Legislator Case Law & Legislation
507/2025 AI generated

Supreme Court annuls appeal judgment for failure to raise statute of limitations defense at first instance.

Case Number 507/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Third Instance Court's final judgment due to a procedural error regarding the statute of limitations. The appellant successfully argued that the defense was not raised before the first instance court, violating the principle that such defenses must be presented early. Consequently, the court declared the appeal admissible, set aside the lower court's decision, and remanded the case for a substantive trial on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 247, 251, 298, 914, 937 of the Civil Code; Article 559, paragraph 8, item a of the Code of Civil Procedure: A defense of statute of limitations must be raised before the first instance court; failure to do so constitutes a procedural error allowing the appeal to be declared admissible.

Keywords

AI generated
statute of limitations defense first instance procedural error admissibility of appeal Civil Code provisions Code of Civil Procedure remand for substantive trial procedural waiver

Cited Legislation

AI generated
Articles 247, 251, 298, 914 and 937 of the Civil Code
Article 559, paragraph 8, item a of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraphs 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 507 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 507/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Σ. συζ. Ε. Π., το γένος Σ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Νάτση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2543/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4877/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-7-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 12-7-2017 (αριθμ. έκθ. καταθ. ...2017), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης [άρθρ. 681A, 666, 667 και 670 έως 676 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015], με αριθμ. 4877/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού πρόκειται για απόφαση που δημοσιεύτηκε πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοσή της (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 Α.Κ. συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, εάν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες, ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση (ΑΠ 524/2021, ΑΠ 204/2019 ΑΠ 732/2019, ΑΠ 1158/2017).

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α' Α.Κ. και 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής, για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται, αντιστοίχως, εκκρεμοδικία (ΑΠ 524/2021,ΑΠ 204/2019).

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' Α.Κ., κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθ' εαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 Α.Κ., από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.

Και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 Κ.Πολ.Δ.), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η νέα, όμως, αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει, αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 Α.Κ., την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 521/2021, ΑΠ 732/2019), δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε, χωρίς διακοπή, κατ' άρθρο 261 Α.Κ. (Ολ.ΑΠ 24/2003, Ολ.ΑΠ 38/1996).

Αντιθέτως, για εκείνες τις ζημίες των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη, κατά τη συνήθη των πραγμάτων πορεία, διότι οφείλονται σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του παθόντος, που συνδέονται, όμως, αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, ισχύει νέα παραγραφή, η οποία αρχίζει, αφότου, ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξέλιξης της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειάς της προς την αδικοπραξία (ΑΠ 204/2019, ΑΠ 426/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του ν. 489/1976, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007, η αξίωση του παθόντος από αυτοκινητικό ατύχημα κατά του ασφαλιστή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσόμενων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής.

Η ανωτέρω διάταξη, που ρυθμίζει ειδικά την αξίωση του παθόντος κατά του ασφαλιστή, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 Α.Κ., και ισχύουν και για αυτή τα ανωτέρω σχετικώς αναφερόμενα για τη διακοπή, αναστολή και επιμήκυνση της παραγραφής (ΑΠ 204/2019, ΑΠ 1993/2013, ΑΠ 1907/2007). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 16 και 19 του ν. 489/1976 προκύπτει ότι δικαιούχος της απαιτήσεως κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι όποιος έχει απαίτηση αποζημιώσεως για αποκατάσταση ζημίας από αυτοκινητικό ατύχημα.

Η ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου διαμορφώνεται από το νόμο έναντι του ζημιωθέντος προσώπου και όχι έναντι του υποχρέου σε αποζημίωση ή του ασφαλιστικού εκείνου οργανισμού που υποχρεώνεται, είτε βάσει του νόμου, είτε της ασφαλιστικής συμβάσεως. Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι μεταξύ του Επικουρικού Κεφαλαίου και του ζημιώσαντος δεν ιδρύεται οποιαδήποτε έννομη σχέση.

Εξαίρεση στα ανωτέρω υπάρχει σε περίπτωση πτωχεύσεως του ασφαλιστή ή ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας του, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 24 του παραπάνω νόμου, στη θέση του εν λόγω ασφαλιστή υποκαθίσταται, αυτοδικαίως, εκ του νόμου, το ... (ΑΠ 204/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 1/2022, Ολ. ΑΠ 4/2021, Ολ. ΑΠ 2/2021, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013) Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 1/2022, Ολ. ΑΠ 4/2021, Ολ. ΑΠ 2/2021, Ολ. ΑΠ 5/2020, Ολ. ΑΠ 3/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την προταθείσα, με τον πρώτο λόγο έφεσης, από την εκκαλούσα-έκτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και στη θέση της υπεισήλθε το ήδη αναιρεσείον ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : " Στις 31- 1-2000 και περί ώρα 22.30 η ενάγουσα - εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη), επέβαινε στην θέση του συνοδηγού στο με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο Α. Χ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη-εκκαλούσα στην παρούσα δίκη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", και εκινείτο στην περιοχή του νομού Λακωνίας και επί της ΝΕΟ Κροκεών-Δαφνίου με κατεύθυνση προς Κροκεές. Στο 5,5 χιλιόμετρο της ανωτέρω οδού το ΙΧΕ αυτοκίνητο εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα προς Δαφνί της ανωτέρω οδού και συγκρούσθηκε πλαγιομετωπικά με το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΔΧ λεωφορείο του ΚΤΕΛ του νομού Λακωνίας το οποίο οδηγούμενο από τον Η. Μ. εκινείτο κανονικά εντός του ρεύματος πορείας προς Δαφνί, όπου έλαβε χώρα η σύγκρουση. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού του ανωτέρω (...) ΙΧΕ αυτοκινήτου και ο σοβαρός τραυματισμός της ενάγουσας - εφεσίβλητης.

Δυνάμει της με αριθμό 3879/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι το παραπάνω τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας .... Συνεπεία δε αυτού του τραυματισμού της η ενάγουσα μεταφέρθηκε σε κωματώδη κατάσταση στο Νοσοκομείο Αθηνών "Ο Ευαγγελισμός ", όπου και εισήχθη και νοσηλεύθηκε στην μονάδα εντατικής θεραπείας ΜΕΘ λόγω κρανιοεγκεφαλικής κακώσεως και βαριάς γενικής καταστάσεως των πολλαπλών τραυμάτων της.

Παρέμεινε νοσηλευόμενη με μηχανική υποστήριξη της αναπνοής επί 12 ημέρες και στην συνέχεια μεταφέρθηκε στην ορθοπεδική κλινική του ίδιου Νοσοκομείου. Πλέον της κρανιοεγκεφαλικής κακώσεως υπέστη και 1) επιλεγμένο κάταγμα 2ου βαθμού στο κάτω τριτομόριο του δεξιού βραχιονίου οστού, 2) κάταγμα του δεξιού μηριαίου οστού, 3) κατάγματα ηβοϊσχιακών κλάδων με συνοδό διάσταση της ηβικής συμφύσεως δίκην "ανοικτού βιβλίου", 4) οπίσθιο εξάρθρημα του αριστερού ισχύου, 5) οπίσθιο κάταγμα - εξάρθρημα της ακρωμιοκλειδικής διαρθρώσεως του δεξιού ώμου, 6) κατάγματα πλευρών, 7) ευμέγεθες θλαστικό τραύμα άνω τριτημορίου αριστεράς κνήμης και 8) απώλεια οδόντων.

Για την αποκατάσταση των ανωτέρω η ενάγουσα υποβλήθηκε σε εγχείρηση εσωτερικής οστεοσυνθέσεως του κατάγματος του δεξιού μηριαίου οστού, με τοποθέτηση ενδομυελικού μεταλικού ήλου, σε εγχείρηση τοποθετήσεως εξωτερικής οστεοσυνθέσεως στην λεκάνη προς αντιμετώπιση των καταγμάτων των ηβοϊσχιακών κλάδων και της διαστάσεως της λεκάνης, ανάταξη του οπισθίου εξαρθήματος του αριστερού ισχίου και τοποθέτηση σκελετικής έλξεως στο σύστοιχο μηριαίο οστούν προς αποθεραπεία αυτού και συρραφή του θλαστικού τραύματος της κνήμης.

Παρέμεινε νοσηλευόμενη έως 17-3-2000 οπότε και εξήλθε του νοσοκομείου. Παρέμεινε νοσηλευόμενη οίκοι, φέρουσα την εξωτερική οστεοσύνθεση στην λεκάνη για ένα ακόμη μήνα, οπότε και αφαιρέθηκε από τους θεράποντες ιατρούς σε μία από τις τακτικές και προγραμματισμένες επανεξετάσεις της. Κατόπιν ακολουθώντας τις οδηγίες τους άρχισε συστηματική και εντατική φυσιοθεραπεία, η οποία συνεχίσθηκε επί 6μηνον.

Επίσης άρχισε προοδευτική έγερση, στήριξη και βάδιση, αρχικά με δύο πατερίτσες για 6 μήνες, κατόπιν με 1 πατερίτσα για άλλους δύο μήνες χρησιμοποιώντας κατόπιν για βάδιση μία μαγκούρα για αρκετό χρονικό διάστημα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από τα παραπάνω τραύματα αυτά που κατέλειπαν σωματική αναπηρία πέραν της ψυχολογικής, είναι α) το σε λίαν πλημμελή θέση πωρωθέν παρεκτοπισμένο κάταγμα του περιφερικού άκρου της δεξιάς κλειδός μαζί με το συνοδό υπεξάρθρημα της ακρομυοκλιδικής διαρθρώσεως β) τα κατάγματα των ηβοϊσχιακών κλάδων με την διάσταση της ηβικής συμφύσεως δίκην "ανοικτού βιβλίου" και της εξ αυτής προκληθείσης μετατραυματικής δεξιάς ιερολαγονίτιδος, από την οποία προέρχονται τα σημαντικότερα παθολογικά συμπτώματα της ενάγουσας, γ) η δυσκαμψία των ισχίων, περισσότερο του αριστερού, οφειλόμενη στο εξάρθρημα αυτού και λιγότερο του δεξιού οφειλόμενη στο κάταγμα του συστοίχου μηριαίου οστού και στην ύπαρξη του εξέχοντος άνω άκρου του ενδομυελικού ήλου μετά των συνοδών απασβεστώσεων.

Κρίθηκε με την παραπάνω με αριθμό 3879/2009 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού ότι οι παραπάνω παθολογικές καταστάσεις δίδουν τελικό ποσοστό αναπηρίας 52% (μόνο από ορθοπεδικής απόψεως), το οποίο είναι μόνιμο με πιθανότητα αυξήσεώς του στο μέλλον, λόγω του κινδύνου αναπτύξεως μετατραυματικών οστεοαθριτικών αλλοιώσεων, και αναγνωρίσθηκε τελεσίδικα αφού έγιναν δεκτές εν μέρει οι από 29-1-2002 και 21-7-2003 αγωγές της ενάγουσας ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία της οφείλει συνολικά ως αποζημίωση (εφάπαξ και μηνιαίες χρηματικές καταβολές) και χρηματική ικανοποίηση ποσό 399.020,54 Ε με τον νόμιμο τόκο από τα χρονικά σημεία που, στην παραπάνω απόφαση ορίζονται.

Μέρος του παραπάνω ποσού των 399.020,54 Ε είναι και ποσό 57.240,80 Ε, που αφορά διαφυγόντα κέρδη της ενάγουσας εκ της εργασίας της ως μαγείρισσας. Συγκεκριμένα κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η ενάγουσα πριν από τον τραυματισμό της και αρκετό χρονικό διάστημα προηγουμένως εργαζόταν στην Γερμανία ως μαγείρισσα σε διάφορα εστιατόρια τα οποία παρασκεύαζαν έτοιμο φαγητό, με σχέση εξηρτημένης εργασίας, επί οκταώρου βάσεως και τελευταία στην πόλη ...

και είχε έλθει στην Ελλάδα τον Αύγουστο 1999. Μετέβη μετά πάροδο δύο μηνών και συγκεκριμένα τον Νοέμβριο του 1999, και θα μετέβαινε εκ νέου τον Φεβρουάριο του 2000. Όμως στις 31/1/2000 συνέβη το ένδικο δυστύχημα και ως εκ τούτου δεν μπόρεσε έκτοτε να εργασθεί με συνέπεια να απωλέσει το μετά πιθανότητας και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων εισόδημά της, το οποίο θα αποκέρδαινε εάν το Φεβρουάριο 2000 μετέβαινε στην Γερμανία (πόλη ...).

Η παραπάνω εργασία της επέφερε μηνιαίως καθαρές αποδοχές 1800 γερμανικά μάρκα (δηλαδή με μέση τιμή μάρκων 172 δραχμές 309.600 δραχμές μηνιαίως). Στην συνέχεια με την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε ότι η ενάγουσα μετά πιθανότητας και κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εργαζόταν εποχιακά και δη 9 μήνες τον χρόνο απασχολούμενη στον ίδιο εργασιακό τόπο τα επόμενα 7 έτη από το ατύχημα, όσα δηλαδή με τις συνεκδικαζόμενες τότε αγωγές ισχυριζόταν και μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από τον χρόνο του τραυματισμού της (31-1-2000) έχει στερηθεί μηνιαίο καθαρό εισόδημα 309.600 δραχμών για εννέα μήνες κάθε χρόνο και για χρονικό διάστημα 7 ετών μέχρι δηλαδή και την 31/1/2007, ποσό 19.504.800 δραχμών.

Ακολούθως ως διαφυγόντα κέρδη αναγνωρίσθηκε ότι της οφείλεται ποσό 19.504.800 ή 57.240,79 Ε, δεδομένου ότι 309.600 Χ 9 = 2.786.400 δραχμές Χ 7 έτη = 19.504.800 δραχμές (...)επειδή από τον χρόνο του ατυχήματος μέχρι την δημοσίευση της απόφασης με αριθμό 3879/2009 του Δικαστηρίου αυτού δεν είχε συμπληρωθεί η διετής παραγραφή του άρθρου 10 Ν. 489/1976, ως ίσχυε τότε, των αξιώσεων της παθούσας ενάγουσας κατά της εναγομένης, αφού κάποια διαδικαστική πράξη διέκοπτε την παραγραφή αυτή από τον χρόνο έναρξής της (31-1-2000) μέχρι την δημοσίευση της παραπάνω τελεσίδικης εφετειακής απόφασης, όπως οι συγκεκριμένες διαδικαστικές πράξεις, στην εκκαλουμένη με αριθμό 2543/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναφέρονται χωρίς να υπάρχει για την κρίση αυτή της εκκαλουμένης ειδικός λόγος έφεσης στην κρινομένη έφεση, η παραγραφή των αξιώσεων της ενάγουσας επιμηκύνθηκε σε εικοσαετή αρχόμενη από την άνω τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, που ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση στην ενάγουσα.

Κατά συνέπεια η ένσταση παραγραφής της αξιώσεως της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Δεν έσφαλλε συνεπώς η εκκαλουμένη, που έκρινε τα αυτά και ως αβάσιμα κατ' ουσίαν πρέπει να απορριφθούν όσα αντίθετα η εκκαλούσα εναγομένη ισχυρίζεται στην έφεση της. Ως αβάσιμα κατ' ουσίαν πρέπει να απορριφθούν όσα σχετικά περί παραγραφής της αξιώσεως ως προς αυτό ισχυρίζεται το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που ως ειδικός διάδοχος της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας, που η άδειά της ανακλήθηκε την 29-3-2011, υπεισήλθε στην θέση της και παρέστη κατά τη συζήτηση της έφεσης και τούτο διότι η υπεισέλευση αυτή σύμφωνα με άρθρο 19 παρ. 2 Ν. 489/1976 έγινε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ασφαλιστικής εταιρίας χωρίς να επέλθει βιαία διακοπή της δίκης.

Η αξίωση του παθόντος κατά του ΕΚ είναι ίδια και ισόχρονη όπως ήταν και κατά του ασφαλιστή...". Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους, επικυρώνοντας την υπ'αριθμ. 2543/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ότι η ένδικη αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ,για την απώλεια εισοδημάτων της για το περαιτέρω (επίδικο) χρονικό διάστημα από 31-1-2007 έως 31-12-2012, λόγω του τραυματισμού της στο επίδικο ατύχημα, δεν υπέπεσε στην προταθείσα από έκτη την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ.2 του ν.489/1976, καθόσον επιμηκύνθηκε σε εικοσαετή, κατά τη διάταξη του άρθρου 268 Α.Κ., από και δια της δημοσιεύσεως στις 30-6-2009 της υπ'αριθμ. 3879/2009 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου το ένδικο ατύχημα έγινε στις 31-1-2000 και η επίδικη από 24-1-2007 αγωγή, αφορά περαιτέρω αποθετική ζημία της αναιρεσίβλητης, για το από 31-1-2007 έως 31-12-2012 χρονικό διάστημα. Η αναιρεσίβλητη, επίσης είχε ασκήσει τις προηγούμενες από 29-1-2002 και 21-7-2003 αγωγές, για επιδίκαση απωλεσθέντων εισοδημάτων ένεκα του επιδίκου ατυχήματος, για το σε αυτές αναφερόμενο χρονικό διάστημα από 1-2-2000 έως 31-7-2007,επί των οποίων εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 3879/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύτηκε στις 30-6-2009.

Επομένως, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι με την ένδικη αγωγή αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ.2 του ν. 489/1976 ( όπως η παρ. 2 ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 7 του ν.3557/1976), η οποία (παραγραφή) αρχόμενη από του ατυχήματος (31-1-2000), συμπληρώθηκε πριν την τελεσιδικία της υπ'αριθμ.3879/2009 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δεδομένου ότι, ούτε η άσκηση των προηγούμενων αγωγών, ούτε οι επιχειρηθείσες στα πλαίσια των εν λόγω δικών που διεξήχθησαν διαδικαστικές πράξεις διέκοψαν την παραγραφή, κατ'άρθρο 261 Α.Κ., της μη συμπεριλαμβανομένης σε εκείνες ένδικης αξίωσης για περαιτέρω αποζημίωση, μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή, ενώ η επίδικη αγωγή έπρεπε να έχει κοινοποιηθεί μέχρι την 30-1-2002.

Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε, ότι στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αξίωση της ενάγουσας, δεν έχει υποκύψει στην μέχρι την τελεσιδικία της υπ'αριθμ. 3879/2009 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή των δύο ετών του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 και ότι έτσι επιμηκύνθηκε η παραγραφή αυτή, σε εικοσαετή, για όλες τις αξιώσεις (ήτοι και τις μέλλουσες - ήδη επίδικες), και για το λόγο αυτό απέρριψε την προβληθείσα με τον πρώτο λόγο έφεσης, ένσταση παραγραφής, παραβίασε ευθέως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 261 και 268 του Α.Κ. (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών), καθώς και του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/ 1976 (διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε αυτή) και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια αυτή στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. .

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και ειδικώς την ένσταση παραγραφής και την αντένσταση διακοπής αυτής.

Προς τους μη προταθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς εξομοιώνονται και οι προταθέντες απαραδέκτως, όπως π.χ. ένσταση ή αντένσταση για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, χωρίς τις προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 Κ.Πολ.Δ. ή η ένσταση ή αντένσταση που δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά (ΑΠ 736/2019, ΑΠ 1162/2017,ΑΠ 1275/2009).Εξάλλου, κατά το άρθρο 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν δηλαδή από την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015), "τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών.

Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά α)..., β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά..". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Πολ.Δ., τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως...

τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ' αυτές...". Από την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (Κ.Πολ.Δ. 591 παρ. 1) σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα (άρθρο 681Α Κ.Πολ.Δ.), όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή τους από το νόμο 4335/2015), όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.

Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική προβολή των ισχυρισμών αυτών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις (άρθρο 256 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Πολ.Δ.) συνάγεται ότι η κατά την πρώτη διάταξη (άρθρο 591 παρ. 1 στοιχ.

β' Κ.Πολ.Δ.) σημείωση της προφορικής προβολής του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής του, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 736/2019, ΑΠ 376/2018, ΑΠ220/2014, ΑΠ 450/2013, ΑΠ 1414/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων και ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα της λήψης υπόψη, απαραδέκτως προβληθέντος ισχυρισμού - αντέστασης, περί επιμήκυνσης της παραγραφής, των αξιώσεων της ενάγουσας.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, κατ'άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της έκτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, πρότεινε την ένσταση διετούς παραγραφής, κατ'άρθρο 10 παρ.2 ν. 489/1976, που σημειώθηκε στα από 18-12-2009 ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ η ένσταση αυτή αναπτύχθηκε διεξοδικώς με τις νομίμως υποβληθείσες προτάσεις.

Από τα ως άνω πρακτικά προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος της ενάγουσας δεν προέβαλε προς αντίκρουση της ανωτέρω ενστάσεως αντένσταση για επιμήκυνση, διακοπή ή αναστολή της παραγραφής, ούτε επίσης διέλαβε τέτοιο ισχυρισμό (αντένσταση) στις κατατεθείσες προτάσεις. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ως άνω ένσταση, την οποία η ασφαλιστική εταιρεία "...

ΑΕΓΑ", επανέφερε στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο της έφεσής της. Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση που επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες του ανωτέρω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι το Εφετείο, όσον αφορά το ζήτημα αυτό, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Σύμφωνα δε με όσα στην μείζονα σκέψη παραπάνω αναφέρθηκαν και επειδή από τον χρόνο του ατυχήματος μέχρι την δημοσίευση της απόφασης με αριθμό 3879/2009 του Δικαστηρίου αυτού δεν είχε συμπληρωθεί η διετής παραγραφή του άρθρου 10 Ν. 489/1976, ως ίσχυε τότε, των αξιώσεων της παθούσας ενάγουσας κατά της εναγομένης, αφού κάποια διαδικαστική πράξη διέκοπτε την παραγραφή αυτή από τον χρόνο έναρξης της (31-1-2000) μέχρι την δημοσίευση της παραπάνω τελεσίδικης εφετειακής απόφασης, όπως οι συγκεκριμένες διαδικαστικές πράξεις, στην εκκαλουμένη με αριθμό 2543/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναφέρονται χωρίς να υπάρχει για την κρίση αυτή της εκκαλουμένης ειδικός λόγος έφεσης στην κρινομένη έφεση, η παραγραφή των αξιώσεων της ενάγουσας επιμηκύνθηκε σε εικοσαετή αρχόμενη από την άνω τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, που ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση στην ενάγουσα.

Κατά συνέπεια η ένσταση παραγραφής της αξιώσεως της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεχόμενο ότι επιμηκύνθηκε ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης σε εικοσαετή, χωρίς να έχει προταθεί παραδεκτώς σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αντένσταση από την ενάγουσα περί επιμήκυνσης της παραγραφής σε εικοσαετή, υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ.

α' Κ.Πολ.Δ. (έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό - αντένσταση περί επιμήκυνσης της παραγραφής - παρότι αυτός δεν είχε προβληθεί). Κατά συνέπεια, βάσιμος είναι και ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 8 περ.α' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς περαιτέρω παραπομπή της υποθέσεως στο Δικαστήριο της ουσίας, δοθέντος ότι δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, καθόσον από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα των ως άνω λόγων αναίρεσης, που ευδοκίμησαν, προκύπτει ότι η ένδικη αξίωση της ενάγουσας έχει υποπέσει σε παραγραφή, κατ'εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ..

Επομένως, πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο προς κατ' ουσίαν έρευνα και, αφού γίνει τυπικώς και κατ' ουσίαν δεκτή η νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", στη θέση της οποίας ήδη υπεισήλθε το ΝΠΙΔ, με την επωνυμία "...", λόγω ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας της, όπως προελέχθη, καθώς και οι με τις προτάσεις από 8-5-2015 ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι έφεσης του τελευταίου ("..."):

α) να εξαφανισθεί η υπ' αριθμ. 2543/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) να απορριφθεί η αγωγή, γ) να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στο καταθέσαν αυτό αναιρεσείον (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και δ) να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και της αναιρετικής δίκης (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθμ. 4877/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διακρατεί και δικάζει κατ'ουσίαν την υπόθεση.

Δέχεται τυπικώς και κατ' ουσίαν την από 29-12-2010 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...) έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε το ΝΠΙΔ, με την επωνυμία "...", λόγω ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας της και τους από 8-5-2015 προσθέτους λόγους του τελευταίου, επ'αυτής.

Εξαφανίζει την υπ' αριθμ.2543/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διακρατεί και δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση.

Δικάζει επί της από 24-1-2007 (αρ εκθ.κατ.19309/980/29-1-2007) αγωγής.

Απορρίπτει αυτήν.

Διατάσσει την επιστροφή στο αναιρεσείον του κατατεθέντος από αυτό, κατά την άσκηση της αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη - εφεσίβλητη - ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και της αναιρετικής δίκης του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (3.500€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ