508/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλοι τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ.8 ή 14 ΚΠολΔ.
Legislator headnote
AI generated508/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Full text
Απόφαση 508 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 508/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος:Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αντώνιος Ρουπακιώτης.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Παναγιώτης Σιμιτός, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23.08.2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 137/2006 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 16.01.2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 02.01.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 2/16-1-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 137/2006 απόφαση αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ'επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 20/4-9-2002 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου από συνομολογηθείσες μετά του δι'αυτής εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος διαδοχικές συμβάσεις έργου, με αντικείμενο την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών επί υφισταμένου οικοδομήματος, κατά παραδοχή της οποίας εκδόθηκε η 31/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 29/20-7-2004 έφεση του εναγομένου, η 137/2006 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, με απορριπτική επ'αυτής κατ' ουσίαν κρίση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Και Ειδικότερα:
1. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλοι τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ.8 ή 14 ΚΠολΔ.
Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 681, 682 και 694 ΑΚ συνάγεται ότι ο εργολάβος, όταν ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του ή του υπόλοίπου αυτής, οφείλει να επικαλεστεί στην αγωγή του, για το ορισμένο αυτής, τη σύμβαση μισθώσεως έργου κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ήτοι τη σύμβαση που καταρτίσθηκε, το έργο που συμφωνήθηκε με αυτή να εκτελεστεί, την εκτέλεση και παράδοση ή την προσφορά του έργου και την αμοιβή που συμφωνήθηκε και αν αυτή είχε συμφωνηθεί κατά μονάδα κάθε εργασίας και ποιες ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελέστηκαν.
Δεν ανήκει στα θεμελιωτικά γεγονότα της εν λόγω αγωγής, με την έννοια της πληρότητας της ιστορικής βάσεως αυτής, ο χρόνος καταρτίσεως της συμβάσεως έργου και συνεπώς αν λείπει δεν καθίσταται αόριστο το δικόγραφο, εκτός αν λόγω ειδικών περιστάσεων, όπως της παρεμβολής χρονικώς περισσοτέρων, διαφόρων κατά περιεχόμενο δικαίων, ανακύπτει θέμα εφαρμογής ενός από αυτά ή αν το στοιχείο του χρόνου παρεμβαίνει στον καθορισμό του επιδιωκομένου αποτελέσματος ή αν συνδέεται προς την ίδια την ουσία της επιδιωκομένης καταστάσεως, όπως αυτή καθορίσθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη.
Με την αυτή έννοια δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής η έγγραφη ή προφορική κατάρτιση της συμβάσεως έργου, εφόσον για την εν λόγω σύμβαση δεν απαιτείται η τήρηση του εγγράφου τύπου, και ο τόπος συνομολογήσεως αυτής, αν από το στοιχείο αυτό δεν επηρεάζεται η τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου. 'Ομοια αξιολογείται και η παράλειψη αναφοράς στο δικόγραφο της αγωγής ότι την απαιτούμενη ύλη για την κατασκευή του έργου χορήγησε ο εργολάβος ή ο εργοδότης.
Και τούτο για τον λόγο ότι ο ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 683 ΑΚ, κατά τους ορισμούς του οποίου όταν πρόκειται για σύμβαση κατασκευής έργου, σε περίπτωση αμφιβολίας, αν την ύλη που απαιτείται για το σκοπό αυτό χορηγεί ο εργολάβος, εφαρμόζονται οι διατάξεις για την πώληση, και αν την χορηγεί ο εργοδότης εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη σύμβαση έργου, δεν καλύπτει κάθε περίπτωση στην οποία αναμειγνύονται στοιχεία μισθώσεως έργου και πωλήσεως.
Εφαρμόζεται μόνο στην ειδικότερη μορφή της συμβάσεως "κατασκευής έργου", με την έννοια της κατασκευής πράγματος μη υφισταμένου προηγουμένως, οπότε, παράλληλα προς την υποχρέωση κατασκευής, αναλαμβάνεται από τον κατασκευαστή και η υποχρέωση μεταβιβάσεως της κυριότητας επί του πράγματος, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει επί συμβάσεως έργου με αντικείμενο την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών επί υφισταμένου οικοδομήματος.
Με τον πρώτο κατά σειρά έργο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, στην οποία παραλείπεται να αναφερθεί ο αριθμός των συμβάσεων έργου, ο τόπος και ο χρόνος καταρτίσεώς τους, και το περιεχόμενό τους, ως και αν την απαιτούμενη ύλη χορήγησε εκείνος ως εργοδότης ή ο αναιρεσίβλητος ως εργολάβος, ισχυρισμό του περί αοριστίας τον οποίο επαναδιατύπωσε με τις έγγραφες προτάσεις του, που υπέβαλε στο δεύτερο βαθμό δικαστήριο.
Από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του δικογράφου της εφέσεως και των προτάσεων του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι ο τελευταίος υποστήριξε με το δικόγραφο της εφέσεως "όφειλε να αποδείξει δηλαδή σύναψη των διαδοχικών συμβάσεων έργου, που αόριστα αναφέρει στην ένδικη αγωγή του" και με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο "έπρεπε να αναφερθεί στην Αγωγή ο τόπος σύναψης αυτών, έπρεπε να αναφερθεί ο τύπος αυτών, εάν ήταν δηλαδή έγγραφες ή προφορικές. 'Επρεπε να αναφερθεί αν τα υλικά ήταν δικά του ή όχι".
Τα στοιχεία αυτά, σε συνέπεια με τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες νομικές παραδοχές, δεν ανήκουν στα θεμελιωτικά γεγονότα της αγωγής του εργολάβου αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος εργοδότη, με την έννοια της πληρότητας της ιστορικής βάσεως αυτής. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε η περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογίες όμως νοούνται στην διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Προκειμένου επομένως να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.
Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο λόγος όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλο τυπικό λόγο. Κατά τις, ως ανεπαρκείς, προβαλλόμενες με την αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως "Τέλος δε ο ισχυρισμός ότι δεν καταρτίσθηκαν συμβάσεις έργου, επειδή ο ενάγων δεν είχε προβεί στη σχετική δήλωση ενάρξεως επιτηδεύματος στην αρμόδιο ΔΟΥ ως εργολάβος οικοδομών, αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός αυτός, δεν αποκλείει την κατάρτιση και εκτέλεση των επιδίκων συμβάσεων έργου, καθότι τυχόν παράβαση της ως άνω υποχρέωσης του ενάγοντος, συνιστά μόνο παραβίαση των φορολογικών υποχρεώσεων αυτού".
Η απόρριψη του ισχυρισμού αυτού του αναιρεσείοντος ως αλυσιτελούς, χωρίς να εισέλθει το δικαστήριο στην ουσία και να διατυπώσει περί τούτου αποδεικτικό πόρισμα, αποκλείει την ίδρυση του κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια η περί τούτου αιτίαση του αναιρετηρίου να αξιολογείται ως απαράδεκτη.
ΙΙΙ.Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 -341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, ν' αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άρση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι ως προς το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος δεν λήφθηκαν υπόψη, ούτε συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με τις οικοδομικές εργασίες που εκτέλεσε ο αναιρεσίβλητος με βάση τις συνομολογηθείσες από τους διαδίκους διαδοχικές συμβάσεις έργου, αποδείχθηκαν, πλην άλλων, και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνονται και οι κατά την έννοια του άρθρου 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις (Ολ.ΑΠ 8/2005), σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και εκτίμησε τα αναφερόμενα στον τρίτο κατά σειρά και τελευταίο λόγο αναιρέσεως έγγραφα και ειδικότερα (α) την .......
έκθεση Αυτοψίας του ΙΚΑ Θήρας, (β) την τεχνική έκθεση Οικοδομικών Εργασιών του ....., αρχιτέκτονα μηχανικού και (γ) την Επιμέτρηση Ιδιοκτησίας του ........, αρχιτέκτονα μηχανικού, που συντάχθηκαν κατόπιν εντολής του αναιρεσείοντος. Επομένως ο υποστηρίζων τα αντίθετα λόγος, αυτός αναιρέσεως, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ελέγχεται ως αβάσιμος.
Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που δεν κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 183).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την 2/16-1-2007 αίτηση για αναίρεση της 137/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ