση του να είναι καταχρηστική . Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον τα περιστατικά που επικαλούνται οι εναγόμενοι, όπως ότι ο ενάγων ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι η αμοιβή του καθορίζεται από την αξία των ιδιοκτησιών που περιέρχονταν σ' αυτόν ως αμοιβή για την εργολαβική σύμβαση ποσοστό επί της αξίας του οικοπέδου και των κτισμάτων και ότι ουδέποτε τους όχλησε για την καταβολή της αμοιβής του και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος, καθόσον μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση των δικαιωμάτων του από την παροχή υπηρεσιών του..... ή ότι τέτοιο δικαίωμα δεν θα ασκηθεί, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης. Δεν συνιστούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Επίσης ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο κύριο λόγο αναιρέσεως κατά τον από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό της συμφωνίας της 30-9-1996 ποσού 25.000.000 δρχ ή 73367,57 ευρώ που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον προστιθέμενο το ποσό αυτό σε εκείνα των συμφωνιών της 6-5-1996 και 20-9-1996 προσδίδει το ποσό των 205429.11 ευρώ, ως συμφωνηθείσα αμοιβή του ενάγοντα, η οποία είναι μεγαλύτερη της ελάχιστης προβλεπόμενης από τον κώδικα Δικηγόρων των 195.882 ευρώ και επομένως η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι πρέπει να αμειφθεί με ποσοστό 1% της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων είναι εσφαλμένη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό του ενάγοντος, πλην όμως δεν το εξέτασε γιατί το κεφάλαιο αυτό δεν είχε προσβληθεί με την έφεση του ενάγοντα, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχόμενου εγγράφου ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο κύριο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. προβάλλει ότι, το Εφετείο παραμόρφωσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του το περιεχόμενο του από 20-9-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού, από το οποίο αποδεικνύεται ότι ποσό των 15.000.000 δρχ. δεν συμπεριλαμβάνεται σ'αυτό, αλλά σε εκείνο το συμφωνητικό της 6-5-1992 και ήδη είχε ενωρίτερον εξοφληθεί. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, αλλά αφού το διέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-9-2010 αίτηση για αναίρεση της 4022/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και τους από 30-11-2010 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ