508/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 171/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-4-2021 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated508/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αγωγή αυτή ασκήθηκε μετά την έκδοση της 51/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με την οποία το Δικαστήριο τούτο απείχε να εκδώσει απόφαση επί σχετικής αίτησής της ενάγουσας για αναγνώρισή της ως δικαιούχου της αποζημίωσης για το επίδικο ακίνητο (κατ' άρθρο 26 παρ. 11 ν. 2882/2011) για το λόγο ότι πιθανολογήθηκε η κυριότητα του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο ακίνητο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 508 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 508/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου-Τρύφων, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Γ. συζ. Α. Τ., το γένος ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γρίνο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 171/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-4-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 5-4-2021 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ'αριθμ. 171/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ` επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής:
Η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, την από 20-1-2017 αγωγή της, στρεφομένη κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί κυρία του αναφερόμενου επίδικου ακινήτου της, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά και δικαιούχος της αποζημίωσης για την αναλογούσα σε αυτό έκταση που είχε καθορισθεί οριστικά με την 4/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως συμπληρώθηκε με την 20/2016 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.
Η αγωγή αυτή ασκήθηκε μετά την έκδοση της 51/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με την οποία το Δικαστήριο τούτο απείχε να εκδώσει απόφαση επί σχετικής αίτησής της ενάγουσας για αναγνώρισή της ως δικαιούχου της αποζημίωσης για το επίδικο ακίνητο (κατ' άρθρο 26 παρ. 11 ν. 2882/2011) για το λόγο ότι πιθανολογήθηκε η κυριότητα του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο ακίνητο.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 43/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε την ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη κυρία του επιδίκου ακινήτου και δικαιούχο της αποζημίωσης και ακολούθως, κατόπιν έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η προσβαλλόμενη 171/2020 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, απορρίπτοντας την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 κατ' άρθ. 120 του ίδιου νόμου.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 201/2017, ΑΠ 168/2015).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 168/2015). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 201/2017).
Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 955/2021, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 1539/1938 "οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εκτός της νομής εμπράγματο επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση, όπου κείται το ακίνητο και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος συντεταγμένου από μηχανικό και τους τίτλους, στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού.
Αγωγή που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο". Κατά δε την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, μόνο έξι μήνες μετά την επίδοση της παραπάνω αιτήσεως μπορούν οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, αν δεν λάβουν ειδοποίηση για την αποδοχή των αξιώσεών τους, εν όλω ή εν μέρει να εγείρουν αγωγή (ΑΠ 2125/2014, ΑΠ 1054/2013).
Η κατά το άρθρο 8 παρ.1 του αν. 1539/1938, τήρηση της ανωτέρω διοικητικής προδικασίας αφορά τη δημόσια τάξη (Α.Π1753/2017, ΑΠ 201/2017) και, απαιτείται και στην δίκη που ανοίγεται μετά από την αποχή του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης του δικαιούχου της αποζημίωσης, στην περίπτωση που, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού πιθανολογείται ότι ανήκει στο Δημόσιο, κατά το άρθρο 26 παρ. 11 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων", που διεξάγεται (η δίκη) κατά την τακτική διαδικασία, μετά από αγωγή του ενδιαφερόμενου με κύριο αντικείμενο την κυριότητα επί του απαλλοτριούμενου (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 201/2017 , ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1054/2013).
H διαδικασία δε που ακολουθεί την επίδοση δεν είναι προπαρασκευαστική της ασκήσεως της αγωγής, αλλά αποβλέπει στην επίλυση της διαφοράς από την αρμόδια διοικητική αρχή, με στόχο την αποφυγή δημιουργίας ασκόπων δικών και επομένως η μη αναφορά στην αίτηση των ονομάτων των μαρτύρων που μπορούν να καταθέσουν υπέρ του αιτούντος δεν ασκεί επιρροή στο παραδεκτό της διεκδικητικής- αναγνωριστικής αγωγής (ΑΠ 320/2004).
Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 14. αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (δικονομικό απαράδεκτο), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω μη τήρησης της διοικητικής προδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999, την από 20-1-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, διότι στην από 8-4-2016 αίτηση του άρθρου 8 παρ. 1 του Α.Ν 1539/1938, που κοινοποιήθηκε προς το Ελληνικό Δημόσιο από την αναιρεσίβλητη, δεν περιελάμβανε τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση των μαρτύρων της προς απόδειξη της αξίωσης της τους οποίους γνωστοποίησε με την ένδικη αγωγή της.
Σύμφωνα δε με όσα έχουν εκτεθεί στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη ο αναιρετικός λόγος, που αφορά τη μη τήρηση της διοικητικής προδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 ΑΝ 1539/1938, επειδή αφορά τη δημόσια τάξη, εμπίπτει, κατ' αρχήν, στην εξαίρεση του άρθρ. 562 αριθμ. 2 περ. γ' ΚΠολΔ, δηλαδή προτείνεται παραδεκτά το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον όμως, το πραγματικό υλικό, στο οποίο στηρίζεται, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ουσίας και συγχρόνως γίνεται σαφής επίκληση τούτου στο αναιρετήριο.
Όπως όμως προκύπτει, στο αναιρετήριο δεν γίνεται καμιά αναφορά για το αν ο ανωτέρω ισχυρισμός είχε προταθεί νομίμως και με ποιο τρόπο στο δικαστήριο ουσίας, αν δηλαδή στο Πρωτοδικείο το εναγόμενο με τις προτάσεις του, υπέβαλε τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό αυτό και τον επανέφερε, ως εκκαλούν με λόγο έφεσης του ενώπιον του Εφετείου, ούτε άλλωστε τούτο προκύπτει από τις προτάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, ούτε από το δικόγραφο της εφέσεως του καθώς και από την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να κριθεί, ότι προτείνεται παραδεκτά το πρώτον στον Άρειο Πάγο.
Σε κάθε περίπτωση δε δεν ασκεί επιρροή για το κύρος της ένδικης αγωγής η μη γνωστοποίηση των μαρτύρων με την αίτηση της ενάγουσας, σύμφωνα επίσης με όσα στην παραπάνω νομική σκέψη αναφέρονται.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος. Η ποιοτική αοριστία, δηλαδή, η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ (Ολ.ΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ` αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα. (Α.Π 982/2021, 1319/2020).
Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς, δεν αφορά στη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός. (ΑΠ 774/2020, ΑΠ 583/2018).
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής αλλά και αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής ακινήτου (άρθρ 1094 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ), ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό, το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το επίδικο ακίνητο ή αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του επ' αυτού, του οποίου απαιτείται να προσδιορίζονται η θέση, τα όρια και η έκταση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του και να μπορεί να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη.
Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 301/2017). Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενού αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου έχει γίνει ακριβής περιγραφή, και τα όριά του, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε, να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 852/2021, ΑΠ 1597/2018, AΠ 388/2017, ΑΠ781/2016, ΑΠ78/2015).
Τέτοια περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα που ενσωματώνεται στην αγωγή. Δεν είναι όμως αόριστο το δικόγραφο της αγωγής στο οποίο δεν ενσωματώνεται τοπογραφικό διάγραμμα, εφόσον από την περιγραφή του ακινήτου δεν υφίσταται αμφιβολία για την ταυτότητά του (Α.Π 1214/2020).
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο, και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος του ήταν αληθής κύριος του πράγματος που μεταβίβασε.
Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνον αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρει είτε με την αγωγή καθ' υποφοράν, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής ορισμένο νόμιμο τρόπο με τον οποίο ο δικαιοπάροχος του έγινε κύριος του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι εκείνος της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.
Συνίσταται, δε, ο εν λόγω τρόπος στο ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος έχει στη νομή του, δηλαδή, στην φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, το ακίνητο για μια συνεχή εικοσαετία, ενώ κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που ίσχυε μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (στις 23-2-1946), ο τρόπος αυτός συνίστατο στο ότι το ίδιο πρόσωπο είχε στην νομή του με καλή πίστη το ακίνητο για μια συνεχή τριακονταετία.
Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής σ' αυτήν την τελευταία περίπτωση, πρέπει ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του να αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο. Αν η αγωγή στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής που άσκησε συνεχώς επί 20 τουλάχιστον έτη πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Τα ίδια ισχύουν και επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου μεταξύ ιδιώτη (ως ενάγοντα) και Ελληνικού Δημοσίου (ως εναγομένου). Στη σχετική δίκη ο ιδιώτης έχει υποχρέωση για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλεστεί ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο με κάποιο νόμιμο τρόπο. Εάν, το Δημόσιο αμφισβητήσει την κυριότητα του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του, τότε ο τελευταίος, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας, πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, που κατά κανόνα θα είναι η έκτακτη χρησικτησία (Α.Π 1125/2018), να επικαλεστεί δε τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες, υλικές πράξεις αυτής, η μη αναφορά των οποίων καθιστά την αγωγή αόριστη (Α.Π 1088/2019).
Όμως, ο ενάγων δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί ότι η χρησικτησία συμπληρώθηκε έως και την 11η.9.1915, διότι, η επίκληση της αποκτήσεως χρησικτησίας μέχρι τις 11.9.1915 προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού η απόδειξη του οποίου βαρύνει το Δημόσιο (Α.Π 1566/2022, ΑΠ 1214/2020,Α.Π 1125/2018, ΑΠ 643/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, προβάλλεται, η αιτίαση από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας, διότι δεν ενσωματώθηκε σ'αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα, επί του οποίου να εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο και να προσδιορίζεται επαρκώς η θέση του εντός του ευρύτερου ακινήτου του οποίου αποτελεί τμήμα, με αποτέλεσμα να μην προσδιορίζεται επακριβώς και με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης ότι η ενάγουσα στην υπό κρίση αγωγή της δεν έκανε αναφορά των συγκεκριμένων πράξεων νομής τόσο αυτής όσο και των δικαιοπαρόχων της, που απαιτείται ως προς την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, ισχυρισμούς τους οποίους είχε προβάλλει και με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο έφεσης και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι κατά τα παρακάτω εκτιθέμενα. Στην από 20-1-2017 αγωγή της ενάγουσας εκτίθεται, μετά παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου αυτής κατ'άρθ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ότι αυτή (ενάγουσα) τυγχάνει αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ενός αγροτικού ακινήτου, συνολικής έκταση 18.621,29 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "…." της κτηματικής-περιφέρειας ..., εμφαινόμενο λεπτομερώς στο από Ιουλίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού ...
υπό τα αριθμητικά στοιχεία 1…. και συνορευόμενο γύρωθεν βόρεια με υφιστάμενη επαρχιακή ... και πέραν αυτής εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστων και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων ..., νότια εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων ... και εν μέρει με ιδιοκτησία ..., ανατολικά με ιδιοκτησία ... και Δυτικά με ιδιοκτησία ....
Ότι τμήμα του προπεριγραφόμενου ακινήτου της συνολικής έκτασης 3.558,78 μ2, εμφαινόμενο στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα υπό τα στοιχεία ... και συνορευόμενο βόρεια με υπόλοιπο ιδιοκτησίας της, νότια με υπόλοιπο ιδιοκτησίας της, δυτικά με ιδιοκτησία ... και ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων ..., απαλλοτριώθηκε με την υπ'αρ. 1070/28560/30-3-2012 απόφαση του Γεν.
Γραμ. Αποκεντρωμένης Διοίκησης Περιφ Δυτ. Ελλάδος και Ιονίων Νήσων, δημοσιευθείσα στο υπ'αρ.141/30-4-2012 ΦΕΚ (τεύχος ΑΑΠ), για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Βελτίωση οδού Κουβαρά -Φυτείες - Αστακός και Φυτείες -Κατούνα -Μύτικας στην Περιφ. Ενότητα Αιτωλ/νιας", εμφαινόμενο στον οικείο κτηματολογικό πίνακα υπό στοιχείο 143.
Ότι σύμφωνα με την από 9-10-2013 και με αρ. κατ. 5/2013 κοινή αίτηση αναγνώρισης δικαιούχων ενώπιον του Μον. Εφετείου Δυτ. Στερεάς Ελλάδος ζήτησε την αναγνώρισή της ως δικαιούχου της παραπάνω δικαστικά καθορισθείσης αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου της και των επικειμένων σ' αυτό. Ότι επί της αίτησης αυτής εξεδόθη η υπ'αρ. 51/2014 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε, ότι πρέπει το Δικαστήριο να απόσχει από την έκδοση απόφασης και τούτο γιατί στο υπ' αρ.
πρωτ. 3346/99/13-1-2014 έγγραφο του Δασαρχείου Αμφιλοχίας, που υπεβλήθη από το τελευταίο στο Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της προαναφερόμενης αίτησής περί αναγνώρισης δικαιούχων, αναφέρεται ότι το παραπάνω ακίνητό της έχει δασική μορφή σε ολόκληρη την έκταση του. Ότι το μείζον ακίνητο περιήλθε στην ενάγουσα α) Σε έκταση 10.479,08μ2 , εμφαινόμενη στο παραπάνω τυπογραφικό διάγραμμα υπό τα στοιχεία ..., κατόπιν άτυπη παραχώρησης του συζύγου της Α.
Α.. Τ. πριν 35 και πλέον έτη, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, διά της ασκήσεως δηλαδή επ' αυτού, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, διακατοχικών πράξεων νομής, που αρμόζουν σε έναν αληθινό κύριο , νομέα και κάτοχο, (καλλιέργεια σιτηρών και καπνού , εκμίσθωσή του ως αγρολίβαδο σε τρίτους κτηνοτρόφους προς βόσκηση της χορτονομής του, περιφράσσοντας και γενικά επιμελούμενη και εκμεταλλευόμενη αυτό κατά τον προορισμό του), για το χρονικό διάστημα από το χρόνο κτήσεώς του μέχρι την άσκηση της αγωγής συνέχεια και αδιάλειπτα και β) σε έκταση 8142,21μ2 [ κατ' ακριβέστερη εμβαδομέτρηση], εμφαινόμενη στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα υπό τα στοιχεία 1,2,3,4,5,6,7, 8,9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19,20,21,22,1, δυνάμει του υπ'αρ ...
συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του τότε συμβ/φου Α… Δ.. Π., νόμιμα μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Εχίνου. Ότι στον δικαιοπάροχό της Α. Τ., είχε περιέλθει (ολόκληρο το παραπάνω ακίνητο) κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή, κατόπιν άτυπης παραχώρησης του πατρός του Α. Τ. προ 50ετίας και πλέον, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με την άσκηση δηλαδή της νομής του με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, συνέχεια, αδιάλειπτα και ανεπίληπτα από το χρόνο κτήσης του μέχρι και τη μεταβίβασή του στην ενάγουσα, ασκώντας σε αυτό όλες τις παραπάνω αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις.
Και ότι στον απώτερο δικαιοπάροχό της Α. Τ., καθώς και στον δικαιοπάροχο αυτού Δ. Τ. είχε περιέλθει επίσης κατά πλήρη κυριότητα , νομή και κατοχή με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι με την άσκηση της νομής του με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, συνέχεια, αδιάλειπτα και ανεπίληπτα επί χρονικό διάστημα πλέον των 100 ετών, αρχομένο πριν το έτος 1880, ασκούντες σ'αυτό όλες τις παραπάνω αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις και συμπληρώσαντες στις 11-9-1915 τριακονταετή άσκηση νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη.
Ζητούσε δε μετά την παραπάνω αμφισβήτηση του εναγομένου να αναγνωρισθεί κυρία του επιδίκου ακινήτου και δικαιούχος της αποζημίωσης λόγω της απαλλοτρίωσής του. Σύμφωνα με το προαναφερόμενο περιεχόμενο της αγωγής, περιγράφονται λεπτομερώς τόσο το μείζον όσο και το επίδικο ακίνητο το οποίο αποτελεί τμήμα του μείζονος, κατά όρια, θέση και έκταση, σχετικά δε με το επίδικο ακίνητο, προσδιορίζεται η θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, αφού η ενάγουσα προσδιορίζει αυτό κατά θέση, έκταση και όμορους ιδιοκτήτες και δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία τόσο για την ταυτότητα του μείζονος ακινήτου όσο και του απαλλοτριούμενου τμήματος που αποτελεί το επίδικο και προσδιορίζεται επακριβώς και στον Κτηματολογικό Πίνακα της οικείας απαλλοτρίωσης και συνεπώς δεν απαιτείται η προσάρτηση του σχεδιαγράμματος, το οποίο αναφέρεται στην αγωγή.
Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν, δηλαδή τον ακριβή εντοπισμό του επιδίκου τμήματος σε σχέση με την μείζονα έκταση, καθώς σύμφωνα με όσα παραπάνω έχουν εκτεθεί, προσδιορίζεται επακριβώς η ευρύτερη έκταση όσο και το επίδικο που περιλαμβανεται σ'αυτή. Τέλος, γίνεται επαρκής καθ' υποφοράν αναφορά του τρόπου κτήσης της κυριότητας της ενάγουσας, με αναγωγή έως την πρωτότυπη κτήση της κυριότητας από αυτήν με την άσκηση από την ίδια και τον δικαιοπάροχό της πέραν της εικοσαετίας πράξεων νομής που προσιδιάζουν στον αναφερόμενο αγροτικό χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου, προσδιορίζοντας επακριβώς τις πράξεις αυτές νομής συνεχώς και αδιαλείπτως, χωρίς να απαιτείται η επίκληση της αποκτήσεως κυριότητας αυτής και των δικαιοπαρόχων της με την τριακονταετή έκτακτη χρησικτησία κατά το Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το επίδικο δεν αποτελούσε δημόσιο κτήμα.
Συνεπώς, το Εφετείο, κρίνοντας ορισμένη την ένδικη αγωγή, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 14 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ..
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999, ΑΠ 2053/2017). Ακόμη κατά το άρθρο 559 αρ. 13 και ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔικ βάρος της αποδείξεως.
Ο σχετικός λόγος προϋποθέτει ότι το Δικαστήριο εξέτασε κατ'ουσίαν το σχετικό ισχυρισμό. Επίσης από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (Α.Π 874/2019,ΑΠ 319/2017).
Επίσης, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι λόγοι της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003, Α.Π 1018/2018). Τέλος, όταν ενάγει ο ιδιώτης το Δημόσιο, ισχυριζόμενος ότι έχει συμπληρωθεί υπέρ αυτού έκτακτη χρησικτησία και επικαλείται ότι ασκούσε πράξεις νομής προσιδιάζουσες σε καλλιεργήσιμο αγρό, ο ισχυρισμός του εναγομένου Δημοσίου, ότι πρόκειται για δάσος ή δασική έκταση, που περιήλθε σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται η κυριότητά του, δεν ανατρέπει αφ' εαυτού την συμπλήρωση της έκτακτης χρησικτησίας, η οποία χωρεί και επί δημοσίων εκτάσεων με την μορφολογία δάσους, αλλά ο ενάγων βαρύνεται, λόγω του ως άνω τεκμηρίου της κυριότητας του Δημοσίου, προς απόκρουση του ισχυρισμού του Δημοσίου, να αποδείξει ότι το επίδικο δεν φέρει τον χαρακτήρα δάσους, ή δασικής έκτασης (βλ.
ΑΠ 826/2018, ΑΠ 712/2015). Στη προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα είναι αποκλειστική κυρία ενός αγροτικού ακινήτου, συνολικής έκτασης 18.621,29 τ.μ. το οποίο βρίσκεται στη θέση "Σ.
Κ." της κτηματικής περιφέρειας ..., εμφαινόμενο λεπτομερώς στο από Ιούλιο 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού ... υπό τα αριθμητικά στοιχεία ... και συνορευόμενο γύρωθεν βόρεια με υφιστάμενη επαρχιακή οδό ... και πέραν αυτής εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστων και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων ..., νότια εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων ...
και εν μέρει με ιδιοκτησία ..., ανατολικά με ιδιοκτησία ... και Δυτικά με ιδιοκτησία .... Το προπεριγραφόμενο ακίνητο περιήλθε στην ενάγουσα κατά πλήρη κυριότητα, ως ακολούθως: α) Σε έκταση 10.479,08 τ.μ., εμφαινόμενη στο παραπάνω τυπογραφικό διάγραμμα υπό τα στοιχεία ... κατόπιν άτυπης παραχώρησης του συζύγου της Α.
Α.. Τ. πριν 35 και πλέον έτη. Έκτοτε η ενάγουσα νέμεται αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, διά της ασκήσεως επ'αυτού, με διάνοια κυρίας και καλή πίστη, διακατοχικών πράξεων νομής, που αρμόζουν σε έναν αληθινό κύριο, νομέα και κάτοχο, (καλλιέργεια σιτηρών και καπνού, εκμίσθωσή του ως αγρολίβαδο σε τρίτους κτηνοτρόφους προς βόσκηση της χορτονομής του, περιφράσσοντας και γενικά επιμελούμενη και εκμεταλλευόμενη αυτό κατά τον προορισμό του), για το χρονικό διάστημα από το χρόνο κτήσεώς του μέχρι και την άσκηση της αγωγής συνέχεια και αδιάλειπτα και β) σε έκταση 8142,21 τ.μ. (κατ' ακριβέστερη εμβαδομέτρηση), εμφαινόμενη στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα τα στοιχεία ...
δυνάμει του υπ'αρ ... συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του τότε συμβ/φου Αστακού Δ.. Π., νόμιμα μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Εχίνου. Στο δικαιοπάροχό της Α. Τ., είχε περιέλθει (ολόκληρο το παραπάνω ακίνητο) κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή, κατόπιν άτυπης παραχώρησης του πατέρα του, Α. Τ., προ 50ετίας και πλέον, ο οποίος νεμόταν αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με την άσκηση δηλαδή της νομής του με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, συνέχεια, αδιάλειπτα και ανεπίληπτα από το χρόνο κτήσης του μέχρι και τη μεταβίβασή του σε αυτήν, ασκώντας σε αυτό όλες τις παραπάνω αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις.
Στον απώτερο δικαιοπάροχο Α. Τ., καθώς και στους δικαιοπαρόχους του είχε περιέλθει επίσης κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι με την άσκηση της νομής του με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, συνέχεια, αδιάλειπτα και ανεπίληπτα επί χρονικό διάστημα πλέον των 100 ετών, αρχόμενο πριν το έτος 1880, ασκούντες σ' αυτό όλες τις παραπάνω αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις, συμπληρωθείσας στις 11-9-2015 τριαντακονταετούς άσκησης νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη.
Τμήμα του προπεριγραφόμενου ακινήτου συνολικής έκτασης 3.558,78 τ.μ., εμφαινόμενο στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα υπό τα στοιχεία ... και συνορευόμενο βόρεια με υπόλοιπο ιδιοκτησίας της ενάγουσας, νότια με υπόλοιπο ιδιοκτησίας της ενάγουσας, δυτικά με ιδιοκτησία ... και ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων ..., απαλλοτριώθηκε με την υπ'αρ. 1070/28560/30-3-2012 απόφαση του Γεν.
Γραμ. Αποκεντρωμένης Διοίκησης Περιφ Δυτ. Ελλάδος και Ιονίων Νήσων, δημοσιευθείσα στο υπ αρ. 141/30-4-2012 ΦΕΚ (τεύχος ΑΑΠ), για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Βελτίωση Οδού Κουβαρά -Φυτείες -Αστακός και Φυτείες -Κατούνα -Μύτικας στην Περιφ. Ενότητα Αιτωλ/νίας", εμφαινόμενο στον οικείο κτηματολογικό πίνακα υπό στοιχείο 143.
Με την από 9-10-2013 και με αρ, κατ. 5/2013 κοινή αίτηση αναγνώρισης δικαιούχων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η ενάγουσα ζήτησε την αναγνώρισή της ως δικαιούχου της παραπάνω δικαστικά καθορισθείσας αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου της και των επικειμένων σ' αυτό. Επί της αίτησης αυτής εξεδόθη η υπ'αρ. 51/2014 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε, ότι πρέπει το Δικαστήριο να απέχει από την έκδοση απόφασης και τούτο γιατί στο υπ'αρ.
πρωτ. 3346/99/13-1-2014 έγγραφο του Δασαρχείου Αμφιλοχίας, που υπεβλήθη από το εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, στο Δικαστήριο, κατά τη συζήτηση της παραπάνω αίτησης, αναφέρεται, ότι για το ακίνητο με κωδικό 143, συνολικού εμβαδού 11.736,02 τ.μ., το Δημόσιο προβάλλει δικαιώματα κυριότητας για όλη την έκταση. Στη συνέχεια όμως εκδόθηκε το υπ'αρ.
πρωτ. ... νεώτερο έγγραφο του ίδιου Δασαρχείου, σύμφωνα με το οποίο, για την ιδιοκτησία με κτηματολογικό αριθμό 143, συνολικού εμβαδού 11.736,02 τ.μ., προβάλλονται δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου μόνο για τμήμα εμβαδού 5.25 1,61 τ.μ., ενώ για τμήμα εμβαδού 6.484,40 τ.μ. δεν προβάλλονται δικαιώματα επ' αυτής. Το εναγόμενο, βασιζόμενο στα παραπάνω έγγραφα, ισχυρίζεται ότι το ακίνητο, ως δασικό, ανήκει στην κυριότητά του.
Ο ισχυρισμός αυτός, είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αόριστος. Κατ' αρχήν δεν δικαιολογείται στα παραπάνω έγγραφα του Δασαρχείου γιατί φέρεται το αποτυπωμένο στον κτηματολογικό πίνακα ακίνητο με αριθμό 143 να έχει εβδαδόν 11.736,02 τ.μ., αφού όπως προκύπτει από τον πίνακα αυτόν το ακίνητο με αριθμό 143, το οποίο και απαλλοτριώθηκε, έχει εμβαδόν 3.558,78 τ.μ..
Στη συνέχεια δε, ενώ αναφέρεται ότι τμήμα εμβαδού 5.251,61 τ.μ., το οποίο και προσδιορίζεται στα παραπάνω έγγραφα με την αναφορά συντεταγμένων, χωρίς τη συνυποβολή τοπογραφικού διαγράμματος, ανήκει στο εναγόμενο ως δασικό, δεν γίνεται καμία αναφορά για το αν στο τμήμα αυτό περιλαμβάνεται το απαλλοτριωθέν ακίνητο (επίδικο) ή βρίσκεται εκτός αυτού και σε κάθε περίπτωση αν το παραπάνω τμήμα βρίσκεται εντός ή εκτός της απαλλοτριούμενης ζώνης.
Σε κάθε περίπτωση όμως δεν αποδείχθηκε από το εναγόμενο, που έχει το βάρος απόδειξης, καθώς ο ισχυρισμός του ότι το επίδικο αποτελούσε δασική έκταση, στοιχειοθετεί ένσταση καταλυτική της αναγνωριστικής κυριότητας ή διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, και σε περίπτωση αμφισβήτησης από τον ενάγοντα οφείλει εκείνο να τον αποδείξει, ότι το επίδικο αποτελούσε δασική έκταση πριν το έτος 1836 και ότι ως εκ τούτου ανήκει κατά τεκμήριο (Β.Δ. 17-11/1- 12-1836) κατά κυριότητα σε αυτό.
Επομένως, η ενάγουσα κατέστη κυρία του όλου ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελεί και το επίδικο εν μέρει δυνάμει του παραπάνω υπ'αρ. ... συμβολαίου δωρεάς και εν μέρει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, άλλως με έκτακτη χρησικτησία σε ολόκληρο το ακίνητο, προσμετρουμένου στο χρόνο χρησικτησίας της και του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων της, άμεσου και απώτερων, αρχομένης πριν το έτος 1880 μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ίδια και αναγνώρισε ότι η ενάγουσα είναι κυρία του επιδίκου και δικαιούχος της αποζημίωσης που καθορίσθηκε δικαστικά γι' αυτό, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα".
Το Εφετείο σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, απέρριψε την έφεση του εναγομένου εκκαλούντος (πλην του λόγου περί της δικαστικής δαπάνης), επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση η οποία δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία του επιδίκου αγροτικού ακινήτου 3.558,78 τ.μ με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρουμένου στο χρόνο της χρησικτησίας της και τον χρόνο χρησικτησίας των απώτερων δικαιοπαρόχων της για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας, αρχομένης πριν το έτος 1880.
Ακόμη δέχθηκε ότι το επίδικο απαλλοτριώθηκε δυνάμει της αναφερόμενης απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Περιφέρειας Δυτ. Ελλάδος και Ιονίων Νήσων για λόγους δημοσίας ωφέλειας και αναγνώρισε την ενάγουσα δικαιούχο της αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά με την 4/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Ελλάδος, όπως συμπληρώθηκε με την 20/2016 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.
Περαιτέρω, το ως άνω Δικαστήριο (Εφετείο) απέρριψε την ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου λόγω της δασικής του μορφής ως αόριστη, διότι δεν διευκρινιζόταν εάν το φερόμενο ως δασική έκταση τμήμα του μείζονος ακινήτου της, εμπίπτει στην απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία της, που αποτελεί την επίδικη έκταση και σε κάθε περίπτωση ότι το εναγόμενο δεν απέδειξε ότι το επίδικο αποτελούσε δασική έκταση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1,2 και 3 του β.δ/τος της 17.11/11.12.1836 και 3 παρ.2 και και 62 παρ.1 εδ. α' του Ν. 998/1979 και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2 του Ν. 998/1979 και 2 παρ. 2 εδ. εδ.α περ. α του α.ν. 1539/1938, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης αφού διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, αφού διέλαβε με πληρότητα όλα τα απαιτούμενα κτητικά πραγματικά περιστατικά της κυριότητας του επιδίκου ως αγροτικού ακινήτου από την ενάγουσα, με έκτακτη χρησικτησία (άρθρα 1045 και 1051 Α.Κ), μη ερευνομένης κατ'ουσίαν της ενστάσεως του Ελληνικού Δημοσίου περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ως δασικού, η οποία απορρίφθηκε με την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης, ως αόριστη.
Εξάλλου, η τυχόν αποδοχή του τέταρτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ περί εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως προς τον χαρακτήρα του εδάφους του επιδίκου, ενώ το βάρος το έφερε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό του Ελληνικού Δημοσίου, ότι το επίδικο ως δασικό ανήκει στην κυριότητά του, με την αιτιολογία ότι "...σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε από το εναγόμενο που έχει το βάρος απόδειξης...ότι το επίδικο αποτελούσε δασική έκταση..", δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς, στην μη πληττόμενη κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τον πρωτότυπο με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του ΑΚ, τρόπο κτήσεως της κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου και απόρριψης της ένστασης του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου περί κυριότητας επί του επιδίκου ως δασικού, ως αόριστης.
Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για την θεμελίωση των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης, υπό το πρόσχημα των κατά τα ως άνω επικαλουμένων παραβάσεων, πλήττουν, ανεπίτρεπτα, την μη υποκείμενη σε ουσιαστικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (του Εφετείου), αφού τα όσα διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο συνιστούν την κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρήματα αυτού εξαγόμενα από τις αποδείξεις, για τη συναγωγή του επιθυμητού σ' αυτόν αποδεικτικού πορίσματος.
Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 5-4-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 171/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτ. Στερεάς Ελλάδας και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της, που υπέβαλε με τις προτάσεις της σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-4-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 171/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτ. Στερεάς Ελλάδας. Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ