Legislator Case Law & Legislation
508/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on pension eligibility under bank employee regulations.

Case Number 508/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding pension eligibility. The court found that the lower court correctly applied the mandatory bank personnel regulations, which govern pension conditions for employees of the Hellenic Bank. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 para. 2 of Law 3789/1957; Article 26 of the Bank of Greece Personnel Regulations: Labor regulations with force of law constitute mandatory contract terms; the court correctly applied these rules to deny early pension eligibility based on the specific statutory requirements.

Keywords

AI generated
labor regulations force of law mandatory contract terms pension eligibility conditions bank personnel regulations appeal dismissal legal costs allocation statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 1 para. 2 of Law 3789/1957
Article 12 para. 4 of Law 1767/1988
Article 8 para. 3 of Law 2224/1994
Article 26 of the Organization of the Hellenic Bank of Greece
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. A.P. 42/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 508 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 508/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παλιοτζίκα, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/10/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16982/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2707/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/9/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 21/1/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Παπαηλιάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του Νόμου 3789/1957, 12 παρ. 4 του Νόμου 1767/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 του Νόμου 2224/1994, συνάγεται ότι οι όροι του με ισχύ νόμου εφαρμοζομένου κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και, συνεπώς, η σύμβαση εργασίας μισθωτού ο οποίος προσχωρεί σε τέτοιο κανονισμό περιέχει κάθε όρο που προβλέπεται στον τελευταίο (Ολ. Α.Π. 42/2002). Το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού εργασίας καλύπτει όλους τους απασχολουμένους στην επιχείρηση ή εκμετάλλευση για την οποίαν κάθε φορά πρόκειται.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Οργανισμού της Υπηρεσίας της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που καταρτίσθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής και κυρώθηκε με το Β.Δ/μα της 17/26-9-1953, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 του Ν.Δ/τος 2510/1953, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.

Α 267/26-9-1953) και έχει ισχύ νόμου, η, μετά του προσωπικού της Τράπεζας, σύμβαση εργασίας λύεται, εκτός από άλλους αναφερομένους, σ’ αυτό, λόγους και: 1) δια του θανάτου του υπαλλήλου, 2) δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τα, υπό της εργατικής νομοθεσίας, οριζόμενα, σε κάθε δε περίπτωση με την συμπλήρωση των κάτωθι οριζομένων ορίων ηλικίας α) του 62ου έτους δια τους Διευθυντάς, Υποδιευθυντάς, Συμπράττοντας Υποδιευθυντάς, β), γ), δ) σύμφωνα με το άρθρο 33 (με τον τίτλο :

Λύση υπαλληλικής σχέσεως) του ισχύοντος από 12-3- 2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της ως άνω Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του Νόμου 1876/1990, με την από 9-3-2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που συνήφθη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της ...

Τράπεζας της Ελλάδος, κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό ...-3-2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρο 2 παρ. 6, 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του Νόμου 1876/1990): "Η μετά του Προσωπικού της Τράπεζας σύμβαση εργασίας λύεται: Με τον θάνατο του υπαλλήλου. Με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία επιφέρει την λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας.

Με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο. Λόγω επιβολής της, κατά το άρθρο 29 του παρόντος κανονισμού, ποινής της οριστικής παύσεως. Αυτοδικαίως, λόγω αδικαιολόγητης ή αυθαίρετης απουσίας του υπαλλήλου, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός (1) μήνα. Σε κάθε περίπτωση η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με την συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας.

Όσοι συμπληρώνουν το προαναφερόμενο όριο ηλικίας κατά τη διάρκεια του έτους, αποχωρούν αυτοδικαίως από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους, χωρίς να δικαιούνται αποζημίωση. Με Πράξη του Διοικητή είναι δυνατό, να παραταθεί η παραμονή στην υπηρεσία υπαλλήλων που καταλαμβάνονται από το παραπάνω όριο ηλικίας μία ή περισσότερες φορές, αλλά για χρόνο όχι μεγαλύτερο των δύο (2) ετών συνολικά.

Για παραμονή πέραν της διετίας αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, με πρόταση του Διοικητή, καθορίζοντας και τον χρόνο για τον οποίον θα ισχύσει η παράταση. Σε περίπτωση κατά την οποίαν οι αυτοδικαίως αποχωρούντες δεν συμπληρώνουν δικαίωμα λήψεως κυρίας συντάξεως από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, τότε χορηγείται παράταση, μέχρις ότου θεμελιωθεί τέτοιο δικαίωμα.

Όσοι διατηρούνται στην υπηρεσία με τον ανωτέρω τρόπο, παραμένουν εκτός του προβλεπομένου από τον παρόντα Κανονισμό αριθμού Οργανικών θέσεων". Επακολούθησε, όμως, η από 5-6-2002 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ της παραπάνω Τράπεζας και του Συλλόγου Υπαλλήλων της ... Τράπεζας της Ελλάδος και κατατέθηκε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, στις 7-6-2002, με αριθμό ...-6-2002, με την οποίαν τροποποιήθηκε το πιο πάνω άρθρο 33 του νέου Κανονισμού, στο οποίο, σχετικά με την λύση της εργασιακής σχέσεως των υπαλλήλων της Τράπεζας, ορίζεται πλέον ότι : "Σε κάθε περίπτωση η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με την συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας και 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας.

Σε περίπτωση κατά την οποίαν ο καταλαμβανόμενος από το όριο ηλικίας των 58 ετών δεν συμπληρώνει 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας, τότε η σύμβαση δεν λύεται και παρατείνεται μέχρι την συμπλήρωση 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας, με ανώτατο χρονικό όριο στην περίπτωση αυτή την συμπλήρωση από τον υπάλληλο του 62ου έτους της ηλικίας του.

Σε περίπτωση που ο υπάλληλος συμπληρώνει το 62ο έτος της ηλικίας του, χωρίς να θεμελιώνει δικαίωμα για άμεση λήψη κυρίας συντάξεως από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, τότε η σύμβαση παρατείνεται μέχρις ότου θεμελιωθεί τέτοιο δικαίωμα. Όσοι συμπληρώνουν ένα από τα προαναφερόμενα όρια ηλικίας κατά τη διάρκεια του έτους, αποχωρούν αυτοδικαίως από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους, χωρίς να δικαιούνται οποιαδήποτε αποζημίωση.

Με Πράξη του Διοικητή είναι δυνατό να παραταθεί η παραμονή στην υπηρεσία υπαλλήλων που καταλαμβάνονται από τα παραπάνω όρια ηλικίας μία ή περισσότερες φορές, αλλά για χρόνο όχι μεγαλύτερο των δύο (2) ετών συνολικά. Γι παραμονή πέραν της διετίας αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, με πρόταση του Διοικητή, καθορίζοντας συγχρόνως και τον χρόνο για τον οποίον θα ισχύσει η παράταση και ο οποίος, σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος.

Όσοι διατηρούνται στην υπηρεσία μετά την συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας τους, παραμένουν εκτός του προβλεπομένου, από τον παρόντα Κανονισμό, αριθμού Οργανικών θέσεων". Από το περιεχόμενο της παραπάνω διατάξεως του Κανονισμού Εργασίας προκύπτουν τα εξής : Η ως άνω διάταξη ορίζει τρεις διαφορετικές μεταξύ τους, ως προς τους όρους και προϋποθέσεις υποπεριπτώσεις αυτοδίκαιης λύσεως της συμβάσεως εργασίας λόγω ορίου ηλικίας - ετών συντάξιμης υπηρεσίας.

Ειδικότερα, ως πρώτη περίπτωση αυτοδίκαιης λύσεως της συμβάσεως εργασίας των υπαλλήλων της Τράπεζας, ορίζεται η συμπλήρωση από τον υπάλληλο σωρευτικά του 58ου έτους της ηλικίας του και 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας. Εάν κατά την συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας του ο υπάλληλος δεν συμπληρώνει και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας, τότε η σύμβαση εργασίας παρατείνεται αυτοδικαίως και μετά το 58ο έτος της ηλικίας του έως την συμπλήρωση 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας, με ανώτατο όμως χρονικό όριο, στην περίπτωση αυτή, την συμπλήρωση από τον υπάλληλο του 62ου έτους της ηλικίας του (δεύτερη περίπτωση αυτοδίκαιης λύσεως της συμβάσεως εργασίας).

Εάν κατά την συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του ο υπάλληλος δεν θεμελιώνει δικαίωμα για άμεση λήψη κυρίας συντάξεως από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, τότε η σύμβαση εργασίας παρατείνεται και μετά το 62ο έτος της ηλικίας του έως ότου θεμελιωθεί τέτοιο δικαίωμα (τρίτη περίπτωση αυτοδίκαιης λύσεως της συμβάσεως εργασίας).

Δηλαδή σύμφωνα με τα προαναφερθέντα το 62ο έτος της ηλικίας του υπαλλήλου της Τράπεζας αποτελεί το ανώτατο ηλικιακό όριο αυτοδίκαιης παρατάσεως της συμβάσεως εργασίας του και ότι μετά το 62ο έτος της ηλικίας του η σύμβαση εργασίας του παρατείνεται μόνον αν ο υπάλληλος δεν θεμελιώνει δικαίωμα για άμεση λήψη κυρίας συντάξεως από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα και μόνον για όσο διάστημα απαιτείται για την θεμελίωση τέτοιου δικαιώματος.

Εξάλλου, ως δικαίωμα άμεσης λήψεως κυρίας συντάξεως νοείται το δικαίωμα του υπαλλήλου, να λάβει κυρία σύνταξη από τον οικείο φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως από την ημερομηνία εξόδου του από την ενεργό υπηρεσία και όχι σε κάποιο μελλοντικό όριο ηλικίας. Ο όρος δηλαδή " άμεση λήψη κυρίας συντάξεως" αφορά στον χρόνο χορηγήσεως της συντάξεως και δεν σχετίζεται με το είδος της κυρίας συντάξεως ως πλήρους ή μειωμένης.

Συνεπώς, σύμφωνα με τον ως άνω Κανονισμό Εργασίας, η παράταση της συμβάσεως εργασίας και μετά το 62ο έτος της ηλικίας του υπαλλήλου δεν συναρτάται με την θεμελίωση του δικαιώματος σε λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, αλλά μόνο με τη θεμελίωση άμεσα συνταξιοδοτικού δικαιώματος, δηλαδή για άμεση λήψη οποιασδήποτε κυρίας συντάξεως, έστω και μειωμένης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα, έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006, Ολ. Α.Π. 36/1988, Α.Π. 1632/2013). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών γεγονότων, που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 625/2008, Α.Π. 38/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση του, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, περί των πραγμάτων, κρίση του τα ακόλουθα : "Ο εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσείων), που γεννήθηκε στις 23-1-1947, προσελήφθη από την εκκαλούσα Τράπεζα (ήδη αναιρεσίβλητη), όντας πολιτικός μηχανικός, στις 31-5-1985, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της, εντασσόμενος στον τεχνικό κλάδο της, με τον βαθμό του Μηχανικού Γ και έκτοτε προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εκκαλούσα, ως μέλος του υπαλληλικού της, στον κλάδο του τεχνικού προσωπικού της, εξελίχθηκε δε στην υπαλληλική ιεραρχία, μέχρι τον βαθμό του Αρχιμηχανικού από 1-1- 2001, που αντιστοιχεί στον βαθμό του Υποδιευθυντή Α, ενώ ήταν ασφαλισμένος στον κλάδο συντάξεως του ταμείου Τ.Σ.Π.-Ε.Τ.Ε.

Ο εφεσίβλητος, όντας πολιτικός μηχανικός, εκτός από την εργασία του στην εκκαλούσα, εργαζόταν ταυτόχρονα και ως ελεύθερος επαγγελματίας - πολιτικός μηχανικός και ήταν ασφαλισμένος και στον ασφαλιστικό φορέα του Τ.Σ.Μ.ΕΔ.Ε., από τις 25-1-1975, καταβάλλοντας ο ίδιος τις ασφαλιστικές του εισφορές. Με την με αριθμό πρωτοκόλλου .../4-6-2009 έγγραφο της, απευθυνόμενο στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της, όπου ανήκε ο εφεσίβλητος, η εκκαλούσα γνωστοποίησε ότι ο εφεσίβλητος αποχωρεί από την Υπηρεσία αυτής, στις 1-1-2010 " επειδή καταλαμβάνεται από το προβλεπόμενο, από το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας, όριο ηλικίας ".

Ο εφεσίβλητος, ακολούθως, υπέβαλε προς την εκκαλούσα την από 14-12-2009 αίτηση του, με το εξής περιεχόμενο : ‘ ‘ Παρακαλώ όπως μου χορηγηθεί παράταση παραμονής μου στην Τράπεζα, προκειμένου να τεκμηριώσω δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως για το διάστημα όπως αυτό αναφέρεται στο συνημμένο έγγραφο του Ταμείου Συντάξεως", σύμφωνα δε με το με αριθμό πρωτοκόλλου .../14-12-2009 έγγραφο του Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ., σε απάντηση της με αριθμό πρωτοκόλλου 16300/14-12-2009 σχετικής αιτήσεως του εφεσίβλητου " Απαντώντας στην ανωτέρω αίτηση σας, σας γνωρίζουμε, ότι δικαιούσθε μειωμένης συντάξεως με την συμπλήρωση 25 ετών ασφαλίσεως στο ταμείο Τ.Σ.Π.-Ε.Τ.Ε., νυν Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ.

Από τα τηρούμενα στην Υπηρεσία μας στοιχεία, προκύπτει ότι στις 1-8-2010 θα έχετε συμπληρώσει 25 έτη ασφαλίσεως, με την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξει νέο ασφαλιστικό κενό.

Συνεπώς κατά την ημερομηνία αυτή, θα έχετε δικαίωμα χορηγήσεως μειωμένης συντάξεως. Αν δεν ασκήσετε το δικαίωμα σας κατά την ως άνω ημερομηνία, με την συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας σας, θα έχετε δικαίωμα για την λήψη πλήρους συντάξεως ". Πρέπει να σημειωθεί ότι από τις 1-1-2008 το προσωπικό της εκκαλούσας ασφαλίζεται και λαμβάνει σύνταξη γήρατος από τον ανωτέρω ασφαλιστικό οργανισμό Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.ΑΜ., όπου εντάχθηκε ο σχετικός κλάδος ασφαλίσεως (και) του Ταμείου Τ.ΣΠ.-Ε.Τ.Ε. (άρθρο 5 του Νόμου 3029/2002 ).

Στην συνέχεια η εκκαλούσα με το με αριθμό πρωτοκόλλου .../10-1-2010 έγγραφο της προς τον εφεσίβλητο, του οποίου έλαβε ενυπογράφως γνώση, στις 25-1-2010, του γνωστοποιήθηκε ότι εγκρίθηκε η παράταση της παραμονής του στην ενεργό υπηρεσία μέχρι και τις 31-7-2010 (έγκριση Διοικήσεως από 11-1-2010) και τον κάλεσε να εξαντλήσει τυχόν υπόλοιπο κανονικής αδείας μέχρι την προαναφερομένη ημερομηνία.

Έτσι ο εφεσίβλητος συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εκκαλούσα μέχρι και τις 31-7- 2010, οπότε και η εκκαλούσα ανέστειλε την καταβολή μισθών στον εφεσίβλητο, θεωρώντας δεδομένη την λύση της συμβάσεως εργασίας από την συγκεκριμένη χρονική στιγμή βάσει του ως άνω Κανονισμού Εργασίας, ενώ ο εφεσίβλητος απέστειλε στην εκκαλούσα την από 23-9-2010 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωση, που επιδόθηκε στην τελευταία, στις 28-9- 2010, με την οποία διαμαρτυρήθηκε για την παραπάνω συμπεριφορά της εκκαλούσας και την κάλεσε να του καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των 108.097,75 ΕΥΡΩ, ως μισθούς που θα ελάμβανε από τις 1-8-2010 μέχρι τις 23-1-2012 και ακολούθως άσκησε εναντίον της και ενώπιον του Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../29-10- 2010 αγωγή του με το αναφερόμενο, στην προσβαλλομένη απόφαση, περιεχόμενο και αίτημα.

Σύμφωνα και με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, εφόσον ο εκκαλών, που γεννήθηκε στις 23-1- 1947 και προσελήφθη από την εκκαλούσα στις 31-5-1985 και επομένως κατά την συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας του, ήτοι την 23-1-2010 δεν συμπλήρωσε 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας, αλλά την 1-8-2010 είχε συμπληρώσει 25 έτη ασφαλίσεως, οπότε κατά την ημερομηνία αυτή έχει δικαίωμα λήψεως μειωμένης συντάξεως, σύμφωνα με το προαναφερθέν, με αριθμό πρωτοκόλλου .../14-12-2009, έγγραφο του Ϊ.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., θεωρείται ότι η σύμβαση εργασίας του λύθηκε αυτοδικαίως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 του ως άνω προαναφερθέντος Κανονισμού Εργασίας, την ως άνω ημερομηνία (1-8-2010) και ως εκ τούτου η εκκαλούσα δεν κατέστη υπερήμερη, ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του και ο εφεσίβλητος δεν δικαιούται των αιτουμένων μισθών υπερημερίας.

Κατ’ ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί ότι η εκκαλούσα όφειλε να παρατείνει τη σύμβαση εργασίας του εφεσίβλητου μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του και δίκασε την αγωγή κατά το μέρος που αφορά την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, την απέρριψε.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγω παραβιάσεως των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (φερόμενος ως λόγος υπό στοιχείο 1 της αίτησης αναίρεσης) και των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (φερόμενος ως λόγος υπό στοιχείο 3 της αίτησης αναίρεσης) καθόσον δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα ανωτέρω ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 33 του Κανονισμού Εργασίας του Προσωπικού της αναιρεσίβλητης.

Η αιτίαση που προβάλλει ο αναιρεσείων ότι δεχόμενο το Εφετείο ότι ως κύρια σύνταξη νοείται και η μειωμένη χωρίς να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. υπέπεσε στην αναιρετική πλημέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμη, καθόσον η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων προϋποθέτει δικαιοπραξία και όχι ουσιαστικό νόμο την ισχύ του οποίου έχει ο ως άνω Κανονισμός Εργασίας του Προσωπικού της αναιρεσίβλητης.

Περαιτέρω και ο φερόμενος υπό στοιχείο 2 της αίτησης αναίρεσης λόγος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο είναι αναιρετέα η αναιρεσιβαλλόμενη "διότι δεχθείσα δι’ εξετάσεως μάρτυρος το πρώτον εις τον δεύτερον βαθμόν και λήψεως υπόψιν εγγράφων το πρώτον προσκομιζομένων εις τον βαθμόν τούτον, παραβιάζοντας τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής, ότι είχον τας προϋποθέσεις λήψεως συντάξεως μειωμένης από άλλον φορέα, ήτοι το ΤΣΠ- ΕΤΕ νυν ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, όταν θα συμπλήρωνα 25 έτη συντάξιμη υπηρεσία, εσφαλμένως υπήγαγε τα πραγματικά ταύτα περιστατικά εις την εσφαλμένως συμπερανθείσαν ερμηνευτικώς άποψιν ότι ορίζουσα η διάταξις του Κανονισμού ότι " θεμελιώνει για άμεση λήψη κύριας σύνταξης από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα ..." εννοεί και την μειωμένην και προαιρετικήν τοιαύτην, την οποία εξομοιώνει προς την πλήρη απαιτούσαν 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας" είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν αναφέρει ούτε ποια ακριβώς διδάγματα κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, ούτε ποιες ήταν οι παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου από τις οποίες προκύπτει "εξομοίωση" των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης με τις αντίστοιχες για λήψη μειωμένης.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσεν προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚπολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 16-9-2014, αίτηση αναίρεσης της 2707/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ