Legislator Case Law & Legislation
508/2015 AI generated

508/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 508/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

508/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης εισάγεται για συζήτηση η από 10/10/2014 αίτηση των Δ. Μ. και των αναφερόμενων σε αυτή υπολοίπων 43 αναιρεσειόντων κατά του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 134/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.

Keywords

AI generated
standing to appeal action for disturbance of possession previous legal status authorization to sue slavery striking off the register
AI generated
638/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
1370/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π.
385/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των καλούντων: 1. Κληρονόμων του Α. Ζ. του Ν.: α. Γ. Ζ. του Α., β. Σ. Ζ. του Α., γ. Τ. Λ., το γένος Α. Ζ. και δ) Ν. Ζ. του Α., κατοίκων ..., 2. Κληρονόμων Δ. Ζ. του Ν.: αα) Κ. Ζ. του Δ., που απεβίωσε και των συνεχιζόντων τη δίκη ως κληρονόμων αυτής, αλλά και ατομικά και ως κληρονόμων του Δ. Ζ. του Ν., βα) Ε. Ζ. του Δ., ββ) Ν. Ζ. του Δ., βγ) Γ. Ζ. του Δ., και βδ) Φ. συζ. Ι. Σ., θυγ. Δ. Ζ., κατοίκων ..., 3. Κληρονόμων Θ. Ζ.: α) Μ. Ζ. του Θ., κατοίκου ... και β) Δ. Ζ. του Θ., κατοίκου ..., 4. κληρονόμων Β. χας Β. Κ., : α) Ν. συζ. Κ. Κ., το γένος Ε. Δ., κατοίκου ... και β) Ι. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 5. Η. Ζ. του Δ.. 6. Ζ. Ζ. του Δ. και 7. Γ. Ζ. του Δ. κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γαλάνη.
468/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
6/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 508 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 508/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Β. Μ., κατοίκου ..., έως και 44) Σ. συζ. Α. Μ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρο τους Βασίλειο Βενιζέλο και Γεώργιο Μπούρμα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Νικολέττα Μπελίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 348/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 134/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την με αριθμό κατάθεσης 18/10-10-2014 αίτησή αναίρεσης.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 27/1/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1,2, 104 και 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο πληρεξούσιος του διαδίκου εμφανίζεται στο ακροατήριο, χωρίς αυτόν και δεν αποδεικνύει την ρητή πληρεξουσιότητα του, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση και την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως πλέον κατά τη συζήτηση αυτή οφείλει να εξετάσει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων αυτός θεωρείται δικονομικώς απών και κηρύσσονται άκυρες οι προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις, με βάση τις οποίες φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Και τούτο, διότι διαφορετικά θα καταστρατηγείτο η διάταξη του άρθρου 104 ΚΠολΔ, κατά την οποία μόνο για τις προπαρασκευαστικές πράξεις θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, υπό την αίρεση όμως ότι θα αποδειχθεί η ρητή πληρεξουσιότητα στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ολΑΠ 9/2003). Εφόσον δε δεν προκύπτει κλήση του δικονομικός απόντος αναιρεσείοντος από τον παριστάμενο αναιρεσίβλητο, η συζήτηση της υπόθεσης κηρύσσεται απαράδεκτη.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης εισάγεται για συζήτηση η από 10/10/2014 αίτηση των Δ. Μ. και των αναφερόμενων σε αυτή υπολοίπων 43 αναιρεσειόντων κατά του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 134/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.

Από την 9717/18.11.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Δ. Μ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης που υπογράφει ο δικηγόρος των αναιρεσειόντων Βασίλειος Βενιζέλος επιδόθηκε, με παραγγελία του ετέρου δικηγόρου αυτών Γεωργίου Μπουρμά, στο αναιρεσίβλητο με κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (4/2/2015).

Κατά την εκφώνηση όμως της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου στην παραπάνω δικάσιμο, τους αναιρεσείοντες εκπροσώπησαν, με προφορική τους δήλωση στο ακροατήριο, οι προαναφερθέντες δικηγόροι Βασίλειος Βενιζέλος και Γεώργιος Μπουρμάς, ενώ το αναιρεσίβλητο (Ελληνικό Δημόσιο) εκπροσώπησε νομίμως, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, η Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολέττα Μπελίτση (χωρίς να καταθέσει έγγραφες προτάσεις).

Προς απόδειξη της πληρεξουσιότητας τους οι πιο πάνω δικηγόροι προσκόμισαν τα με αριθμούς …/26.1.2015, …, …, …, …/30.1.2015 και …/1.10.2014 ειδικά πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Βασιλικού Χαλκίδας Βασιλικής Τσακοφίτη, από τα οποία προκύπτει ότι μόνον δέκα από τους αναιρεσείοντες, και συγκεκριμένα οι πρώτος, δεύτερη, δέκατος έβδομος, δέκατος ένατος, τριακοστή δεύτερη, τριακοστός τρίτος, τριακοστός τέταρτος, τριακοστή έβδομη, τεσσαρακοστή δεύτερη και τεσσαρακοστή τέταρτη από αυτούς, δηλαδή οι Δ.

Μ., Γ. Μ., Ν. Δ., Δ. Π., Α. Α., Σ. Α., Ι. Α., Π. Κ., Α. Π. και Σ. Μ., αντίστοιχα, παρέχουν ρητή πληρεξουσιότητα προς τους προαναφερθέντες δικηγόρους να παραστούν και να τους εκπροσωπήσουν κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ενώ για τους υπόλοιπους τριάντα τέσσερις αναιρεσείοντες δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη αντιστοίχως ρητής πληρεξουσιότητας προς τους εν λόγω δικηγόρους και, συνεπώς, θεωρούνται δικονομικώς απόντες.

Εφόσον δε. δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι οι πιο πάνω απολειπόμενοι αναιρεσείοντες (απλοί ομόδικοι) κλητεύθηκαν από το παριστάμενο αναιρεσίβλητο για να παραστούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην παρούσα δικάσιμο πρέπει αυτή να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς τους τελευταίους και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους λοιπούς νομίμως εκπροσωπούμενους διαδίκους (άρθρο 576 παρ. 3 εδ.β' ΚΠολΔ, όπως το εδ.β' προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4139/2013, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, κατ' άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου).

Από τις ρυθμίσεις, που περιέχονται στο πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21-1/3-2-1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16-6-1830 και της 19-6/1-7-1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθαν εκείνα τα ακίνητα που βρίσκονταν εντός της ζώνης, που μέχρι την 3-2-1830 είχε καταλάβει με τις στρατιωτικές του δυνάμεις και ανήκαν είτε στο Οθωμανικό Δημόσιο είτε σε Οθωμανούς ιδιώτες, καθώς και όσα εγκαταλείφθηκαν από τους "Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους και κατέστησαν αδέσποτα.

Η κτήση των ακινήτων αυτών έγινε δια δημεύσεως "πολεμικώ δικαιώματι". Ειδικότερα, όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα κατά τον χρόνο διακηρύξεως της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους (3-2-1830) εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά εν συνεχεία παραχωρηθέντων βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως η Αττική, η Εύβοια και τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας, όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πωλήσεως τους εντός προθεσμίας.

Περαιτέρω, στην παράγραφο 7 της συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως της 27.6/9.7.1932 προσδιοριζόταν ο χρόνος μέσα στον οποίο έπρεπε να εκποιηθούν οι ιδιοκτησίες όσων επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν το Ελληνικό έδαφος. Τα πλεονεκτήματα αυτά παραχωρήθηκαν και στους κατοίκους της Εύβοιας και της Αττικής και στους κτηματίες των Θηβών.

Η πραγματοποίηση των επιταγών των Πρωτοκόλλων του 1830 και των συνθηκών του 1832, σχετικά με τις δυνατότητες που παρασχέθηκαν για την εκποίηση των μουσουλμανικών ιδιοκτησιών ανατέθηκε στις λεγόμενες Μικτές Ελληνο-Οθωμανικές Επιτροπές, των οποίων το κύριο έργο αναφερόταν στην εποπτεία όλων των πωλήσεων που επιτρέπονταν από τις διαρρυθμίσεις που συνομολογήθηκαν, στον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας και στην εξομάλυνση των μερικότερων ζητημάτων που θα αναφύονταν.

Στο έργο των Μικτών Επιτροπών η Ελληνική πλευρά συμμετείχε με την "Επιτροπή για τις εκποιήσεις των κατά την Αττική-Εύβοια τουρκικών ιδιοκτησιών", η δε Οθωμανική με τον Χατζή Ισμαήλ Μπέη Μολλά, η οποία συνεστήθη αρχικώς με το υπ' αριθμ. 558 διάταγμα του Ιωάννη Καποδίστρια της 18.10.1830 και στη συνέχεια καταργήθηκε και επανασυστήθηκε, διαλύθηκε δε τελικώς με το από 24.11.1849 διάταγμα.

Η ενσωμάτωση της Εύβοιας (και της Ανατολικής χέρσου Ελλάδος), που κατεχόταν από τους Οθωμανούς επήλθε με την ενεργοποίηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδος, που αποφασίσθηκε με το από 3ης/15ης Φεβρουαρίου 1833 διάταγμα της Αντιβασιλείας του Όθωνα και υλοποιήθηκε με την από 10/22 Φεβρουαρίου 1833 Βασιλική Δηλοποίηση.

Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 8 παρ. 8 κωδ. (7-39), ν. 9 παρ.1 πανδ. (50-4), ν. 2 παρ. 20, πανδ. (41-4), ν. 6 πανδ. (44-3), ν. 76 παρ. 1, πανδ., (18-1) και 7 παρ. 3 πανδ. (23-3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση της κυριότητας, εφ'όσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού, ο οποίος χρησιδέσποζε, να συνυπολογίζει στο χρόνο της νομής του και εκείνου του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Ως καλή πίστη νοείται, κατά τις διατάξεις των ν. 27 πανδ. (18.1), 15 παρ. 3,48 πανδ. (41.3) 11 πανδ. (51.4), 5 παρ. 5, 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16) η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας, άλλου επ' αυτού. Νομή δε, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του, όπως είναι η επίβλεψη του ακινήτου, η περίφραξη του, η συντήρηση του, η εκμίσθωση του, η καλλιέργεια αυτού, εφόσον αυτό είναι αγροτικό, η διαμονή του σε υπάρχουσα σε αυτό οικία, κλπ.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου ν. 11 πανδ. (44.3), ν. 24 παρ. 1 πανδ. (41. 3), ν. 20, παρ. 2 Πανδ. (41.4), ν. 76 παρ. 1, Πανδ. (13.1) και ν. 7 παρ. 3, Πανδ. (23.3), ο καθολικός διάδοχος υπεισερχόταν στη σχέση χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του και επομένως συνέχιζε, εάν τούτος χρησιδέσποζε, την ίδια με αυτόν χρησικτησία.

Συνεπώς, αν ο δικαιοπάροχος δεν χρησιδέσποζε εξαιτίας ελλείψεως καλής πίστης, ούτε φυσικά κατάσταση χρησικτησίας διαδεχόταν, αλλά ούτε και μπορούσε να αρχίσει νέα αυτοτελή χρησικτησία στο πρόσωπο του ακόμα και αν διατελούσε σε καλή πίστη, διότι τα ελαττώματα της νομής διέβαιναν και στον κληρονόμο του νεμηθέντος Τέλος, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν.δ/τος της. 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως, η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915. Τούτο συνάγεται από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και του άρθρου 21 ν. δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματα του και συνεπώς και η χρησικτησία τρίτων σ' αυτά.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει ταπίου με χρονολογία 13ης Σελήνης Σαφέρ του ισλαμικού έτους 1207 (1790) η Σ. Χ. θυγατέρα Χ. Μ. και ο αδελφός, της Μ. Ι. απέκτησαν κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 1/4 εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος την κυριότητα, νομή και κατοχή του τσιφλικιού "..." κείμενου "εν Ευρίπω", μετά δε και το θάνατο του τελευταίου η ανωτέρω Σ.

Χ. κατέστη αποκλειστική κυρία του παραπάνω τσιφλικιού. Το όλο "τσιφλίκι ..." αποτελείτο από 9 ζευγάρια καλλιεργήσιμων γαιών (περίπου 900- στρέμματα), από λιβάδια, δάση, βοσκότοπους και χωράφια και περιλάμβανε τρεις περιοχές: α) τη Συκιά, η οποία εκτείνεται βόρεια μέχρι τον Βατώντα, τα όρη Μικρή και Μεγάλη Παμίνα και τη θέση "Κερατοράχη", όπου τα όρια δήμου Χαλκίδας και κοινότητας Αρτάκης, νότια μέχρι το δρόμο ... - Αγίας Ελεούσας, ανατολικά μέχρι το Αφράτι και την κορυφογραμμή Κριεζώτη και δυτικά μέχρι την εθνική οδό Χαλκίδας Αιδηψού από της θέσης "Παλαιόμηλος" μέχρι τη θέση "Κερατοράχης", β) τις βαλτώδεις γαίες, που βρίσκονται από τη θέση "Κρύο πηγάδι" μέσα στη Συκιά μέχρι τη Λιανή Αμμο και γ) το "Βαθροβούνι", που είναι, μία έκταση "χιλίων περίπου στρεμμάτων καλλιεργήσιμων και πλέον των τετρακισχιλίων βοσκήσιμων", και βρίσκεται νότια της ....

Περαιτέρω η ανωτέρω Σ. Χ. πώλησε: α) δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1-2-1839 οθωμανικού χοτζετίου στον Ε. Β. τα τρία από τα εννέα ζευγάρια γαίες μαζί με τα γήπεδα ζευγολατικά, γήπεδα αλωνιών, αχυρώνες, φυτοκομεία, γαίες καλλιεργήσιμες και μη, λιβάδια, χειμαδιά και δάση και β) δυνάμει του υπ' αριθμ. .../13-2-1842 οθωμανικού χοτζετίου στο Β.

Δ. τα υπόλοιπα έξι ζευγάρια. Οι ανωτέρω αγοραπωλησίες εγκρίθηκαν από την επί των πωλήσεων οθωμανικών ιδιοκτησιών εξεταστική επιτροπή, η μεν πρώτη δυνάμει της υπ' αριθμ. 106/29-4-1839 απόφασης, η δε δεύτερη δυνάμει της υπ' αριθμ. 716/10-7-1842 απόφασης "εξαιρουμένης της βοσκής ... και των βαλτωδών γαιών, τας οποίας η Κυβέρνηση παρεχώρησεν εις τους κατοίκους χάριν της δημοσίας υγείας".

Εν συνεχεία δυνάμει του υπ' αριθμ. .../11-2-1847 ανταλλακτηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Γρυπάρη, ο Ε. Β. μεταβίβασε στον Β. Δ. το κατά τα ως άνω τμήμα, που του ανήκε από το τσιφλίκι ... (στο Βορειοδυτικό άκρο του). Επιπλέον ο Β. Δ. απέκτησε α) δυνάμει του υπ' αριθμ. ... 31-1-1851 φαλαγγίτικου Γραμματίου έκταση 77,84 στρεμμάτων, β) δυνάμει του υπ' αριθμ.

…/19-10-1855 παραχωρητηρίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίου Βελισσαρίου και του υπ' αριθμ. …/23-2-1855 Κρητικού Γραμματίου έκταση 45 στρεμμάτων και γ) δυνάμει του υπ' αριθμ. .../13-1-1855 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίου Βελισσαρίου και του υπ' αριθμ. .../23-2-1860 Κρητικού Γραμματίου έκταση 35 στρεμμάτων, όλων κειμένων μεν στην ευρύτερη περιοχή Συκιά, χωρίς να προκύπτει (ούτε από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης) η επακριβής τοποθεσία τους, εκτός πάντως της κατά τα ως άνω εξαιρεθείσας βοσκής ..., δεδομένου ότι στους παραπάνω τίτλους σαφώς αναφέρεται ότι επρόκειτο περί αγροτικών καλλιεργησίμων γαιών (και άρα όχι περί βοσκησίμων).

Περαιτέρω ο ανωτέρω Β. Δ., με την από 26-9-1877 ιδιόχειρη διαθήκη του, που κηρύχθηκε κυρία με το υπ' αριθμ. 4.299/14-12-1883 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέλειπε, μετά τον θάνατο του το έτος 1883, στον ανιψιό του Ν. Δ. τα "εν Χαλκίδι κτήματα του, ήτοι το χωρίον ... ολόκληρον μετά των παραρτημάτων αυτού, τον πέτρινον κήπον καλούμενον μεθ' όλων των παραρτημάτων αυτού, το Μακρυχώραφον καλούμενον και συνεχόμενον μετά του Πέτρινου κήπου και των παραρτημάτων αυτού ...".

Ο Ν. Δ., αφού αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά με την ανάμιξη του σε αυτήν, εν συνεχεία δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1917 συμβολαίου του συμβ/φου Χαλκίδας Γεωργίου Αποστολίδου, νόμιμα μετ/μένου στα βιβλία μεταγραφών, του Υποθ/κείου Χαλκίδας (τομ. 97, αρ. ...), μεταβίβασε στους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων 1) Ν.

Αγγέλου, 2) Σ. Τ., 3) Τ. Α., 4) Α. Κ., 5) Ε. Κ., 6) Κ. Α. κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο και στον 7) Σ. Δ. κατά ποσοστό 2/20 λόγω πώλησης "εν κτήμα υπό το όνομα "..." κείμενο εις την περιφέρεια ... του δήμου Χαλκιδέων" μη αναφερόμενου εμβαδού. Από την αναλυτική περιγραφή των ορίων της έκτασης αυτής στο εν λόγω συμβόλαιο, όπως αποτυπώνεται με μπλε διαγράμμιση στο από Μαρτίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα (και αεροφωτογραφία) του πραγματογνώμονα Δ.

Μ., προκύπτει ότι πρόκειται για εκείνη, που είχε εξαιρεθεί με την υπ'αρ. 716/17-7-1842 απόφαση της επιτροπής επί των πωλήσεων Οθωμανικών κτημάτων (βοσκή ... και βαλτώδεις γαίες). Περαιτέρω οι δύο επίδικες εκτάσεις, 2.080 και 1.040 στρεμμάτων όπως περιγράφονται στην αγωγή (η μεν πρώτη ως συνορεύουσα βόρεια με ιδιωτικές δασικές εκτάσεις Βατώντα, ανατολικά με ιδιωτικό δάσος Αφρατίου, νότια με δημόσιες δασικές εκτάσεις και δυτικά με εκτάσεις του κτήματος ..., και η δεύτερη βόρεια και δυτικά με εκτάσεις του τμήματος ...

ανατολικά με δημόσιες δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις και νότια με δημόσιες χορτολιβαδικές εκτάσεις) και εμφαίνονται με κίτρινη διαγράμμιση στο από Μαρτίου-2010 τοπογραφικό διάγραμμα (και αεροφωτογραφία) του πραγματογνώμονα Δ. Μ., βρίσκονται εντός της βοσκής ..., όπως αναφέρεται στις από 14/7/1977, 6/8/2010 και 1/6/2012 εκθέσεις των δασολόγων Α.

Κ., Γ. Θ. και Δ. Κ. αντίστοιχα, που δεν αναιρούνται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο. Πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί, ότι ελέγχεται περί την ορθότητα της η παραδοχή του πραγματογνώμονα Δ. Μ. περί της ύπαρξης πέραν της βοσκής ... και άλλης, ήτοι της βοσκής ..., στην οποία και τοποθετεί την δεύτερη επίδικη έκταση, αφού στο επικαλούμενο προς επιστήριξη της υπ' αριθμ. 13.811/1850 ενοικιαστήριο συμβόλαιο ουδόλως εισάγεται διάκριση μεταξύ "Βοσκής ..." και "Βοσκής ...", αλλά απλώς με αυτό εκμισθώνεται μία επί μέρους περιοχή της βοσκής ....

Εν όψει όλων των ανωτέρω προφανές είναι ότι η αγωγή κατά την ερειδόμενη στον παράγωγο τρόπο βάση της είναι αβάσιμη, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα ο φερόμενος ως απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Β. Δ. δεν είχε αποκτήσει (παραγώγως) την κυριότητα των δύο επιδίκων εκτάσεων. Αντίθετα με την μη επικύρωση της πώλησης των επίδικων εκτάσεων από τη Σ.

Χ. προς τον Β. Δ., και δεδομένου ότι η τελευταία εγκατέλειψε, όπως όλοι άλλωστε οι εν Εύβοια Οθωμανοί, την Ελλάδα και συνεπώς και την εν Ελλάδι ακίνητη περιουσία της, άρα και τα επίδικα, αυτά έτσι περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως "παρ' ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα", δηλαδή ως αδέσποτα κατά την έννοια του άρθρου 16 του από 10-7-1837 β.δ.

Περαιτέρω κατά το χρονικό διάστημα 1842-1915 (αφού μετά την 11-9-1915 κατέστη νομικώς αδύνατη, κατά τα προεκτεθεντα, η χρησικτησία των δημοσίων κτημάτων) προέκυψαν διακατοχικές πράξεις του Β. και εν συνεχεία του Ν. Δ. επί των επιδίκων. Ειδικότερα από προσκομιζόμενα μισθωτήρια προκύπτει η εκ μέρους τους εκμίσθωση διαφόρων τμημάτων της βοσκής ...

προς διαφόρους ποιμένες κατά τα έτη 1850, 1851, 1855, 1861, 1864, 1865, 1868, 1871, 1882, (από τον Β. Δ.) και 1883, 1884, 1891, 1896, 1901, 1905, 1912 (από τον Ν. Δ..

Συνεπώς ο Β. Δ. νεμόταν μεν τη "βοσκή ...", εντός των οποίων και οι επίδικες εκτάσεις, από το έτος 1850 μέχρι το θάνατο του το έτος 1883, πλην όμως δεν ήταν καλόπιστος, δηλαδή δεν είχε άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσέβαλε δικαίωμα τρίτου, αφού εξαρχής γνώριζε ότι η περιοχή αυτή είχε εξαιρεθεί από την προς αυτόν μεταβίβαση δυνάμει της υπ' αριθμ. 716/1842 απόφασης της επιτροπής για τις εκποιήσεις των τουρκικών ιδιοκτησιών και ότι επομένως δεν ανήκε σε αυτόν.

Δηλαδή ο Β. Δ. δεν χρησιδέσποζε τα επίδικα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού επελήφθη της ως άνω εκτάσεως παράνομα και χωρίς δικαίωμα, αποβάλλοντας από αυτή το ελληνικό δημόσιο. Κατά συνέπεια και ο Νικόλαος Δρόσος, ως καθολικός διάδοχος του Β. Δ., ούτε οποιαδήποτε κατάσταση χρησικτησίας διαδέχτηκε, ούτε μπορούσε να ξεκινήσει στο πρόσωπο του νέα αυτοτελή χρησικτησία, ακόμα και αν διατελούσε σε καλή πίστη, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Όλες οι ανωτέρω παραδοχές δεν αναιρούνται από τις μαρτυρικές καταθέσεις, που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθμ. 14/2005 εισηγητική έκθεση, αλλά ούτε και: α) από το υπ' αριθμ. 1.008/1842 έγγραφο του Βασιλικού Οικονομικού Επιτρόπου Χαλκίδας προς τον Β. Δ., αφού το έγγραφο αυτό αφορά στα έξι ζευγάρια γαίες του τσιφλικιού ..., τα οποία όμως είναι έκταση διαφορετική από τη περιοχή της "βοσκής ...", β) από την υπ' αριθμ. 135/24-4-1872 απόφαση του Αρείου Πάγου, αφού αυτή αφορά στην περιοχή των βαλτωδών γαιών".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι δύο επίδικες εκτάσεις 2080 και 1040 στρεμμάτων, αντίστοιχα, βρίσκονται εντός της "βοσκής ...", του τσιφλικιού "...", η οποία (μαζί με τις βαλτώδεις γαίες) εξαιρέθηκε της μεταβίβασης (αγοραπωλησίας) των έξι ζευγαριών γαιών, που εγκρίθηκε με την 716/1822 απόφαση της εξεταστικής επιτροπής επί των πωλήσεων οθωμανικών ιδιοκτησιών και καταρτίσθηκε με το .../1942 οθωμανικό χοτζέτιο μεταξύ της Σ.

Χ. αφενός, και του Β. Δ. αφετέρου. Ότι η "βοσκή ..." ταυτίζεται στο σύνολο της με την έκταση που μεταβιβάστηκε με το .../1917 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Γεωργίου Αποστολίδου, από το Ν. Δ. (εκ διαθήκης κληρονόμο του Β. Δ.) στους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων. Ότι ενόψει αυτών οι τελευταίοι δεν απέκτησαν την κυριότητα των επίδικων εκτάσεων με παράγωγο τρόπο.

Ότι, εφόσον δεν επικυρώθηκε η αγοραπωλησία της πιο πάνω έκτασης (της βοσκής ...) από τη Σ. Χ. προς το Β. Δ. με τη σχετική απόφαση της εξεταστικής επιτροπής, η δε πρώτη εγκατέλειψε την Ελλάδα και την ευρισκόμενη εδώ ακίνητη περιουσία της, όπως και άλλοι Οθωμανοί της Εύβοιας, τα επίδικα ακίνητα που βρίσκονται εντός της βοσκής ...

περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως αδέσποτα. Ότι περαιτέρω, κατά το διάστημα των ετών 1842-1915 (αφού μετά την 11/9/1915 ήταν νομικά αδύνατη η χρησικτησία επί των δημοσίων κτημάτων) οι Β. και Ν. Δ. ασκούσαν διακατοχικές πράξεις στα επίδικα ακίνητα, εκμισθώνοντας επιμέρους τμήματα της βοσκής ... σε διάφορους ποιμένες.

Ότι όμως ο Β. Δ., που νεμόταν τις επίδικες εκτάσεις από το έτος 1850 μέχρι το θάνατο του το έτος 1883, δεν ήταν καλόπιστος, διότι γνώριζε εξαρχής ότι με την παραπάνω απόφαση της επιτροπής η περιοχή αυτή είχε εξαιρεθεί των γαιών που του μεταβιβάστηκαν με το .../1842 οθωμανικό χοτζέτιο. Ότι συνεπώς αυτός δεν χρησιδέσποζε τα επίδικα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αλλά ότι επιλήφθηκε παράνομα αυτών, αποβάλλοντας το Ελληνικό Δημόσιο (αναιρεσίβλητο).

Ότι ούτε ο καθολικός διάδοχος αυτού Ν. Δ. διαδέχθηκε οποιαδήποτε κατάσταση χρησικτησίας ούτε μπορούσε να ξεκινήσει στο πρόσωπο του νέα αυτοτελής χρησικτησία, ακόμα και αν ο ίδιος διατελούσε σε καλή πίστη. Ότι το 1008/1842 έγγραφο του Βασιλικού Οικονομικού Επιτρόπου Χαλκίδας προς το Β. Δ. δεν αφορά την περιοχή της βοσκής ..., η δε 135/1872 απόφαση του Αρείου Πάγου αφορά την περιοχή των βαλτωδών γαιών.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι των επίδικων ακινήτων, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχτηκε κι έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 21.1/3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και των ερμηνευτικών αυτού πρωτοκόλλων της 4/16.6.1830 και της 19.6/1.7.1830, των άρθρων 16, 18 και 21 του ν.

της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του από 3/15.2.1833 διατάγματος της Αντιβασιλείας του Όθωνα, που υλοποιήθηκε με την από 10/22.2.1833 Βασιλική Δηλοποίηση, των προαναφερθεισών διατάξεων του ΒΡΔ για τις προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία και καθολικής διαδοχής σε αυτή κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ δίκαιο, του ν.

ΔΞΗ/1912 και των με βάση αυτόν εκδοθέντων διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", καθώς και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης συγκυριότητας των αναιρεσειόντων στα επίδικα ακίνητα (δημόσια κτήματα) ούτε με παράγωγο ούτε με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).

Επομένως, οι πρώτος, κατά το τρίτο μέρος, δεύτερος, κατά το πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο μέρος, τρίτος, κατά το πρώτο μέρος, και πέμπτος λόγοι αναίρεσης από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που περιέχουν αιτιάσεις για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και για ελλιπείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με:

α) τις μεταβιβάσεις του συνόλου της ακίνητης περιουσίας (του τσιφλικιού ...) της Σ. Χ. προς τους Β. Δ. και Ε. Β., που εγκρίθηκαν από τη μικτή οθωμανική επιτροπή, β) την είσπραξη εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου των κατά νόμο δικαιωμάτων του επί των πιο πάνω μεταβιβάσεων, γ) τη μη θέση των επίδικων ακινήτων εντός των ορίων της βοσκής ...

και των βαλτωδών εκτάσεων που παραχωρήθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο προς τους Χαλκιδείς για την προστασία της δημόσιας υγείας, δ) την κατάληψη των πιο πάνω εκτάσεων από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων, ε) τον τρόπο κτήσης κυριότητας των τελευταίων με παράγωγο τρόπο επί των επίδικων εκτάσεων, στ) την επιστροφή μέρους των εθνικών βοσκών της ...

στο Β. Δ. ως αποζημίωση, με βάση την ΑΠ 135/1872 και την απόκτηση της κυριότητας του υπολοίπου τμήματος των βοσκοτόπων της ... από αυτόν με το 4670/1851 φαλαγγίτικο γραμμάτιο και τα αναφερόμενα παραχωρητήρια, ζ) τη μη απόκτηση κυριότητας του Δημοσίου στις αγροτικές ή λοιπές μη δασικές εκτάσεις της ένδικης περιοχής, η) την αξιολόγηση των πορισμάτων της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Δ.

Μ., ιδίως ως προς τα υπ1 αριθ. 40028/1882, 57152/1891 μισθωτήρια, θ) την έλλειψη καλής πίστης του απώτατου δικαιοπαρόχου τους Β. Δ. κατά την άσκηση των πράξεων νομής του στα επίδικα ακίνητα (ισχυρισμός, ο οποίος, σημειωτέον, δεν εμπεριέχεται στην έφεση τους) είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 1 β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί τα διδάγματα αυτά, κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή για την υπαγωγή σ' αυτούς αποδειχθέντων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν τα εν λόγω διδάγματα χρησιμοποιούνται προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 24/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το τρίτο, τέταρτο και πέμπτο μέρος, λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1β' ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος ότι τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται εντός των ορίων της εξαιρεθείσας περιοχής της βοσκής ...

και ότι οι αναιρεσείοντες δεν κατέστησαν συγκύριοι αυτών με τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο, δεν έλαβε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία: α) "οποιαδήποτε βοσκήσιμη έκταση είναι συχνότερα και καλλιεργήσιμη και γι' αυτό αναφέρεται ως τέτοια στα παραχωρητήρια", β) "το υπ' αριθ.2 επίδικο ακίνητο αποκλείεται ν' αποτελεί επιμέρους τμήμα των εθνικών βοσκών της ..., διότι περικλείει τοπωνύμια και θέσεις άσχετες με την πιο πάνω περιοχή, το μέγιστο μέρος της οποίας δεν ήταν βοσκότοπος", γ) "σε όλους τους τίτλους ιδιοκτησίας των όμορων με τα επίδικα ακινήτων αναφέρονται ως κύριοι των τελευταίων ο Β.

Δ. και οι διάδοχοι αυτού, όχι δε το Ελληνικό Δημόσιο". Περαιτέρω, με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η ίδια πιο πάνω πλημμέλεια, διότι κατά την απόρριψη της αντένστασης των αναιρεσειόντων περί αποδυνάμωσης του επικαλούμενου δικαιώματος κυριότητας του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 281 ΑΚ) δεν έλαβε υπόψη ως διδάγματα της κοινής πείρας ότι:

α) οι επίδικες εκτάσεις δεν είναι καταχωρημένες ως δημόσια κτήματα στα ειδικά βιβλία της κτηματικής υπηρεσίας Ν. Ευβοίας, β) με το υπ' αριθ. Πρωτ. 2/1759/10.7.1995 έγγραφο του Δασαρχείου Χαλκίδας που απευθύνεται στις αναφερόμενες στο αναιρετήριο δημόσιες υπηρεσίες, το αναιρεσίβλητο έχει προβεί σε εξώδικη ομολογία-αναγνώριση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων στα επίδικα ακίνητα, καθώς και του γεγονότος ότι αυτά, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους αποτελούνται από δασικές εκτάσεις και όχι βοσκότοπους, οπότε αποκλείεται να ταυτίζονται με τις βοσκές της ..., γ) το αναιρεσίβλητο κατά το παρελθόν μέχρι και σήμερα εισέπραττε από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων και από τους ίδιους όλα τα νόμιμα βάρη και τέλη των επιδίκων ακινήτων, καθώς και τους φόρους κληρονομιάς και μεταβίβασης τους, δ) ανέκαθεν τα καθ' ύλην αρμόδια νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που σχετίζονται με το αναιρεσίβλητο αναγνωρίζουν ως ιδιωτικές (ανήκουσες στους αναιρεσείοντες) όλες ανεξαιρέτως τις βοσκές της ...

περιφέρειας ... ... Χαλκίδας, διέτασσαν την εισδοχή ποιμνίων τρίτων σε αυτές και προσδιορίζουν το καταβλητέο μίσθωμα. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι τα πιο πάνω επικαλούμενα περιστατικά (τα οποία σημειωτέον δεν αποδείχθηκαν κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης) δεν συνιστούν διδάγματα κοινής πείρας, αλλά ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 περ.α' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή, όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο του αναιρετηρίου, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από πιο πάνω διάταξη απορρέουσα πλημμέλεια, διότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι: α) ο απώτατος δικαιοπάροχος τους Β. Δ. δεν ήταν καλόπιστος κατά το διάστημα (των ετών 1850-1883) που νεμόταν τη βοσκή ..., εντός των ορίων της οποίας βρίσκονται οι επίδικες εκτάσεις, β) επίσης, οι απώτεροι δικαιοπάροχοι τους δεν ήταν καλής πίστεως νομείς.

Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι πιο πάνω δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων δεν ήταν καλόπιστοι κατά την άσκηση των διακατοχικών τους πράξεων στα επίδικα ακίνητα και ότι συνεπώς οι αναιρεσείοντες δεν κατέστησαν συγκύριοι αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ύστερα από την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα των ενόρκων καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και των εγγράφων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, πέραν του ότι είναι απορριπτέος απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 4/2/2011 έφεσης των (ηττηθέντων πρωτοδίκως) αναιρεσειόντων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) στηρίζεται σε ισχυρισμό περί έκτακτης χρησικτησίας που δεν προτάθηκε στο Εφετείο (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, ως εσφαλμένη (εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης.

Τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται, μετά την κατάργηση του άρθρου 341 ΚΠολΔ, με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2195/2001, από τα δικαστήρια της ουσίας, ενώπιον των οποίων, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ.7 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2195/2001 και τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ), η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο, οπότε ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ περιορίζεται μόνο, όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο αναίρεσης από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε κατ' ουσία την επικουρική βάση της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής τους που στηριζόταν στην κτήση κυριότητας των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, αντιστρέφοντας το βάρος απόδειξης, αφού απαίτησε από τους αναιρεσείοντες (ενάγοντες) να αποδείξουν ότι τα πιο πάνω ακίνητα δεν υπάγονται σε κάποια από τις περιπτώσεις των εδαφών, που σύμφωνα με τις σχετικές Διεθνείς Συνθήκες για την απελευθέρωση της Ελλάδος περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αντί να επιρρίψει το σχετικό βάρος για την απόδειξη της κυριότητας του στο τελευταίο.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 4/2/2011 έφεσης των (πρωτοδίκως ηττηθέντων) εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, οι τελευταίοι δεν πρόβαλαν τον ισχυρισμό περί εσφαλμένης κατανομής του βάρους απόδειξης, στον οποίο στηρίζουν τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ).

Πέραν, όμως, τούτου, ο ίδιος λόγος είναι και αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η επικουρική αγωγική βάση περί έκτακτης χρησικτησίας απορρίφθηκε, επειδή δεν αποδείχθηκε ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Β. Δ. τελούσε σε καλή πίστη κατά την άσκηση των υλικών διακατοχικών πράξεων στα επίδικα ακίνητα, από το έτος 1850 μέχρι το θάνατο του το έτος 1833, η ύπαρξη δε καλής πίστης αποτελεί στοιχείο απαραίτητο για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε οποιοδήποτε ακίνητο, σύμφωνα με τις εφαρμοσθείσες από το Εφετείο διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτό, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με την αντένσταση των αναιρεσειόντων για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος κυριότητας του αναιρεσιβλήτου στα επίδικα ακίνητα (άρθρο 281 ΑΚ) δέχθηκε τα εξής:

"Τέλος αβάσιμη είναι η αντένσταση των εναγόντων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος κυριότητας του εναγομένου επί των επιδίκων εκτάσεων, αφού: α) ουδόλως αποδεικνύεται, ότι το ελληνικό δημόσιο αναγνώρισε οποτεδήποτε είτε τους ενάγοντες είτε τους δικαιοπαρόχους τους ως ιδιοκτήτες των επίδικων εκτάσεων, ούτε ους δημιούργησε καθ' οιονδήποτε τρόπο την εύλογη εντύπωση, ότι δεν θα ασκήσει ποτέ τα δικαιώματα του επ' αυτών, χωρίς φυσικά να αρκεί μόνη η μακροχρόνια αδράνεια, ώστε να χαρακτηριστεί καταχρηστική η δια της προβολής ενστάσεως ιδίας κυριότητας άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εναγόμενου (ΟλΑΠ 7/2002, ΝοΒ 2003 648) και β) το γεγονός ότι το Ελληνικό Δημόσιο (ορθά) αναγνώρισε ως ιδιωτικές άλλες όμορες των επιδίκων εκτάσεις στην περιοχή του Βαθροβουνίου, ουδόλως συνιστά αντιφατική συμπεριφορά, αφού ως ελέχθη το Βαθροβούνι δεν εξαιρέθηκε από τη μεταβίβαση του όλου τσιφλικιού ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την πιο πάνω αντένσταση των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφαση του ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή και ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο εξεταζόμενος τέταρτος κατά το δεύτερος μέρος, ]λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ολ ΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, έγγραφα, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, είναι εκείνα που χρησιμεύουν, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνονται και τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης, όπως είναι η αγωγή και η έφεση. Και ναι μεν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.2 ΚΠολΔ, η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ένδικων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, πλην όμως η διάταξη αυτή δεν εισάγει ειδικό λόγο αναίρεσης, πέρα από εκείνους που προβλέπονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, αλλά παρέχει στον Άρειο Πάγο τη δυνατότητα εκτίμησης των διαδικαστικών εγγράφων, προκειμένου να κρίνει εάν συντρέχει κάποιος από τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, και έκτο λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο: 1) της 716/1842 απόφασης της επί των πωλήσεων οθωμανικών ιδιοκτησιών μικτής ελληνοθωμανικής εξεταστικής επιτροπής, όπου ρητά αναφέρεται μεν ότι εγκρίνεται η μεταβίβαση-αγοραπωλησία των υπολοίπων 6 ζευγαριών του όλου τσιφλικιού ...

από τη Σ. Χ. στο Β. Δ., δυνάμει του .../1842 οθωμανικού χοτζετίου, "εξαιρουμένης της βοσκής ... και των βαλτωδών γαιών, τας οποίας η Κυβέρνηση παρεχώρησεν εις τους κατοίκους χάριν της δημόσιας υγείας", πλην όμως δεν είναι ορθό το πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι πιο πάνω εξαιρεθείσες εκτάσεις της βοσκής ...

που ανήκουν σε οθωμανικό ιδιοκτήτη εγκαταλείφθηκαν στη συνέχεια από αυτόν, διότι τότε αυτές (οι εν λόγω εκτάσεις) δεν θα αναφέρονταν στην απόφαση της εξεταστικής επιτροπής, ως μη περιλαμβανόμενες, έστω και εξαρχής, στην πιο πάνω μεταβίβαση και 2) της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής των αναιρεσειόντων, με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι ήταν κακόπιστοι νομείς κατά την άσκηση των επικαλούμενων από αυτούς διακατοχικών πράξεων στις επίδικες ανεκμετάλλευτες και μηδαμινές εκτάσεις, ως προς τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο αποξενώθηκε πλήρως οποιουδήποτε δικαιώματος κυριότητας, νομής και κατοχής.

Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, και ειδικότερα, όσον αφορά το υπ' αριθ. 1 έγγραφο, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ορθώς το ανέγνωσε, από την εκτίμηση όμως του περιεχομένου του, σε συνδυασμό και με τα άλλα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, λοιπά έγγραφα) κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, ενώ όσον αφορά το υπ' αριθ.2 διαδικαστικό έγγραφο της παρούσας δίκης, διότι δεν συμπεριλαμβάνεται στην έννοια των εγγράφων που ιδρύουν τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα και με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση, πέραν του ότι δεν στηρίζεται (ο λόγος αναίρεσης) σε ισχυρισμό περί άσκησης καλόπιστης νομής χρησικτησίας που να προβλήθηκε με το δικόγραφο της έφεσης των αναιρεσειόντων στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη ως προς τους Ιο, 2η, 17ο, 19ο, 32η, 33ο, 34ο, 37η, 42η και 44η των αναιρεσειόντων και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10/10/2014 αίτηση των Δ. Μ. κλπ. για αναίρεση της 134/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας ως προς τους αναιρεσείοντες Δ. Μ., Γ. Μ., Ν. Δ., Δ. Π., Α. Α., Σ. Α., Ι. Α., Π. Κ., Α. Π. και Σ. Μ..

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της πιο πάνω αίτησης ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ