Legislator Case Law & Legislation
508/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment, upholding proportionality of awarded damages.

Case Number 508/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeals filed by multiple individuals against a lower court's insurance liability judgment. The appellants argued that the awarded damages were disproportionately low compared to similar cases, citing constitutional principles of proportionality. The court rejected these claims, ruling that the appellate court did not exceed its discretionary limits and that the amounts awarded were consistent with judicial practice and common sense.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appellate courts do not violate the principle of proportionality when awarding damages that align with judicial practice and common sense, even if appellants claim they are disproportionately low.

Keywords

AI generated
appeal admissibility proportionality principle discretionary limits insurance liability judicial practice costs of litigation common sense standard

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 2 of the Constitution
Article 25(1) of the Constitution
Article 932 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 9/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 508 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 508/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταύρο Μάλαινο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα), Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Η. και 2) Α. Μ. του Η., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Τάσση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Ο. του Φ., κατοίκου ..., 2) αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "QIC EUROPE LIMITED" (QATAR INSURANCE COMPANY EUROPE LTD), που εδρεύει στη Μάλτα και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Q ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΑΕ" και δ.τ. "Q REP ΑΕ" (πρώην "Q ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ"), που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία" και ήδη "GENERALI HELLAS AAE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελισάβετ Ποταμιάνου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 30-5-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της 3ης αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. Ο. του Β., 2) Α. Ο. του Β., 3) Α. Ο. του Β., κατοίκων ..., 4) Κ. Π. του Α., κατοίκου ... και 5) Ν. Π. του Α., εκ των οποίων οι 1η, 2η, 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπασίμο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Ν. Π. του Α. (5ος) απεβίωσε στις ... και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο εκ διαθήκης κληρονόμος του, Κ. Π. του Α. (4ος), εκπροσωπούμενος από τον ίδιο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS AAE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "QATAR INSURANCE COMPANY (QIC) EUROPE LIMITED", που αντιπροσωπεύεται στην Ελλάδα από την εταιρεία με την επωνυμία "Q BROKERS ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και ήδη "Q ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΑΕ" και δ.τ. "Q REP ΑΕ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελισάβετ Ποταμιάνου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 30-5-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της 2ης αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2018 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 12-3-2018 (αρ. εκθ. καταθ. 24551/1245/2018 και 24571/1247/2018) και 15-4-2018 (αρ. εκθ. καταθ. 36958/1891/2018) ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσες αγωγές της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS AAE", με την από 9-3-2018 αγωγή του Β. Ο. του Φ., καθώς και με την από 28-11-2017 αγωγή των 1ης, 2ης, 3ης και 4ου των ήδη υπό στοιχ. Β αναιρεσειόντων, του ήδη αποβιώσαντος Ν. Π. του Α. και της Χ. - Μ. Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2872/2018 μη οριστική και 477/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 324/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 5-10-2022 αίτησή τους και οι υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντες με την από 11-3-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχ. Β αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 παρ. 1, 291 και 292 του Κ.Πολ.Δ., [όπως το άρθρο 287 αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015) και, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου ενάτου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, ισχύει από 1-1-2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις], οι οποίες εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου αυτής, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε, μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκουσίως, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικώς, με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψή της, κοινοποιώντας στον διάδικο, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 62 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, η οποία, κατά το άρθρο 73 του Κ.Πολ.Δ., ως διαδικαστική προϋπόθεση, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με τον θάνατό του (άρθρο 35 του Α.Κ.).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδάφ. δ' του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητώς χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση, ειδικότερα, ορίζει το άρθρο 556 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου, ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (Α.Π. 681/2022, Α.Π. 1611/2011, Α.Π. 448/2011, Α.Π. 1641/2006). Στάδιο δε συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσείοντος, είτε αυτοβούλως, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου ότι συνεχίζουν την δίκη, είτε με κλήτευση αυτών εκ μέρους του αντιδίκου τους, δεν υφίσταται στην ως άνω περίπτωση, διότι οι διατάξεις των άρθρων 286, 287, 290 και 291 του Κ.Πολ.Δ. προϋποθέτουν επελθόντα θάνατο του διαδίκου μετά την άσκηση της διαδικαστικής πράξης, ήτοι, εν προκειμένω, της αίτησης αναίρεσης, και, κατά συνέπεια, αυτοί απαραδέκτως συμμετέχουν στη δίκη, ως κληρονόμοι του προαποβιώσαντος διαδίκου (Α.Π. 681/2022, Α.Π. 1083/2020, Α.Π. 536/2020, Α.Π. 1446/2019, Α.Π. 177/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των παρισταμένων αναιρεσειόντων της από 11-3-2023 (αριθ. έκθ. κατ. 3474/356/2023) αίτησης αναίρεσης, Γεώργιος Παπασίμος, με προφορική δήλωσή του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, η οποία καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, δήλωσε ότι ο πέμπτος των αναιρεσειόντων, Ν. Π. του Α., απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο νόμιμος εκ διαθήκης κληρονόμος του, τέταρτος των αναιρεσειόντων. Ο πέμπτος, όμως, των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από την καταχωρισθείσα στα πρακτικά δήλωση του ανωτέρω πληρεξουσίου δικηγόρου, αποδεικνύεται δε και από τη με αριθμό 95/3/2022 προσκομισθείσα ληξιαρχική πράξη θανάτου αυτού της Ληξιάρχου του Δήμου Τρικκαίων, απεβίωσε στις ..., ήτοι σε χρόνο πριν την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 13-4-2023.

Συνεπώς, ως προς αυτόν πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης διαδικαστικής προϋπόθεσης και δη, του ιδίου του υποκειμένου του δικογράφου της, η δε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δήλωση του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του προαναφερθέντος κληρονόμου του θανόντος, ότι αυτός συνεχίζει τη δίκη, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Κατά το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στη διαδικασία για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών μεταξύ των ίδιων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (Α.Π. 1066/2024, Α.Π. 1958/2022, Α.Π. 205/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης: α) από 5-10-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 7729/856/2022) και β) από 11-3-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 3474/356/2023) προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 324/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591, 614 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ.). Οι αιτήσεις αυτές, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ., διότι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκδόθηκε στις 20-1-2022 και οι κρινόμενες αιτήσεις κατατέθηκαν στη γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλομένη (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), στις 11-10-2022 και 13-4-2023 αντιστοίχως (άρθρα 552,553 παρ.1β, 556,558,564 παρ. 3,566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.)- η από 11-3-2023 αναίρεση ως προς τους λοιπούς, πλην του πέμπτου αναιρεσείοντες, κατά τα προεκτεθέντα-και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 324/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ασκήθηκαν οι κατωτέρω κύριες αγωγές, με αντικείμενο αξιώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης και αποζημίωσης για σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες, που προήλθαν από τροχαίο ατύχημα, καθώς και οι παρεμπίπτουσες αγωγές (αναγωγές) των ασφαλιστικών εταιρειών που ασφάλιζαν την αστική ευθύνη προς τρίτους των εμπλακέντων στη σύγκρουση οχημάτων.

Ειδικότερα ασκήθηκαν: Α) η από 28-11-2017 (αριθμ. έκθ. κατ. 602163/4492/2017) αγωγή των αναιρεσειόντων της από 11-3-2023 αίτησης αναίρεσης Λ. Ο., Α. Ο., Α. Ο., Κ. Π. και άλλων μη μετεχόντων στη παρούσα δίκη, στρεφόμενη, εκτός άλλων, κατά των αναιρεσίβλητων ανώνυμων ασφαλιστικών εταιρειών "GENERALLI HELLAS A.A.E." και "Qatar Insurance (QIC) Europe Limited", Β) η από 9-3-2018 (αριθμ.

έκθ. κατ. 24529/13-3-2018) αγωγή του Β. Ο., 1ου αναιρεσίβλητου στην από 5-10-2022 αίτηση αναίρεσης κατά των αναιρεσειόντων Α. Μ., Α. Μ. και της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALLI HELLAS A.A.E.", Γ) η από 24-4-2018 (αριθμ. έκθ. κατ. 39689/2034/2018) αγωγή των αναιρεσειόντων της από 5-10-2022 αίτησης αναίρεσης Α. Μ. και Α.

Μ. κατά των Β. Ο. και ασφαλιστικής εταιρείας "Qatar Insurance (QIC) Europe Limited", ήδη δύο πρώτων αναιρεσίβλητων, Δ) η από 12-3-2018 (αριθμ. πραξ. κατ. 24551/1245/13-3-2018 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε παρέμβαση- παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALLI HELLAS A.A.E." κατά των α) Β. Ο., β) Λ. Ο. και γ) της ασφαλιστικής εταιρείας "Qatar Insurance (QIC) Europe Limited", Ε) η από 12-3-2018 (αριθμ.

έκθ. κατ. 24571/1247/13-3-2018) ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση σε παρέμβαση- παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας "GENERALLI HELLAS A.A.E.", ήδη αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων Α. Μ. και Α. Μ. και ΣΤ) η από 15-4-2018 (αριθμ. έκθ. κατ. 36958/1891/17-4-2018) ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση σε παρέμβαση- παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας "GENERALLI HELLAS A.A.E.", ήδη αναιρεσίβλητης, κατά των αναιρεσειόντων Α.

Μ. και Α. Μ. Οι ανωτέρω αγωγές (κύριες και παρεμπίπτουσες-αναγωγές) ασκήθηκαν εξαιτίας τροχαίου ατυχήματος, που έλαβε χώρα στις 28-5-2017, στο 12ο χλμ. της Ε.Ο. ..., στο οποίο ενεπλάκησαν το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Α. Μ., κυριότητας της Α. Μ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "GENERALLI HELLAS A.A.E." και το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Β. Ο., της ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία "Qatar Insurance (QIC) Europe Limited". Επί των ως άνω αγωγών (κύριων και παρεμπιπτουσών), οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 2872/2018 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διενεργηθεί τεχνική πραγματογνωμοσύνη και στη συνέχεια, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, η υπ' αριθμ. 477/2021 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία αφού έκρινε ότι το ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος της από 5-10-2022 αίτησης αναίρεσης Α.

Μ. κατά ποσοστό 30% και του πρώτου αναιρεσίβλητου της ίδιας αναίρεσης Β. Ο. κατά ποσοστό 70% και ότι το γεγονός της οδήγησης υπό την επήρεια μέθης του Α. Μ. δεν τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμες την υπό στοιχείο Α' αγωγή και την υπό στοιχείο Β' αγωγή, μόνο ως προς την ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη "GENERALLI HELLAS A.A.E." (αφού υποβλήθηκε παραίτηση από το δικόγραφο των αγωγών κατά το μέρος που στρέφονταν κατά των αναιρεσειόντων Α.

Μ. και Α. Μ.) και την υπό στοιχείο Γ' αγωγή, επίσης δέχθηκε εν μέρει την υπό στοιχείο Δ' παρεμπίπτουσα αγωγή, ενώ απέρριψε τις υπό στοιχ. Ε' και ΣΤ' παρεμπίπτουσες αγωγές.

Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης (477/2021) ασκήθηκαν οι κατωτέρω εφέσεις:

Ι) η από 29-3-2021 έφεση των εναγόντων της υπό στοιχ. Α' αγωγής,

ΙΙ) η από 8-4-2021 έφεση του ενάγοντος της υπό στοιχ. Β' αγωγής,

ΙΙΙ) η από 12-4-2021 έφεση της εναγομένης- παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας "GENERALLI HELLAS A.A.E.",

IV) η από 22-4-2021 έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας "Qatar Insurance (QIC) Europe Limited" και

V) η από 22-4-2021 έφεση των εναγόντων της υπό στοιχ. Γ αγωγής. Επί των ως άνω εφέσεων, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 324/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την από 8-4-2021, υπό στοιχ. ΙΙ έφεση, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των εφεσίβλητων Α.

Μ. και Α. Μ., δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις εφέσεις, εξαφάνισε εν μέρει την υπ' αριθμ. 477/2021 πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε τις αγωγές (κύριες και παρεμπίπτουσες), τις οποίες δέχθηκε εν μέρει, επιδικάζοντας στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Η παραβίαση, δηλαδή, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται, υπό την επίκληση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020). Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.

β' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνων δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 867/2024, Α.Π. 24/2022, Α.Π. 1220/2021, Α.Π. 1267/2020).

Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 140/2021, Α.Π. 780/2020).

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους ή μη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (Α.Π.867/2024, Α.Π. 1092/2021, Α.Π. 140/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 312/2025, Α.Π. 1941/2024, Α.Π. 1055/2023, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 312/2025, Α.Π. 1941/2024, Α.Π. 736/2021).

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020,Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.,να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1941/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 317/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π.162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 312/2025, Α.Π. 1941/2024, Α.Π. 1550/2023, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 22/2020).

Επί των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Α) Επί της από 5-10-2022 αίτησης αναίρεσης (των Α. Μ. και Α. Μ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρον 330 του Α.Κ., υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο, που επιβάλλεται από τις καταστάσεις. Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1055/2023, Α.Π. 12/2020).

Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές. Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερόμενου ως υπόχρεου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός μεν, ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικώς την έννοια του πταίσματος, αφετέρου δε, ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσον, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1055/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 60/2022, Α.Π. 1141/2021).

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (Α.Π. 312/2025, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1055/2023, Α.Π. 1141/2021, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 88/2019). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 312/2025, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 1055/2023). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.O.K. (Ν. 2696/1999) δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1673/2023, Α.Π. 1176/2023). Μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ. στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 312/2025, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π.536/2022, Α.Π.877/2021, Α.Π. 898/2020).

Περαιτέρω, στα άρθρα 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, ορίζεται ότι "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι Οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή..". Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 "ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κά8ε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς", κατά την παρ. 2. "ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν", ενώ κατά την παρ. 3 "Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, ...ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας".

Επίσης, κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. "Ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο" και κατά την παρ. 4 "ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, καθώς και σε πλατείες, πεζόδρομους, πεζοδρόμια, νησίδες ασφαλείας και διαχωριστικές νησίδες ή ειδικά ερείσματα, τα οποία προορίζονται για την κυκλοφορία των πεζών, εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν".

Επίσης, κατά το άρθρο 4 του Κ.Ο.Κ. με τίτλο "Σήμανση οδών με πινακίδες" ορίζεται "1...2...3. "Οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες Ρ-1 μέχρι Ρ-77" τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται.

Η σημασία των πινακίδων αυτών είναι: Ρ-1 Υποχρεωτική παραχώρηση προτεραιότητας. Η πινακίδα αυτή σημαίνει ότι στον κόμβο προ του οποίου τοποθετείται, οι οδηγοί πρέπει να παραχωρούν την προτεραιότητα στα οχήματα, τα οποία κινούνται στην άλλη οδό. Ρ-2 Υποχρεωτική διακοπή πορείας.(1) Η πινακίδα αυτή, που τοποθετείται πριν από κόμβο, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό, προς την οποία πλησιάζει. (2) Η αυτή πινακίδα που τοποθετείται σε άλλα σημεία, πλην κόμβου, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος στη θέση της πινακίδας και μη εκ νέου εκκίνηση μέχρις ότου βεβαιωθεί ο οδηγός του ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. "Ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα", ενώ κατά την παρ. 4 "Στους κόμβους η προτεραιότητα ορίζεται με κατάλληλη σήμανση" και κατά την παρ.5 εδ.

α' "Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά. Κατ` εξαίρεση: α) Αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα...".

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 324/2022 απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά το ενδιαφέρον σχετικά με τους λόγους της παραπάνω αναίρεσης, τμήμα της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Στις 28 Μαϊου 2017 και περί ώρα 20.00, ο ενάγων της υπό στ.

Β' αγωγής-εκκαλών..., Β. Ο. (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), οδηγούσε το με αρ.κυκλ. ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ιδίου, μάρκας ΒΜW 316i, χρώματος κυπαρίσσι, 1596 κ.κ., έτους κατασκευής 2003, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, στην ... εναγομένη της υπό στ. Α' αγωγής-... εναγομένη της υπό στ.

Γ' αγωγής-... εφεσίβλητη ...-εκκαλούσα, αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "QATAR INSURANCE COMPANY EUROPE L.T.D." (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), με έδρα τη Μάλτα, η οποία εργάζεται υπό το καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα (άρθρο 12 του ν. 4364/2016), νομίμως εκπροσωπουμένη από την εδρεύουσα στη Ν. Σμύρνη Αττικής, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Q ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡEΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ Α.Ε.", με συνεπιβάτιδες, τη σύζυγό του, Μ.

Π. του Α., στη θέση του συνοδηγού και τη θυγατέρα του-πρώτη ενάγουσα της υπό στ. Α' αγωγής, Λ. Ο. του Β.-... εκκαλούσα , στην πίσω αριστερή θέση του οχήματος, κινούμενος επί της συνδετήριας οδού της Ε.Ο. Πρέβεζας-Ηγουμενίτσας με την Ε.Ο. Πρέβεζας-Γέφυρας Καλογήρου (διεύθυνση Μονολιθίου), με κατεύθυνση προς την Ε.Ο.

Πρέβεζας-Ηγουμενίτσας. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ο πρώτος ενάγων της υπό στ. Γ' αγωγής-... εκκαλών ..., Α. Μ. του Η. (ήδη πρώτος αναιρεσείων), οδηγούσε το με αρ. κυκλ. ... αυτοκίνητο, χρώματος μαύρου, κατασκευής 2006, μάρκας DAIMLER CHRYSLER E200 COMPRESSOR, 1.796 κ.κ., ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας της υπό στ. Γ' αγωγής-...εκκαλούσας ..., Α.

Μ. του Η. (ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας), το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, στην τρίτη εναγομένη των υπό στ. Α' και Β' αγωγών-... εφεσίβλητη ...- εκκαλούσα ... ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "GENERALI Α.Ε." (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη), κινούμενος επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της Ε.Ο.

Πρέβεζας-Ηγουμενίτσας και, με κατεύθυνση από Πρέβεζα προς την Ηγουμενίτσα. Η Εθνική Οδός Πρέβεζας-Ηγουμενίτσας, στο συγκεκριμένο οδικό σημείο, είναι δρόμος διπλής κατευθύνσεως, συνολικού πλάτους περί τα 8,20 μ. και ευθεία, σε απόσταση 300-400 μέτρων, με δύο (2) λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και διπλή συνεχή διαχωριστική διαγράμμιση στο μέσον του οδοστρώματος, πλην του οδικού σημείου, που συμβάλλεται με την ως άνω συνδετήρια οδό (12° χλμ.

της Ε.Ο.), όπου υφίσταται διακεκομμένη διαγράμμιση. Η ως άνω συνδετήρια οδός είναι, επίσης, δρόμος διπλής κατευθύνσεως, φέρει, στο μέσον της, δυσδιάκριτη λευκή συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή με ημικυκλική μορφή, η οποία σταματά περίπου 18 μέτρα πριν από την αρχή της συμβολής της με την ως άνω Εθνική οδό, έχει (η συνδετήρια οδός) μία (ι) λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ενώ, στο σημείο, όπου αυτή συμβάλλεται με την Ε.Ο.

Πρέβεζας-Ηγουμενίτσας, υπάρχει πλάτωμα τουλάχιστον 70 μέτρων. Περίπου 30 μέτρα πριν από τη συμβολή των παραπάνω οδών και, δη, στην κατεύθυνση του οδηγού, που κινείτο επί της συνδετηρίας οδού, υπήρχαν πινακίδες: Ρ-1 (υποχρεωτική παραχώρηση προτεραιότητας) (στα αριστερά του κινουμένου επί της συνδετηρίας οδού οχήματος), Ρ-2 SΤOΡ (υποχρεωτική διακοπή πορείας) (στα δεξιά του κινουμένου επί της ιδίας οδού οχήματος), ενώ υπήρχαν και πινακίδες Π3 και Ρ-50 (υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας με στροφή προς τα αριστερά ή προς τα δεξιά).

Το ανώτατο όριο ταχύτητας και στις δύο οδούς οριζόταν σε 90 χλμ/ώρα, η συνδετήρια οδός είχε μικρή ανωφέρεια, ενώ, κατά το χρόνο του ατυχήματος, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν καλή-ξηρά, υφίστατο φωτισμός ημέρας, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή και επικρατούσε καλοκαιρία, η, δε, ορατότητα περιοριζόταν και για τους δύο οδηγούς από φυσικά εμπόδια (καλάμια) (εκ δεξιών, για τον οδηγό του με αριθμό κυκλ. ...

αυτοκινήτου και εξ αριστερών, για τον οδηγό του με αριθμό κυκλ. ... αυτοκινήτου). Όταν ο οδηγός του με αρ. κυκλ. ... αυτοκινήτου, Β. Ο., πλησίασε στον κόμβο της συνδετήριας οδού (επί της οποίας κινείτο), με την Ε.Ο. Πρέβεζας-Ηγουμενίτσας (στην οποία εκινείτο ο οδηγός του με αρ. κυκλ. ... αυτοκινήτου,Α. Μ.), αφού μείωσε (ο Β.

Ο.) την ταχύτητα του αυτοκινήτου, που οδηγούσε, κινούμενος στο αριστερό άκρο του οδοστρώματος, με χαμηλή ταχύτητα, ακινητοποίησε προσωρινά το όχημά του στη συμβολή των οδών και, στη συνέχεια, άλλαξε κατεύθυνση προς τα αριστερά, εισερχόμενος στην Εθνική οδό, με πολύ χαμηλή ταχύτητα, περίπου 15-20 χλμ/ώρα. Τη στιγμή, κατά την οποία, ο Β.

Ο. είχε διασχίσει, κατά την κίνησή του αυτή, διαγωνίως, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, το ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο εκινείτο το με αρ. κυκλ. ... αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Α. Μ., ο τελευταίος προσέκρουσε με σφοδρότητα, με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο και πλάγιο αριστερό του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Β.

Ο. Λόγω της συγκρούσεως: α) το με αρ. κυκλ. ... αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Α. Μ., εξετράπη ελαφρώς προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα, οι, μεν, αριστεροί τροχοί του να βρεθούν επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής της Εθνικής Οδού, ο, δε, εμπρόσθιος δεξιός τροχός του, να μπλοκάρει, επιφέροντας την πλαγιολίσθηση του οχήματος, από την αρχή της διαχωριστικής γραμμής και σε καμπύλη προς τα δεξιά σε απόσταση 64 μέτρων, μέχρι που ακινητοποιήθηκε εκτός του οδοστρώματος, καθώς συνάντησε αντίσταση στις εκεί ευρισκόμενες καλαμιές και β) το με αρ.

κυκλ. ... αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Β. Ο., άρχισε να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του και δεξιόστροφα, περισσότερες από μία φορές και, τελικώς, βρέθηκε ακινητοποιημένο σε απόσταση 28 μέτρων από το σημείο συγκρούσεως, η σύγκρουση, δε, ήταν τόσο σφοδρή, που ο κινητήρας του αποσπάσθηκε και εκσφενδονίσθηκε σε απόσταση 12 μέτρων από το σημείο συγκρούσεως.

Αποτέλεσμα της συγκρούσεως, ήταν, αφ' ενός, μεν, ο σοβαρότατος τραυματισμός της Μ. Π. συζ. Β. Ο., συνεπιβάτιδος στη θέση του συνοδηγού στο με αρ. κυκλ. ... όχημα, που οδηγούσε ο σύζυγός της, Β. Ο. και, τελικώς, ο-εξαιτίας του τραυματισμού αυτού-θάνατός της, ο τραυματισμός του ίδιου του οδηγού, Β. Ο. και της συνεπιβάτιδος στο πίσω αριστερό κάθισμα στο ίδιο όχημα, θυγατέρας του, Λ.

Ο., αφ' ετέρου, δε, ο τραυματισμός του οδηγού του με αρ. κυκλ. ... αυτοκινήτου, Α. Μ., επιπλέον, δε και τα δύο οχήματα υπέστησαν σοβαρότατες υλικές ζημίες. Το ένδικο ατύχημα οφείλεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, σε υπαιτιότητα και των δύο οδηγών, οι οποίοι δεν κατέβαλαν την επιμέλεια και προσοχή, την οποία θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός, υπό ανάλογες περιστάσεις και συνθήκες.

Συγκεκριμένα, η αμέλεια του οδηγού του με αρ. κυκλ. ... αυτοκινήτου, Α. Μ., ανέρχεται σε ποσοστό 60% και συνίσταται στο ότι, αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή (άρθρο 12 παρ. 1 του ΚΟΚ), δεν ασκούσε την εποπτεία και τον έλεγχο του οχήματος του, ώστε να είναι σε θέση, σε κάθε στιγμή, να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρο 19 παρ.

ι του ΚΟΚ), εκινείτο με ταχύτητα, η οποία υπο-λογίζεται σε τουλάχιστον 130 km/h, πιθανόν εγγίζουσα και τα 150 km/h, υπερβαίνουσα, δηλαδή, κατά πολύ, το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 90 km/h, την οποία (ταχύτητα), αυτός δεν ρύθμισε, λαμβάνοντας υπόψιν του τις επικρατούσες συνθήκες της οδού επί της οποίας κινείτο και, ιδιαίτερα, το γεγονός ότι, πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο (άρθρο 19 παρ. 2 και 3 του ΚΟΚ), με αποτέλεσμα, να μην αντιληφθεί εγκαίρως τον οδηγό του άλλου οχήματος (τον Β.

Ο.) να προσεγγίζει τη διασταύρωση με πολύ χαμηλή ταχύτητα (10-20 km/h), δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του και δεν οδηγούσε με τεταμένη την προσοχή του στην οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του άλλου οχήματος (του Β. Ο.), αλλά, αντίθετα, συνέχισε να κινείται με την ίδια υπερβολική ταχύτητα, με συνέπεια, όταν αντελήφθη από απόσταση μόλις πέντε (5) μέτρων τον οδηγό του άλλου οχήματος (τον Β.

Ο.) να εισέρχεται στο δικό του ρεύμα πορείας, έχοντας ο τελευταίος διασχίσει αυτό κατά το μεγαλύτερο τμήμα του, να μην μπορέσει να ακινητοποιήσει το όχημά του (ο Α. Μ.) και να μην προβεί σε ενδεδειγμένο ελιγμό αποφυγής της συγκρούσεως. Η υπερβολική ταχύτητα του οχήματος, που οδηγούσε ο Α. Μ. προκύπτει, με πειστική αιτιολογία, από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονος, Ε.

Κ., αλλά και από την Τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διενήργησε, για λογαριασμό της τέταρτης εναγομένης της υπό στ. Α' αγωγής-... εφεσίβλητης ...-εκκαλούσας ..., ο Π. Κ., ενώ, πρέπει να σημειωθεί ότι και από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τεχνικού συμβούλου της τρίτης εναγομένης των υπό στ. Α' και Β' αγωγών-...

εφεσίβλητης ...-εκκαλούσας ..., Α. Δ., προκύπτει υπέρβαση του ορίου ταχύτητας από τον ως άνω οδηγό (95 km/h). Η σφοδρότητα, δε, της συγκρούσεως, εξαιτίας της οποίας, το, μεν, όχημα του Α. Μ. πλαγιολίσθησε, διανύοντας απόσταση εξήντα (64) μέτρων, το, δε, όχημα του Β. Ο., όχι, μόνον, περιστράφηκε γύρω από τον εαυτό του δεξιόστροφα, περισσότερες της μίας φορές, αλλά και ο κινητήρας αυτού αποσπάσθηκε από το όχημα και εκσφενδονίσθηκε σε απόσταση δώδεκα (12) μέτρων, δεν καταλείπει καμμία αμφιβολία, περί της ορθότητας του υπολογισμού της ταχύτητας του οχήματος, που οδηγούσε ο Α.

Μ., σε τουλάχιστον 130 km/h, ίσως και εγγίζουσα και τα 150 km/h, με βάση τις προεκτεθείσες δύο πρώτες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης. Δεν αποδείχθηκε, δε, ότι, ο Α. Μ., προέβη σε τροχοπέδηση του σχήματός του (περί τροχοπεδήσεως δεν γίνεται λόγος ούτε στην έκθεση του τεχνικού συμβούλου της τρίτης εναγομένης των υπό στ.

Α' και Β' αγωγών-... εφεσίβλητης ...-εκκαλούσας ...). 'Αλλωστε και ο ίδιος, ο Α. Μ., εξετασθείς χωρίς όρκο στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφ' ενός, μεν, παραδέχθηκε ότι, αντελήφθη το όχημα του Β. Ο. σε απόσταση μόλις πέντε (5) μέτρων πριν από το σημείο συγκρούσεως, γεγονός, που καθιστά, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, ανέφικτη την όποια αντίδρασή του (του Α.

Μ.) με τροχοπέδηση, αφ' ετέρου, δε, έδωσε περισσότερη έμφαση στον αποφευκτικό ελιγμό του οχήματος του προς τα αριστερά, ο ελιγμός, όμως, αυτός και πάλι δεν ήταν ο ενδεδειγμένος, καθώς η κίνησή του προς τα αριστερά ακολουθούσε την προσδοκώμενη πορεία του οχήματος, με το οποίο συγκρούσθηκε, επιπλέον, δε, προκαλούσε μεγαλύτερο κίνδυνο, καθώς, με την κίνηση αυτή, εισερχόταν στο αντίθετο προς αυτόν ρεύμα πορείας, με κίνδυνο να συγκρουσθεί με έτερο όχημα.

Οι ως άνω ενέργειες και παραλείψεις του οδηγού του με αρ. κυκλ. ... αυτοκινήτου, Α. Μ., οφείλονται σε μεγάλο βαθμό και στο γεγονός ότι, όπως αποδείχθηκε, αυτός οδηγούσε υπό την επήρεια μέθης, καθώς, διαπιστώθηκε ότι, στο αίμα του υπήρχε συγκέντρωση οινοπνεύματος, μετρηθείσα με τη μέθοδο της αιμοληψίας, ποσοστού 0,85 gr/l και 0,94% gr/l, κατά τη δεύτερη εξέταση, όπως προκύπτει από την 7.6.2017 Έκθεση Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης του Εργαστηρίου Τοξικολογίας και Οινοπνεύματος του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, εξαιτίας της οποίας, επεβλήθη σε αυτόν διοικητικό πρόστιμο 700 ευρώ και αφαιρέθηκε η άδεια οδηγήσεώς του για ενενήντα (90) ημέρες.

Η υπέρβαση αυτή του επιτρεπομένου ορίου οινοπνεύματος στο αίμα (0,50 gr/l κατά το άρθρο 42 του ΚΟΚ) [σημειώνεται ότι, η ανίχνευση οινοπνεύματος στον οργανισμό του ελεγχόμενου οδηγού αποτελεί, κατά πρόβλεψη του νόμου, πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη ότι, ο οδηγός αυτός βρίσκεται σε κατάσταση μέθης και ότι, είναι απολύτως ανίκανος προς οδήγηση (...)], αποδείχθηκε ότι, επηρέασε την οδηγική ικανότητα του παραπάνω οδηγού και ότι, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αυτός, λόγω της μέθης, δεν ασκούσε τον έλεγχο και εποπτεία του οχήματος, το οποίο οδηγούσε, με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, την οποία δεν ρύθμισε ενώπιον πιθανού εμποδίου, ενώ, τα περιθώρια αντιδράσεώς του για την αποφυγή της συγκρούσεως ήταν σχεδόν ανύπαρκτα, καθώς, αντελήφθη την ύπαρξη του άλλου οχήματος σε ελάχιστη απόσταση πριν από το σημείο συγκρούσεως, δεν προέβη σε τροχοπέδηση του οχήματος του και, σε κάθε περίπτωση, προέβη και σε μη ενδεδειγμένο και, δη, επικίνδυνο αποφευκτικό ελιγμό.

Με δεδομένο, δε, ότι, όπως γίνεται δεκτό επιστημονικώς, η απορρόφηση του οινοπνεύματος στο ανθρώπινο σώμα ολοκληρώνεται, συνήθως, σε χρόνο από 45 λεπτά μέχρι τρεις (3) ώρες από το τέλος της αναλώσεως (...), στη συγκεκριμένη περίπτωση, που η αιμοληψία έλαβε χώρα στις 21.00 μ.μ., δηλαδή, 1 ώρα και 10 λεπτά μετά το ατύχημα, λαμβανομένου υπόψιν και του ότι, όπως ο ίδιος ο Α.

Μ., κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αυτός είχε καταναλώσει οινόπνευμα νωρίτερα το μεσημέρι (ήτοι, είχε ολοκληρωθεί ο μεταβολισμός του οινοπνεύματος στο αίμα του), το Δικαστήριο τούτο οδηγείται στην κρίση ότι, η παρουσία αλκοόλης, κατά το χρόνο του ατυχήματος, στο αίμα του ανωτέρω οδηγού ανερχόταν, στην πραγματικότητα, σε ποσοστό 0,94% [...].

Ο ανωτέρω συνδυασμός υπερβολικής ταχύτητας και επιδράσεως οινοπνεύματος στον οδηγό του με αρ. κυκλ. ... αυτοκινήτου, Α. Μ., υπήρξε καταλυτικός και συνετέλεσε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, κατά ποσοστό (60%) στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου δυστυχήματος. 'Αλλωστε και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, έχει κριθεί επιστημονικώς, ότι, οινόπνευμα στο αίμα του οδηγού σε ποσοστό άνω του 0,50% αυξάνει τον κίνδυνο προκλήσεως ατυχήματος με θανατηφόρο αποτέλεσμα εις διπλούν απ' ότι σε νηφάλια κατάσταση, όταν, δε, το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 0,80% και άνω, τότε, ο κίνδυνος ατυχήματος αυξάνεται εις τετραπλούν, καθώς, ο οδηγός δεν είναι ικανός να αναγνωρίσει τη δική του ανικανότητα προς οδήγηση, ο χρόνος αντιδράσεως παρατείνεται σε ποσοστό 50%, η οπτική ικανότητα μειώνεται σε ποσοστό 25% και επέρχεται υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων του οδηγού (...).

Από την άλλη πλευρά, όμως και η οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του με αρ. κυκλ. ... αυτοκινήτου, Β. Ο., συνετέλεσε στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, κατά το υπόλοιπο ποσοστό 40%. Ειδικότερα, ο Β. Ο., πλησιά-ζοντας προς τη διασταύρωση των δύο παραπάνω οδών και, επιθυμώ-ντας να διασχίσει καθέτως την Εθνική Οδό, προκειμένου να στρίψει α-ριστερά και να εισέλθει στο ρεύμα πορείας αυτής με κατεύθυνση προς Πρέβεζα, μην έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση (άρθρο 12 παρ.

ι του ΚΟΚ) (γεγονός, που εκθέτουν στην υπό στ. Α' αγωγή τους, οι ίδιοι οι ενάγοντες της αγωγής αυτής-εκκαλούντες ...), κινήθηκε, όχι, στο δεξιό άκρο της λωρίδας κατευθύνσεώς του (άρθρο 16 παρ. 1 του ΚΟΚ), πλησιάζοντας προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αλλά, στο αντίθετο ρεύμα της συνδετηρίας οδού (άρθρα 16 παρ. 4 και 23 παρ. 2 εδ.

α' του ΚΟΚ) και, παρ' όλο, που πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο και, δη, με πρόθεση να εισέλθει σε Εθνική Οδό, η οδός, δε, εισόδου (προς τα αριστερά) δεν συνεχιζόταν με λωρίδα επιταχύνσεως (άρθρο 26 παρ. 5 εδ. α' του ΚΟΚ), δεν κατέβαλε ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας (άρθρο 26 παρ. 1 του ΚΟΚ) και δεν ήλεγξε προσεκτικά και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της Εθνικής Οδού, προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα σε τυχόν διερχόμενο όχημα (άρθρο 26 παρ. 5 εδ.

α' του ΚΟΚ). Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι, ο Β. Ο. παρεβίασε την πινακίδα Ρ-2 SΤΟΡ, που βρισκόταν στα δεξιά του, επί της οδού, στην οποία κινείτο, καθώς, αφ' ενός, μεν, η εν λόγω πινακίδα ήταν σε απόσταση 30 μέτρων πριν τη συμβολή των οδών και δεν θα είχε νόημα η εκεί ακινητοποίηση του οχήματος του, αφ' ετέρου, δε, η χαμηλή ταχύτητα του οχήματός του, η οποία υπολογίζεται σε 10-20 χλμ./ώρα, καταδεικνύει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι, αυτός μόλις είχε ξεκινήσει την κίνηση του οχήματος του, μετά από προηγούμενη ακινητοποίηση αυτού.

Οι ανωτέρω παραβάσεις τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα, καθώς, εάν, ο Β. Ο. είχε καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή κατά την οδήγηση και την προσέγγιση της διασταυρώσεως στο σωστό σημείο, ήτοι, στο δεξιό άκρο της λωρίδας, στην οποία εκινείτο, θα ακινητοποιούσε το όχημά του σε σημείο, στο οποίο θα είχε μεγαλύτερη ορατότητα προς το ρεύμα κυκλοφορίας της Εθνικής Οδού, στο οποίο εκινούντο οχήματα με κατεύθυνση από Πρέβεζα προς Ηγουμενίτσα και θα μπορούσε, έτσι, να παραχωρήσει προτεραιότητα σε αυτά, χωρίς κίνδυνο να παρεμβληθεί στο ρεύμα πορείας τους.

Αλλά και τα οχήματα, που εκινούντο στο εν λόγω ρεύμα κυκλοφορίας της Εθνικής Οδού θα μπορούσαν ευχερέστερα να αντιληφθούν την κίνησή του και, εφόσον, τηρούσαν το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, η σύγκρουση ενδεχομένως να είχε αποφευχθεί. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Αναφορικά με το κεφάλαιο της εκκαλουμένης αποφάσεως, που αφορά στην υπαιτιότητα για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν έσφαλε, κατ' αρχήν, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, καταλήγοντας στην κρίση ότι, για την επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος συνέτρεξε συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο τροχαίο ατύχημα αυτοκινήτων, απορριπτομένων, ως κατ' ουσίαν αβασίμων:

ι) του πρώτου λόγου της ...εφέσεως, κατά το κύριο σκέλος του, με τον οποίο, ο εκκαλών της εφέσεως αυτής ισχυρίζεται ότι, το ατύχημα οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Α. Μ., 2) του πρώτου λόγου της ... εφέσεως, με τον οποίο, η εκκαλούσα της εφέσεως αυτής ισχυρίζεται ότι, το ατύχημα οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Β.

Ο., 3) του πρώτου λόγου της ... εφέσεως, κατά το κύριο σκέλος του, με το οποίο, η εκκαλούσα της εφέσεως αυτής, ισχυρίζεται ότι, το ατύχημα οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Α. Μ. και 4) του πρώτου λόγου της ... εφέσεως, με τον οποίο, οι εκκαλούντες της εφέσεως αυτής ισχυρίζονται ότι, το ατύχημα ο-φειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Β.

Ο. Β) 'Εσφαλε, όμως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς τον προσδιορισμό του τρόπου συμβολής εκάστου οδηγού στην επέλευση του ατυχήματος, ακολούθως, δε και, ως προς τον επιμερισμό των ποσοστών συνυπαιτιότητας των δύο οδηγών, ήτοι, σε ποσοστό 70% για τον οδηγό, Β. Ο. και ποσοστό 30% για τον ‘Α.

Μ., ενώ, εάν εκτιμούσε ορθώς τις αποδείξεις, έπρεπε να καθορίσει τα ποσοστά αυτά σε 40% για τον Β. Ο. και 60% για τον ‘Α. Μ.. Πρέπει, επομένως, να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι: ι) ο πέμπτος λόγος της ... εφέσεως, κατά το επικουρικό σκέλος του, με το οποίο, οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτος και έκτος των εκκαλούντων-πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτος και έκτος των εναγόντων της υπό στ.

Α' αγωγής, ισχυρίζονται ότι, έπρεπε να καθορισθεί μεγαλύτερο ποσοστό συνυπαιτιότητας του Α. Μ. στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και 2) ο πρώτος λόγος της ... εφέσεως, κατά το επικουρικό σκέλος του, με το οποίο, ο εκκαλών της εφέσεως αυτής-ενάγων της υπό στ. Β' αγωγής, ισχυρίζεται ότι, έπρεπε να καθορισθεί μεγαλύτερο ποσοστό συνυπαιτιότητας του Α.

Μ. και, ακολούθως, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 477/2021 απόφαση, κατά το κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας των δύο οδηγών, να κρατηθούν οι υποθέσεις από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), να ερευνηθούν εκ νέου οι υπό στ. Α', Β' και Γ' αγωγές, αναγκαίως και, ως προς τα προσβαλλόμενα με τους ... λόγους της ...

εφέσεως συνεχόμενα με το κεφάλαιο της υπαιτιότητας (...) κεφάλαια της υπό στ. Α' αγωγής περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης (των πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τετάρτου και έκτου εξ αυτών) και περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (της πρώτης ενάγουσας) και, ως προς τα προσβαλλόμενα με τους ...λόγους της ...

εφέσεως αναγκαίως συνεχόμενα με το κεφάλαιο της υπαιτιότητας κεφάλαια της υπό στ. Β' αγωγής (περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης και ηθικής βλάβης του ενάγοντος), αλλά και όλα τα λοιπά κονδύλια της τελευταίας αυτής αγωγής, τα οποία προσβάλλονται...με τους... λόγους της ... εφέσεως, επιπλέον, δε και, ως προς τα προσβαλλόμενα με τους λόγους της ...

εφέσεως αναγκαίως συνεχόμενα με το κεφάλαιο της υπαιτιότητας κεφάλαια της υπό στ. Γ' αγωγής..." . Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις ασκηθείσες κατά της υπ' αριθμ. 477/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εφέσεις, εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλουμένη, κράτησε και δίκασε τις κύριες και παρεμπίπτουσες αγωγές, και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμες:

α) την από 24-4-2018 (αρ. πρ. κατ. 39689/2034/2018) αγωγή των ήδη αναιρεισόντων (Α. Μ. και Α. Μ.) και υποχρέωσε τους δύο πρώτους των αναιρεσίβλητων ( Β. Ο. και ασφαλιστική εταιρεία "QATAR INSURANCE COMPANY EUROPE LTD") να καταβάλουν στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των 200 ευρώ και στη δεύτερη το ποσό των 6.721,92 ευρώ και β) τις από 12-3-2018 (αρ. έκθ. κατ. 24571/1247/2018) και από 15-4-2018 (αρ.

έκθ. κατ. 36958/1891/2018) παρεμπίπτουσες αγωγές της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας "GENERALLI HELLAS Μον. Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία", ήδη "GENERALLI HELLAS ΑΑΕ" και αναγνώρισε ότι οφείλουν οι αναιρεσείοντες να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, οποιοδήποτε ποσό καταβάλει για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα στους ενάγοντες των υπό στοιχ.

Α και Β' αγωγών αντιστοίχως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ. σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1,2,3,12 παρ.1,16 παρ.1, 4, 19 παρ.1,2,3 και 26 παρ. 1,4, 5 του Κ.Ο.Κ., καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των εννοιών της συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος, οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου (κατά ποσοστό 60 %) και του πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου (κατά ποσοστό 40%) και δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού των ήδη αναιρεσειόντων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το οικείο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.

Επίσης, το Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ. και του Κ.Ο.Κ., διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αμφότερων των οδηγών και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, καθώς και ως προς τη συνυπαιτιότητα αυτών, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε έκαστος τούτων για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ο ως άνω λόγος, κατά το μέρος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του 559 του Κ.Πολ.Δ. Οι ειδικότερες αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο της προαναφερόμενης αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα για την υπαιτιότητα ή μη του πρώτου αναιρεσείοντος, σε σχέση με την ένδικη σύγκρουση και κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι συνυπαίτιοι του ατυχήματος είναι ο πρώτος αναιρεσείων και ο πρώτος αναιρεσίβλητος, καθώς, ενώ δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσείων, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας που εκινείτο, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τον οδηγό του άλλου οχήματος (Β.

Ο.), δεν μείωσε την ταχύτητά του και δεν οδηγούσε με τεταμένη την προσοχή του, δεν αιτιολογεί γιατί δεν του παραχώρησε προτεραιότητα ο Β. Ο., ο οποίος προσέγγιζε τη διασταύρωση με πολύ χαμηλή ταχύτητα (10-20 km/h), αφού προηγουμένως ακινητοποίησε το όχημά του, συνεπώς μπορούσε να τον αντιληφθεί και περαιτέρω ο πρώτος αναιρεσείων τον αντιλήφθηκε από απόσταση μόλις 5 μέτρων να εισέρχεται στο δικό του ρεύμα πορείας, πλήττουν την ανέλεγκτη, κατ` άρθρ. 561 παρ. 1 K.Πολ.Δ., από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακόλουθα, κατά το μέρος του αυτό, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα και με τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφερθέντα.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι ειδικότερα: α) ότι κάθε πινακίδα Ρ-2 (STOP), ανεξαρτήτως αν είναι τοποθετημένη σε 5,15 ή 30 μέτρα, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας, β) ότι ένα ρεύμα κυκλοφορίας πλάτους 4,20 μ.

σε οδό διπλής κατεύθυνσης έχει μία μόνο λωρίδα κυκλοφορίας και όχι δύο και γ) ότι όχημα κινούμενο με ταχύτητα πλέον των 100 χλμ/ω έχει διανύσει πολλαπλάσια απόσταση από το κινούμενο με 10-20 χλμ/ω, συνεπώς δεν αιτιολογεί την ταυτόχρονη είσοδο των οχημάτων στη διασταύρωση, είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω μνημονευόμενα δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, υπό το πρόσχημα δε της αντίστοιχης πλημμέλειας, πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 6β παρ. 1 περ. β` Ν . 489/1976 "Περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτου αστικής ευθύνης", που προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3557/2007 και που σύμφωνα με το άρθρο 18 του τελευταίου αυτού νόμου άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως [ΦΕΚ 100 τ. A /14.5.2007], εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημιές που προκαλούνται από οδηγό, ο οποίος κατά τον χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, όπως εκάστοτε, ισχύει, εφόσον όμως η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Η ρύθμιση για την ως άνω παράβαση περιλαμβάνεται στο άρθρο 42 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), το οποίο ορίζει ότι ο οδηγός τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν η ανιχνευόμενη ποσότητα στον οργανισμό του υπερβαίνει τα 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (Α.Π. 1016/2011), συμπεριλαμβανομένης της τιμής αυτής (Α.Π. 564/2014), εάν η μέτρηση γίνεται με τη μέθοδο της αιμοληψίας, και τα 0,25 χιλιοστά γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα εάν η μέτρηση γίνεται με τη συσκευή αλκοολομέτρου (Α.Π. 712/2011).

Στην περίπτωση αυτή ο νόμος ορίζει ρητά ότι η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη επέρχεται μόνον εάν η παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την πρόκληση του ατυχήματος (Α.Π. 1656/2018, Α.Π. 809/2017, Α.Π. 847/2015, Α.Π. 158/2015, Α.Π. 1497/2014) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να οφείλεται το ατύχημα σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου, αρκούσης προς τούτο και της συνυπαιτιότητας αυτού (Α.Π. 997/2014), Αίρεται έτσι, η αμφισβήτηση, ως προς το σχετικό ζήτημα, που είχε ανακύψει στη νομολογία υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της Κ 4/565/1978 Α.Υ.Ε. (Α.Π. 155/2007).

Η συνομολόγηση του όρου αυτού, όμως, (η αποδοχή του οποίου μπορεί να γίνει και σιωπηρά, ήτοι, να συνάγεται από διάφορες πράξεις του ασφαλισμένου οι οποίες ενέχουν και συνιστούν αποδοχή εκ μέρους αυτού του ως άνω όρου -Α.Π. 997/2014, Α.Π. 215/2013, Α.Π. 1459/2012), δεν απαλλάσσει τον ασφαλιστή από την υποχρέωσή του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα, τρίτο, παρέχει όμως σε αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να ζητήσει από αυτόν ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας που έχει υποστεί (Α.Π. 86/2019, Α.Π. 1031/2018, Α.Π. 450/2018, Α.Π. 564/2014).

Έτσι, ακόμη και όταν συντρέχει κάποια προβλεπόμενη από το νόμο εξαίρεση, από την ασφαλιστική κάλυψη, ο ασφαλιστής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, μη δυνάμενος να αντιτάξει κατ' αυτού ενστάσεις απορρέουσες από την ασφαλιστική σύμβαση, διατηρεί όμως το δικαίωμα, κατ' άρθρον 927 Α.Κ., να στραφεί κατά του ασφαλισμένου αναγωγικά, απαιτώντας ό,τι κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο.

Παθητικά υποκείμενα του ως άνω δικαιώματος αναγωγής είναι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ο αντισυμβαλλόμενος και ο ασφαλισμένος (Α.Π. 86/2019, Α.Π. 1497/2014, Α.Π. 736/2014) δεδομένου ότι στο νόμο δεν γίνεται καμία διάκριση. Κάθε ένα από τα πρόσωπα αυτά ευθύνεται αυτοτελώς, δηλαδή υπάρχει παράλληλη και εις ολόκληρον ευθύνη ενός εκάστου εκ των προσώπων αυτών, έναντι του ασφαλιστή (Α.Π. 86/2019, Α.Π. 1680/2017, Α.Π. 1673/2017, Α.Π. 1497/2014).

Το δικαίωμα της αναγωγής ασκείται είτε με αυτοτελή αγωγή του ασφαλιστή μετά την καταβολή που έκανε αυτός προς τον τρίτο, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, αν συνενάγονται ως απλοί ομόδικοι ο ασφαλιστής και ο ασφαλισμένος. Στην τελευταία περίπτωση εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 περ. ε` Κ.Πολ.Δ., δηλαδή είναι επιτρεπτή η αγωγή εξ αναγωγής και πριν από την καταβολή του ασφαλιστή προς τον τρίτο ζημιωθέντα (Α.Π. 1877/2017, Α.Π. 1680/2017, Α.Π. 681/2014, Α.Π. 1467/2009).

Τόσο στην αυτοτελή όσο και στην παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής, ο ενάγων οφείλει να ισχυρισθεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει το ποσοστό της ευθύνης εκάστου εκ των εναγομένων συνυποχρέων, δηλαδή τον βαθμό πταίσματος και της αιτιώδους συμβολής στην πρόκληση της ζημίας, καθορίζοντας και το ποσοστό ευθύνης.

Ο ασκών το δικαίωμα αναγωγής μπορεί να αιτηθεί την επιδίκαση κάθε ποσού προς κάλυψη της ζημίας του (Α.Π. 997/2014, Α.Π. 564/2014, Α.Π. 1995/2013) συμπεριλαμβανομένων των τόκων και των δικαστικών εξόδων (Α.Π. 277/1999). Ακόμη, ενόψει του ότι οι προβλεπόμενες στο ως άνω άρθρο περιπτώσεις εξαίρεσης της ασφάλισης, κατά την ορθότερη άποψη, συνιστούν κεκαλυμμένο ασφαλιστικό βάρος, για να συντρέχει λόγος απαλλαγής του ασφαλιστή, πρέπει η παράβαση να οφείλεται σε υπαιτιότητα των ασφαλισμένων προσώπων (Α.Π. 467/2017, Α.Π. 847/2015, Α.Π. 158/2015, Α.Π. 1068/2013).

Συμπερασματικά, εκ των ως άνω διατάξεων προκύπτει α) ότι απαγορεύεται η οδήγηση οδικού οχήματος από οδηγό ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, β) ότι αποκλείονται της ασφάλισης ζημιές οι οποίες προκαλούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 Ν. 2696/1999, όπως αυτός εκάστοτε ισχύει γ) σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3557/2007, για να τύχει εφαρμογής ο όρος της ασφαλιστικής σύμβασης περί εξαίρεσης από την κάλυψη του ατυχήματος λόγω μέθης του υπαίτιου οδηγού, πρέπει η μέθη αυτού να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος (Α.Π. 1537/2018, Α.Π. 158/2015, Α.Π. 323/2011) και δ) ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο χωρίς να έχει ευθύνη, λόγω της συμβατικής εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται, όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του εν μέθη τελούντος οδηγού ως προς τον οποίο δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την διάπραξη της παράβασης του ως άνω ασφαλιστικού βάρους (Α.Π. 1326/2023, Α.Π. 467/2017, Α.Π. 1497/2014, Α.Π. 997/2014, Α.Π. 1068/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις προεκτεθείσες ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσείων οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο υπό την επήρεια μέθης, αφού στο αίμα του βρέθηκε οινόπνευμα σε ποσοστό 0,85 gr/l και 0,94 gr/l, με τη μέθοδο της αιμοληψίας και η υπέρβαση αυτή του επιτρεπόμενου ορίου οινοπνεύματος στο αίμα επηρέασε την οδηγική ικανότητα του παραπάνω οδηγού και συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, δεδομένου ότι, λόγω της μέθης, δεν ασκούσε τον έλεγχο και εποπτεία του οχήματος, το οποίο οδηγούσε με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, την οποία δεν ρύθμισε ενώπιον πιθανού εμποδίου, ενώ, τα περιθώρια αντιδράσεώς του για την αποφυγή της σύγκρουσης ήταν σχεδόν ανύπαρκτα, καθώς αντιλήφθηκε την ύπαρξη του άλλου οχήματος σε ελάχιστη απόσταση πριν από το σημείο σύγκρουσης, δεν προέβη σε τροχοπέδηση του όχηματός του και προέβη σε μη ενδεδειγμένο και δη επικίνδυνο αποφευκτικό ελιγμό.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με σαφή, επαρκή και μη αντιφατική αιτιολογία δέχθηκε ανελέγκτως ότι η ανωτέρω κατανάλωση οινοπνεύματος μείωσε την ικανότητα οδήγησης του ενάγοντος, επέδρασε στην οδηγική του συμπεριφορά και τελικά συνδέεται (η κατανάλωση του οινοπνεύματος) αιτιωδώς με το ατύχημα.

Επομένως οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914,300,330 ΑΚ, 6β'παρ. 1 εδ. β'του Ν. 489/1976, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007 και 42 παρ. 1 του ΚΟΚ, τις οποίες παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, και έκρινε ότι υφίσταται εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη και ως εκ τούτου η τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία "GENERALI HELLAS Μον.

Α.Α.Ε." δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά των αναιρεσειόντων (οδηγού και ιδιοκτήτριας- ασφαλισμένης), για τις έναντι αυτής αξιώσεις των εναγόντων των υπό στοιχεία Α και Β κύριων αγωγών, είναι αβάσιμες. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που περιλαμβάνονται στο δεύτερο αναιρετικό λόγο (ήτοι ότι η συμπεριφορά του πρώτου των αναιρεσειόντων κατά την οδήγηση του αναφερομένου οχήματος, που υπερέβη το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 90 χλμ/ώρα επί Ε.Ο., κινούμενος σε ευθεία σε πολύ μεγάλη απόσταση, αφορά συνήθη τυπική παράβαση του ΚΟΚ και η κατανάλωση αλκοόλ δεν είχε επηρεάσει την οδηγική του συμπεριφορά, ούτε διατάραξε τις αντιδράσεις του, τους οδηγικούς αυτοματισμούς και τις αντανακλαστικές του ικανότητες, ότι την ίδια αντίδραση και συμπεριφορά θα είχε, δηλαδή ενστικτώδη τροχοπέδηση και αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, ακόμα και σε περίπτωση που θα οδηγούσε με την ίδια ταχύτητα, χωρίς να είναι υπό την επίδραση οινοπνεύματος), απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον οι φερόμενες ως ασάφειες και ελλείψεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ανάγονται σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής περί των συνθηκών της σύγκρουσης και της ελλείψεως υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό και, σε κάθε περίπτωση, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα της (συν)υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος στην πρόκληση του προπεριγραφέντος ατυχήματος και στην κρίση αυτού ότι η υπέρβαση του ορίου κατανάλωσης αλκοόλ, συνδέεται αιτιωδώς με το επισυμβάν ατύχημα.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατόπιν τούτων, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η από 5-10-2022 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι παραστάθηκαν, οι μεν δύο πρώτοι εξ αυτών με τον ίδιο δικηγόρο, η δε τρίτη με έτερο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσειόντων (άρθρα 176,180,183,189 παρ.1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Β) Επί της από 11-3-2023 αίτησης αναίρεσης (των Λ. Ο., Α. Ο., Α. Ο. και Κ. Π.).

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα του συντρέχοντος πταίσματος της θανατωθείσας, συνεπιβάτιδας στο εμπλακέν στο ένδικο ατύχημα υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο σύζυγός της Β. Ο., Μ. συζ. Β. Π. στην πρόκληση και έκταση του τραυματισμού της, που ενδιαφέρει στον αναιρετικό έλεγχο, το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, λόγω του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, τραυματίσθηκε βαρύτατα η επιβάτης-συνοδηγός του υπ' αριθμ.

κυκλ. ... αυτοκινήτου, Μ. Π., σύζυγος του οδηγού του ίδιου αυτοκινήτου, Β. Ο. Ειδικότεροι, αυτή μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Πρέβεζας, με αιτία εισόδου: "αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα, συνοδηγός με ζώνη ασφαλείας", όπου διαπιστώθηκε ότι, είχε υποστεί τραύμα σπληνός, μικρή υπαραχνοειδή αιμορραγία εγκεφάλου, πολλαπλά κατάγματα ρινικού οστού, πνευμο-αιμοθώρακα αριστερά, κατάγματα πλευρών κατωτέρου αριστερού ημιθωρακίου, υποκάψιο αιμάτωμα σπληνός με παρουσία υγρού στο δουγλάσειο, κάταγμα πρόσθιου δεξιού ηβο-ισχιακού κλάδου λεκάνης, σπειροειδές κάταγμα στη μεσότητα του μηριαίου οστού αριστερά και κάταγμα περόνης δεξιά. 'Εγινε σπληνεκτομή, τοποθέτηση bullau, συρραφή διαφράγματος αριστερά, τμηματική εντερεκτομή, συρραφή ρήξεων μεσεντερίου και διακομίσθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ρίου (όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 28.5.2017-29.5-2017 έγγραφο-γνωμάτευση του Διευθυντού-Συντονιστού της Χειρουργικής Κλινικής του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Πρέβεζας, Ε.

Λ.). Εκεί, παρέμεινε νοσηλευόμενη μέχρι τις 23-7-2017, οπότε και απεβίωσε εξαιτίας των κακώσεων, που είχε υποστεί από το ένδικο ατύχημα, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 23.7.2017 εξιτήριο λόγω θανάτου και από το με ημερομηνία 24.7.2017 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου της Ληξιάρχου Τρικκαίων, Χ. Π., με αναγραφόμενη αιτία θανάτου: ".κακώσεις κεφαλής, θώρακος, κοιλίας, κακώσεις πυέλου (οδικό τροχαίο ατύχημα- επιβάτης οχήματος), κυρίως, όμως, από την υπ' αριθμ.

πρωτ. ...-2017 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής της Ιατροδικαστού Α. Τ., με την οποία βεβαιώνονται, ως αιτίες θανάτου: "κακώσεις κεφαλής, θώρακος, κοιλίας και πυέλου". Από το ίδιο ως άνω εξιτήριο προκύπτει ότι, η ως άνω θανούσα υπέστη καταπληξία, καρδιακή ανακοπή, κατάγματα του κρανίου και των οστών του προσώπου και κάταγμα της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και της πυέλου.

Προκύπτει, δηλαδή, χωρίς αμφιβολία, ότι, ο θάνατος της Μ. Π., συνοδηγού του υπ' αριθμ. κυκλ. ... αυτοκινήτου, συνδέεται αιτιωδώς με τους τραυματισμούς, που αυτή υπέστη λόγω του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, παρά την επέλευση του θανάτου της, μετά την πάροδο σχεδόν δύο (2) μηνών από την ημερομηνία του ατυχήματος, δοθέντος ότι, καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα, δεν διαδραματίσθηκε κάποιο άλλο γεγονός, η συνδρομή του οποίου να διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο, μεταξύ του τραυματισμού της από το ένδικο ατύχημα και του επελθόντος θανάτου της.

Ωστόσο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, στην έκταση των σωματικών κακώσεων, που υπέστη η θανούσα, συνετέλεσε και η ίδια, καθώς, κατά το χρόνο του ατυχήματος, δεν αποδείχθηκε ότι, αυτή ήταν προσδεδεμένη στη θέση της με ζώνη ασφαλείας. Στην κρίση αυτή, οδηγείται το Δικαστήριο τούτο, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβανομένου υπόψιν του είδους, της εκτάσεως και της σοβαρότητας των βλαβών, τις οποίες η ανωτέρω θανούσα υπέστη και, δη, των κακώσεων της κεφαλής (μεταξύ των οποίων και κάταγμα κρανίου) και των πολλαπλών καταγμάτων ρινικού οστού, κακώσεις, οι οποίες, δεν ήταν λογικό, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επέλθουν, εάν αυτή ήταν πράγματι προσδεδεμένη στη θέση της με ζώνη ασφαλείας. 'Αλλωστε, δεδομένου ότι, το όχημα, στο οποίο αυτή επέβαινε, επλήγη πλαγιομετωπικώς και, δη, κυρίως στην αριστερή πλευρά του, θα ανέμενε κανείς, ο ευρισκόμενος στην πλευρά αυτή, οδηγός του ίδιου οχήματος, Β.

Ο., να έχει υποστεί κακώσεις κεφαλής και, μάλιστα, σε μεγαλύτερο βαθμό απ' ότι η συνοδηγός, πλην, όμως, τέτοιες κακώσεις αυτός (ο Β. Ο.) δεν είχε υποστεί (σύμφωνα με το από 3.6.2017 εξιτήριο του Γενικού Νοσοκομείου Πρέβεζας, ο Β. Ο. έχει υποστεί διπλό κάταγμα στέρνου, πολλαπλά κατάγματα πλευρών αριστερά, κάταγμα πηχεοκαρπικής δεξιά και κάταγμα μαστοειδούς αρι-στερά).

Περί της χρήσεως ή μη ζώνης ασφαλείας από τη θανούσα, ο διορισθείς από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονας, Ε. Κ., δεν έλαβε κατηγορηματική θέση στη συνταχθείσα από τον ίδιο πραγματογνωμοσύνη, παρά, μόνον, πιθανολόγησε θετικά τη χρήση της, στηριζόμενος, κυρίως, στο ότι, η ζώνη ασφαλείας της συνοδηγού βρέθηκε σε έκταση, χωρίς, όμως, να λαμβάνει υπόψιν του τους ανωτέρω πολλαπλούς τραυματισμούς της θανούσας στο κεφάλι.

Αντίθετα, περισσότερο πειστική, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, κρίνεται η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τεχνικού συμβούλου, Α. Δ., ο οποίος, ναι, μεν, δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει εάν η θανούσα φορούσε ζώνη ασφαλείας, πλην, όμως, επισημαίνει ότι, εάν κάτι τέτοιο συνέβαινε, λόγω του απεγκλωβισμού της από το όχημα, που χρειάσθηκε να λάβει χώρα, η ζώνη ασφαλείας της θα ήταν κομμένη και ότι, σε κάθε περίπτωση, οι τραυματισμοί της θανούσας στο κεφάλι δεν συνάδουν με τη χρήση ζώνης ασφαλείας.

Υφίσταται, δε, αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ της παραλείψεως χρήσεως ζώνης ασφαλείας από τη θανούσα και του επελθόντος θανάτου της, καθώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω ιατρικά πιστοποιητικά, σε συνδυασμό με τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της, η ύπαρξη κακώσεων κεφαλής, ήταν μία από τις αιτίες, που συνέτειναν στο θάνατό της και βρίσκονται σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με αυτόν (θάνατο).

Ο σύνδεσμος, δε, αυτός δεν αίρεται εκ του λόγου ότι, στο θάνατό της συνέτειναν και οι λοιπές σωματικές κακώσεις, το, δε, ποσοστό συμβολής της παραλείψεως αυτής στο θάνατό της καθορίζεται σε ποσοστό 30%, δεκτής γενομένης, εν μέρει, της σχετικής ενστάσεως της τρίτης εναγομένης των υπό στ. Α' και Β' αγωγών (στην οποία αναφέρονται οι ...

λόγοι της ,,,εφέσεως και της σχετικής ενστάσεως της τέταρτης εναγόμενης της υπό στ. Α' αγωγής, στην οποία αναφέρεται ο ... λόγος της ... εφέσεως και απορριπτομένων, ως κατ' ουσίαν αβασίμων, του ...λόγου της ...εφέσεως και του ... λόγου της ... εφέσεως...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, δέχτηκε εν μέρει την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος λόγω μη χρήσης ζώνης ασφαλείας εκ μέρους της θανατωθείσας, την οποία προέβαλαν οι ασφαλιστικές εταιρείες "GENERALI HELLAS AAE", ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη και "QATAR INSURANCE COMPANY EUROPE LIMITED", ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, όπως, ομοίως, είχε πρωτοδίκως κρίνει το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' 477/2021 απόφασή του.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297,298,300,330 και 914 Α.Κ., ούτε τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 5 του Κ.Ο.Κ. στην οποία προβλέπεται ότι "Η χρήση των ζωνών ασφαλείας είναι υποχρεωτική τόσο για τους οδηγούς όσο και για τους επιβάτες...", στις οποίες, κατά τις σχετικές παραδοχές, θεμελιώνεται το συντρέχον, κατά ποσοστό 30%, πταίσμα της θανατωθείσας Μ.

Π., καθόσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς το είδος, τη σοβαρότητα και την έκταση των σωματικών κακώσεων που υπέστη από το ένδικο ατύχημα η συνεπιβαίνουσα στο υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο Μ. Π., κυρίως στην κεφαλή (μεταξύ των οποίων και κάταγμα κρανίου) και τα πολλαπλά κατάγματα ρινικού οστού, κακώσεις οι οποίες, κατά τις παραδοχές, δεν θα επέρχονταν αν ήταν προσδεδεμένη στη θέση της με ζώνη ασφαλείας, και οι οποίες συνδέονται αιτιωδώς με τον επελθόντα θάνατό της.

Οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ η υπαγωγή των γενόμενων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών και Κ.Ο.Κ., που εφαρμόσθηκαν, δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα κοινής πείρας, ούτε τέλος, ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές αυτής (απόφασης), το Εφετείο δέχθηκε ότι, οι βλάβες τις οποίες η θανούσα υπέστη και δη οι κακώσεις της κεφαλής (μεταξύ των οποίων και κάταγμα κρανίου) και τα πολλαπλά κατάγματα ρινικού οστού, δεν ήταν λογικό, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επέλθουν, εάν αυτή ήταν πράγματι προσδεδεμένη στη θέση της με ζώνη ασφαλείας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι το όχημα, στο οποίο επέβαινε, επλήγη πλαγιομετωπικώς, κυρίως στην αριστερή πλευρά του και ο ευρισκόμενος στην πλευρά εκείνη, οδηγός του ίδιου οχήματος Β.

Ο., δεν υπέστη κακώσεις κεφαλής σε τέτοιο βαθμό, όπως η θανούσα συνοδηγός, ακολούθως δε δέχθηκε ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ της παραλείψεως χρήσεως ζώνης ασφαλείας από τη θανούσα και του επελθόντος θανάτου της, καθώς σύμφωνα με τα ιατρικά πιστοποιητικά, σε συνδυασμό με τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της, η ύπαρξη κακώσεων κεφαλής, ήταν μία από τις αιτίες, που συνέτειναν στο θάνατό της και βρίσκονται σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμό με αυτόν.

Εξάλλου, οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο με τις άνω παραδοχές του παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι ότι: α) αν η θανούσα δεν φορούσε ζώνη και δεν είχε έτσι συγκρατηθεί στο κάθισμά της, θα έφερε συντριπτικά κατάγματα και τραυματισμούς στο κεφάλι της από τον ανεμοθώρακα, καθώς και στον αυχένα αυτής, που θα επέφεραν τον ακαριαίο θάνατό της, και όχι μετά από 55 ημέρες νοσηλείας, β) αν η θανούσα δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας δεν θα είχαν επέλθει τα θανατηφόρα τραύματά της στην κοιλιακή χώρα και στο αριστερό κάτω ημιθωράκιο, γ) η ζώνη ασφαλείας προστατεύει σε μετωπικές συγκρούσεις από σοβαρά χτυπήματα στο κεφάλι στον ανεμοθώρακα των οχημάτων, δ) από τις προσκομισθείσες φωτογραφίες του αυτοκινήτου και τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη, προκύπτει ότι αυτό έχει υποστεί τεράστιες ζημίες, έχοντας συμπιεστεί συντριπτικά και στρεβλωθεί το εμπρόσθιο τμήμα του από αριστερά προς τα δεξιά, στη θέση της συνοδηγού, και δεν θα μπορούσε να αποτραπεί ο θάνατός της, παρά το γεγονός ότι η συνοδηγός έφερε ζώνη ασφαλείας, ε) η έλλειψη ζώνης δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τους τραυματισμούς της, καθώς, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης και της καταστροφής του εμπρόσθιου τμήματος του οχήματος και της συνθλίψεως που έγινε στην εσωτερική καμπίνα στην πλευρά της συνοδηγού, ο θάνατός της θα επερχόταν οπωσδήποτε και ανεξαρτήτως της ζώνης ασφαλείας, είναι απαράδεκτες, διότι τα ανωτέρω μνημονευόμενα δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας, υπό το πρόσχημα δε της αντίστοιχης πλημμέλειας, πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που περιλαμβάνονται στον πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους, ήτοι ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δεν διέλαβε επαρκή αιτιολογία, παρείδε, άλλως δεν εξετίμησε προσηκόντως ότι η φύση των κυρίων τραυμάτων της Μ. Π. στην κοιλιακή χώρα και το "εντύπωμα" της ζώνης πάνω στο σώμα της βοούσαν ότι προήλθαν από τη χρήση ζώνης, ότι τα κυρίως τραύματά της ήταν στην κοιλιακή χώρα και αποτέλεσαν την αιτία του θανάτου της, ότι δεν διέλαβε επαρκή αιτιολογία για την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραλείψεως της θανούσας να φέρει ζώνη ασφαλείας και του επελθόντος θανάσιμου τραυματισμού της, όπως επίσης δεν διέλαβε ουδεμία αιτιολογία σε σχέση με την προβληθείσα από αυτούς (αναιρεσείοντες) αντένσταση περί ελλείψεως αιτιώδους συνάφειας από τη μη χρήση της ζώνης ασφαλείας, καθώς ο θάνατός της θα επερχόταν έτσι κι αλλιώς, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης και των πιέσεων που δέχθηκε η θέση της συνοδηγού, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον οι φερόμενες ως αντιφάσεις, ασάφειες και ελλείψεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ανάγονται σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής περί της αιτίας θανάτου της θανούσης και της έλλειψης συντρέχοντος πταίσματος αυτής στην πρόκληση των κακώσεων που υπέστη κατά την ένδικη σύγκρουση, λόγω μη χρήσης της ζώνης ασφαλείας, τα οποία δεν έγιναν δεκτά από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό και, σε κάθε περίπτωση, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας της θανούσης στην έκταση των σωματικών της κακώσεων και στην κρίση αυτού ότι η θανούσα δεν ήταν προσδεδεμένη με ζώνη ασφαλείας, γεγονός που συνδέεται αιτιωδώς με τον επελθόντα θάνατό της.

Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αναφορικά με την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της θανατωθείσας κατά την ένδικη σύγκρουση Μ. Π., πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008 Α.Π. 500/2019).

Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζήτησης (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ.), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ., ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Επιπροσθέτως, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, Α.Π. 613/2016).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 765/2014).

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ` ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, και αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1186/2021, Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1349/2017).

Μη λήψη υπόψη, πάντως δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (Α.Π. 15/2021, Α.Π. 34/2021, Α.Π. 1186/2021). Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ.

γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (Α.Π. 380/2023, Α.Π. 804/2022).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε τα νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα και ειδικότερα: α) την από 29-5-2017 ιατρική γνωμάτευση-εξιτήριο του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Πρέβεζας (Χειρουργική Κλινική) και αντίγραφα του από 23-7-2017 με αριθμό ...

εξιτηρίου και εισιτηρίου του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ρίου- Πατρών, β) αντίγραφο της από ... με αριθμ. πρωτ. ... πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού πραγματογνώμονα Ε. Κ. και της από ... με αριθμ. πρωτ. ... συμπληρωματικής- διορθωτικής πραγματογνωμοσύνης, γ) φωτογραφικό υλικό, όπου απεικονίζεται το υπ'αριθμ.

κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο του Β. Ο., δ) τις καταθέσεις των προταθέντων μαρτύρων Ν. Κ. και Ι. Σ., εκ των οποίων ο πρώτος κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 8-10-2018 και ο δεύτερος ενώπιον της συμβολαιογράφου Τρικάλων Μ. Σ. (υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση), τα οποία (έγγραφα), κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, εάν είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο θα κατέληγε στο εντελώς αντίθετο πόρισμα, ότι δηλαδή η Μ.

Π., ούσα συνοδηγός στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, φορούσε τη ζώνη ασφαλείας και δεν συνετέλεσε η ίδια στην επέλευση και έκταση των τραυμάτων και του θανάτου της δια της παραλείψεως αυτής. Όπως, όμως, προκύπτει από την ενυπάρχουσα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαβεβαίωση ότι "Από την επανεκτίμηση:

α)της ανώμοτης καταθέσεως του πρώτου ενάγοντος της υπό στ. Γ' αγωγής-πρώτου παρεμπιπτόντως εναγομένου των υπό στ. β' και γ' παρεμπιπτουσών αγωγών, β) των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες (ανώμοτη και ένορκες καταθέσεις) περιέχονται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 2872/2018 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, γ) των εγγράφων, τα οποία, οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και επαναπροσκομίζουν, δ) της υπ' αριθμ. ...

εκθέσεως τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δυνάμει της ως άνω υπ' αριθμ. 2872/2018 μη οριστικής αποφάσεώς του, την οποία (πραγματογνωμοσύνη) έχει διενεργήσει και συντάξει ο διορισθείς από το Δικαστήριο (δυνάμει της αμέσως παραπάνω αποφάσεως) πραγματογνώμονας, Ε. Κ., Μηχανολόγος-Μηχανικός, ε) της υπ' αριθμ....

συμπληρωματικής-διορθωτικής εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του ίδιου ως άνω πραγματογνώμονος, στ) της από 4-5-2019 εκθέσεως του διορισθέντος από την τρίτη εναγομένη της υπό στ. Α' αγωγής-πρώτη εφεσίβλητη της υπό στ. I εφέσεως, τεχνικού συμβούλου, Α. Δ. και ζ) των υπ' αριθμ. ....2018 ενόρκων βεβαιώσεων, τις οποίες μετ' επικλήσεως επαναπροσκομίζουν οι εκκαλούντες της υπό στ.

I εφέσεως-ενάγοντες της υπό στ. Α' αγωγής, οι οποίες (ένορκες βεβαιώσεις) έχουν δοθεί ενώπιον της συμ-βολαιογράφου Τρικάλων, Μ. Α. Σ., μετά από νομό-τυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων της ίδιας αγωγής (ό-πως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ... και ....2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, Ν.

Γ.) και της υπ' αριθμ. ....2018 ένορκης βεβαιώσεως, την οποία μετ' επικλήσεως επαναπροσκομίζει ο εκκαλών της υπό στ. II εφέσεως-ενάγων της υπό στ. Β' αγωγής, η οποία έχει δοθεί ενώπιον της συμβολαιογράφου Τρικάλων Μ. Α. Σ. μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της τρίτης εναγομένης της υπό στ. Β' αγωγής (όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ....2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, Ν.

Γ.), από τις φωτογραφίες, τις οποίες, μετ' επικλήσεως επαναπροσκομίζουν οι εκκαλούντες της υπό στ. I εφέσεως-ενάγοντες της υπό στ. Α' αγωγής, ο εκκαλών της υπό στ. II εφέσεως-εκκαλών της υπό στ. Β' αγωγής, οι εκκαλούντες της υπό στ. V εφέσεως-ενάγοντες της υπό στ. Γ' αγωγής και η δεύτερη εφεσίβλητη της ίδιας εφέσεως-δεύτερη εναγομένη της ίδιας αγωγής, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 παρ. 3 και 457 παρ. 4 του ΚΠΟΛΔ) από όλες τις διάδικες πλευρές, από τα νέα έγγραφα (υπ' αριθμ.

σχετ. 2α' και 2γ'), τα οποία ο εκκαλών της υπό στ. II εφέσεως-ενάγων της υπό στ. Β' αγωγής επικαλείται και προσκομίζει, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, καθώς δεν συντρέχει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 529 παρ. 2 του ΚΠΟΛΔ, από τα νέα έγγραφα (σχετ. 42 και 43) τα οποία, οι εκκαλούντες της υπό στ.

I εφέσεως-ενάγοντες της υπό στ. Α' αγωγής επικαλούνται και προσκομίζουν, απαραδέκτως, για πρώτη φορά, με την προσθήκη επί των εγγράφων προτάσεων, που κατέθεσαν, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πλην, όμως, αυτά προσκομίζονται παραδεκτώς από τον εκκαλούντα της υπό στ. II εφέσεως, οπότε έχουν καταστεί κοινό αποδεικτικό μέσο (άρθρο 346 του ΚΠΟΛΔ), δεν θα ληφθεί, όμως, υπόψιν το υπ' αριθμ.

σχετ. 13 έγγραφο, το οποίο, η εκκαλούσα της υπό στ. IV εφέσεως προσκομίζει, για πρώτη φορά, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, χωρίς να έχει προβεί σε νόμιμη επίκλησή του, με τις έγγραφες προτάσεις της, ενώ, πρέπει να σημειωθεί ότι, τα υπ' αριθμ. σχετ. 7α', 7β', 10α', 10β' και 11 έγγραφα, τα οποία, η εκκαλούσα της υπό στ. IV εφέσεως επικαλείται και προσκομίζει, με τις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, χωρίς, οι πρωτοδίκως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, να περιέχουν νόμιμη επίκληση των εγγράφων αυτών, θα ληφθούν, εν προκειμένω, υπόψιν, καθώς, τα ανωτέρω έγγραφα προσκομίζονται παραδεκτώς από τους εκκαλούντες των υπό στ.

I και II εφέσεων, οπότε έχουν καταστεί κοινό αποδεικτικό μέσο, αλλά και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του ότι η θανατωθείσα Μ. Π. δεν είχε κάνει χρήση της ζώνης ασφαλείας, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, με την επισημείωση ότι στη προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή αναφορά και περιγράφονται τα συναγόμενα από τα εν λόγω έγγραφα συμπεράσματα και ειδικότερα:

α) στη σελίδα 55 γίνεται ρητή αναφορά στο με ημερομηνία 28-5-2017-29-5-2017 έγγραφο-γνωμάτευση του Διευθυντού-Συντονιστού της Χειρουργικής Κλινικής του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Πρέβεζας και στο από 23-7-2017 εξιτήριο του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ρίου- Πατρών και β) στη σελίδα 57 μνημονεύεται η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ε.

Κ. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναίρεσης πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ`του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., δηλ. της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος. Η, δια του ερευνώμενου δε λόγου, προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ως άνω νομική σκέψη.

Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα από τους αναιρεσείοντες.

Με τη διάταξη του αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 3/1997, Ολ.ΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης ή αντέφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή αντεκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 11/1996), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., ως πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (Ολ.ΑΠ 31/1997 Α.Π. 71/2019) ή η νομολογία των δικαστηρίων(Α.Π. 66/2020, Α.Π. 701/2011). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 935/2021, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 358/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., εκτός των αναφερομένων σ' αυτή εξαιρέσεων, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση της προτάσεώς του στο αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Όπως δε συνάγεται από την πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγους αναίρεσης (Α.Π. 1277/2020, Α.Π. 4/2020, Α.Π. 59/2020, Α.Π. 142/2013).

Με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν από αυτούς και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι, όπως υποστηρίζουν, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προβληθείσα πρωτοδίκως, την οποία επανέφεραν με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, (αντ)ένσταση, της ελλείψεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μη χρήσης ζώνης ασφαλείας και του επελθόντος θανάτου της Μ. Π., ο οποίος, όπως ισχυρίζονται, θα επήρχετο ανεξαρτήτως του εάν φορούσε ζώνη ασφαλείας, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, καθόσον η θέση της συνοδηγού δέχθηκε τη μεγαλύτερη πίεση και υπέστη τις μεγαλύτερες ζημίες σε σχέση με τα άλλα σημεία της καμπίνας του οχήματος. Ο άνω λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, αλλά τον απέρριψε, εκ των πραγμάτων, κατ' ουσίαν, δεχόμενο, ότι η μη χρήση της ζώνης ασφαλείας από τη θανούσα συνδέεται αιτιωδώς με το τραυματισμό της και τον εξ αυτού επελθόντα θάνατό της και ως εκ τούτου θεμελιώνεται συντρέχουσα αμέλεια αυτής, κατά ποσοστό 30%.

Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι` αυτά καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, σύμφωνα με το άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αυτά έχουν, αφού η εκτίμηση αυτή είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικά ανέλεγκτη. Όπως δε, προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 Κ.Πολ.Δ., οι ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύσεις και όταν εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια λειτουργία, μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, μόνο για όσα βεβαιώνονται σε αυτές ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιον του και επίσης αποτελούν πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, μόνο ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτές, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους (Α.Π. 1316/2023, Α.Π. 302/2020, Α.Π. 1660/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου σε έγγραφο που νόμιμα με επίκληση προσκόμισαν και δη στο από 29-5-2017 εξιτήριο του Νομαρχιακού Νοσοκομείου Πρέβεζας, που υπογράφεται από τον Χειρουργό- Διευθυντή ΕΣΥ Γ.

Φ., καθώς σ' αυτό πιστοποιείται ότι η θανούσα Μ. Π. έφερε ζώνη ασφαλείας, ήτοι αναφέρεται σ' αυτό, ως αιτία εισόδου στο Νοσοκομείο, "αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα- συνοδηγός με ζώνη ασφαλείας". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες παραπάνω έγγραφο, αποτελεί μεν δημόσιο έγγραφο γενικώς, συνιστά όμως πλήρη απόδειξη μόνον ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό ότι έγιναν κατά την εισαγωγή της Μ.

Π. στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Πρέβεζας και ενώπιον του υπογράφοντος αυτό ιατρού, ο οποίος είναι πρόσωπο καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και όχι για όσα αναφέρονται ως αιτία εισόδου στο Νοσοκομείο, και δη για το γεγονός ότι φορούσε ζώνη ασφαλείας κατά το τροχαίο ατύχημα, για τα οποία ο υπογράφων ιατρός δεν είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιος να βεβαιώσει ότι έλαβαν χώρα.

Από δε την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στο παραπάνω έγγραφο μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά, ως προς το αποδεικτέο θέμα της χρήσης ή μη ζώνης ασφαλείας από τη θανούσα, το έλαβε υπόψη και εκτίμησε αυτό ελεύθερα κατ' άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ., μαζί με τα υπόλοιπα, κατ' είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα.

Κατά το άρθρο 932 Α.Κ. σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου επί θανατώσεως το βαθμό συγγένειας, την ηλικία του θύματος), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (άρθρο 932 Α.Κ.).

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζόμενη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω, από το άρθρο 932 Α.Κ. προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α.Κ. εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 Α.Κ. και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του Α.Κ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.

ΑΠ 9/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσειόντων από τον επελθόντα θάνατο της μητέρας και αδελφής τους, αντιστοίχως, Μ. Π., συνεπεία του τραυματισμού της κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, επιπλέον των παραδοχών που αναφέρονται παραπάνω, ως προς τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, δέχθηκε ανέλεγκτα, κατά την εκτίμηση των κριτηρίων για τον προσδιορισμό του ποσού αυτού, τα ακόλουθα: "...

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι, η θανούσα, Μ. Π., ηλικίας πενήντα έξι (56) ετών, κατά το χρόνο του θανάτου της, κατέλιπε, ως πλησιέστερους συγγενείς της, το σύζυγό της, Β. Ο. (ηλικίας τότε ... ετών, μη διάδικο στην παρούσα δίκη) και τρία (3) τέκνα, τη Λ. (πρώτη ενάγουσα της υπό στ. Α' αγωγής, ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) (ηλικίας τότε ...

ετών), την Α. (δεύτερη ενάγουσα της ίδιας αγωγής, ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) (ηλικίας, τότε, ... ετών) και την Α. (τρίτη ενάγουσα της ίδιας αγωγής, ήδη τρίτη αναιρεσείουσα) (ηλικίας, τότε, ... ετών). Οι, δε, Κ. Π. του Α. (τέταρτος ενάγων της υπό στ. Α' αγωγής, ήδη τέταρτος αναιρεσείων) (ηλικίας, τότε, ... ετών) και Ν. Π. του Α. (έκτος ενάγων της ίδιας αγωγής, μη διάδικος στην παρούσα δίκη) (ηλικίας, τότε, 54 ετών) είναι αδελφοί της θανούσας (όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. ...

πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Τρικκαίων σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως του ίδιου Δήμου). Η ως άνω θανούσα διατηρούσε άριστες και στενές σχέσεις με τους ως άνω εκκαλούντες της υπό στ. I εφέσεως-ενάγοντες της υπό στ. Α' αγωγής. Εξαιτίας, λοιπόν, του αιφνίδιου και απροσδόκητου θανάτου της Μ.

Π., οι ανωτέρω συγγενείς της υπέστησαν βαρύ ψυχικό πόνο και θλίψη, για την ανακούφιση των οποίων, αυτοί δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία, το παρόν Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψιν των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, του συντρέχοντος πταίσματος της ίδιας της θανούσας στην έκταση των σωματικών κακώσεων, οι οποίες συνέτειναν στον επελθόντα θάνατό της, λόγω της μη χρήσεως ζώνης ασφαλείας, του βαθμού του συγγενικού δεσμού της με τους αμέσως παραπάνω ενάγοντες της υπό στ.

Α' αγωγής, αλλά και των σχέσεων αγάπης, στοργής και αφοσιώσεως μεταξύ τους, του ψυχικού πόνου και οδύνης, που αυτοί δοκίμασαν από την απώλεια αυτής, της ηλικίας της θανούσας και των εναγόντων και της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των τελευταίων (όχι, όμως, των εφεσιβλήτων της υπό στ. I εφέσεως-τρίτης και τέταρτης εναγομένων της υπό στ.

Α' αγωγής, η ευθύνη των οποίων είναι εγγυητική) και, χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν, το συντρέχον πταίσμα των δύο οδηγών στην επέλευση του ατυχήματος, καθώς, οι σχετικές ενστάσεις των εναγομένων είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, απορριπτέες, ως μη νόμιμες, (...) το εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, που δικαιούνται οι ανωτέρω ενάγοντες της υπό στ.

Α' αγωγής, ανέρχεται: ι) στο ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, για την πρώτη ενάγουσα (τέκνο), 2) στο ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, για τη δεύτερη ενάγουσα (τέκνο), 3) στο ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, για την τρίτη ενάγουσα (τέκνο), 4) στο ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, για τον τέταρτο ενάγοντα (αδελφό) και 5) στο ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, για τον έκτο ενάγοντα (αδελφό).

Πρέπει, επομένως, να γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν, η υπό στ. Α' αγωγή, καθ' ό μέρος ασκείται από τους πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτο και έκτο των εναγόντων και να υποχρεωθούν οι τρίτη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) και τέταρτη εναγόμενες (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) της αγωγής αυτής να καταβάλουν, εις ολόκληρον εκάστη:

α) το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, στην πρώτη ενάγουσα (1η αναιρεσείουσα), β) το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα (2η αναιρεσείουσα), γ) το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα (3η αναιρεσείουσα), δ) το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα (4ο αναιρεσείοντα) ...".

Καθορίζοντας το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, τη χρηματική ικανοποίηση για τη ψυχική οδύνη των πρώτης, δεύτερης, τρίτης και τέταρτου των αναιρεσειόντων στα παραπάνω ποσά, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, που ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ΟλΑΠ 9/2015), ούτε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε, αφού τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς από τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις, ούτε αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο, από τους αριθμούς 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του Α.Κ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στους προαναφερθέντες αναιρεσείοντες, για την προεκτεθείσα αιτία, τα παραπάνω ποσά, τα οποία, όμως, είναι, κατ' αυτούς (αναιρεσείοντες), δυσαναλόγως μικρά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 11-3-2023 αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι παραστάθηκαν με διαφορετικό δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.ΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 5-10-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 7729/856/2022) και από 11-3-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 3474/356/2023) αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 324/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει τις ως άνω αιτήσεις αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων για την άσκηση των αιτήσεων αναίρεσης παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες της από 5-10-2022 αναίρεσης στα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ και της τρίτης των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Καταδικάζει τους πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των αναιρεσειόντων της από 11-3-2023 αναίρεσης στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για καθεμία εξ αυτών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ