509/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated509/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): προς 339,395ΚΠολΔ. Επειδή, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. α ΚΠολΔ, όπως εκτιμήθηκε, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη, αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, δηλαδή τις καταθέσεις των αναφερόμενων σ΄ αυτόν μαρτύρων για ανταπόδειξη των ως άνω δικαιοπρακτικών δηλώσεων των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων που περιέχονται στο ........
Full text
Απόφαση 509 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 509/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) X1 ,2) X2 ,3) X3 και 4) X4, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Καμάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων:1) Ψ1 και 2) Ψ2 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευαγγέλου Γωγάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17047/2000 μη οριστική,13075/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 637/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-5-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 20-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης της 637/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.12 του άρθρου 559ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων σχετικά με την αποδεικτική δύναμη του με αριθμ. ........ συμβολαιογραφικού προσυμφώνου αγοραπωλησίας αγρού, με το οποίο οι δικαιοπάροχοί τους υποσχέθηκαν την πώληση του αναφερόμενου κληροτεμαχίου προς τον τρίτο Χ3, το οποίο οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν προς ανταπόδειξη του ισχυρισμού των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ότι μεταξύ των δικαιοπαρόχων τους και κληρονόμων του αρχικού κληρούχου Ψ1 χώρησε άτυπη διανομή των ακινήτων του κλήρου του τελευταίου, στο οποίο γίνεται μνεία ότι οι πωλητές πληρώθηκαν και έλαβαν, εκτός του γραφείου του συμβολαιογράφου, το τίμημα ο καθένας κατά την αναλογία του και ότι σε περίπτωση ματαίωσης της πώλησης υποχρεούνται να επιστρέψουν αυτό αλληλεγγύως, διότι κατά των παραπάνω δηλώσεων το Δικαστήριο επέτρεψε μάρτυρες, και έλαβε υπόψη, ως τεκμήριο, την αναφερόμενη ημιτελή κατάθεση μάρτυρα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ανωτέρω συμβολαιογραφικό προσύμφωνο λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο όχι προς άμεση απόδειξη αλλά ως δικαστικό τεκμήριο σε σχέση με τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων περί άτυπης διανομής, μεταξύ των διαδίκων των επίδικων ακινήτων, για τον οποίο τάχθηκαν αποδείξεις και με μάρτυρες, και επομένως αυτό εκτιμήθηκε ελεύθερα μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και οι καταθέσει των μαρτύρων, κατ΄ άρθρ. 340 σε συνδ.
προς 339,395ΚΠολΔ. Επειδή, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. α ΚΠολΔ, όπως εκτιμήθηκε, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη, αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, δηλαδή τις καταθέσεις των αναφερόμενων σ΄ αυτόν μαρτύρων για ανταπόδειξη των ως άνω δικαιοπρακτικών δηλώσεων των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων που περιέχονται στο ........
συμβολαιογραφικό προσύμφωνο πώλησης ακινήτου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο ως προς το θέμα της γενόμενης άτυπης διανομής των επίδικων ακινήτων μεταξύ των διαδίκων, για το οποίο τάχθηκαν οι δέουσες και με μάρτυρες, αποδείξεις, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εις βάρος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, το δε ανωτέρω έγγραφο προσκομίσθηκε από τους αναιρεσείοντες προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και επομένως αυτό εκτιμήθηκε ελεύθερα μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία κατ΄άρθρ.340 σε συνδ.προς 339,395ΚΠολΔ.
Επειδή, για το ορισμένο του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενη απόφασης, πρέπει, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων118 αριθ.4, και 566 ΚΠολΔ, να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στις πλημμέλειες που συγκροτούν το λόγο αυτό αναίρεσης, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος.
Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης(άρθρο 577 παρ. 1,2ΚΠολΔ)δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποίες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην το συνιστούν και να απορριφθεί για τον λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.
Η θέση αυτή είναι απολύτως σύμφωνη και με το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, διότι διασφαλίζει την από αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης καθενός στα δικαστήρια, το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής οιασδήποτε μορφής, η οποία θα επιτρέπει, ως εκ του ορισμένου περιεχομένου της, την από το δικαστήριο παροχή της αιτούμενης έννομης προστασίας και γιαυτό τα απαιτούμενα από το νόμο για το ορισμένο της εν γένει προσφυγής στα δικαστήρια, μορφή της οποίας είναι και το ένδικο μέσο της αναίρεσης, δεν δυσχεραίνουν αλλά μάλλον διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού με αυτά.
συγκεκριμενοποιείται το είδος αυτής. Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται σε περίπτωση παράβασης δικονομικού κανόνα δικαίου. Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον πρώτο λόγο, τρίτο μέρος της αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, ως προς τη δυνατότητα και το νόμιμο της ανταπόδειξης θεμάτων που περιέχονται σε δημόσιο έγγραφο με καταθέσεις μαρτύρων.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν αποδίδεται παραβίαση δικονομικών διατάξεων, που αναφέρονται στον τρόπο απονομής της ένδικης προστασίας. Με το δεύτερο λόγο, πρώτο μέρος αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ανεπάρκεια αιτιολογιών ως προς το θέμα της επικαλούμενης από τους αναιρεσίβλητους, ως γενόμενης κατά το έτος 1957 άτυπης διανομής των επίδικων ακινήτων.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν αναφέρονται σ΄ αυτόν οι παραδοχές του Εφετείου σχετικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα της άτυπης διανομής των επίδικων ακινήτων, αλλά οι όποιες αναφορές περιορίζονται στο συμπέρασμα που κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας σχετικά με το θέμα αυτό, ως εκ τούτου δε καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Επειδή, Επειδή, ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.
Αντίθετα δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενό του έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου η οποία σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ.
δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης από το ως άνω άρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά αυτό δεν επιτρέπεται στον Άρειο Πάγο.
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο, δεύτερο μέρος, αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του ...... συμβολαιογραφικού προσυμφώνου πώλησης του αναφερόμενου σ΄ αυτό επίδικου ακινήτου από τους δικαιοπαρόχους των διαδίκων προς τον αναφερόμενο τρίτο, το οποίο προσκομίσθηκε από τους αναιρεσείοντες προς ανταπόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων για τη διενέργεια άτυπης διανομής των επίδικων ακινήτων μεταξύ των δικαιοπαρόχων τους, καθόσον, ενώ στο εν λόγω έγγραφο γίνεται αναφορά, ότι το ποσό του τιμήματος ¨...εληρώθησαν και έλαβον οι πωληταί έκαστος κατά την αναλογία του σε μετρητά ..." και ότι "....
εν περιπτώσει ματαιώσεως.....της αγοραπωλησίας υπαιτιότητι των πωλητών υποχρεούνται ούτοι αλληλεγγύως να επιστρέψουν σε διπλούν το ληφθέν υπ΄αυτών άνω τίμημα....", το Εφετείο έδωσε στο ανωτέρω έγγραφο διάφορο περιεχόμενο ότι "...το τίμημα της προσυμφωνημένης αυτής αγοραπωλησίας εισέπραξαν οι ανωτέρω αδελφοί(.....
και ..... )..." και όχι όλοι οι πωλητές, όπως αναφέρεται στο έγγραφο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτεις ότι η ανωτέρω παραδοχή του Εφετείου, ως προς την είσπραξη του τιμήματος της αναφερόμενης στο ανωτέρω προσύμφωνο πώλησης ακινήτου, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, η οποία μάλιστα συνάχθηκε από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, όπως καταθέσεων μαρτύρων, χωρίς να εξαιρείται η ιδιαίτερη αποδεικτή αξία του εν λόγω εγγράφου για το αποδεικτέο θέμα της άτυπης διανομής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-5-2005 αίτηση αναίρεσης των Ψ2,κλπ, κατά της 637/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα(1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ