Legislator Case Law & Legislation
508/2012 AI generated

508/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 508/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 508 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 508/2012

Legislator headnote

AI generated

508/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 508 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 508/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 508 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 508/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Λυκοκάπη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΤΕ Α.Ε.)", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 792/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4881/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/9/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 16/9/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διέπουσα τις εργασιακές σχέσεις αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 εδαφ. β του Συντάγματος, 288 ΑΚ και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η άνιση μεταχείριση των εργαζομένων που απασχολούνται στην ίδια επιχείρηση υπό τις αυτές συνθήκες και παρέχουν την αυτή εργασία για την εξυπηρέτηση αναγκών της αυτής κατηγορίας και μάλιστα ανεξαρτήτως χρόνου προσλήψεώς τους (Ολ.ΑΠ 7/1993, ΟλΑΠ 248/1985, ΟλΑΠ 1191/1983). Υπό την έννοια αυτή, αποτελεί άνιση μεταχείριση η εξαίρεση ορισμένου μισθωτού από παροχές, στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης δυνάμει συμβατικής δέσμευσης ή οικειοθελώς και όχι κατά νομική επιταγή, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγο, η συνδρομή του οποίου διαφοροποιεί τις συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία του ευνοηθέντος προσώπου. Περαιτέρω, από το άρθρο 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών. Ως κανόνες ουσιαστικού δικαίου θεωρούνται και οι κανονιστικές διατάξεις των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ), καθώς και οι εξομοιούμενες προς αυτές Διαιτητικές Αποφάσεις. Εξάλλου, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από την πιο πάνω διάταξη, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόµενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθµό το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλόµενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως µη νόµιµη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύµφωνα µε το συγκεκριµένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 31-12-2003 αγωγής του αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων εξέθεσε ότι προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη (εναγομένη), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την 16-6-1972, ως υπάλληλος, ενταχθείς στη συνέχεια στο τακτικό της προσωπικό και ειδικότερα στον οικονομικό κλάδο, υπαγόμενος στο Γενικό Κανονισμό Προσωπικού αυτής (ΓΚΠ-ΟΤΕ), Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-1997 έως 31-12-2000 υπηρέτησε στο Τμήμα Διοίκησης Διαθεσίμων, ασχολούμενος καθημερινώς με τη διαχείριση των διαθεσίμων της αναιρεσίβλητης (εναγομένης) και ότι η εκ μέρους του διαχείριση καθόλη την προαναφερόμενη περίοδο, υπήρξε συνετή, χρηστή και άκρως επωφελής γι αυτήν, η οποία, σύμφωνα και με τον όρο 16 της από 25-5-1997 ΣΣΕ, του κατέβαλε κατά τα έτη 1998 και 1999 ως υλική αμοιβή πριμ υπεραπόδοσης, ίσο προς τις αποδοχές ενός τακτικού μηνιαίου μισθού για το πρώτο έτος και ποσού 865.732 δραχμών για το δεύτερο. Ότι την 15-2-2000 η αναιρεσίβλητη (εναγομένη) προσέλαβε ως σύμβουλο σε θέματα διαχείρισης κεφαλαίου, με σύμβαση ορισμένου χρόνου διάρκειας τριών (3) ετών, τον Π. Β., με μηνιαίες αποδοχές 3.000.000 δραχμών και συμβατική πρόβλεψη για χορήγηση πριμ (bonus) έως 100% των ετήσιων αποδοχών του εφόσον επιτύγχανε τους τεθέντες στόχους σχετικά με την τοποθέτηση των διαθεσίμων. Ότι παρά την πρόσληψη του ως άνω ειδικού συμβούλου, η διαχείριση των διαθεσίμων μέχρι το τέλος του έτους 2000 συνεχίσθηκε από αυτόν, ενόψει του ότι η μέχρι τότε εκ μέρους του διαχείριση υπήρξε επωφελής για την εναγομένη. Ότι η τελευταία, λόγω επίτευξης των στόχων, χορήγησε στον ειδικό σύμβουλο για το έτος 2000 πριμ ισόποσο προς το 100% των ετήσιων αποδοχών του, ενώ στον ίδιο που ουσιαστικά έκανε τη διαχείριση, χορήγησε για το έτος αυτό πριμ ύψους 250.000 δραχμών (733,68 €). Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ζήτησε, σύμφωνα με τις αρχές της καλόπιστης εκτέλεσης των συμβάσεων (άρθρο 288 Α.Κ.), αλλά και σύμφωνα με τις αρχές της ίσης μεταχείρισης να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το προβλεπόμενο από τον όρο 16 της από 25-5-1997 ΕΣΣΕ μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ-ΟΤΕ πριμ υπεραπόδοσης, ανερχόμενο σε ποσοστό 30% επί των τακτικών αποδοχών του, του έτους 1999 και συνολικά στο ποσό των 9.151,66 €, που αντιστοιχεί στη διαφορά του καταβλητέου από το καταβληθέν πριμ υπεραπόδοσης για το έτος 2000. Επικουρικά ισχυρίστηκε ότι η μη καταβολή του παραπάνω ποσού υπερβαίνει τα ακραία αξιολογικά όρια του άρθρου 281 Α. Κ. και ζήτησε την επιδίκαση του. Ακόμη ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε με την αγωγή ότι από τις διατάξεις των άρθρων 57, 200, 281, 288, 648, 649, 659, 914 και 932 Α.Κ., σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1, 23 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι ο εργοδότης, πέραν της κύριας υποχρέωσης για καταβολή των μηνιαίων αποδοχών, έχει και την παρεπόμενη υποχρέωση να απασχολεί τον εργαζόμενο αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους όρους εργασίας, την καλή πίστη, τα συναλλακτικά και χρηστά ήθη και τον προσήκοντα προς την προσωπικότητα του μισθωτού σεβασμό και ότι κάθε επαγγελματική ή ηθική μείωση του εργαζομένου συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του και του παρέχει το δικαίωμα να ζητήσει, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση για ανόρθωση της ηθικής βλάβης που, από υπαιτιότητα του εργοδότη ή των οργάνων του, υπέστη. Ζήτησε δε για το λόγο αυτό το ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι νόμιμη στηριζόμενη κατά το κύριο αίτημά της στις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ. και του όρου 16 της από 25-5-1997 ΕΣΣΕ.

Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση που εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση 792/2004 του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την αγωγή ως νόμιμη κατά το κύριο ως άνω αίτημά της και εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη ως προς αυτό και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή αυτή ως μη νόμιμη κατά το πιο πάνω αίτημά της, παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου 288 Α.Κ. και του όρου 16 της ως άνω από 25-5-1997 ΕΣΣΕ. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς το μέρος με το οποίο η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη κατά το κύριο αίτημά της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4881/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ