Legislator Case Law & Legislation
508/2020 AI generated

508/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 508/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

508/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ.

Keywords

AI generated
debt payment allocation of debt payments enforcement of maintenance fluctuating monthly income financial hardship loss of financial support
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 508 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 508/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαναστασίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) τελούσας υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγόπουλο, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, ενώ η 1η δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και του Γ. Σ. του Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βασιλικών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 17700/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-6-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 14.6.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2434/2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 17700/2017 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δικ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της τρίτης των εφεσιβλήτων και ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Tράπεζα EUROBANK ERGASIAS A.E.".

Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 153/2017).

Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ.

…/8.4.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Σ. Π., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 14.6.2018 αιτήσεως αναιρέσεως για αναίρεση της προαναφερόμενης αποφάσεως του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (6.12.2019) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος επισπεύδει την συζήτηση, στην πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.".

Η εν λόγω όμως αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε, ούτε έλαβε μέρος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο. Συνεπώς, παρά την απουσία της, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υποθέσεως.

Με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 677/2010).

Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στην σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 65/2017).

Ο δόλος, δηλαδή, του οφειλέτη αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο συμπεριφοράς, η κατάφαση ή μη του οποίου κρίνεται μόνον από την συμπεριφορά του ιδίου και όχι από την συμπεριφορά ετέρου προσώπου και δη της τράπεζας, η οποία οφείλει βεβαίως να αξιολογήσει την πιστοληπτική ικανότητα του υποψήφιου πελάτη της, όμως, εφόσον παραλείψει να το πράξει, τούτο δεν αίρει τον δόλο του οφειλέτη, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα την πραγματική οικονομική του κατάσταση και σταθμίζοντας τις συνθήκες επιλέγει να συναλλαχθεί ή όχι με την τράπεζα, παρά την όποια επιθετική τακτική ακολουθήσει η τελευταία.

Όπως δε προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017, Α.Π. 849/2007). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (26.7.2018), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 1361/2013, Α.Π. 1266/2011).

Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 198/2015, Α.Π. 271/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη 17.700/2017 απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών, ο οποίος έχει γεννηθεί το 1978 (βλ. προσκομιζόμενο δελτίο ταυτότητας Λιμενικού Σώματος), είναι δημόσιος υπάλληλος και συγκεκριμένα υπηρετεί στο Λιμενικό Σώμα, με τον βαθμό του κελευστή.

Είναι παντρεμένος με τη Β. Σ. - Κ. και έχουν αποκτήσει ένα ανήλικο τέκνο, ηλικίας 10 ετών. Περαιτέρω, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης (οι πιστώτριες δεν ισχυρίζονται και δεν αποδεικνύουν το αντίθετο), ο εκκαλών ανέλαβε προς τις πιστώτριές του, αντίστοιχα, τα παρακάτω χρέη, τα οποία πλην αυτών που είναι εξασφαλισμένα με εμπράγματες εγγυήσεις και τα οποία θεωρούνται ληξιπρόθεσμα μέχρι το χρόνο έκδοσης της οριστικής απόφασης, αφού μέχρι τότε συνεχίζουν να εκτοκίζονται με επιτόκιο ενήμερης οφειλής (άρθρο 6 παρ. 3 ν. 3869/2010), θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης [.....] και οφείλει από αυτά τα παρακάτω ποσά: 1) προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, υπό εκκαθάριση, από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση στεγαστικού δανείου, για το οποίο υφίσταται εμπράγματη ασφάλεια και, συγκεκριμένα, υποθήκη στην κύρια κατοικία του, 188.840,93 ευρώ. 2) Στο πρώην ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ και ήδη Eurobank Ergasias, από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση, 5.253,64 ευρώ. 3) Στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ: α) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, 4.603,53 ευρώ και β) από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση πιστωτικής κάρτας, 3.763,01 ευρώ. 4) Στην Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS: α) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, 8.364,27 ευρώ, β) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, 19.179,68 ευρώ, γ) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, 1.058,89 ευρώ, δ) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, 0,20 ευρώ και ε) από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση πιστωτικής κάρτας, 1.889,78 ευρώ, ήτοι το σύνολο των οφειλών του προς τις πιστώτριες ανέρχεται σε 228.200,29 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το 2004 το ετήσιο εισόδημα του εκκαλούντος ήταν 16.175,89 ευρώ, ήτοι 1.348 ευρώ το μήνα, το 2005 το ετήσιο εισόδημα του εκκαλούντος ήταν 16.737,93 ευρώ, ήτοι 1.394,83 ευρώ το μήνα, το 2006 το ετήσιο εισόδημα του εκκαλούντος ήταν 16.583,59 ευρώ, ήτοι 1.381,97 ευρώ το μήνα, το 2007 το ετήσιο εισόδημα του εκκαλούντος ήταν 18.852,49 ευρώ, ήτοι 1.571,04 ευρώ το μήνα, το 2008 το ετήσιο εισόδημα του εκκαλούντος ήταν 20.426,43 ευρώ, ήτοι 1.702,20 ευρώ το μήνα και της συζύγου του 499,65 ευρώ, ήτοι 41,64 ευρώ το μήνα, ώστε το οικογενειακό μηνιαίο εισόδημα ήταν 1.743,84 ευρώ, το 2009 το ετήσιο εισόδημα του εκκαλούντος ήταν 22.524,11 ευρώ, ήτοι 1.877 ευρώ το μήνα και της συζύγου του 3.494,90 ευρώ, ήτοι 291,24 ευρώ το μήνα, ώστε το οικογενειακό μηνιαίο εισόδημα ήταν 2.168,24 ευρώ, το 2010 το ετήσιο εισόδημα του εκκαλούντος ήταν 19.099,75 ευρώ, ήτοι 1.591,65 ευρώ το μήνα, ενώ η σύζυγός του δεν εμφάνισε εισόδημα, το 2011 το ετήσιο εισόδημα του εκκαλούντος ήταν 18.413,64 ευρώ, ήτοι 1.534,47 ευρώ το μήνα και της συζύγου του 6.731,30 ευρώ, ήτοι 560,94 ευρώ το μήνα, ώστε το οικογενειακό μηνιαίο εισόδημα ήταν 2.095,41 ευρώ και το 2012, όταν και υπέβαλε την κρινόμενη αίτηση, το ετήσιο εισόδημα του εκκαλούντος ήταν 18.360,34 ευρώ, ήτοι 1.530,03 ευρώ το μήνα και της συζύγου του 8.481,86 ευρώ, ήτοι 706,82 ευρώ το μήνα, ώστε το οικογενειακό μηνιαίο εισόδημα ήταν 2.236,85 ευρώ, όπως όλα τούτα αποδεικνύονται από τα εκκαθαριστικά του σημειώματα.

Από όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι το μέσο οικογενειακό εισόδημα του εκκαλούντος παρουσίασε μεσοσταθμικά αύξηση από το έτος 2004 έως και το 2012, όταν και υπέβαλε την κρινόμενη αίτηση, καθώς στο δικό του εισόδημα προστέθηκε και αυτό της συζύγου του, παράλληλα, βέβαια, αυξήθηκαν και τα μέλη της οικογένειάς του και τα εξαρτώμενα από αυτόν μέλη.

Ωστόσο ακόμη και τα ίδια προσωπικά εισοδήματα του εκκαλούντος δεν παρουσίασαν σημαντική μείωση, καθώς ναι μεν το 2009 το ετήσιο εισόδημα του εκκαλούντος ήταν 22.524,11 ευρώ, ήτοι 1.877 ευρώ το μήνα και το 2012, όταν και υπέβαλε την κρινόμενη αίτηση, το ετήσιο εισόδημα του εκκαλούντος ήταν 18.360,34 ευρώ, ήτοι 1.530,03 ευρώ το μήνα, ωστόσο πρόκειται για μία μείωση της τάξης μόνο των 347 ευρώ μηνιαίως, η οποία σε σχέση με τον όγκο των αναληφθέντων από αυτόν δανείων, το σύνολο των οποίων ανέρχεται σε 228.200,29 ευρώ, δεν είναι καθοριστική για την αδυναμία εξυπηρέτησης αυτών, εξάλλου, αυτός μέχρι και το 2007 δεν εσόδευε πάνω από 1.600 ευρώ μηνιαίως.

Συνεπώς, από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι στο πρόσωπο του αιτούντος και ήδη εκκαλούντος συνέτρεχε περίπτωση ενδεχομένου δόλου, αφού συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, ως και τα προαναφερόμενα, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, όπως αυτά ανωτέρω εκτέθηκαν, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Συνεπώς, η μείωση των αποδοχών του, που έλαβε χώρα στη συνέχεια και μέχρι την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης, δεν προκάλεσε την αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών του οφειλών, αφού αυτή προϋπήρχε. Επιπλέον και παρά τη μείωση αυτή αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών στις 15.09.2011 αγόρασε ένα Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής SAAB 9-3, με ημερομηνία πρώτης άδειας κυκλοφορίας το έτος 2004, με αριθμό κυκλοφορίας ..., 1.796 κ.εκ., για το οποίο στην αίτησή του δηλώνει ότι αξίζει 5.000 ευρώ, μολονότι μάλιστα αυτός ήταν ήδη κύριος και έτερου Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτου και δη εργοστασίου κατασκευής CITROEN C1, με ημερομηνία πρώτης άδειας κυκλοφορίας το έτος 2006, με αριθμό κυκλοφορίας ..., 998 κ.εκ.

Συνεπώς και από το ανωτέρω γεγονός αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών, ενώ είχε ήδη περιέλθει σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, δεν φρόντισε για τη σωστή διαχείριση του ενεργητικού του ή τη σωστή διαχείρισή του, ήτοι με την εξόφληση ή μείωση των προγενέστερων δανειακών υποχρεώσεών του, αλλά αντιθέτως προέβη στην αγορά αυτοκινήτου της ανωτέρω αξίας, επιβαρύνοντας τα έξοδα της οικογένειας και με τα έξοδα συντήρησης αυτού.

Συνεπώς η εκκαλουμένη, η οποία, αν και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται και από αυτήν της παρούσας, έκρινε ότι ο εκκαλών είχε περιέλθει από δόλο σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεών του προς τις πιστώτριες τράπεζες και απέρριψε την αίτηση, κατ' αποδοχήν σχετικής ένστασης των καθ' ων, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 2.11.2015 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 74/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Βασιλικών, με την οποία είχε επίσης απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ένδικη αίτησή του, επειδή αυτός είχε περιέλθει από δόλο σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων προς τις πιστώτριες τράπεζες.

Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο, δικάσαν ως άνω Δικαστήριο, αφού δέχθηκε ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων: α) συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση των αναλυτικά παρατεθέντων τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό και β) ότι η μείωση των αποδοχών του δεν προκάλεσε την αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών του οφειλών, αφού αυτή προϋπήρχε, δεν παραβίασε, ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ' αυτήν των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Τούτο δε, διότι, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, ο δόλος του οφειλέτη στην μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών και εν προκειμένω του αναιρεσείοντος περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (Α.Π. 65/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 286/2017), η κατάφαση δε του δόλου αυτού δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι οι τράπεζες χορήγησαν σ' αυτόν τα δάνεια, χωρίς να αξιολογήσουν εκ των προτέρων την πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητά του, δοθέντος ότι η σχετική παράλειψή τους δεν αίρει τον δόλο του, εφόσον αυτός, παρά την όποια επιθετική τακτική των τραπεζών, γνώριζε καλύτερα από τον καθένα και εν προκειμένω καλύτερα από τις τράπεζες την πραγματική οικονομική του κατάσταση και σταθμίζοντας τις συνθήκες επέλεξε να συναλλαχθεί με αυτές (τράπεζες).

Κατ' ακολουθίαν, οι, ενιαίως ερευνώμενοι, δεύτερος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλονται αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτοι, δεδομένου ότι οι αιτιάσεις αυτές αφορούν την εκτίμηση των πραγμάτων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Εξ άλλου, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η κατάγνωση σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχομένου δόλου κατά τον προεκτεθέντα χρόνο (αναλήψεως των δανειακών του υποχρεώσεων).

Η περαιτέρω επικαλούμενη αιτίαση ότι στην προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχονται παραδοχές σχετικώς με τις βασικές τουλάχιστον βιοτικές ανάγκες του ίδιου του αναιρεσείοντος και της οικογένειάς του, προκειμένου, από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων του (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες του για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, να καταστεί δυνατός ο έλεγχος, αν ο αναιρεσείων - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, κρίνεται απορριπτέα, ως στερούμενη, εν προκειμένω, έννομης επιρροής, εφόσον η ένδικη αίτηση απερρίφθη, λόγω δόλιας περιελεύσεως του αναιρεσείοντος σε αδυναμία πληρωμών και όχι γιατί κρίθηκε ότι αυτός δεν είχε περιέλθει σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, οπότε η ως άνω ανεπάρκεια θα είχε πράγματι ως αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 (Α.Π. 1208/2017).

Σε κάθε περίπτωση, όλες οι υπόλοιπες επικαλούμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Κατ' ακολουθίαν, οι, ενιαίως ερευνώμενοι, τρίτος και τέταρτος λόγοι της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθούν, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Κατά την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3869/2010 "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του προηγούμενου άρθρου ή αν εκδηλώθηκαν αντιρρήσεις κατά του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών και δεν υποκαθίστανται αυτές σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο, το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.

Η απόφαση εκδίδεται κατά προτεραιότητα. Σε περίπτωση που πιστωτής δεν έχει ενταχθεί στο σχέδιο διευθέτησης του οφειλέτη και δεν έχει ασκηθεί από αυτόν κύρια παρέμβαση, το δικαστήριο ρυθμίζει και τις απαιτήσεις αυτού κατά το άρθρο 744 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή διατάζει την κλήτευσή του κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 748 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζοντας νέα δικάσιμο.

Αν το δικαστήριο απορρίψει την αίτηση του οφειλέτη δεν μπορεί να υποβληθεί νέα αίτηση πριν από την πάροδο ενός έτους. Επίσης δεν μπορεί να υποβληθεί νέα αίτηση, εάν η αρχική αίτηση απορρίφθηκε λόγω δόλου του οφειλέτη ως προς την περιέλευσή του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του ή λόγω δόλιας παράβασης του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης κατά το άρθρο 10".

Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 61 Ν. 4549/2018, ΦΕΚ Α' 105/14.6.2018. Κατά δε την παρ. 10 άρθρου 68 του αυτού νόμου: "10. Η παράγραφος 1 του άρθρου 61 εφαρμόζεται και όταν η αίτηση του οφειλέτη απορρίφθηκε πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου σε δεύτερο βαθμό, λόγω δόλου του οφειλέτη ως προς την περιέλευσή του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του ή λόγω δόλιας παράβασης του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης.

Δεν εφαρμόζεται όταν πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου η αίτηση απορρίφθηκε για τους λόγους αυτούς με απόφαση Ειρηνοδικείου, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο". Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δικ., με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Κατά δε το άρθρο 536 του αυτού Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν. Τέλος, κατ' άρθρο 534 του ως άνω Κώδικα, αν το αιτιολογικό της αποφάσεως που έχει προσβληθεί με έφεση κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση.

Η τελευταία αυτή διάταξη δεν παρέχει στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της προσβαλλομένης με έφεση αποφάσεως, την δυνατότητα να ερευνήσει παράπονα που δεν προβλήθηκαν με λόγους εφέσεως ή ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως, αλλά προϋποθέτει ότι το Εφετείο ενεργεί χωρίς να υπερβαίνει τα οριοθετούμενα με τους λόγους της εφέσεως όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως.

Η διάταξη του άρθρου 536 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., που, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 534 του ίδιου κώδικα, απαγορεύει, κατά την αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης αποφάσεως, πριν από την εξαφάνισή της, την έκδοση αποφάσεως επιβλαβέστερης για τον εκκαλούντα, και, συνεπώς, αποφάσεως με δυσμενέστερο γι' αυτόν δεδικασμένο, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, δεν επιτρέπει υπέρβαση των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, αλλά προϋποθέτει ότι το Εφετείο ενεργεί μέσα στα όρια αυτά, οπότε μόνο δεν απαγορεύεται η έκδοση αποφάσεως (πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως), με ισοδύναμο προς την πρωτόδικη δεδικασμένο, η οποία δεν είναι επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα (Α.Π. 778/2009, Α.Π. 829/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο Βασιλικών, με την 74/2015 απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη αίτηση, λόγω δόλιας περιελεύσεως του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος σε αδυναμία πληρωμών, με τις ακόλουθες, κατά το μέρος που ενδιαφέρουν, εν προκειμένω, παραδοχές: "Ο αιτών έχει ηλικία 37 ετών, είναι δημόσιος υπάλληλος και συγκεκριμένα υπηρετεί στο Λιμενικό Σώμα με το βαθμό του κελευστή, λαμβάνοντας καθαρές μηνιαίες αποδοχές ύψους 1.100 ευρώ.

Είναι παντρεμένος με την Β. Σ. - Κ. και έχουν αποκτήσει ένα ανήλικο τέκνο, το οποίο έχει ηλικία σήμερα 8 ετών. Η σύζυγος του αιτούντα κατά την κατάθεση της αίτησης εργάζονταν ως ιδιωτική υπάλληλος σε τουριστικό γραφείο με καθεστώς μερικής απασχόλησης λαμβάνοντας μηνιαίο μισθό 700 ευρώ. Ωστόσο, κατά τη συζήτηση της αίτησης, η σύζυγος του πρώτου αιτούντα απολύθηκε τον Οκτώβριο έτους 2014 και έκτοτε λαμβάνει επίδομα ανεργίας από τον Ο.Α.Ε.Δ.

ύψους 380 ευρώ, το οποίο θα λαμβάνει όμως μέχρι τον Οκτώβριο του τρέχοντος έτους. Ο πρώτος αιτών λαμβάνει σήμερα μηνιαίο εισόδημα 1.337 ευρώ. Συνολικά λοιπόν το μηνιαίο εισόδημα της οικογένειας ανέρχεται στο ποσό των 1.717 ευρώ, το οποίο όμως θα μειωθεί στα 1.337 ευρώ από το Νοέμβριο του τρέχοντος έτους. Επιπλέον, ο πρώτος αιτών έχει μετατεθεί στη … και για το λόγο αυτό πρέπει να μετακομίσει στη … και να εκμισθώσει εκεί κατοικία.

Το στοιχειώδες ποσό που είναι αναγκαίο για την κάλυψη των βασικών προσωπικών και οικογενειακών αναγκών του πρώτου αιτούντα και της οικογένειάς του ανέρχεται στο ποσό των 1.300 ευρώ μηνιαίως, ήτοι για διατροφή τους, πληρωμή πάγιων λογαριασμών (όπως λογαριασμών ύδρευσης, ηλεκτρικού ρεύματος, αποχέτευσης και θέρμανση του σπιτιού τους κατά τους χειμερινούς μήνες), δαπάνες συντήρησης και μετακίνησης των μεταφορικών τους μέσων, δαπάνες μετάθεσης και έκτακτα έξοδα.

Από τ' ανωτέρω προκύπτει με σαφήνεια ότι ο αιτών δε δύναται να ανταπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις προς τις καθ' ων, διατηρώντας παράλληλα ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του, έχοντας περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει τα ληξιπρόθεσμα χρέη του.

Ο πρώτος αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως [............]. Το συνολικό ποσό των οφειλών του ανέρχεται κατ' εκτίμηση σε 228.200,29 ευρώ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας, ο αιτών στις 15-9-2011 αγόρασε ένα επιβατικό αυτοκίνητο Ι.Χ., εργοστασίου κατασκευής SAAB 9-3 με ημερομηνία πρώτης άδειας κυκλοφορίας το έτος 2004, με αριθμό κυκλοφορίας ..., 1.796 κ.ε.

Η αίτηση για εξωδικαστικό συμβιβασμό προς τους πιστωτές του κατατέθηκε στις 18-11-2011, ήτοι μόλις δύο μήνες μετά την αγορά του αυτοκινήτου αυτού. Ο πρώτος αιτών είχε ήδη στην κυριότητά του ένα Ι.Χ. επιβατικό αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... εργοστασίου κατασκευής CITROEN C1, ημερομηνίας πρώτης κυκλοφορίας το έτος 2006, 998 κ.ε., όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φορολογικές δηλώσεις των οικονομικών ετών από 2007 μέχρι και 2012.

Από τ' ανωτέρω προκύπτει με σαφήνεια ότι ο αιτών, ενώ μετά το μέσο του έτους 2011 είχε ήδη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων ως προς το ύψος που είχαν διαμορφωθεί οι επιμέρους δόσεις, δε φρόντισε για τη διατήρηση του ενεργητικού του ή τη σωστή διαχείρισή του, ήτοι με την εξόφληση ή μείωση των προγενεστέρων δανειακών υποχρεώσεών του, αλλά αντιθέτως προέβη σε αγορά αυτοκινήτου με κόστος που δεν αναφέρεται στην αίτηση, επιβαρύνοντας επιπλέον τα έξοδα της οικογένειας με όλα τα έξοδα συντήρησης ενός δεύτερου αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να επιτείνει την αδυναμία πληρωμής του.

Μάλιστα, ο πρώτος αιτών δε δικαιολόγησε την πράξη του αυτή, ούτε ύστερα από την προβολή εκ μέρους του πληρεξουσίου δικηγόρου της τρίτης καθ' ης περί συνδρομής στο πρόσωπό του, δόλου ως προς την περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμής, καθ' ότι, όπως αναφέρθηκε αναλυτικά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το δικαστήριο, κατά την κρίση του περί δολιότητας του αιτούντος, λαμβάνει υπόψη του όλες τις περιστάσεις".

Το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κρίνοντας με τις προεκτεθείσες, κατά την έρευνα των αμέσως παραπάνω αναιρετικών λόγων, παραδοχές του, ότι ο αιτών είχε περιέλθει από δόλο σε αδυναμία πληρωμών από την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, συμπλήρωσε τις αιτιολογίες αυτής (εκκαλουμένης αποφάσεως) και απέρριψε την έφεση.

Ήδη ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται σ' αυτόν, επικαλούμενος τις διατάξεις των άρθρων 534 και 536 του Κ.Πολ.Δικ., προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., ισχυριζόμενος ότι το ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο με το να συμπληρώσει τις αιτιολογίες της πρωτόδικης αποφάσεως, κατά τα προεκτεθέντα, χωρίς όμως προηγουμένως να εξαφανίσει αυτήν, εξέδωσε επιβλαβέστερη γι' αυτόν απόφαση, καταλήγοντας σε διαφορετικό - δυσμενέστερο διατακτικό, χωρίς οι αντίδικοί του να έχουν ασκήσει δική τους έφεση ή αντέφεση για το ζήτημα αυτό.

Και τούτο διότι, κατά τον αναιρεσείοντα, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δεν είχε την εξουσία να συμπληρώσει τις αιτιολογίες της πρωτόδικης αποφάσεως, χωρίς προηγουμένως, κατά παραδοχήν λόγου εφέσεως, να εξαφανίσει αυτήν, πράττοντας δε έτσι κατέστησε χειρότερη την θέση του, εφ' όσον του στέρησε την δυνατότητα να ασκήσει νέα αίτηση, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 8 παρ. 1 εδ.

δ' του ν. 3869/2010, μετά την παρέλευση έτους από την απόρριψη της ένδικης αιτήσεώς του, αποδεικνύοντας "τον τρόπο αγοράς του Ι.Χ. αυτοκινήτου και άρα την μη δολιότητά του". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αβάσιμος, καθ' όσον, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της 74/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Βασιλικών έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσείων, αν και είχε ήδη περιέλθει σε αδυναμία πληρωμών των δανειακών του υποχρεώσεων από τα μέσα του έτους 2011, εντούτοις προέβη στην αγορά του αναφερομένου αυτοκινήτου στις 15.9.2011, με αποτέλεσμα να επιτείνει έτσι την προϋπάρχουσα (του χρόνου της αγοράς του αυτοκινήτου) αδυναμία πληρωμών του και όχι, όπως αβασίμως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, ότι η αδυναμία πληρωμών του εκδηλώθηκε από και δια της αγοράς του ως άνω αυτοκινήτου.

Η παρεμβολή δηλαδή της ως άνω αιτιολογίας (αγορά του αυτοκινήτου) διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Ειρηνοδικείου προς άντληση επιχειρήματος υπέρ της κρίσεώς του ότι δια της εν λόγω αγοράς επιτάθηκε η προϋπάρχουσα αυτής αδυναμία πληρωμής του αναιρεσείοντος. Επιτρεπτώς, επομένως, το, ως Εφετείο, δικάσαν ως άνω δικαστήριο συμπλήρωσε τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης αποφάσεως, με τις προεκτεθείσες δικές του, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη εξαφάνισή της (εκκαλουμένης αποφάσεως), ενεργώντας εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ασκηθείσας εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, πράττοντας δε με τον τρόπο αυτό δεν κατέστησε χειρότερη την θέση αυτού, όπως αυτός αβασίμως διατείνεται.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και για τον λόγο ότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, νέα αίτηση, κατά την διάταξη του εδ. δ' της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010, έχει δικαίωμα να ασκήσει εκείνος που ζητεί την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου αυτού, μετά την παρέλευση έτους από την απόρριψη της αιτήσεώς του, για άλλους λόγους, εκτός της περιπτώσεως της απορρίψεως της αιτήσεως, λόγω δόλιας περιελεύσεώς του σε αδυναμία πληρωμών, περίπτωση, η οποία ρητώς εξαιρείται με την διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 8 του ως άνω νόμου, που ισχύει εν προκειμένω, εφόσον η ένδικη αίτηση απορρίφθηκε, για τον προεκτεθέντα λόγο, σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλομένη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δημοσιεύθηκε στις 15.11.2017, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 61 του ν.

νόμου 4549/2018 (14.6.2018), με την επισήμανση ότι τούτο ισχύει σε κάθε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως, σε δεύτερο βαθμό, για τον προεκτεθέντα λόγο, αδιαφόρου όντος του χρόνου δόλιας περιελεύσεως του οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμών, εφόσον η ως άνω διάταξη δεν διακρίνει, λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη και του ότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο δόλος του οφειλέτη είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο, με περαιτέρω συνέπεια ο αναιρεσείων να στερείται του δικαιώματος να ασκήσει νέα αίτηση μετά την παρέλευση έτους από την απόρριψη της ένδικης αιτήσεώς του, σε κάθε περίπτωση.

Ο ίδιος λόγος, κατά τα λοιπά, είναι απαράδεκτος, διότι, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του στις παραπάνω διατάξεις, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.). Κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ.

β' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 65/2017, Α.Π. 207/2017, Α.Π. 385/2015, Α.Π. 92/2013).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (Α.Π. 951/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 207/2017, ΑΠ 65/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει αιτιάσεις ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμο τον προβληθέντα ισχυρισμό περί δόλιας περιελεύσεώς του σε αδυναμία πληρωμών παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι:

α) πρόκειται για ένα στεγαστικό και μικρά καταναλωτικά δάνεια, β) έλαβε τα δάνεια, όντας δημόσιος υπάλληλος, με σταθερό μόνιμο και διαρκώς αυξανόμενο, εκείνη την εποχή, εισόδημα, που μόνο να αυξηθεί περαιτέρω μπορούσε, γ) η σύζυγός του σπούδαζε στη νομική σχολή και, μετά την λήψη της σχετικής άδειας, θα ασκούσε την δικηγορία, θα εσόδευε, επομένως, από την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος ικανό εισόδημα, δ) το στεγαστικό δάνειο εγγυήθηκε ο παππούς του, ο οποίος, κατά τον χρόνο λήψεως των δανείων, είχε σταθερό οικογενειακό μηνιαίο εισόδημα, ύψους 2.500 ευρώ, ε) όλα τα δάνεια αποπληρώνονταν κανονικά μέχρι και το τέλος του 2011 και στ) περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών, εξαιτίας της μειώσεως των μισθών και των συντάξεων.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσεως ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744 Κ.Πολ.Δικ.) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι, που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 759 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από την ρύθμιση του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δικ. και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων, που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δικ., αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής αποδείξεως (Α.Π. 769/2015, Α.Π. 236/2015).

Επομένως, κατά την πιο πάνω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 εδαφ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., για την παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (Α.Π. 154/2018, Α.Π. 528/2017, Α.Π. 125/ 2017, Α.Π. 769/2015, Α.Π. 1844/2009) και, αναλόγως, από τον αριθμό 5 του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 1348/2018, ΑΠ 1421/2018, ΑΠ 1431/ 2018, ΑΠ 636/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, χωρίς να αμφισβητεί το γεγονός ότι είχε υποβληθεί παραδεκτά ενώπιον του Ειρηνοδικείου και είχε επαναφερθεί ενώπιον του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου από τις ενώπιον αυτών παραστάσες πιστώτριες τράπεζες η εκ των άρθρων 330 του Α.Κ.

και 1 του ν. 3869/2010 ένσταση περί δόλιας περιελεύσεως αυτού σε αδυναμία πληρωμών, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι, αν και καμιά τράπεζα δεν ισχυρίστηκε ότι αυτός είχε περιέλθει από δόλο σε αδυναμία πληρωμών από την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, εν τούτοις το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε τούτο (ότι δηλαδή αυτός περιήλθε από δόλο σε αδυναμία πληρωμών από την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων) αυτοβούλως.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψεως, στην προκειμένη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 5 εδαφ. α' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., δεδομένου ότι στην εν λόγω δικαιοδοσία ισχύει το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο, ακόμη και στο δευτεροβάθμιο, ελευθερία να ενεργεί αυτεπαγγέλτως και να συλλέγει το αποδεικτικό υλικό για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, έστω και αν δεν έχουν προταθεί, πέραν του ότι, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί, ο δόλος του οφειλέτη, είτε είναι αρχικός είτε μεταγενέστερος, είτε, δηλαδή, συντρέχει κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, είτε μετά την ανάληψη αυτής, αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.

β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.6.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2434/2018 αίτηση για αναίρεση της 17.700/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ