Legislator Case Law & Legislation
508/2006 AI generated

508/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 508/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

508/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση κατά την οποία αρχηγός της οικογένειας είναι αδελφός ή αδελφή, συντρέχοντες με αδελφούς ή ανεψιούς, η παραχώρηση ενεργείται, σύμφωνα με το άρθρ. 11 § 3 του β.δ. 330/1960, επ' ονόματι όλων των μελών της οικογένειας κατά συγκυριότητα, αλλά μόνο εφόσον υφίσταται αποχρών λόγος εκτιμώμενος από το οικείο Συμβούλιο Στεγάσεως με αιτιολογημένη απόφασή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 508 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 508/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. Γ. ή Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Δέλιο.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Γ. ή Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αλμπανίδη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Μαρτίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/20000 του ίδιου Δικαστηρίου και 1269/2001 μη οριστική, 567/2002 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 24-4-2002 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1202/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 795/2004 απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 10-1-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 2, 4, 10, 12, 16, 20 και 70 του από 15/28-7-1939 β.δ. "περί κωδικοποιήσεως της περί αποκαταστάσεως αστών προσφύγων κειμένης νομοθεσίας", προκύπτει ότι μετά παρέλευση έτους από την πληρωμή ολοκλήρου του τιμήματος ακινήτου διατεθέντος προς αστική αποκατάσταση πρόσφυγα, ο υπερού η διάθεση αποκτά πλήρες και απεριόριστο δικαίωμα κυριότητας ασχέτως της εκδόσεως παραχωρητηρίου και της μεταγραφής αυτού (Ολ.ΑΠ 341/1981), η δε οφειλή του υπερού η παραχώρηση για το τίμημα ακινήτου παραχωρηθέντος προ της 11-11-1944 λογίζεται κατά πλάσμα του νόμου ότι εξοφλήθηκε κατά την ημερομηνία αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 5 § 2 του Ν. 18/1944 και 1§ 3 του Α.Ν. 1073/1946.

Επομένως μετά παρέλευση έτους από της κατά τα άνω πλασματικής εξόφλησης του τιμήματος, το παραχωρηθέν ακίνητο καθίσταται δεκτικό χρησικτησίας, αφού το Δημόσιο, του οποίου τα ακίνητα από 12-9-1913 και εφεξής είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (Ν. ΒΧΗ/1912, Ν.Δ. 12.4/16.5.1926 ΑΜ. 1534/1938), παύει να έχει έκτοτε οποιοδήποτε δικαίωμα επί του ακινήτου.

Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1, 2, 3, 6 και 10 του από 27-1/9-2-1953 β.δ. "περί κωδικοποιήσεως διατάξεων αναφερομένων εις την αποκατάσταση αστών προσφύγων" και εκείνων των άρθρ. 1 § 1, 2 και 4 του υπ' αριθμ. 80/19-2-1960 β.δ. "περί καθορισμού δικαιούχων αστικής αποκαταστάσεως προσφύγων" προκύπτει ότι επί αστικής αποκαταστάσεως προσφύγων δια της μεταβιβάσεως οικίας, κύριος της παραχωρηθείσης οικίας καθίσταται μόνο ο αρχηγός της αποκατασταθείσης οικογενείας, επ' ονόματι του οποίου εκδίδεται το παραχωρητήριο, τα δε μέλη αυτής αποκτούν εκ του νόμου δικαίωμα οικήσεως κατά την έννοια του άρθρ. 1188 ΑΚ, ήτοι μόνο δικαίωμα συνοικήσεως στην κατοικία μετά του αρχηγού της οικογένειας, ενώ επί του τυχόν υπάρχοντος περί την οικίαν χώρου (οικοπέδου) τα μέλη της οικογένειας δεν αποκτούν κανένα δικαίωμα.

Στην περίπτωση κατά την οποία αρχηγός της οικογένειας είναι αδελφός ή αδελφή, συντρέχοντες με αδελφούς ή ανεψιούς, η παραχώρηση ενεργείται, σύμφωνα με το άρθρ. 11 § 3 του β.δ. 330/1960, επ' ονόματι όλων των μελών της οικογένειας κατά συγκυριότητα, αλλά μόνο εφόσον υφίσταται αποχρών λόγος εκτιμώμενος από το οικείο Συμβούλιο Στεγάσεως με αιτιολογημένη απόφασή του.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ναι μεν το δικαίωμα οικήσεως υπέρ των μελών της προσφυγικής οικογένειας που αποκαταστάθηκε αστικώς επί του ακινήτου που παραχωρήθηκε στον αρχηγό της προς τον σκοπό αυτό, ρητώς αναγνωρίσθηκε για πρώτη φορά με το άρθρ. 2 του Ν. 2044/1952, πλην όμως κατά την αληθή έννοια του άρθρου αυτού το δικαίωμα τούτο εξυπακουόμενο κατά λογική ακολουθία και από μόνο το γεγονός ότι η παραχώρηση γίνεται προς αποκατάσταση τόσο του αρχηγού όσο και των μελών της οικογένειάς του, πρέπει να θεωρηθεί ως υπάρχον και υπό το προ του Ν. 2044/1952 συναφές νομοθετικό καθεστώς του β.δ.

της 15/28-7-1038 και συνεπώς ως ισχύον και στις περιπτώσεις προσωρινών παραχωρήσεων που έλαβαν χώρα σε προγενέστερο χρόνο και ολοκληρώθηκαν υπό το κράτος του Ν. 2044/1952 και εφεξής, υπό το οποίο πραγματοποιήθηκε η παραχώρηση. Τέλος τόσο από τις ισχύουσες προ της εισαγωγής του Α.Κ. διατάξεις του Β.Ρ. Δικαίου (ΓΝ.47 Ποιν. 41,2 και Ν. 44 παρ. 2 Ν. 46, Π. 41,2 Ν.12 Κωδ. 4, 65), όσο και από εκείνες των άρθρ. 980, 982 και 1045 ΑΚ προκύπτει ότι όταν η νομή ασκείται μέσω άλλου προσώπου, ήτοι αντιπροσώπου νομής, ο τελευταίος θεωρείται απλός κάτοχος και τεκμαίρεται ότι όσο διατηρεί την κατοχή ασκεί αυτήν επ' ονόματι του νομέα, αν θελήσει δε να αντιποιηθεί τη νομή, δεν την αποκτά πριν λάβει γνώση της αντιποιήσεως ο μέχρι τότε νομέας, με αποτέλεσμα να μη τίθεται σε κίνηση η νόμιμη προθεσμία για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία.

Επομένως από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι τα μέλη της αστικώς αποκατασταθείσας προσφυγικής οικογένειας που συνοικούν με τον αρχηγό της δυνάμει του δικαιώματος περιορισμένης προσωπικής δουλείας οικήσεως, που αποκτούν από το νόμο, βρίσκονται ως οιονεί νομείς κατά την έννοια του αρθ. 975 ΑΚ μαζί με το νομέα της οικίας αρχηγό της οικογένειας στην κατοχή αυτής ως αντιπρόσωποι του τελευταίου και γι' αυτό δεν μπορούν να μεταβάλλουν μονομερώς την αιτία της διακατοχής από οιονεί νομή περιωρισμένης προσωπικής δουλείας ασκήσεως σε νομή, κατά τη, έννοια του άρθ. 974 ΑΚ, που άγει στην κτήση της κυριότητας με χρησικτησία, πριν λάβει γνώση ο νομέας της αντιποίησης της νομής εκ μέρους των μελών της οικογένειάς του.

Εν προκειμένω όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως επί του ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης της κυριότητας των διαδίκων επί της επίδικης οικίας που παραχωρήθηκε προς αστική αποκατάσταση αποκλειστικά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου και των μελών της οικογένειάς του, όπως είναι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα αδελφή του, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Με την υπ' αριθμ. 105654/17.10.1936 απόφαση της Γενικής Διοικήσεως Μακεδονίας παραχωρήθηκαν στους αναφερόμενους σ' αυτήν πρόσφυγες, μέλη του Συνεταιρισμού Αστών Προσφύγων Έδεσσας, τριάντα οικίες στην Πύλη της Έδεσσας. Μεταξύ των δικαιουμένων αστικής αποκαταστάσεως μελών του πιο πάνω Συνεταιρισμού ήταν και ο εναγόμενος, ο οποίος ως αρχηγός οικογένειας προσφύγων, αποτελούμενης από τον ίδιο, την ενάγουσα αδελφή του και τη μητέρα τους Ε.

θυγατέρα Σ. Μ., υπέβαλε αρμοδίως την από 12-4-1938 αίτηση για παραχώρηση σ' αυτόν με πώληση μιας από τις παραπάνω κατοικίες προς αστική αποκατάσταση αυτού και της οικογενείας του. Με την προαναφερθείσα απόφαση της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας παραχωρήθηκε στον εναγόμενο ως αρχηγό της πιο πάνω προσφυγικής οικογένειας το επίδικο ακίνητο, με τίμημα το οποίο καθορίσθηκε από την αρμόδια Υπηρεσία σε 39.500 δρχ.

το οποίο βεβαιώθηκε στην Αγροτική Τράπεζα ως οφειλή του εναγομένου. Από της παραχωρήσεως αυτής ο εναγόμενος, η ενάγουσα αδελφή του και η μητέρα τους εγκαταστάθηκαν στην επίδικη προσφυγική οικία, στην οποία και συνοικούσαν έκτοτε. Στις 27-1-1960 απεβίωσε η μητέρα των διαδίκων και οι ίδιοι συνέχισαν να διαμένουν στην επίδικη οικία σε χωριστούς χώρους αυτής.

Το έτος 1962 ο εναγόμενος εγκαταστάθηκε με τη σύζυγό του σε άλλη ιδιόκτητη οικία, το δε τμήμα της επίδικης προσφυγικής οικίας στο οποίο διέμενε μέχρι τότε, το εκμεταλλευόταν έκτοτε εκμισθώνοντάς το σε τρίτους. Το 1965 αποχώρησε και η ενάγουσα από την επίδικη οικία και εγκαταστάθηκε μέχρι μεν το 1993 στην οικία της αδελφής της, από δε το 1993 και μετά σε ιδιόκτητη κατοικία, ενώ το χωριστό τμήμα της επίδικης προσφυγικής οικίας, στο οποίο διέμεναν μέχρι το 1965, εξακολουθούσε να το κατέχει χρησιμοποιώντας το ως αποθήκη μέχρι το 1990 οπότε το κατέλαβε ο εναγόμενος.

Καθόλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (1936 - 1990) η ενάγουσα αλλά και η μητέρα της όσο ζούσε, πέρα από τη συνοίκησή τους με τον εναγόμενο στην επίδικο οικία δεν άσκησαν επ' αυτής οποιεσδήποτε πράξεις νομής, ενώ στο ίδιο χρονικό διάστημα ο εναγόμενος είχε αποκλειστικά στη διάνοια κυρίου νομή του το επίδικο ακίνητο.

Συγκεκριμένα ο ίδιος α) το έτος 1957 συνέδεσε με δαπάνη του το επίδικο με το κεντρικό σύστημα αποχέτευσης του Δήμου Έδεσσας β) επιμελήθηκε για την ηλεκτροδότηση της οικίας από τη ΔΕΗ κατά το έτος 1961 και γ) υπέβαλε στη Δ/νση Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχίας Πέλλας τρεις αιτήσεις κατά τα έτη 1984, 1986 και 1988 με τις οποίες ζήτησε να χορηγηθεί ο τίτλος κυριότητας για το επίδικο ακίνητο.

Οι αιτήσεις αυτές απορρίφθηκαν ως εκπρόθεσμες διότι η σχετική προθεσμία είχε λήξει την 15-3-1980. Με βάση αυτά και ενόψει του ότι η εξόφληση του ορισθέντος κατά τα ανωτέρω τιμήματος για την παραχώρηση του επιδίκου λογίζεται ότι επήλθε στις 11-11-1944, το δικαστήριο (Εφετείο) κρίνει α) ότι ο εναγόμενος προς τον οποίο αποκλειστικά έγινε η παραχώρηση της επίδικης οικίας ως αρχηγό προσφυγικής οικογένειας, απέκτησε, κατά τα ανωτέρω, δικαίωμα κυριότητας και νομής επί του επιδίκου μετά παρέλευση έτους από την πλασματική εξόφληση του τιμήματος ήτοι στις 11-11-1945, η δε ενάγουσα και η μητέρα των διαδίκων απέκτησαν έκτοτε εκ του νόμου, ως μέλη της αποκατασταθείσας οικογένειας, δικαίωμα περιορισμένης προσωπικής δουλείας οικήσεως κατά την έννοια του αρθ. 1188 ΑΚ ανεξαρτήτως της εκδόσεως παραχωρητηρίου και της μεταγραφής αυτού, β) ότι από τις 11-11-1945 και μέχρι την έγερση της αγωγής (12-5-1999) νομέας του επιδίκου ακινήτου ήταν κατά τα ανωτέρω, ο εναγόμενος, ο οποίος ασκούσε την επ' αυτού νομή με διάνοια κυρίου τόσο αυτοπροσώπως όσο και μέσω της ενάγουσας και της μητέρας τους, οι οποίες συνοικούσαν με αυτόν στην επίδικη προσφυγική οικία ως εχούσες δικαίωμα περιορισμένης προσωπικής δουλείας οικήσεως και γ) ότι μετά τις 11-11-1945, αφ' ότου το επίδικο κατέστη πλέον δεκτικό χρησικτησίας, η ενάγουσα και η μητέρα της ουδέποτε γνωστοποίησαν με οποιαδήποτε τρόπο στον εναγόμενο, κύριο και νομέα του επιδίκου τη θέλησή τους να ασκούν επ' αυτού την φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου και όχι με διάνοια δικαιούχου δυνάμει του δικαιώματος δουλείας οικήσεως, το οποίο είχαν από το νόμο.

Τέτοια άλλωστε γνωστοποίηση, η οποία ήταν απαραίτητη κατά νόμο για την έναρξη χρησικτησίας στο επίδικο εκ μέρους της ενάγουσας και της μητέρας της, ούτε η ίδια η ενάγουσα επικαλείται με την αγωγή της. Με τα δεδομένα αυτά ο για τη θεμελίωση της αγωγής προβαλλόμενος από την ενάγουσα ισχυρισμός ότι αυτή από το έτος 1936 κατέχει και νεμόταν με διάνοια κυρίας ολόκληρο το επίδικο ακίνητο κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου μέχρι το 1960, οπότε πέθανε η μητέρα της, και ότι έκτοτε συνέχισε να νέμεται επί πλέον μέχρι το 1990 και το 1/9 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου που έλαβε ως κληρονομικό μερίδιο από την κληρονομία της μητέρας της και έτσι έγινε συγκύρια του επιδίκου κατά τα 4/9 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία, δεν αποδείχθηκε και συνεπώς η ένδικη αγωγή με την οποία η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία του επιδίκου ακινήτου κατά το πιο πάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και απορρίπτοντας την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη, αφενός διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επί των ως άνω ουσιωδών ζητημάτων και επομένως δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, και αφετέρου έλαβε υπόψη του τα από την ενάγουσα προταθέντα πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους ισχυρισμούς της περί παραχωρήσεως του επιδίκου ακινήτου στον εναγόμενο αδελφό της, στην ίδια και στη μητέρα της κατά συγκυριότητα, άλλως, για την περίπτωση που παραχωρήθηκε σ' αυτή μόνο δικαίωμα οικήσεως, ότι ο εναγόμενος από το 1960 γνώριζε την βούλησή της για αντιποίηση της νομής του στο επίδικο, αφού έκτοτε αυτή νεμόταν αυτό κατά τα ως άνω ποσοστά με διάνοια κυρίου, τους οποίους και απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμους, και επομένως οι για το αντίθετο πρώτος, από τον αριθ. 19, και δεύτερος, κατ' αμφότερα τα μέρη του, από τον αριθ. 8 εδ.

β' του άρθρ. 559 ΚΠολΔικ λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΕΠΕΙΔΗ, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρ. 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔικ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο είκοσι τριών εγγράφων τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε η ενάγουσα προς απόδειξη των αγωγικών της ισχυρισμών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, από την βεβαίωση του Εφετείου που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη για τον σχηματισμό της ανωτέρω κρίσης του Εφετείου όλα τα έγγραφα και συνεπώς δε και τα φερόμενα ως παραλειφθέντα.

ΕΠΕΙΔΗ, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το αρθ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) των υπ' αριθμ. 567/30-11-2001 πρακτικών συνεδριάσεως του Εφετείου Θεσ/κης και β) την υπ' αριθμ. 105654/17-10-1936 αποφάσεως της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ως προς μεν τα πρακτικά του Εφετείου, διότι αυτά ως διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης δεν είναι έγγραφα αποδείξεως εκ των νοούμενων ως τέτοιων στο άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ και συνεπώς δεν υπόκεινται σε παραμόρφωση, ως προς δε την απόφαση της Γεν. Διοίκησης Μακεδονίας, διότι αυτή δεν προσκομίζεται από την αναιρεσείουσα, ώστε να καταστεί δυνατό να κριθεί αν αυτή παραμορφώθηκε ή όχι από το Εφετείο.

ΕΠΕΙΔΗ, δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του αναιρεσιβλήτου, διότι αυτός δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά καταθέτοντας όμως την από το άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ προβλεπόμενη δήλωση, και δεν κατέθεσε προτάσεις, με συνέπεια να μην υφίσταται αίτημα αυτού για επιδίκαση δικαστικών εξόδων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.5.2004 αίτηση αναιρέσεως της Γ. Γ. ή Κ. κατά της υπ' αριθμ. 795/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ