Legislator Case Law & Legislation
508/2011 AI generated

508/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 508/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 508 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 508/2011

Legislator headnote

AI generated

508/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 508 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 508/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 508 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 508/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Α. θυγ. Γ. Μ., 2 Κ. θυγ. Γ. Μ. και 3 Η. θυγ. Γ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μάζη ο οποίος δήλωσε ότι εκ παραδρομής γράφτηκε το όνομα της δεύτερης αναιρεσείουσας "Κ." αντί του ορθού "Κ.".

Της αναιρεσίβλητης: Ε. χας Β. Κ., κατοίκου Καρπενησίου, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Κιούπη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2009 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 16-7-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 27-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, κατά το άρθρο 1097 του ίδιου Κώδικα, ο νομέας από την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, αν από υπαιτιότητά του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιο άλλο λόγο, κατά το άρθρο 1098 εδ. α ΑΚ., αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει, από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος, την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής και κατά το άρθρο 1099 του ίδιου Κώδικα, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Εξάλλου, κατά το άρθρο 249 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Στην παραγραφή της διάταξης αυτής υπάγονται οι αξιώσεις από τα άρθρα 1096-1100 του ΑΚ και μόνον κατ' εξαίρεση η από το άρθρο 1099 ΑΚ αξίωση για αδικοπραξία υπόκειται στην πενταετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ. Περαιτέρω, με το άρθρο 250 αρ. 17 ΑΚ, θεσπίζεται εξαίρεση της κατά το άρθρο 249 του ίδιου Κώδικα παραγραφής των αξιώσεων και σύμφωνα με αυτό οι αξιώσεις μισθών, παντός είδους καθυστερούμενων προσόδων κλπ. παραγράφονται σε πέντε χρόνια. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής, οι αρχικές ενάγουσες Α., Κ. και Η. Γ. Μ. και Ε. χήρα Γ. Μ., (στη θέση της οποίας υπεισήλθαν μετά το θάνατο αυτής ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι οι λοιπές ενάγουσες (αναιρεσείουσες), με την απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας από 18-8-1993 αγωγή τους κατά της αναιρεσίβλητης, και των εταιριών με τις επωνυμίες "Σκυρόδεμα Καρπενησίου - Αφοί Γ. - Κ. ΟΕ" και "Ε. Κ. και Σια ΕΕ", των οποίων νόμιμη εκπρόσωπος ήταν η αναιρεσίβλητη, ισχυρίστηκαν ότι έγιναν συγκύριες με τους επικαλούμενους τρόπους (παράγωγο και πρωτότυπο) κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου η καθεμία του ύδατος, που συλλέγουν σε υψόμετρο 1.350 μέτρων από τις πηγές του όρους "Τυμφρηστός" και στην ανατολική πλευρά της κοιλάδας "Κακόρεμα", καθώς και του ύδατος της μικρότερης πηγής στη θέση "Κόκκινες Πλάκες" του ίδιου όρους, το οποίο διοχετεύουν με την κατασκευή κατάλληλων υδρευτικών έργων στο αγρόκτημά τους, που βρίσκεται στη θέση "Ξηριάς" ή "Ρίζωμα" του Δήμου της πόλης Καρπενησίου, όπου υπάρχει σχετικό για την περισυλλογή του νερού τεχνικό έργο (συλλεκτήρας), για την άρδευση των οπωροφόρων δέντρων τους και τις ανάγκες των κατοικούντων σ' αυτό και ότι οι εναγόμενες τρία έτη περίπου πριν από την άσκηση της ως άνω αγωγής, αυθαίρετα και παράνομα, κατέστρεψαν το εντός της ως άνω πηγής και εκτός του κτήματος τους φρεάτιο και διοχέτευσαν ολόκληρη την ποσότητα του νερού στη λειτουργούσα σε μικρή απόσταση βιοτεχνία τους ετοίμου σκυροδέματος, προσβάλλοντας έτσι το δικαίωμα της συγκυριότητάς τους επί του ανωτέρω νερού, που είχε ως αποτέλεσμα πλην άλλων, να αποξηραθεί ο οπωρώνας και τα εντός αυτού λοιπά καρποφόρα δένδρα τους. Ζήτησαν δε να αναγνωριστεί η συγκυριότητα της καθεμιάς κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου νερού και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες στην απόδοση της χρήσης αυτού. Με την 5/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, η αγωγή έγινε και κατ' ουσίαν δεκτή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενες να αποδώσουν στις ενάγουσες τη χρήση του επίδικου νερού. Με την ίδια απόφαση κρίθηκε ειδικότερα ότι οι ενάγουσες και η μητέρα τους είναι συγκύριες κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου η καθεμία του ως άνω νερού και ότι "οι εναγόμενες προ τριετίας, αυθαίρετα και παράνομα, εκμεταλλευόμενες την απουσία των εναγουσών στην Αθήνα, κατέστρεψαν το εντός του ως άνω εδάφους τους, όπου γίνονταν τα έργα υδρομάστευσης επί της πηγής του "Κακορέματος" και το εκτός του κτήματός τους υπάρχον φρεάτιο, που είχε κατασκευάσει ο δικαιοπάροχος τους Γ. Μ. και διοχέτευσαν ολόκληρη την ποσότητα του νερού στην παρακείμενη λειτουργούσα βιοτεχνία τους ετοίμου σκυροδέματος για την εξυπηρέτηση των αναγκών αυτής, αδιαφορώντας για τα οπωροφόρα δένδρα του αγροκτήματος των εναγουσών, τα οποία καταστράφηκαν από τη στέρηση του νερού, προσβάλλοντας έτσι το δικαίωμα της συγκυριότητας επί του επίδικου νερού. Στη συνέχεια οι αναιρεσείουσες, με την απευθυνόμενη στο ίδιο δικαστήριο από 9-6-2006 αγωγή τους κατά της αναιρεσίβλητης, ζήτησαν να υποχρεωθεί η τελευταία να τους καταβάλει κατ' ισομοιρία το συνολικό ποσό των 222.990 ευρώ ως αποζημίωσή τους για την εκ μέρους της αυθαίρετη παράνομη και υπαίτια στέρηση του πιο πάνω νερού κατά το χρονικό διάστημα από 23-8-1990 μέχρι 4-6-2002, που εκτελέστηκε η ανωτέρω απόφαση, κατά τις περί κυριότητας διατάξεις του ΑΚ, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η αγωγή έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν κατά την κύρια βάση της με την 57/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας και υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να καταβάλει σε καθεμία από τις αναιρεσείουσες το ποσό των 74.330 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 12-9-2007 έφεσή της, η οποία έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν μόνο ως προς τον τέταρτο λόγο της που αφορούσε την ένσταση παραγραφής που αυτή είχε προβάλει πρωτοδίκως, η οποία και είχε απορριφθεί από το δικαστήριο εκείνο χωρίς ιδιαίτερη σκέψη. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε (με την προσβαλλόμενη απόφασή του), ότι οι αναιρεσείουσες-εφεσίβλητες δικαιούνται αποζημίωση για την ποσότητα νερού, που η αναιρεσίβλητη- εκκαλούσα τους στέρησε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 4-6-2002, την οποία και υπολόγισε στο συνολικό ποσό των 11.088 ευρώ. Όσον αφορά το αίτημα των εναγουσών- αναιρεσειουσών, για αποζημίωση για την ποσότητα νερού, που η αναιρεσίβλητη - εκκαλούσα τους στέρησε κατά το χρονικό διάστημα από την 23-8-1990 μέχρι την 31-12-2001, το Εφετείο δέχθηκε ότι έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή που προβλέπει το άρθρο 250 αριθ. 17 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση της υπό κρίση αγωγής προς την εναγομένη-αναιρεσίβλητη έλαβε χώρα στις 23-6-2006. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειουσών κατά το μέρος της που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 23-8-1990 μέχρι 31-12-2001, κατ' αποδοχή της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένστασης παραγραφής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1096 και 250 αρ. 17 ΑΚ και με εσφαλμένη μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1097 και 249 ΑΚ, αφού η αξίωση αποζημίωσης των αναιρεσειουσών, που στηρίζει την κυρία βάση της αγωγής, θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 1097 ΑΚ, δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που αναφέρθηκε στην αρχή, στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ, αλλά στην εικοσαετή του άρθρου 249 του ίδιου Κώδικα. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ.19 που αναγράφεται στο αναιρετήριο) με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων περί παραγραφής, είναι βάσιμος. 2.- Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 103/2009 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ