Supreme Court dismisses appeal on common sense violation but remands partial case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal regarding the first two defendants but remanded the case for retrial concerning the third defendant. The appellants argued the lower court violated the teachings of common sense, yet the court found the appeal inadmissible due to lack of specificity in identifying which legal rule was misinterpreted. Consequently, the decision was partially overturned to allow the third defendant's claim to be re-examined on its merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(b) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The violation of teachings of common sense constitutes a ground for cassation only if it concerns the interpretation of legal rules or the subsumption of facts under such rules, and the appeal must specifically identify the rule and the error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 508 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 508/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Γ. του Β. και Α., 2) Γ. Γ. του Β. και Α., κατοίκων ….. ... και προσωρινά διαμενόντων στο …… ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Παρρή, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Γ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Χριστοδούλου, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Γ. του Δ., 3) Ε. Γ. του Δ., 4) Κ. Γ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της ιδίας ως άνω πληρεξουσίας δικηγόρου τους, και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Χ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 6) Σ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 73/2017 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 30-11-2017 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 770/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Εκδόθηκε η 123/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-8-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 01.08.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 123/16.11.2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, το οποίο απέρριψε την από 16.05.2016 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 30/22.03.2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 20.12.2012 αγωγή διεκδικητική συγκυριότητας ακινήτου. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).
Η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση, κατ' επιτρεπή (άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσίβλητοι ήγειραν κατά των αναιρεσειόντων την από 20.12.2012 αγωγή, διεκδικητική συγκυριότητας ακινήτου, την οποία απηύθηναν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ....
Η αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 30/22.03.2016 οριστική απόφαση, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή. Την οριστική αυτή απόφαση εξεκάλεσαν οι αναιρεσείοντες με την από 16.05.2016 έφεσή τους, την οποία έστρεψαν κατά των αναιρεσιβλήτων και απηύθηναν στο Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας.
Η έφεση συζητήθηκε ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 73/05.09.2017 οριστική (τελεσίδικη) απόφαση με την οποία ή έφεση έγινε τυπικά δεκτή, αλλ' απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής προσέφυγαν οι αναιρεσείοντες με την από 30.11.2017 αίτησή τους στον Άρειο Πάγο, με την οποία ζήτησαν την αναίρεση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Η ως άνω αίτηση συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων ενώπιον του Αρείου Πάγου και έγινε δεκτή, με την υπ' αριθμ. 770/04.07.2019, αναιρέθηκε στο σύνολό της η αναιρεσιβληθείσα απόφαση παραπέμφθηκε δε η υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας για εκ νέου εκδίκαση, σύμφωνα με τα υπό του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενα.
Η υπόθεση επανήλθε προς εκ νέου συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας με την από 25.10.2019 κλήση των αναιρεσειόντων, συζητήσεως δε γενομένης, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 123/16.11.2020 οριστική (τελεσίδικη) απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία ή έφεση έγινε τυπικά δεκτή, αλλ' απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.
Της αποφάσεως αυτής ζητούν την αναίρεση οι αναιρεσείοντες, με την από 01.08.2021 αίτησή τους που απευθύνεται στο Δικαστήριο τούτο, για τους διαλαμβανομένους στο αναιρετήριο τέσσερεις λόγους. Οι παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου με βάση τις οποίες εξέφερε την ανωτέρω κρίση του, έχουν, κατ' απόλυτη αντιγραφή, τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου έκαστος, όπως και ο αδελφός τους Β. (πατέρας των εναγομένων), της πατρικής παλαιάς ισογείου οικίας, συνολικής επιφανείας 60 τ.μ., μετά του οικοτόπου της και του παλαιού αλωνίου, συνολικής εκτάσεως 700 τ.μ., εντός του οποίου υπάρχουν 80 περίπου ελαιόδενδρα, που βρίσκεται στη θέση "Π." της κτηματικής περιφέρειας του πρώην δήμου Α.
και νυν δήμου Τ. και συνορεύει γύρωθεν, βόρεια με έτερη ιδιοκτησία Ε. Γ., νότια με ιδιοκτησία εναγομένων, δυτικά με αγροτικό δρόμο και ανατολικά με έτερη ιδιοκτησία Ε. Γ., όπως το ακίνητο αυτό εμφαίνεται μετά των εντός αυτού ελαιοδένδρων και της παλαιάς ισογείου κατοικίας στο από μηνός Δεκεμβρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ζ.
Κ. με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α- Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Α. Το ανωτέρω περιγραφόμενο ακίνητο ανήκε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Ε. Γ. (πάππο τους εκ πατρικής γραμμής) ήδη από το έτος 1907 και αργότερα περιήλθε ατύπως, λόγω κληρονομικής διαδοχής, στον υιό του Δ. (Μ.) Γ., πατέρα των εναγόντων και πάππο των εναγομένων.
Ο τελευταίος εκεί γεννήθηκε και κατοικούσε με την πρώτη σύζυγο του, Κ. Γ., με την οποία απέκτησε τον πρώτο υιό του Κ. (τέταρτο ενάγοντα). Στις 24 Μαρτίου του έτους 1941 η ανωτέρω απεβίωσε και το μήνα Σεπτέμβριο του ιδίου έτους ο Δ. (Μ.) τέλεσε δεύτερο γάμο με τη Λ. Γ., το γένος Ι. Α., κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησε οκτώ τέκνα, έξι άρρενα (τους λοιπούς ενάγοντες και το Β. - πατέρα των εναγομένων) και δύο θήλεα (τη Χ.
και την Ι.). Κατά τη διάρκεια του δεύτερου γάμου του, ο Δ. Γ. επαύξησε την περιουσία του τόσο γύρωθεν της πατρογονικής οικίας και του οικοτόπου της με το παλαιό αλώνι, συνολικής εκτάσεως 700 τ.μ περίπου, όσο και σε άλλες αγροτικές περιοχές του δ.δ ….. ..... Περαιτέρω, περί το έτος 1980 ο Δ.(Μ.)Γ., όσο ζούσε, διένειμε ατύπως (δια λόγου) την περιουσία του στα τέκνα του και, μεταξύ άλλων, όρισε η πατρική οικία μετά του οικοτόπου της να περιέλθει μετά το θάνατο του στην αποκλειστική κυριότητα των υιών του.
Πράγματι, μετά το θάνατο του (Δ. Γ.) το έτος 1987 από κοινού τα τέκνα του και η σύζυγος του Λ. την 18η Οκτωβρίου του έτους 1995 αποτύπωσαν σε ένα ιδιωτικό έγγραφο όλη την γύρωθεν της πατρικής οικίας ιδιοκτησία και πως αυτή διανέμεται μεταξύ τους, σύμφωνα με τη νέμηση εν ζωή του ανωτέρω πατρός τους που απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη, προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν περιουσιακές διαφορές.
Πιο συγκεκριμένα, στο ιδιωτικό αυτό έγγραφο αποτυπώθηκαν όλα τα διανεμόμενα εδαφικά τμήματα με διαφορετικά χρώματα, με αναγραφή του ονόματος του κάθε νέου κτήτορος χωριστά και στην οπίσθια πλευρά αυτού υπέγραψαν και επικύρωσαν τη συμφωνία όλοι οι συμβαλλόμενοι (οι ενάγοντες, η μητέρα και οι αδελφές τους), πλην του Β. (πατέρα των εναγομένων), ο οποίος ήταν μόνιμος κάτοικος εξωτερικού και δη .....
ήδη από το έτος 1968 και απουσίαζε. Τα ανωτέρω προκύπτουν σαφώς από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από 18.10.1995 ιδιωτικό συμφωνητικό της οικογένειας Δ. Γ. περί διανομής (διαχωρισμού) του αγροκτήματος στη θέση Π.Α., όπου στην οπίσθια σελίδα αυτού αναφέρονται επί λέξει τα κάτωθι: "ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ 1. Βάση του σχεδίου η κατανομή των τεμαχίων ανήκη στους αριθμούς κάθε ονόματος. 2.
Βάση σχεδίου και την κατανομή τεμαχίων που αντιστηχούν στους άνωθε αριθμούς δεχόμαστε και υπογράφουμε. 3. Δεχόμαστε ότι (1) ΠΑΤΡΙΚΟ Ανήκη στα ΑΓΟΡΙΑ Γ. Ακολουθούν υπογραφές". Με την υπογραφή δε του πιο πάνω από 18.10.1995 ιδιωτικού συμφωνητικού και από τη Λ. Γ. (μητέρα των εναγόντων και μάμμη των εναγομένων) αυτή σιωπηρώς παραιτήθηκε από το εξ' αδιαθέτου κληρονομικό της δικαίωμα στην πιο πάνω περιουσία του συζύγου της και διεκόπη έτσι ο χρόνος της δικής της χρησικτησίας επί του επιδίκου οικοτόπου των 700 περίπου τετραγωνικών μέτρων μετά της εντός αυτού πατρογονικής οικίας.
Αντιθέτως, οι ενάγοντες, καθώς και ο αδελφός τους Β., από τη διανομή της πατρικής οικίας σ' αυτούς με τον τρόπο που αναφέρθηκε νέμονταν το παραπάνω ακίνητο με διάνοια συγκυρίων και καλή πίστη, συνεχίζοντας τη νομή του άμεσου δικαιοπαρόχου και πατρός τους Δ. Γ., συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας, επενεργώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες σε αυτό πράξεις νομής και δη είτε από κοινού, είτε κατά μονάς ή δι' αντιπροσώπων (βοηθών νομής) καλλιεργούσαν και περισυνέλεγαν τους καρπούς των εντός αυτού ελαιοδένδρων, προέβαιναν σε εκτεταμένες επισκευές της πατρικής οικίας, στην οποία διέμεναν με τις οικογένειές τους διαδοχικά ιδίως κατά τη διάρκεια του θέρους, στην κατασκευή μανδρότοιχου, σε καθαρισμό του αύλειου χώρου και φύτευση καλλωπιστικών φυτών και εν γένει επίβλεψη και συντήρηση του εδαφικού αυτού τμήματος (βλ.
και τα προσκομιζόμενα από μέρος των εναγόντων αντίγραφα των φορολογικών δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης του έτους 2014 από τα οποία προκύπτει ότι το δήλωναν στην αρμόδια ΔΟΥ προς φορολόγηση ακινήτου περιουσίας). Τη νομή δε του επιδίκου ακινήτου άσκησαν οι προαναφερόμενοι, σε αδιάσπαστη χρονική συνέχεια, χωρίς ποτέ να συναντήσουν αντίρρηση ή να διακόψουν τη νομή τους.
Η πραγματική όμως αυτή κατάσταση διατηρήθηκε μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου του έτους 2008, οπότε οι εναγόμενοι δήλωσαν για πρώτη φορά στους ενάγοντες ότι η πατρική οικία τους ανήκει κατά κυριότητα ως τμήμα μεγαλύτερου αγροτεμαχίου, επιφανείας κατά νεώτερη μέτρηση 4.281,11 τ.μ., που περιήλθε σε αυτούς από την μάμμη τους Λ.
Γ. δυνάμει του υπ' αριθμ.743/29.07.2000 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου .... Α.Κ., νομίμως μεταγεγραμμένο. Ωστόσο, το γεγονός ότι το έτος 2000, αιτία δωρεάς εν ζωή, η ανωτέρω Λ. Γ. προέβη σε μεταβίβαση του επιδίκου, ως τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως, ακινήτου στη θέση "Π." στους εναγόμενους εγγονούς της δεν ασκεί έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού δεν προσπόρισε στους τελευταίους κυριότητα καθότι δεν ήταν κυρία κατά το χρόνο της μεταβίβασης, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του ανωτέρω υπ'αριθμ. 743/29.07.2000 συμβολαίου, η Λ.Γ. (δωρήτρια) φέρεται να είναι κυρία με τα προσόντα της εκτάκτου χρησικτησίας, ήδη από το έτος 1959, ενός αγροτεμαχίου εκτός σχεδίου πόλεως που ευρίσκεται στη θέση "Π." της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος Α.
του δήμου ...... Μεσσηνίας, εμβαδού 6.000 τ.μ., με την εντός αυτού πεπαλαιωμένη κατοικία, επιφανείας 45 τ.μ., και 80 ελαιόδενδρα, συνορεύουσα γύρωθεν με αγροτικό δρόμο, ιδιοκτησίες Γ.Χ. και Σ. Γ. και με κοινοτικό δρόμο, το οποίο (αγροτεμάχιο) δωρίζει στους δύο εγγονούς της - εναγομένους, δίχως να αναφέρεται στο εν λόγο.) συμβόλαιο πως το απέκτησε, ήτοι πως περιήλθε αυτό στη νομή της.
Η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου για τα ως άνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά προκύπτει και από τη σαφή, κατηγορηματική και πειστική κατάθεση της εξεταζομένης μάρτυρος απόδειξης, Α. Μ., συζ. Ε. Γ., για την αξιοπιστία της οποίας το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει, η οποία κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους ανέκαθεν ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο με καλή πίστη και διάνοια συγκυρίων για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας, ενώ ουδέποτε επιχειρήθηκαν σε αυτό οιεσδήποτε πράξεις νομής από μέρος των εναγομένων ή της δικαιοπαρόχου (μάμμης) τους, ικανές να τους προσπορίσουν κυριότητα, αναφερόμενη αποκλειστικά σε διενεργούμενες πράξεις νομής και κατοχής επί του επιδίκου αποκλειστικά από πλευράς και των επτά υιών του Δ. (Μ.) Γ..
Η δε ένορκη κατάθεση της έχει επί λέξει σε ορισμένα σημεία της: "...Διεκδικούμε την πατρική οικία η οποία ήταν του πεθερού μου, συμβόλαιο δεν υπήρχε. Τα έδωσε δια λόγου και δεν άφησε διαθήκη. Είχε αφήσει ένα συμφωνητικό το 1980. Ο πεθερός μου πέθανε το 1987. Είχαν μοιράσει όλη την περιουσία που είχαν και υπέγραψαν.......
Δια λόγου είχαν μοιράσει τα κτήματα το έτος 1980. Το συμφωνητικό υπογράφηκε το 1995. Το πατρικό σπίτι θα έμενε στα αγόρια εξ αδιαιρέτου και στον Β.......... Ο πεθερός μου έμενε σ' αυτό το πατρικό.........Το 1980 ονομάτισε την περιουσία. Μετά τον θάνατο του πεθερού μου τα παιδιά πήραν τα κομμάτια που ονομάτισε..........Ο πεθερός μου το έτος 1980 συγκέντρωσε τα αγόρια και τους είπε ότι η πατρική οικία θα ανήκει σε εσάς.
Το συμβόλαιο της γιαγιάς έγινε το 2000. Από το 1987 πήγαιναν όλοι στο σπίτι. Η γιαγιά πέθανε το 2011 και μετά τον θάνατο της το μάθαμε ότι το έχει μοιράσει....". Άλλωστε, και ο ίδιος ο Β.Γ. (πατέρας των εναγομένων) κατά την ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως μάρτυρας ανταπόδειξης, κατέθεσε ότι η επίδικη πατρική οικία ανήκε αρχικά στον πάππο του εκ πατρικής γραμμής, Ε.
Γ., και ότι γεννήθηκε ο ίδιος σε αυτήν, ότι οι γονείς του απεβίωσαν δίχως να αφήσουν διαθήκη και ότι πράγματι συντάχθηκε το προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των αδελφών του, όσο ζούσε η μητέρα τους, το οποίο δεν φέρει την υπογραφή του. Εν συνεχεία, όμως, αντιφάσκει με τα παραπάνω αναφερόμενα, υποστηρίζοντας ότι το έτος 1959 ο πατέρας τους, Δ.(Μ.) Γ., αγόρασε ατύπως το ήμισυ εξ αδιαιρέτου της επίδικης οικίας από τον Γ., το οποίο, εν συνεχεία, το μεταβίβασε ατύπως στη σύζυγο του και μητέρα του, και το έτερο ήμισυ αγοράσθηκε από τη μητέρα του και αυτόν, ο οποίος ήταν ο μόνος από τους αδελφούς που έστελνε χρήματα, δίχως τα αμέσως παραπάνω να επιρρωνύονται από τα άλλα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως αποδεικτικά μέσα, ενώ δεν επεξηγεί πως, ενώ και ο ίδιος ετύγχανε συγκύριος της πατρικής οικίας από κοινού με τους γονείς του, δεν προέβη σε μεταβίβαση και του δικού του ποσοστού συγκυριότητας στα τέκνα του (εναγόμενοι), γεγονός που καθιστά την κατάθεσή του ασαφή, αντιφατική και συνακόλουθα μη πειστική.
Η δε ένορκη κατάθεση της Χ. Α. συζ. Α., το γένος Μ. Γ., ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών δεν είναι ικανή από μόνη της, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, να οδηγήσει το Δικαστήριο σε πλήρη δικανική πεποίθηση περί του αντιθέτου. Εξάλλου, ναι μεν προσκομίζονται από τους εκκαλούντες συμβόλαια γονικής παροχής ακινήτων στην ίδια με το επίδικο περιοχή "Π." εκ μέρους της Λ.
Γ. στα τέκνα της Ν., Χ., Χ. και Ι., όμως κρίνεται ότι τα εν λόγω συμβόλαια υπογράφησαν προκειμένου να δημιουργηθούν τίτλοι κτήσεως, νομίμως μεταγεγραμμένοι, για τα εδαφικά τμήματα που είχε ορίσει για έκαστο τέκνο ο πατέρας τους Δ. Γ., όσο ζούσε. Χαρακτηριστικό, μάλιστα, είναι ότι, από την επισκόπηση των προσαγομένων τίτλων, δεν προκύπτει πως περιήλθε η κυριότητα αυτών στη φερόμενη ως αληθή κυρία Λ.
Γ., αλλά γενικά και αόριστα αναφέρεται ότι έκαστο ακίνητο περιήλθε σε αυτήν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, χωρίς καν να αναγράφεται ο χρόνος που αυτή (χρησικτησία) άρχισε. Περαιτέρω, από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, σε συνδυασμό μεταξύ τους, ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το επίδικο ακίνητο τους ανήκει κατά κυριότητα με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας ως νεμόμενοι αυτό με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για χρονικό διάστημα πέραν της δεκαετίας, και δη από το έτος 2000 που υπογράφηκε το πιο πάνω υπ' αριθμ.743/29.07.2000 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, και τούτο διότι δεν αποδείχθηκε η καλή πίστη τους κατά το χρόνο υπογραφής του πιο πάνω συμβολαίου, ήτοι ότι δεν γνώριζαν ότι η πατρική οικία μετά του γύρωθεν χώρου εκτάσεως 700 τετραγωνικών μέτρων ανήκε στον πάππο τους Δ. (Μ.), ο οποίος όρισε, όταν ήταν εν ζωή, να περιέλθει από κοινού στα άρρενα τέκνα του και ότι μάλιστα η βούλησή του αυτή αποτυπώθηκε στο από 18.10.1995 ιδιωτικό συμφωνητικό (βλ.
στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης την πιο πάνω ένορκη κατάθεση του πατέρα τους Β. Γ.), ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι προέβαιναν αποκλειστικά οι ίδιοι σε πράξεις νομής επ' αυτού (επιδίκου) συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 2000 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής και ότι είχαν καταστήσει προηγουμένως γνωστή, καθ οιονδήποτε τρόπο, στους παραπάνω συγκυρίους αυτού (ενάγοντες) ότι νέμονται το εν λόγω ακίνητο με διάνοια κυρίου αποκλειστικά για τους ίδιους, ενώ εκούσια αποξένωση των συγκυρίων από την πατρική οικία από το έτος 2000 και εφεξής δεν προέκυψε.
Ο δε εξετασθείς μάρτυρας ανταπόδειξης, Β.Γ., δεν αντικρούει επιτυχώς τα παραπάνω καθόσον αναφέρει επί λέξει : "...Από το 2000 μένανε όλοι στο πατρικό σπίτι και είχαν κλειδιά. Από την στιγμή που με φέρανε στο δικαστήριο το 2009 δεν μπαίνουμε στο σπίτι. Δεν πήρανε την γνώμη μου για το τοπογραφικό, μπου δίνουμε αυτό που έλεγε ο πατέρας μας γιατί δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά", ενώ η πιο πάνω αναφερόμενη μάρτυρας απόδειξης με πειστικότητα κατέθεσε ότι μέχρι το 2009 οι εναγόμενοι δεν τους είχαν γνωστοποιήσει τη βούλησή τους να νέμονται για ίδιο λογαριασμό το επίδικο ακίνητο, ενώ προγενέστερα δεν είχε εκδηλωθεί ποτέ από αυτούς, είτε ρητά, είτε σιωπηρά, τέτοια βούληση εξουσίας του επίδικου ακινήτου αποκλειστικά για τους ίδιους.
Εξάλλου, από το έτος 2000 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής δεν συμπληρώθηκε η απαιτούμενη από το νόμο εικοσαετία στο πρόσωπο των εναγομένων, ενώ δεν δύναται να προσμετρηθεί ο χρόνος της δικαιοπαρόχου τους (Λ. Γ.), αφού η τελευταία δεν τους προσπόρισε κυριότητα, καθότι δεν ήταν κυρία κατά το χρόνο της μεταβίβασης, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, και έτσι οι εναγόμενοι δεν απέκτησαν δι' εκτάκτου χρησικτησίας την κυριότητα του ακινήτου αυτού.
Σημειωτέον ότι, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο από τους εναγόμενους και προσκομισθέν πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ έτους 2015, δήλωσαν αρμοδίως ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην πλήρη κυριότητά τους, τούτο όμως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθώς αποτελεί μια μεμονωμένη πράξη νομής, χωρίς να προκύπτει ότι έχει συμπληρωθεί και ο απαιτούμενος χρόνος χρησικτησίας από τότε που το δηλώνουν για δικό τους λογαριασμό και δεν αρκεί για να αναιρέσει την κρίση του Δικαστηρίου ότι ουδέποτε κατέστησαν αποκλειστικοί κύριοι δια τακτικής άλλως εκτάκτου χρησικτησίας του εν λόγω ακινήτου.
Αναφορικά, τέλος, με το δικαστικό συμβιβασμό που επετεύχθη ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... μεταξύ του τρίτου ενάγοντα, Ε. Γ., και των εναγομένων λεκτέα τα ακόλουθα : Ενόψει συζητήσεως αντίθετων αγωγών τους, οι εκεί διάδικοι συμβιβάστηκαν ως εξής : Ο μεν Ε. Γ. (τρίτος ενάγων) αποδέχτηκε ότι "Οι ενάγοντες της δεύτερης αγωγής Δ.
Γ. του Β. και Γ. Γ. του Β., είναι αποκλειστικοί συγκύριοι, συγκάτοχοι και συννομείς κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος, του ακινήτου που περιγράφεται στην ως άνω αγωγή τους, το οποίο στη συνέχεια θα ονομάζεται δουλεύον", οι δε Δ. Γ. και Γ. Γ. (εναγόμενοι) αποδέχτηκαν ότι "Ο ενάγων της πρώτης αγωγής Ε. Γ. είναι κύριος του όμορου ακινήτου (αγροτεμαχίου μετά οικίας)", ακολούθως δε παραχώρησαν υπέρ του Ε.
Γ. δικαίωμα διέλευσης (δουλεία διόδου) σε βάρος του ακινήτου τους, κατά τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναγράφονται στο πρακτικό συμβιβασμού. Το δε ακίνητο των Δ. Γ. και Γ. Γ., από την επισκόπηση της αγωγής τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., είναι αυτό που ισχυρίζονται ότι έλαβαν από τη Λ. Γ. δυνάμει του υπ' αριθμ. 743/29.07.2000 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή.
Ωστόσο, με τον εν λόγω συμβιβασμό δεν αναγνωρίστηκε κυριότητα της πατρικής οικίας (επίδικου ακινήτου) στο πρόσωπο των εναγομένων από όλους τους ενάγοντες και ο συμβιβασμός αυτός δεν δεσμεύει όλους τους ενάγοντες της παρούσας δίκης. Η δε κρίση του παρόντος Δικαστηρίου σχετικά με τη νομή του επίδικου ακινήτου από τους ενάγοντες και τους δικαιοπαρόχους τους δεν αίρεται από τη δήλωση του τρίτου ενάγοντα στο εν λόγω πρακτικό συμβιβασμού, το οποίο το παρόν Δικαστήριο το λαμβάνει υπ' όψη του και το αξιολογεί σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι ο τρίτος ενάγων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εξεταζόμενος ανωμοτί κατέθεσε "Συμφωνήσαμε το πατρικό να ανήκει σ' όλους", ήτοι αμφισβήτησε ευθέως την αποκλειστική κυριότητα των εναγομένων επί της πατρικής οικίας. Η κατάθεσή του αυτή σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το ακίνητο του ήταν περίκλειστο οδηγεί το παρόν Δικαστήριο στην κρίση ότι ο Ε.
Γ. όλως επιπόλαια προέβη στη σχετική δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... (σε σχέση με την αμετακίνητη θέση των λοιπών εναγόντων - αδελφών του) και υπό καθεστώς πιεστικής ανάγκης να εξασφαλίσει δίοδο για το περίκλειστο ακίνητο του" ... .".
Το άρθρο 871 του Α.Κ. ορίζει ότι "Με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία του ή αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση.". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι ο συμβιβασμός αποτελεί αμφοτεροβαρή σύμβαση, η οποία, αν μεν γίνεται στα πλαίσια εκκρεμούς δίκης, υπό του όρους της §1 του άρθρου 293 του Κ.Πολ.Δ., επιφέρει αυτοδικαίως κατάργηση της εκκρεμούς δίκης, ενώ, αν έγινε εκτός εκκρεμούς δίκης (εξώδικος) κρίνεται, ως προς το κύρος του, κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα με την §2 του ιδίου άρθρου.
Βασική προϋπόθεση για τη συγκρότηση του συμβιβασμού είναι οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των μερών. Το χαρακτηριστικό αυτό δεν λαμβάνεται με τη στενή τεχνική έννοια του όρου, αλλά, υπό την ευρεία έννοια των εν γένει συναλλαγών. Αρκεί ότι ο διάδικος ή το ένα συμβαλλόμενο μέρος προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος.
Ως ενοχική σύμβαση, ο συμβιβασμός δεσμεύει μόνο τους συμβαλλομένους και τους καθολικούς διαδόχους τους. Αντίθετα, δεν δεσμεύει τρίτους που δεν συμμετείχαν στην κατάρτισή του, ούτε γεννά υπέρ αυτών δικαιώματα, εκτός μόνο αν περιλαμβάνει και συμφωνίες που μπορούν να χαρακτηρισθούν γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άρθρο 411 του Α.Κ.).
Ειδική διαδοχή, που λαμβάνει χώρα μετά τον συμβιβασμό, έχει αναγκαστικά ως αντικείμενο δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων στον συμβιβασμό, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί μετά τη σύναψή του. Κατά το άρθρο 293§1 του Κ.Πολ.Δ. "Οι διάδικοι μπορούν σε κάθε στάση της δίκης να συμβιβάζονται, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου.
Ο συμβιβασμός γίνεται με δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου ή του εισηγητή δικαστή ή ενώπιον συμβολαιογράφου και επιφέρει αυτοδίκαιη κατάργηση της δίκης.". Τόσο από τη ρηματική διατύπωση της διατάξεως όσο και από τον σκοπό που επιδιώκει και που είναι η διευκόλυνση των διαδίκων να επιλύουν τις εκκρεμείς ενώπιον δικαστηρίων διενέξεις των με τον αμεσότερο, συντομότερο, ολιγοδαπανότερο και ασφαλέστερο, λόγω των εγγυήσεων που παρέχει η παρουσία δικαστή, κατά τρόπο, ώστε με τη διάλυση της διενέξεως να αποκαθίσταται η δικαιικκή ειρήνη, που αποτελεί πρωταρχικό μέλημα του νομοθέτη, προκύπτει ότι προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, η διάταξη, με την επιφύλαξη τηρήσεως των προβλεπομένων από το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεων για το κύρος της δικαιοπραξίας, υποκαθιστά ισοδυνάμως τον τύπο, στον οποίο το ουσιαστικό δίκαιο υποβάλλει τη δικαιοπραξία με εκείνο που θεσπίζει η διάταξη για τον επιφέροντα αυτοδίκαια κατάργηση της δίκης δικαστικό συμβιβασμό.
Ο σκοπός αυτός θα ματαιωνόταν ή, πάντως, θα εξυπηρετείτο ατελώς, αν ο νομοθέτης επέτρεπε να εξαρτηθεί το κύρος του δικαστικού συμβιβασμού από αίρεση και δη από την εκ μέρους των συμβιβαζομένων επιγενόμενη τήρηση του από το ουσιαστικό δίκαιο επιβαλλομένου τύπου. Τέτοια αίρεση θα ήταν ασυμβίβαστη ως αναβλητική, λόγω της αμεσότητας του αποτελέσματος που ο νομοθέτης επιδιώκει ως συνέπεια του συμβιβασμού και που είναι η αυτοδίκαιη κατάργηση της δίκης, ως διαλυτική δε, γιατί όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό η δυνατότητα αναβιώσεως της αντιδικίας, σε περίπτωση, που εκ των υστέρων δεν θα τηρούνταν ο από το ουσιαστικό δίκαιο επιβαλλόμενος τύπος, αλλά και γιατί μια τέτοια λειτουργία αιρέσεως θα επανέφερε τους διαδίκους στην αφετηρία του δικαστικού αγώνα και μάλιστα θα τον καθιστούσε οξύτερο, αφού θα είχε φορτιστεί με τις επιγενόμενες διαφωνίες των μερών, λόγω της αρνήσεως του ενός ή όλων να τηρήσουν και τον από το ουσιαστικό δίκαιο προβλεπόμενο τύπο (Ολ.Α.Π. 2092/1986, Α.Π. 857/2023, Α.Π. 770/2019, Α.Π. 937/2006).
Ο δικαστικός συμβιβασμός, που επιτεύχθηκε στο πλαίσιο τακτικής δίκης (αλλά και κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων), επιφέρει, όπως ήδη σημειώθηκε, την κατάργηση της δίκης. Περιορίζεται βέβαια στα πλαίσια της συγκεκριμένης δίκης, εκτός αν έχει ήδη ρυθμισθεί με τον συμβιβασμό αυτό και η κύρια διαφορά, είτε είναι εκκρεμής είτε όχι, οπότε είναι έγκυρος και επιφέρει και ως προς αυτή τα ίδια ανωτέρω αποτελέσματα και ειδικά ως προς την κύρια διαφορά που δεν είναι εκκρεμής, καθιστά αβάσιμη τη μεταγενέστερη γι' αυτήν αγωγή, δεδομένου ότι ο δικαστικός συμβιβασμός δεν αναπτύσσει αρνητική ενέργεια δεδικασμένου.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 871 του Α.Κ., 293 και 904 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι ο δικαστικός συμβιβασμός αποτελεί μια ενότητα, στην οποία αλληλεξαρτώνται η διαδικαστική πράξη και η δικαιοπραξία του ουσιαστικού δικαίου. Ως εκ τούτου, αν η τελευταία πάσχει από κάποιο ελάττωμα, ο δικαστικός συμβιβασμός είναι άκυρος και δεν παράγει κάποιο δικονομικό ή ουσιαστικό αποτέλεσμα (Α.Π. 857/2023, Α.Π. 74/2017, Α.Π. 571/1994, Α.Π. 47/1987).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 871, 211, 216 και 219 του Α.Κ., απαραίτητο στοιχείο για την κατάρτιση συμβιβασμού είναι, πλην των άλλων, η εξουσία για απαλλοτρίωση αξιώσεως και ανάληψη υποχρεώσεως, ανάλογα με το εάν η υποχώρηση του ενός συμβιβαζομένου προς τον άλλο αποτελεί απαλλοτρίωση ή υπόσχεση αντιπαροχής.
Ο συμβιβαζόμενος, αν έχει πλήρη ικανότητα για δικαιοπραξία, μπορεί να συμβιβάζεται είτε ο ίδιος προσωπικά είτε με πληρεξούσιο, ο οποίος πρέπει να έχει ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 229, 236 και 238 του Α.Κ. συνάγεται με σαφήνεια ότι ο δικαστικός συμβιβασμός, που καταρτίζεται από πληρεξούσιο, χωρίς πληρεξουσιότητα ή καθ' υπέρβαση ή κατά κατάχρηση της δοθείσας πληρεξουσιότητας, δεν έχει, κατ' αρχήν, υποχρεωτική ισχύ για τον αντιπροσωπευόμενο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι άκυρος, αλλά, απλώς, είναι ατελής και μετέωρος και η δεσμευτικότητά του εξαρτάται από την έγκριση του αντιπροσωπευθέντος, η οποία αναγομένη στον χρόνο καταρτίσεως του συμβιβασμού, αναπληρώνει την έλλειψη εξουσίας αντιπροσωπεύσεως. Η έγκριση, εξάλλου, του αντιπροσωπευομένου συνάγεται από πράξεις τούτου (εγκρίνοντος) ή από περιστάσεις, που καθιστούν αναντίρρητη τη βούληση της εγκρίσεως (Α.Π. 313/2013), ενώ ειδικώς η έγκριση γενομένου δικαστικού συμβιβασμού, που έγινε από πληρεξούσιο βάσει συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, έχει ουσιαστικά χαρακτήρα αποδοχής του από τον διάδικο που αντιπροσωπεύθηκε ανάλογο με τον χαρακτήρα αποδοχής δικαστικής αποφάσεως, η οποία μπορεί να συνάγεται επίσης και σιωπηρώς από τις πράξεις του διαδίκου αυτού και τις περιστάσεις (πρβλ Ολ.Α.Π. 15/2008, Α.Π. 823/2017, Α.Π. 1273/2010).
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του Κ.Πολ.Δ., έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νομίμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.
Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Στα γεγονότα αυτά εντάσσονται οι βεβαιώσεις για τον τόπο και χρόνο συντάξεως του εγγράφου, για την εμφάνιση και παρουσία των μερών, για την ανάγνωση και παρουσία των μαρτύρων. Έτι περαιτέρω, τα ανωτέρω έγγραφα αποτελούν, κατ' άρθρο 441 του Κ.Πολ.Δ., πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης της ανταποδείξεως, ως προς όλους εν σχέσει με το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών, όπως είναι τα έγγραφα διαθέσεως, που αφορούν σε συμφωνία των μερών για μεταβίβαση.
Τέλος, κατά τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε κάποιο (από τα αναφερόμενα στο άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δ.) αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ορίζει ο νόμος, όπως λ.χ.
όταν αποδίδει σε δημόσιο έγγραφο, όπως είναι το πρακτικό δικαστικού συμβιβασμού μικρότερη ή και καμία αποδεικτική δύναμη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το ότι, παρά τον νόμο, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αγνόησε τη δεσμευτικότητα του υπ' αριθμ. 71/18.06.2013 πρακτικού δικαστικού συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου ..., που καταρτίσθηκε επί των, εν μέρει, αντίθετων από 06.09.2009 και 13.12.2012 συνεκδικασθεισών τακτικών αγωγών μεταξύ του τρίτου αναιρεσιβλήτου και των αναιρεσειόντων και αντιστρόφως.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας συνεκτίμησε ελευθέρως και συναξιολόγησε μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων το ανωτέρω πρακτικό συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου ... στο οποίο περιλήφθησαν ρυθμίσεις που καταλαμβάνουν και την κύρια, εκκρεμούσα μεταξύ τους διαφορά, δηλαδή, προσέδωσε σ' αυτό μικρότερη αποδεικτική δύναμη, από όση δεσμευτικά γι' αυτό ορίζει ο νόμος, ως δημόσιο έγγραφο, κατά τα, στην ανωτέρω νομική σκέψη, εκτιθέμενα.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως τυγχάνει βάσιμος, αλλά η αναιρετική του εμβέλειά του δεν εκτείνεται στο σύνολο της διαφοράς, με αποτέλεσμα να πρέπει να επακολουθήσει ο έλεγχος και των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου ως προς τους λοιπούς, πλην του τρίτου, αναιρεσιβλήτους. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ.
για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000, Α.Π. 1711/2008). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ολ.Α.Π. 11/1996).
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου την αναιρετική πλημμέλεια από την περίπτωση γ' του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
της πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το άνω Δικαστήριο ουδόλως έλαβε υπόψη του τα αποδεικνυόμενα από την υπ' αριθμ. 4176/05.06.2012 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Χ. Γ., τα αποδεικνυόμενα από την κατάθεση του μάρτυρα πατέρα τους Β. Γ., τα αποδεικνυόμενα από τα επικληθέντα και προσκομισθέντα νομίμως αναφερόμενα στο αναιρετήριο δύο έγγραφά τους και όσα αποδεικνύονται από τα επικληθέντα και προσκομισθέντα νομίμως λοιπά αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο αναιρετήριο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και, τούτο διότι τα ως άνω αναφερόμενα ως πράγματα δεν είναι τέτοια, σύμφωνα με την έννοια του πράγματος όπως αυτή αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτή νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων.
Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του ή τη μη εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει και τούτο σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (Α.Π. 429/2021). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να προσάψουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως καθόσον μεν επιχειρείται να στηριχθεί στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος και, τούτο, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, καθόσον δε επιχειρείται να στηριχθεί στον αριθμό 8 του αυτού άρθρου του ιδίου Κώδικα ομοίως απαράδεκτος κρίνεται και, τούτο, διότι οι αναφερόμενοι στο αναιρετήριο ισχυρισμοί οι οποίοι, δήθεν, δεν ελήφθησαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν συνιστούν πράγματα σύμφωνα με την έννοια του πράγματος όπως αυτή αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Έτσι, είναι αόριστος ο από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, στον οποίο δεν αναφέρεται αν το δίδαγμα της κοινής πείρας αφορά στην ερμηνεία κανόνα δικαίου και ποιού κανόνα ή στην υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων, οπότε και μόνο δημιουργείται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 503/2009, Α.Π. 1325/2008).
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την, από το εδάφιο β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και, τούτο, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ποιου κανόνα δικαίου την έννοια επιδιώκοντας να βρει το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας καθώς και ποια ακριβώς είναι τα διδάγματα αυτά.
Ενόψει των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση πρέπει να απορριφθεί η αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 163/16.11.2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας ως προς τους αναιρεσιβλήτους πλην του τρίτου εξ αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο, να διαταχθούν όσα προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 580§3 εδάφ.
γ' του Κ.Πολ.Δ., κατά τα στο διατακτικό και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχουν καταβάλει οι αναιρεσείοντες για την παραδεκτή άσκηση της αναιρέσεως (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.), λόγω της μερικής νίκης τους.
Τα δικαστικά έξοδα των καταθεσάντων κοινές προτάσεις (υπόμνημα) διαδίκων μερών πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ αυτών, λόγω της μερικής νίκης και ήττας τους (άρθρα 178 παρ.1, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 123/16.11.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο απορρίπτει δε αυτή κατά τα λοιπά.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, ορισθησομένη ύστερα από επίσπευση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων μερών στο σύνολό τους.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.