509/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated509/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ως εγκατάστατη κληρονόμο, τους δε ενάγοντες και τον εναγόμενο ως καταπιστευματοδόχους ολόκληρης της κληρονομίας μετά το θάνατο εκείνης που επήλθε στις 22-11-1987, οπότε επήχθη σ' αυτούς η κληρονομία (καταπίστευμα). Η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά της σχετικής απόφασης άσκησαν έφεση οι αναιρεσείοντες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 509 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 509/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1)Κ. Κ. του Ι., κατοίκου Η.Π.Α, 2)Ν. Κ. του Ι., κατοίκου Η.Π.Α, 3)Χ. Κ. του Ι., κατοίκου Η.Π.Α και 4) Γ. Κ. του Ι., κατοίκου Η.Π.Α που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Πετρόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου:Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Καμάρη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουνίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/ΤΠ/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 200/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-6-2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος ανέγνωσε την από 23-1-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την από 8-6-2001 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, οι ενάγοντες και τώρα αναιρεσείοντες, ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκληρονόμοι κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, επί της κληρονομίας του πατέρα τους Ι. Κ. που πέθανε στη Νάουσα στις 17-9-1948 και με βάση την από 20-6-1948 ιδιόγραφη διαθήκη του άφησε τα περιγραφόμενα επτά ακίνητα στη σύζυγό του και μητέρα τους Μ.
ως εγκατάστατη κληρονόμο, τους δε ενάγοντες και τον εναγόμενο ως καταπιστευματοδόχους ολόκληρης της κληρονομίας μετά το θάνατο εκείνης που επήλθε στις 22-11-1987, οπότε επήχθη σ' αυτούς η κληρονομία (καταπίστευμα). Η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά της σχετικής απόφασης άσκησαν έφεση οι αναιρεσείοντες.
Δικάζοντας την έφεση αυτή το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο πατέρας των διαδίκων Ι. Κ., κάτοικος εν ζωή ... που απεβίωσε την 17-9-1948, ήταν κατά το χρόνο του θανάτου του κύριος, νομέας και κάτοχος των παρακάτω ακινήτων: 1)... 2)... 3)... 4)...
Τα αναφερόμενα στην αγωγή (υπόλοιπα 3) υπό στοιχεία γ', ε' και στ' αγροτεμάχια που βρίσκονται το πρώτο στη θέση "..." και τα άλλα δύο στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής του Δήμου "Ανθεμίων", δεν ανήκαν κατά κυριότητα στον άνω πατέρα των διαδίκων, αλλά μετά το θάνατο αυτού αγόρασε αυτά ο εναγόμενος από τρίτους και κατέστη έτσι κύριος τούτων.
Επομένως η αγωγή ως προς τα ακίνητα αυτά πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη...". Η ως άνω αιτιολογία όμως, με βάση την οποία απορρίφθηκε η αγωγή σε σχέση με τα συγκεκριμένα τρία ακίνητα, είναι ελλιπής και ασαφής κατά το βάσιμο πρώτο λόγο της αναίρεσης, που προβάλλει αιτιάσεις από τον αριθ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά της σχετικής απορριπτικής διάταξης.
Ειδικότερα, με βάση το περιεχόμενο της αγωγής, στην κληρονομία του αποβιώσαντες Ι. Κ., πατέρα των διαδίκων περιλαμβάνονταν τα περιγραφόμενα επτά ακίνητα, ενώ ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος αρνήθηκε ότι περιλαμβάνονταν σ' αυτή και τα υπό στοιχεία γ', ε' και στ'. Το Εφετείο, χωρίς να διαλάβει κάτι σχετικό με την ευδοκίμηση ή όχι της απόδειξης που βάρυνε τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες σχετικά με τον αριθμό των ακινήτων της πατρικής κληρονομίας, ήχθη στην κρίση του, υιοθετώντας επί του κρίσιμου αυτού ζητήματος τους αρνητικούς ισχυρισμούς του εναγόμενου και ήδη αναιρεσιβλήτου, χωρίς να διαλαμβάνει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα σχηματίστηκε η δικανική πεποίθηση περί του ότι τα εν λόγω ακίνητα δεν ανήκαν στη νομή και κυριότητα του πατέρα των διαδίκων Ι.
Κ., κατά το χρόνο θανάτου του. Η δε αόριστη αναφορά περί αγοράς των ακινήτων από τον εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) σε μη προσδιοριζόμενο χρόνο, χωρίς συγκεκριμένη αναφορά και επίκληση των οικείων μεταβιβαστικών δικαιοπραξιών μεταξύ αγοραστή και τέως κυρίων και τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων, δεν είναι επαρκής αιτιολογία για την κτήση κυριότητας.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε απορριπτέα την αγωγή για τα πιο πάνω τρία ακίνητα. Ως προς τα υπόλοιπα ακίνητα (1, 2, 3, 4), εξάλλου, το Εφετείο, κατ'ορθή εκτίμηση, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την από 20-6-1948 ιδιόγραφη διαθήκη του, ο πατέρας των διαδίκων άφησε τα ακίνητα αυτά, μαζί με όλη την κινητή περιουσία του στη σύζυγό του και μητέρα των διαδίκων Μ.
Κ., ορίζοντας συγχρόνως να περιέλθουν αυτά μετά το θάνατό της (τα ακίνητα) στα πέντε άρρενα τέκνα του, δηλαδή στους τέσσερις ενάγοντες και στον εναγόμενο. Οι διάδικοι (ενάγοντες - εναγόμενος), αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα τους, άρχισαν από κοινού με τη μητέρα τους να νέμονται τα άνω ακίνητα και να διαμένουν στην (επίδικη) πατρική οικία.
Μετά την πάροδο δέκα περίπου ετών από το θάνατο του πατέρα τους, δηλαδή κατά το τέλος της δεκαετίας του 1950, οι ενάγοντες, μαζί με τη μητέρα τους, αναχώρησαν για την Αμερική, όπου και εγκαταστάθηκαν μόνιμα. Στη Νάουσα παρέμεινε μόνο ο εναγόμενος, ο οποίος άρχισε να νέμεται και να καλλιεργεί τα πιο πάνω ακίνητα για λογαριασμό του, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι ενάγοντες και μάλιστα κάθε φορά που έρχονταν από την Αμερική αναγνώριζαν τον εναγόμενο ως αποκλειστικό κύριο των ακινήτων αυτών.
Το έτος 1976 ο εναγόμενος κατεδάφισε την παλαιά πατρική οικία και στη θέση της ανήγειρε με δικές του δαπάνες διώροφη οικοδομή, στην οποία και κατοικεί μέχρι σήμερα. Βέβαια η πολεοδομική άδεια εκδόθηκε στο όνομα της μητέρας των διαδίκων Μ. Κ., πλην όμως αυτό και μόνο το γεγονός δεν αποδεικνύει ότι βρισκόταν στη νομή του επίδικου οικοπέδου και τούτο γιατί αφ'ενός μεν αυτή ζούσε στην Αμερική το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα κάθε έτους, αφ' ετέρου δε δεν αποδείχθηκε ότι συνέβαλε οικονομικά στην ανέγερση της οικοδομής, αφού η μικρή σύνταξή της δεν επαρκούσε ούτε για τη διατροφή της, την οποία συμπλήρωναν τα παιδιά της.
Έτσι ο εναγόμενος, νεμόμενος τα άνω κληρονομιαία ακίνητα μόνος του και για δικό του λογαριασμό και όχι ως εκπρόσωπος και των συγκληρονόμων αδελφών του - εναγόντων, από το τέλος της δεκαετίας του 50, μέχρι και την άσκηση της αγωγής, ήτοι επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (50 και πλέον ετών), κατέστη αυτός κύριος των άνω ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία.
Την ύπαρξη της άνω διαθήκης, όπως αποδείχθηκε, ο εναγόμενος τουλάχιστον δεν την εγνώριζε, αφού και οι ενάγοντες εκθέτουν στην αγωγή τους ότι τη βρήκαν μετά το θάνατο της μητέρας τους που επισυνέβη το 1987, ήτοι κατά το έτος 1995 και προέβησαν στη δημοσίευση αυτής με το 2095/232/12-6-1996 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.
Αλλά και αν ακόμη ο εναγόμενος γνώριζε την ύπαρξη της διαθήκης, το γεγονός αυτό δεν είναι ικανό να οδηγήσει το δικαστήριο σε διαφορετική από την παραπάνω κρίση του. Ύστερα από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή και ως κατ'ουσίαν βάσιμη η υπό του εναγομένου προβληθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων, κτηθείσης με έκτακτη χρησικτησία και να απορριφθεί η αγωγή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.
Μετά τις σκέψεις αυτές το Εφετείο, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή τους, αναφορικά με τα πιο πάνω τέσσερα ακίνητα, κατά παραδοχή της ίδιας ένστασης του αναιρεσίβλητου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, κατά το σχετικό βάσιμο τέταρτο λόγο της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθ. 19 άρθρ. 559 ΚΠολΔικ.
Ειδικότερα, δεν προσδιορίζονται ο χρόνος και ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώθηκε η βούληση του αναιρεσίβλητου να νέμεται τα επίδικα ακίνητα για δικό του λογαριασμό, καθώς και ο τρόπος γνώσης της συμπεριφοράς αυτής από τους αναιρεσείοντες και τη μητέρα τους αλλά και εκδήλωσης της αναγνώρισης από μέρους αυτών του αναιρεσείοντος ως αποκλειστικού κυρίου των ακινήτων.
Η παραδοχή ότι η οικοδομική άδεια εκδόθηκε το έτος 1976 στο όνομα της μητέρας των διαδίκων Μ. υποδηλώνει κατά το λόγο της αναίρεσης ότι αυτήν αναγνώριζε νομέα και κύριο του ακινήτου ο αναιρεσίβλητος, με βάση την ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα του. Στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση, αντιφάσκοντας, δέχεται ότι το γεγονός εκείνο της έκδοσης της άδειας δεν αποδεικνύεται ότι η εν λόγω μητέρα βρισκόταν στη νομή του ακινήτου λόγω της απουσίας της στην Αμερική κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα του κάθε έτους και της μη συμμετοχής τους στις δαπάνες ανοικοδόμησης, η οποία απουσία όμως και η μη συμμετοχή σε δαπάνες δεν συνεπαγόταν άνευ ετέρου και απώλεια της νομής (άρθρ. 974, 980, 981, 1046 ΑΚ).
Υπάρχει επίσης αντίφαση στην παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος δεν γνώριζε την ύπαρξη της ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα του, με βάση την οποία η μητέρα των διαδίκων απέκτησε την κυριότητα των ακινήτων της κληρονομίας, με την άλλη παραδοχή ότι η οικοδομική άδεια εκδόθηκε στο όνομα της μητέρας - κληρονόμου, διότι αν δεν εγνώριζε την ύπαρξη της διαθήκης ανακύπτει το ερώτημα γιατί αναγνώριζε τη μητέρα του κυρία ολόκληρου του συγκεκριμένου ακινήτου και χρησιμοποίησε το όνομά της για την έκδοση της οικοδομικής άδειας.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και για το υπόλοιπο μέρος της, με το οποίο απέρριψε την αγωγή και ως προς τα εν λόγω τέσσερα ακίνητα.
Εφόσον αναιρείται η απόφαση πρέπει να παραπεμφθεί, η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκασή της από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) αφού τέτοια σύνθεση κρίνεται δυνατή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 200/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων και ορίζει αυτά σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ