Legislator Case Law & Legislation
509/2008 AI generated

509/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 509/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21.08.2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 141/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 99/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15.05.2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 23.01.2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

509/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και ....... ένορκες βεβαιώσεις των συμβολαιογράφων Αθηνών Στελλίας Παναγιωτοπούλου και Χανίων Ιωάννας Μπαλάγκα - Ντουρουντάκη, που έχουν συνταχθεί με μέριμνα της ενάγουσας εταιρείας ύστερα από εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος, απ' τις υπ' αριθμ. ........ ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Αθηνών Στελλίας Παπαγιωτοπούλου προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε άλλη δίκη 2) .......

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 509 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 509/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "......... Ε.Ε", που εδρεύει στα ........ και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Φωτεινή Ντάλλα.

Του αναιρεσιβλήτου : ........., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Πιέρρος Πλαγιανάκος με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21.08.2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 141/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 99/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15.05.2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 23.01.2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 37/2-6-2005 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 99/2005 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 512/21-8-2001 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου οφειλόμενης αμοιβής από συνομολογηθείσα μετά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας σύμβαση έργου μεταδόσεως από τον διατηρούμενο από τον ενάγοντα ραδιοφωνικό σταθμό διαφημιστικών μηνυμάτων, κατά μερική παραδοχή της οποίας εκδόθηκε η 141/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 491/2003 έφεση της εναγομένης, η 99/2005 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα: Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν βεβαιώνεται με την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Κατά τις ενδιαφέρουσες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ...... και ......., που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, από τις υπ' αριθμ. .....

και ....... ένορκες βεβαιώσεις των συμβολαιογράφων Αθηνών Στελλίας Παναγιωτοπούλου και Χανίων Ιωάννας Μπαλάγκα - Ντουρουντάκη, που έχουν συνταχθεί με μέριμνα της ενάγουσας εταιρείας ύστερα από εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος, απ' τις υπ' αριθμ. ........ ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Αθηνών Στελλίας Παπαγιωτοπούλου προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε άλλη δίκη 2) .......

ένορκη βεβαίωση της συμβ/φου Χανίων Μαριλένας Σκυλουράκη - Ξεκουκουλιωτάκη και 3) ......... ένορκη βεβαίωση του συμβολαιογράφου Αχαρνών Αττικής Γεωργίου Κονταρούδη οι οποίες λήφθηκαν νόμιμα μετά από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του ενάγοντα και όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδεικνύονται τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά".

Από το παραπάνω σημειούμενο περιεχόμενο της αποφάσεως αβίαστα προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη οι παραπάνω αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, με ειδική μνεία αυτών. Επομένως ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος αναιρέσεως, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, ελέγχεται ως αβάσιμη, η προβαλλόμενη με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 551 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η πληττόμενη απόφαση κατέληξε στην κατ' ουσίαν παραδοχή των θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών περιστατικών χωρίς να βεβαιώνονται από το υπάρχον στην διάθεση του δικαστηρίου της ουσίας αποδεικτικό υλικό, όταν στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται ότι για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως επί της ουσίας στηρίχθηκε λαμβάνοντας υπόψη και εκτιμώντας τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων και τα έγγραφα, με ειδική μνεία των αποτελουσών ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο ενόρκων βεβαιώσεων. Με τους λόγους αυτούς αναιρέσεως κατά τρόπο απαράδεκτο εμμέσως, πλην σαφώς, πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΚΠολΔ 561 παρ. 1).

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ή την παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Προϋπόθεση όμως της ιδρύσεως του λόγου αυτός αναιρέσεως είναι η νομική βασιμότητα του παραλειφθέντος να ληφθεί υπόψη ισχυρισμού, αφού σε αντίθετη περίπτωση δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Β' Ολ. ΑΠ 14/2004). Με την έννοια αυτή η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού περί προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι απαράδεκτο της συζητήσεως, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όταν το απαράδεκτο, όπως το απαράδεκτο αυτό η αναστολή της διαδικασίας επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως που προηγήθηκε όπως είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως, ή και προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (ΚΠολΔ 110 παρ. 2) ή στην περίπτωση της παραλείψεως αναβολής της συζητήσεως κατά τα άρθρα 610 και 621 ΚΠολΔ, κατά την οποία ο διάδικος καθίσταται έκπτωτος του δικονομικού του δικαιώματος για την παρεμπίπτουσα αμφισβήτηση της οικογενειακής σχέσεως, που αποτελεί προϋπόθεση για τη διάγνωση της διαφοράς (βλ.

σχ. Ολ. ΑΠ 12/2000). Επομένως η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία λόγω εκκρεμοδικίας (ΚΠολΔ 222), μη επιβαλλομένη από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος δικονομικής ακυρότητας ή προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, διότι η αναστολή αυτή επιβάλλεται από το νόμο απλώς χάριν οικονομίας χρόνο και δαπάνης, καθώς, ιδία, και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, ενδεχόμενο όμως που αντιμετωπίζεται από το νόμο με την καθιέρωση λόγου αναψηλαφήσεως για την τελευταία απόφαση (ΚΠολΔ 544 παρ. 1, 549 παρ. 2).

Επομένως ο απομένων προς έρευνα δεύτερος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη επ' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 552 αρ. 8 ΚΠολΔ, ότι δε λήφθηκε υπόψη ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί εκκρεμοδικίας από την άσκηση προγενέστερης όμοιου περιεχομένου αγωγής, ελέγχεται ως αβάσιμος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στη σχετικής της αναφορά στην έφεση και στις κατατεθείσες ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της διαλαμβάνει παράλληλα ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε από το δικόγραφο της εν λόγω προηγούμενης αγωγής με άμεση δικονομική συνέπεια να θεωρείται πως δεν ασκήθηκε (ΚΠολΔ 295 παρ. 1 εδ. 1).

Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 183).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την 37/2-6-2005 αίτηση για αναίρεση της 99/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ