Legislator Case Law & Legislation
507/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against social security fund decision, remanding case for retrial on validity of resignation.

Case Number 507/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the third ground of appeal against the First Instance Court's dismissal of the plaintiffs' claim. The plaintiffs argued their resignation was valid due to legal uncertainty regarding the constitutionality of the salary cut, while the defendant fund claimed the claims were extinguished by the resignation. The court found the defendant failed to prove mutual concessions in the settlement agreement and improperly accepted an argument not raised in the appeal, thus remanding the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 527, 559(3), 580(3), 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The court must reject a ground of appeal if it was not properly raised in the appeal or if the lower court accepted arguments not presented by the appellant, necessitating remittal for retrial.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure ground of appeal social security fund resignation validity remittal for retrial mutual concessions legal uncertainty

Cited Legislation

AI generated
Art. 527 of the Code of Civil Procedure
Art. 559(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 507 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 507/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναισειόντων: - καλούντων: 1)Ζ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 2)Ν. Φ. του Α., κατοίκου ..., 3)Μ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 4α)Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 4β)Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ως νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αναιρεσείοντος Ι. Κ., 5)Φ. Β. του Π., κατοίκου ..., ως μόνου εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος Π. Β., και 6)Δ. Κ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κώτση, ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 12-11-2021.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2009 αγωγή των αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1654/2010 εν μέρει οριστική, 2000/2015 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6305/2018 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφαση ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 31-10-2019 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 245/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Κατόπιν της απόφασης αυτής, η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 19-4-2022 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 19 Απριλίου 2022 με αριθμ. κατάθεσης 150/15.7.2022 κλήση α) του πρώτου καλούντος-πρώτου αναιρεσείοντος Ζ. Μ., β) του δεύτερου καλούντος - δεύτερου αναιρεσείοντος Ν. Φ., γ) του τρίτου καλούντος - τρίτου αναιρεσείοντος Μ. Σ., δ) των τέταρτων καλούντων Μ. Κ. (υπό στοιχείο 4α) και Ν. Κ. (υπό στοιχείο 4β), ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος στις 16.4.2020 τετάρτου αναιρεσείοντος Ι.

Κ., ε) του πέμπτου καλούντος Φ. Β., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος στις 17.12.2020 πέμπτου αναιρεσείοντος Π. Β. και στ) του έκτου καλούντος - έκτου αναιρεσείοντος Δ. Κ., φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η υπό κρίση από 31 Οκτωβρίου 2019 με αριθμ. κατάθεσης 2375/242/10.3.2020 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων κατά του καθού η κλήση - αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "…" και κατά της με αριθμ. 6305/19.12.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 245/2022 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α' , 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, όπως η παρ.1 του άρθρου 287 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η ως άνω διακοπή της δίκης επέρχεται από τη γνωστοποίηση στον αντίδικο του λόγου της διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 628/2022). Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που, μέχρι τη στιγμή του θανάτου του διαδίκου, ήταν πληρεξούσιός του.

Η επανάληψη μπορεί να γίνει εκουσίως από τους κληρονόμους του θανόντος, με δήλωσή τους στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης για συζήτηση, ακόμη και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, αλλά και με την επίδοση ιδιαίτερου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, ακόμη και σιωπηρά με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 715/2020, ΑΠ 372/2020, ΑΠ 1596/2018) και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επανάληψης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 906/2020, ΑΠ 335/2018, ΑΠ 807/2017).

Αν αντίθετα ο αντίδικος προβάλλει αντιρρήσεις, η κληρονομική ιδιότητα εξετάζεται από το Δικαστήριο παρεμπιπτόντως, με ελεύθερη απόδειξη (ΑΠ 1298/2022, ΑΠ 2014/2009, ΑΠ 1550/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των προσκομιζομένων, μετ'επικλήσεως, στο από 11.11.2021 σημείωμα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου των πρώτου, δεύτερου, τρίτου και έκτου των αναιρεσειόντων, της Μ.

Κ. και του Ν. Κ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος στις 16.4.2020 τέταρτου αναιρεσείοντος (Ι. Κ.), και του Φ. Β. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος στις 17.12.2020 πέμπτου αναιρεσείοντος (Π. Β.) εγγράφων προκύπτει ότι μετά την άσκηση της ένδικης από 31.10.2019 με αριθμ. κατάθεσης 2375/242/10.3.2020 αίτησης αναίρεσης απεβίωσαν ο τέταρτος αναιρεσείων Ι.

Κ. στις 16.4.2020, όπως προκύπτει από το από το υπ' αριθμ. πρωτ. 609/17.4.2020 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Δήμου Αγίας Παρασκευής Αττικής και ο πέμπτος αναιρεσείων Π. Β. στις 14.12.2020, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. πρωτ. 757/16.12.2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Κηφισιάς Αττικής. Ειδικότερα α) ο τέταρτος αναιρεσείων κληρονομήθηκε από τα τέκνα του Μ.

Κ. και Ν. Κ., ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του (άρθρο 1813 ΑΚ) που αποδέχθηκαν την κληρονομία του, όπως προκύπτει, από το υπ' αριθμ. 10421/28.5.2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Αγίας Παρασκευής Αττικής, από το υπ' αριθμ.46993/8.11.2021 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης διαθήκης του θανόντος και από τα υπ' αριθμ. 7529/4.11.2021 και 5257/4.11.2021 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου Αττικής περί μη δημοσίευσης διαθήκης του θανόντος και μη αποποίησης του κληρονομικού δικαιώματος του θανόντος από τα ως άνω τέκνα του, αντίστοιχα, και β) ο πέμπτος αναιρεσείων Π.

Β., κληρονομήθηκε από τον υιό του Φ. Β., ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο του (άρθρο 1813 ΑΚ), ο οποίος και αποδέχθηκε την κληρονομία του, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 17453/22.12.2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Δυτικής Λέσβου, από τα υπ' αριθ. 46995/8.11.2021 και 21113/9.11.2021 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης διαθήκης του θανόντος και περί μη αμφισβήτησης του κληρονομικού δικαιώματος του ως άνω κληρονόμου, αντίστοιχα, και από τα υπ' αριθμ. 4163/2.9.2021 και 6234/9.2.2021 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου Αττικής περί μη δημοσίευσης διαθήκης του θανόντος και μη αποποίησης του κληρονομικού δικαιώματος του θανόντος από το ως άνω τέκνο του, αντίστοιχα.

Επομένως, και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, οι ανωτέρω κληρονόμοι των αποβιωσάντων τετάρτου και πέμπτου των αναιρεσειόντων, η κληρονομική ιδιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο, παραδεκτά και νόμιμα γνωστοποίησαν με την επίδοση της ως άνω κλήσης τους προς το καθού η κλήση-αναιρεσίβλητο, τον θάνατο των προαναφερομένων αναιρεσειόντων και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που βιαίως διακόπηκε λόγω του θανάτου των ως άνω αναιρεσειόντων και η οποία συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτών.

Με την από 31 Οκτωβρίου 2019 με αριθ. κατάθ. 2375/242/10.3.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται, η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 6305/19.12.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν άσκησης της από 2.9.2016 με αριθμ. κατάθεσης 3634/9.9.2016 έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθ. 2000/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας επί της από 17.6.2009 με αριθ. κατάθ. 114188/3215/25.6.2009 αγωγής των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 8ου και 9ου εναγόντων και ήδη 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου και 6ου αναιρεσειόντων Ζ. Μ., Ν. Φ., Μ. Σ. Ι. Κ., Π. Β. και Δ. Κ., αντίστοιχα, καθώς και των 5ου, 6ου και 7ου των εναγόντων Γ. Γ., Ι. Μ. και Ό. Γ., αντίστοιχα, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, εξέδωσε αρχικά την υπ' αριθμ. 1654/2010 απόφασή του με την οποία α) απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τον έβδομο (7ο) ανάγοντα , β) κρίθηκαν ως μη νόμιμες οι σωρευόμενες με την αγωγή επικουρικές βάσεις από αδικοπραξία και αδικαιολόγητο πλουτισμό και γ) κρίθηκε ως νόμιμη η κυρία βάση της αγωγής περί καταβολής στους ενάγοντες από το εναγόμενο συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής από τις διατάξεις του καταστατικού του και δ) αναβλήθηκε κατά τα λοιπά η έκδοση οριστικής απόφασης για τους σ' αυτή εκτιθέμενους λόγους.

Ακολούθως, κατόπιν της από 10.3.2011 κλήσης των εναγόντων εκδόθηκε από το ως άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η υπ' αριθμ. 2000/2015 οριστική απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των εναγόντων (πλην του 7ου ενάγοντος) ως κατ' ουσία βάσιμη και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στους ενάγοντες για συμπληρωματική εφάπαξ παροχή τα αναγραφόμενα για τον καθένα από αυτούς ποσά, με το νόμιμο τόκο.

Επί της από 2.9.2016 έφεσης του εναγομένου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6305/2018 αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση ως προς τον έβδομο (7ο) εφεσίβλητο (Ό. Γ.), μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη, έγινε τυπικά και ουσία δεκτή η έφεση ως προς τους λοιπούς ενάγοντες-εφεσίβλητους, εξαφανίσθηκε η ως άνω εκκαλουμένη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δικάσθηκε η από 17.6.2009 αγωγή και απορρίφθηκε αυτή ως κατ' ουσία αβάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 ,566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 871 του ΑΚ με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση, προς την οποία (αβέβαιη σχέση) εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί στην αντίθετη περίπτωση η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενομένη (άρθρα 174 και 180 του ΑΚ).

Ειδικά για τα δικαιώματα των εργαζομένων που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου όμως υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές ή πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών, και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε στη περίπτωση αυτή δεν θεωρείται ότι ο συμβιβασμός αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 679 του ΑΚ, 8 του Ν. 2112/1920 όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 του Ν.Δ/τος 4020/1959, 2 και 5 του Ν.3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι έτσι αποφεύγει ο εργαζόμενος να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης.

Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον ένα των συμβαλλομένων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά τυχόν άλλη σχέση (άφεση χρέους, αναγνώριση αξίωσης) και είναι αδιάφορο το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σύμβαση ως συμβιβασμό (ΑΠ 320/2022, ΑΠ 596/2019, ΑΠ 669/2016).

Κατά τη κατάρτιση του συμβιβασμού η συνδρομή των αμοιβαίων υποχωρήσεων δεν λαμβάνεται υπό στενή τεχνική έννοια, αλλά υπό την ευρεία έννοια των συναλλαγών. Συνακόλουθα η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους. Μετά τον συμβιβασμό τερματίζεται οριστικώς η διαφορά και δεν μπορεί να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίσθηκε με τον συμβιβασμό.

Επομένως δεν μπορεί κανένα από τα μέρη να προβάλλει ξανά αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκε στο πλαίσιο του συμβιβασμού και, εάν τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με τη προβολή της γνησίας ανατρεπτικής ένστασης του συμβιβασμού (ΑΠ 320/2022, ΑΠ 596/2019, ΑΠ 669/2016). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 20 του Ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση συστήματος κοινωνικής ασφάλισης" (ΦΕΚ Α 160) ορίσθηκε ότι "Υφιστάμενα ταμεία ασφάλισης τα οποία λειτουργούν ως ΝΠΔΔ ή κλάδοι αυτών που χορηγούν παροχές, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο δημόσιας κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζομένους, μετατρέπονται σε ΝΠΙΔ με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο εκάστου Ταμείου.

Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του ΝΠΙΔ. Τα εν λόγω ταμεία με αποφάσεις των Διοικητικών τους Συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη η οποία και υποβάλλεται προς έγκριση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζουν το ύψος των παρεχομένων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε ταμείου".

Κατ' εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης, εκδόθηκε η υπ' αριθμό Φ. 80000/30226/1366/14.1.2004 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β 27/14.1.2004), με την οποία το αναιρεσίβλητο ταμείο, που αρχικά είχε συσταθεί με τις από 29.10.1926 και 6.4.1927 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ως αυτοτελής και αυτόνομος οργανισμός, διεπόμενος από τις διατάξεις του καταστατικού του και στη συνέχεια, μετά την έκδοση του Ν.

Δ/τος 2626/1953, λειτουργούσε ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, μετατράπηκε σε Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου και συνεχίσθηκε η δραστηριότητα του, με σκοπό την καταβολή εφάπαξ παροχής στους ασφαλιζομένους σε αυτό. Με την ίδια κοινή υπουργική απόφαση εγκρίθηκε η εκπονηθείσα τον Δεκέμβριο του 2003 αναλογιστική μελέτη και το Καταστατικό του νέου φορέα.

Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 του εγκριθέντος κατά τα ανωτέρω Καταστατικού διατηρήθηκε η ιδία επωνυμία του αναιρεσίβλητου Ταμείου "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος" και ορίσθηκε ότι σκοπός του είναι η ασφάλιση των μελών του στην περίπτωση αποχωρήσεώς τους από την Υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για την καταβολή εφάπαξ παροχής, με τη διάταξη του άρθρου 2 ορίσθηκε ότι μέλη του Ταμείου είναι μεταξύ άλλων και όλοι όσοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην Τράπεζα με σχέση εξηρτημένης εργασίας και με τη διάταξη του άρθρου 7 καθορίσθηκε ο τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής τόσο για τους πριν την 1.1.1993, όσο και για τους μετά την 1.1.1993 υπαχθέντες στην κοινωνική ασφάλιση.

Με την μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του εν λόγω Καταστατικού ορίσθηκε ότι ασφαλισμένοι του Ταμείου Αυτασφαλείας του Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ή του πρώην Ταμείου Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος και Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος, οι οποίοι αποχώρησαν από την υπηρεσία μετά την 1.1.1993 και εισέπραξαν από το οικείο Ταμείο την κατά τον Κανονισμό του δικαιούμενη εφάπαξ παροχή μειωμένη κατά τα οριζόμενα στην παρ.3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 όπως ίσχυαν, δύνανται να λάβουν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή μετά από απόφαση του Δ.Σ.

του Ταμείου, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002. Από την μεταβατικής ισχύος ως άνω ρύθμιση του άρθρου 14 παρ.4 του Κανονισμού του αναιρεσίβλητου Ταμείου, στην οποία μάλιστα ως προς το ύψος της χορηγουμένης από αυτό συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής (σε ήδη αποχωρήσαντες μετά την 1.1.1993 και λαβόντες μειωμένη εφάπαξ παροχή κατά το μέτρο του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992 ασφαλισμένους του) γίνεται ρητή μνεία των περιορισμών του τελευταίου εδαφίου της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002, που αφορά τη διασφάλιση της αναλογιστικής ισορροπίας (βιωσιμότητας) κάθε ταμείου, συνάγεται, ενόψει και της διατύπωσης αυτής ότι οι εν λόγω ασφαλισμένοι "δύνανται να λάβουν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή μετά από απόφαση του ΔΣ του ταμείου", ότι η κατά τα άνω συμπληρωματική παροχή δεν ήταν υποχρεωτική για το αναιρεσίβλητο Ταμείο, ούτε η σχετική ρύθμιση εμποδίζει την κατάρτιση εξώδικου συμβιβασμού κατ' άρθρο 871 του ΑΚ με αντικείμενο την άμεση καταβολή της ως άνω συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής και την αποφυγή δικαστικού αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκβασης για τους ασφαλισμένους με αντίστοιχη παραίτηση αυτών από τις αξιώσεις προς λήψη της περαιτέρω διαφοράς στην εφάπαξ αποζημίωση με βάση τις προηγούμενες ρυθμίσεις του Κανονισμού του Ταμείου, χωρίς δηλαδή τους περιορισμούς της παραγράφου 3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/2002, αφού μάλιστα κατά το χρόνο θέσης σε ισχύ του εν λόγω Κανονισμού (2004) δεν είχαν εκδοθεί οι υπ' αριθ. 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, που έκριναν το ζήτημα της συνταγματικότητας της ρύθμισης του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992.

Συνακόλουθα, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 του Κανονισμού του Ταμείου ουδόλως κωλύει τη λήψη απόφασης από το Δ.Σ. του αναιρεσίβλητου Ταμείου για τη ρύθμιση των σχετικών λεπτομερειών για τη καταβολή της συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής, όπως την υπογραφή εκ μέρους των αιτούντων τη λήψη της ως άνω συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής ομοιομόρφων δηλώσεων παραίτησης από τις περαιτέρω αξιώσεις τους, προκειμένου να εκταμιευθεί άμεσα το ποσό της εν λόγω συμπληρωματικής παροχής, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι κατά τα λοιπά συνέτρεχαν οι λοιπές προϋποθέσεις για τη κατάρτιση εξωδίκου συμβιβασμού (ΑΠ 596/2019, ΑΠ 669/2016).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδάφιο α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, ΑΠ 320/2022, ΑΠ 596/2019).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 320/2022, ΑΠ 596/2019, ΑΠ 669/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τη προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής : "...Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας από 16.10.1964 ο πρώτος (ήδη πρώτος αναιρεσείων), 12.9.1962 ο δεύτερος (ήδη δεύτερος αναιρεσείων), 16.7.1964 ο τρίτος (ήδη τρίτος αναιρεσείων), 7.10.1965 ο τέταρτος (ήδη τέταρτος αναιρεσείων) 12.9.1962 ο πέμπτος (μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), 6.6.1963 ο έκτος (μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), 20.11.1969 ο όγδοος (ήδη πέμπτος αναιρεσείων) και 9.10.1970 ο ένατος (ήδη έκτος αναιρεσείων) και αποχώρησαν από την υπηρεσία τους στις 14.8.2002, 14.8.2002, 14.8.2002, 14.8.2002, 14.8.2002, 14.8.2002, 1.1.2003 και 1.12.2002, αντίστοιχα, και οι μηνιαίες αποδοχές τους ανέρχονταν κατά τον χρόνο αποχωρήσεως τους σε 3.158,88 ευρώ, 3.576,88 ευρώ, 3.422,51 ευρώ, 2.908,76 ευρώ, 4.046,83 ευρώ, 4.013,05 ευρώ, 3.296,52 ευρώ και 2.273,67 ευρώ, αντίστοιχα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 57 παρ.3 του ν.2084/1992, με τον οποίο καθορίσθηκε ανώτατο όριο στο εφάπαξ βοήθημα, έλαβαν από το εναγόμενο Ταμείο (ήδη αναιρεσίβλητο) μειωμένη εφάπαξ αποζημίωση, και συγκεκριμένα αντί του δικαιουμένου ποσού των 123.670,09 ευρώ ο πρώτος των εναγόντων έλαβε το ποσό των 52.431,09 ευρώ, των 150.407,80 ευρώ ο δεύτερος των εναγόντων έλαβε το ποσό των 58.256,77 ευρώ, των 138.953,91 ευρώ ο τρίτος των εναγόντων έλαβε το ποσό των 55.343,93 ευρώ, των 115.986,81 ευρώ ο τέταρτος των εναγόντων έλαβε το ποσό των 53.887,51 ευρώ, των 167.235,25 ευρώ ο πέμπτος των εναγόντων έλαβε το ποσό των 56.800,35 ευρώ, των 165.839,29 ευρώ ο έκτος των εναγόντων έλαβε το ποσό των 56.800,35 ευρώ, των 121.888,83 ευρώ ο όγδοος των εναγόντων έλαβε το ποσό των 49.503,69 ευρώ και των 82.420,54 ευρώ ο ένατος των εναγόντων έλαβε το ποσό των 46.605,41 ευρώ.

Ακολούθως, σε εκτέλεση αποφάσεων του Διευθυντή του εναγομένου που εκδόθηκαν κατ'εξουσιοδότηση του Διοικητικού του Συμβουλίου, οι ενάγοντες έλαβαν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 παρ.20 του ν.3029/2002, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν.3232/2004, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 του Καταστατικού του εναγομένου, που εγκρίθηκε με την ΚΥΑ 80000/30226/1366/2004 απόφαση με την οποία το εναγόμενο μετατράπηκε από ν.π.δ.δ.

σε ν.π.ι.δ. με την ίδια επωνυμία και αποτελεί καθολικό διάδοχο του πρώτου. Ταυτόχρονα το εναγόμενο ζήτησε από τους ενάγοντες να δηλώσουν εγγράφως ότι με τις συμπληρωματικές καταβολές, ικανοποιείται πλήρως κάθε αξίωσή τους κατά αυτού για εφάπαξ παροχή στηριζόμενη στην εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν.2084/1992 και ότι παραιτούνται από κάθε συναφή απαίτηση.

Μετά την απόφαση αυτή το εκκαλούν με την από 17.2.2004 ανακοίνωσή του απευθύνθηκε στους ασφαλισμένους του που είχαν συνταξιοδοτηθεί κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1993 έως το έτος 2004 προτείνοντάς τους τη συμβιβαστική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς, υπό τους παραπάνω όρους και προϋποθέσεις. Μεταξύ αυτών που ανταποκρίθηκαν συγκαταλέγονταν και οι εφεσίβλητοι οι οποίοι αποδεχόμενοι την προς αυτούς πρόταση υπέγραψαν τα από 28.4.2004 ιδιωτικά συμφωνητικά ο πρώτος, δεύτερος και έκτος των εναγόντων, τα από 11.8.2004, 4.8.2004, 11.5.2004, 4.8.2004 και 7.5.2004 ιδιωτικά συμφωνητικά ο τρίτος, ο τέταρτος, ο πέμπτος, ο όγδοος και ο ένατος των εναγόντων, αντίστοιχα, με τα οποία δήλωναν ότι αποδέχονταν να λάβουν την διαφορά, όπως αυτή είχε προσδιοριστεί με την παραπάνω απόφαση, ότι ενόψει της καταβολής της ως άνω συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής των 56.273,01 ευρώ στον πρώτο, των 79.138,77 ευρώ στον δεύτερο, των 69.640,55 ευρώ στον τρίτο, των 49.117,84 ευρώ στον τέταρτο, των 94.600,13 ευρώ στον πέμπτο, των 93.762,74 ευρώ στον έκτο, των 53.780,40 ευρώ στον όγδοο και των 22.398,11 ευρώ στον ένατο των εναγόντων, ικανοποιείται πλήρως κάθε δικαίωμά τους, εφάπαξ παροχής ή αποζημιώσεως και κάθε σχετική αξίωσή τους κατά του ταμείου και ως εκ τούτου δεν έχουν ούτε διατηρούν κατά του ταμείου καμία αξίωση εφάπαξ παροχής ή αποζημιώσεως παραιτούμενοι ειδικότερα ρητά και ανεπιφύλακτα από κάθε, εξ αιτίας ή εξ αφορμής της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 57 του ν.2084/1992, τυχόν δικαίωμα ή αξίωσή τους κατά του ταμείου και κάθε ασκηθείσας σχετικής αγωγής ή προσφυγής, και από κάθε εν γένει δικαστική επιδίωξη κατά του ταμείου για την καταβολή ποσών για οποιονδήποτε λόγο εκ της άνω αιτίας.

Στη συνέχεια το εκκαλούν κατέβαλε στους εφεσίβλητους ως συμπληρωματική εφάπαξ παροχή το ποσό των 56.273,01 ευρώ στον πρώτο, των 79.138,77 ευρώ στον δεύτερο, των 69.640,55 ευρώ στον τρίτο, των 49.117,84 ευρώ στον τέταρτο, των 94.600,13 ευρώ στον πέμπτο, των 93.762,74 ευρώ στον έκτο, των 53.780,40 ευρώ στον όγδοο και των 22.398,11 ευρώ στον ένατο, δηλαδή συνολικά οι εφεσίβλητοι έλαβαν τα ποσά των 108.704,10 ευρώ ο πρώτος, 137.395,54 ο δεύτερος, 124.984,48 ευρώ ο τρίτος, 103.005,35 ο τέταρτος, 151.400,48 ευρώ ο πέμπτος, 150.563,09 ευρώ ο έκτος, 103.284,09 ευρώ ο όγδοος και 69.003,52 ευρώ ο ένατος των εναγόντων.

Μετά τις παραπάνω καταβολές τα εφάπαξ βοηθήματα που οι εφεσίβλητοι εισέπραξαν υπολείπονταν εκείνων που δικαιούνταν να εισπράξουν χωρίς την εφαρμογή της διάταξης της παρ.3 του άρθρου 57 του ν.2084/1992 περί καθορισμού ανωτάτου ορίου στο εφάπαξ βοήθημα και συγκεκριμένα υπολείπονταν κατά τα ποσά των 14.965,99 ευρώ, 13.012,26 ευρώ, 13.969,43 ευρώ, 12.981,46 ευρώ, 15.834,77 ευρώ, 15.276,20 ευρώ, 18.604,74 ευρώ και 13.417,02 ευρώ, αντίστοιχα.

Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους ούτε και ως προς το ύψος των ως άνω ποσών προβάλλεται κάποια αντίρρηση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο που καταρτίστηκαν οι ως άνω συμβιβαστικές συμφωνίες, υπήρχε σοβαρή αμφισβήτηση και αβεβαιότητα σχετικά με τα ένδικα δικαιώματα των εφεσίβλητων και συγκεκριμένα σχετικά με τη συνταγματικότητα ή μη της διάταξης του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992 και της περαιτέρω εφαρμογής της ή μη κατά την καταβολή της εφάπαξ αποζημίωσης από το εκκαλούν, δεδομένου ότι είχαν εκδοθεί αντίθετες ως προς το ζήτημα αυτό αποφάσεις τόσο από τα διοικητικά όσο και από τα πολιτικά Δικαστήρια.

Συγκεκριμένα κατά το χρόνο που είχε δημοσιευθεί η προαναφερόμενη απόφαση του Δ.Σ. του εκκαλούντος (6.11.2004) με την οποία το τελευταίο πρότεινε την παραπάνω συμπληρωματική καταβολή υπό τους παραπάνω όρους, είχαν ήδη δημοσιευθεί οι ΔΕφΑΘ 585/2000 (ΕΕργΔ 2000, 609) και ΔΕφΑΘ 3443/2000 (ΔΕΝ 2001, 154) αποφάσεις, που έκριναν ότι η ως άνω διάταξη είναι αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας.

Αντίθετα, η ΑΠ 1159/2001 απόφαση (ΔΕΝ 2001, 1292) έκρινε ότι η ως άνω διάταξη δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, ενώ η ΑΠ 521/2003 απόφαση (ΕΕργΔ 2003, 785) έκρινε ότι αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, και συνεπώς είναι ανεφάρμοστη η ως άνω διάταξη, ταυτόχρονα όμως παρέπεμψε το ζήτημα στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, λόγω γενικότερου ενδιαφέροντος και για την ενότητα της νομολογίας.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η ΑΠ 8/2008 απόφαση της τακτικής ολομέλειας (ΕλλΔνη 2004, 707), η οποία έκρινε με πλειοψηφία μιας ψήφου, ότι το εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, και συνεπώς είναι αντισυνταγματική (αφού παραβιάζεται η αρχή της ισότητας) η επιβολή νομοθετικά ανωτάτου ορίου σ' αυτό. Ενόψει του ότι υπήρχε ισχυρή μειοψηφία που υποστήριξε το αντίθετο, παραπέμφθηκε το ζήτημα στην πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου, οπότε στις 10.3.2005 εκδόθηκε η ΟλΑΠ 17/2005 (ΕλλΔνη 2005,703), απόφαση η οποία έκρινε αντισυνταγματική την ως άνω διάταξη.

Παράλληλα από το Συμβούλιο της Επικράτειας είχαν εκδοθεί αποφάσεις με αντίθετη άποψη. Συγκεκριμένα, οι με αριθμό 162, 163 και 164/24.1.2005 αποφάσεις, με τις οποίες κρίθηκε ότι το επίδικο εφάπαξ βοήθημα δεν είχε αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα και για το λόγο αυτό η ως άνω διάταξη δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, ενόψει, όμως, του ότι το ζήτημα είχε παραπεμφθεί προς επίλυση στην πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου, παρέπεμψαν την υπόθεση προς κρίση στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικράτειας, που εν τέλει, με τις με αριθμό 1282, 1283 και 1284/ 2006 αποφάσεις της Ολομέλειάς του, έκρινε συνταγματική την ίδια διάταξη.

Ακολούθως το θέμα παραπέμφθηκε στο ΑΕΔ, το οποίο, επιλύοντας την αντίθεση μεταξύ των αποφάσεων των παραπάνω ανωτάτων Δικαστηρίων, έκρινε με τις 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του, κατά πλειοψηφία, αντισυνταγματική τη διάταξη, για τους λόγους που εκτίθενται στην αρχική νομική σκέψη της παρούσας απόφασης. Μετά από αυτά οι παραπάνω συμβιβασμοί είναι έγκυροι διότι με τη συμφωνία που περιέχουν λύθηκε σοβαρή και όχι προσχηματική αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα σχετικά με το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος και με αμοιβαίες υποχωρήσεις αυτές επιλύθηκαν.

Η σοβαρή αβεβαιότητα αναφερόταν στην συνταγματικότητα ή μη του άρθρου 57 του ν.2084/1992, ενώ οι αμοιβαίες υποχωρήσεις του συνίστανται για μεν τους εφεσίβλητους στο ότι συμφώνησαν να λάβουν μέρος του όλου εφάπαξ, κατά πολύ όμως ανώτερο από το ποσό που είχε αρχικά υπολογιστεί με το πλαφόν της ως άνω διάταξης, το δε εκκαλούν κατέβαλε μέρος μόνον αυτού, το οποίο, ωστόσο, υπερέβαινε κατά πολύ το όριο που είχε τεθεί από το άρθρο 57 του ν.2084/1992, ενώ οι διάδικοι απέφυγαν με το συμβιβασμό αυτό να αποδυθούν σε δικαστικό αγώνα, που κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν αβέβαιης διάρκειας και έκβασης.

Τα όσα δε αντίθετα επικαλούνται οι ενάγοντες, ότι δηλαδή πρόκειται για εκ μέρους τους παραίτηση από το δικαίωμα παροχής εφάπαξ αποζημίωσης που στηρίζεται σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και ως εκ τούτου είναι άκυρη και ότι το εναγόμενο τους επέβαλε μονομερώς τις προϋποθέσεις καταβολής της συμπληρωματικής παροχής είναι απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμα, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν.

Πρέπει να σημειωθεί ότι παραδεκτά, κατά τις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 παρ.3 του ΚΠολΔικ το εκκαλούν, επιδιώκοντας με το ένδικο μέσο της εφέσεως να ανατρέψει την βλαπτική γι' αυτό πρωτόδικη απόφαση, προβάλλει ως λόγο έφεσης τον ισχυρισμό περί απόσβεσης της ένδικης απαίτησης των εναγόντων λόγω της παραπάνω συμφωνίας τους με το ίδιο, η οποία, όπως ορθά χαρακτηρίζεται από το Δικαστήριο επήλθε σύμφωνα με τα προαναφερόμενα λόγω συμβιβασμού των διαδίκων και όχι παραίτησης των εναγόντων, δεδομένου ότι τούτο αποδεικνύεται εγγράφως αλλά και με δικαστική ομολογία των εναγόντων (ΑΠ 752/2011 δημ.

σε Νόμος, ΑΠ 1765/2002 ΕλΔικ 45, 172, ΑΠ 844/1999 Ελ.Δικ. 41, 440). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με τις ανωτέρω αποφάσεις (εκκαλουμένη 2000/2015 και αναγκαστικά συμπροσβαλλόμενη 1654/2010) έκρινε τα αντίθετα, δεχόμενη την ένδικη αγωγή ως βάσιμη κατ 'ουσίαν δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο και εκτίμησε εσφαλμένα τις αποδείξεις και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης ως βάσιμος...".

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προεκτέθηκε, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση ως προς τον έβδομο εφεσίβλητο (Ό. Γ.), δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ.2000/2015 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την από 17.6.2009 αγωγή των εναγόντων, απέρριψε αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Με τον πρώτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε ως έγκυρη την κατάρτιση σύμβασης συμβιβασμού με περιεχόμενο παραίτηση από δικαιώματα που απορρέουν από διατάξεις δημόσιας τάξης της εργατικής νομοθεσίας και ότι ως εκ τούτου παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 680 και 679 του ΑΚ και 8 του Ν. 2112/1920.

Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω είναι επιτρεπτή η κατάρτιση σύμβασης συμβιβασμού με αντικείμενο δικαιώματα του εργαζομένου που απορρέουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου της εργατικής νομοθεσίας, υπό τον όρο συνδρομής των προαναφερθεισών προϋποθέσεων της σοβαρής αμφισβήτησης ή αβεβαιότητας ως προς την ύπαρξη ή το εύρος αυτών και της επίλυσης της διαφοράς με αμοιβαίες υποχωρήσεις προς αποφυγή δικαστικού αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης, προϋποθέσεις των οποίων τη συνδρομή δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του.

Κατά συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις περί συμβιβασμού στις επίδικες εργατικές αξιώσεις και ως εκ τούτου ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 308/2020).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016) δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 179/2019).

Ως "πράγματα" δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης νοούνται, μεταξύ άλλων, και οι ουσιαστικές ενστάσεις, όπως τυγχάνει η ένσταση συμβιβασμού (άρθ. 871 του ΑΚ) που συνιστά γνήσια, αυτοτελή και ανατρεπτική ένσταση, η παραδοχή της οποίας έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής κατά το μέρος που η τελευταία αφορά αξιώσεις από τις οποίες ο ενάγων παραιτήθηκε στο πλαίσιο του συμβιβασμού.

Επομένως τον ανωτέρω εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί και η παραδοχή ένστασης, όπως η ένσταση συμβιβασμού, που δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε νομίμως (ΑΠ 320/2022, ΑΠ 596/2019, ΑΠ 669/2016). Από την προαναφερθείσα δε διάταξη του άρθρου 871 του ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ 1 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, προκύπτει ότι, ανεξαρτήτως του δοθέντος από τα μέρη νομικού χαρακτηρισμού, πρέπει για την παραδοχή αυτής να έχουν αναφερθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά που συνιστούν το πραγματικό αυτής και επάγονται την επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 320/2022, ΑΠ 596/2019, ΑΠ 669/2016).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 520, 525 και 527 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του εκκαλούντος - εναγομένου, είτε είχαν απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε, ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει κάποιος λόγος από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 527 του ΚΠολΔ., ο οποίος συγχωρεί την βραδεία προβολή τους, πρέπει για να είναι παραδεκτοί στην έκκλητη δίκη, ως λόγοι που αποσκοπούν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, να προτείνονται με το εφετήριο ή με πρόσθετο λόγο εφέσεως και όχι με τις προτάσεις (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 1256/2020, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 35/2018, ΑΠ 88/2011).

Άλλως, αν προταθούν με τις προτάσεις είναι απαράδεκτοι, εκτός εάν πρόκειται για ενστάσεις, που προτείνονται το πρώτον στο Εφετείο από τον εκκαλούντα - εναγόμενο, όχι προς εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αλλά προς απόρριψη της αγωγής, μετά την εξαφάνιση της συγκεκριμένης απόφασης, βάσει άλλου λόγου έφεσης, και τη διακράτηση της υπόθεσης από το Εφετείο (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 946/2019, ΑΠ 95/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με το τρίτο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της ισχυρισμό περί συμβιβασμού των μερών, αν και τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προταθεί από το αναιρεσίβλητο Ταμείο ως λόγος έφεσης, αλλά ούτε και πρωτοδίκως, όπως δέχθηκε άλλωστε και η προσβαλλομένη απόφαση.

Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 2.9.2016 και με αριθ. κατ. 3634/9.9.2016 έφεσης, που επισκοπεί το Δικαστήριο για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναίρεσης, με τον τρίτο λόγο έφεσης το εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο Ταμείο διέλαβε τον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι νομίμως παραιτήθηκαν κάθε αξίωσής τους κατά του ταμείου υπογράφοντας τα σχετικά συμφωνητικά και λαμβάνοντας τη συμπληρωματική εφάπαξ παροχή και ότι η παραίτησή τους ήταν έγκυρη γιατί υπήρχε νομική αβεβαιότητα κατά τη σύναψη αυτών, ως προς το αν η περικοπή ήταν συνταγματική ή όχι.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός, με τον οποίο το αναιρεσίβλητο Ταμείο ουσιαστικά επικαλέσθηκε απόσβεση των επιδίκων αξιώσεων, δεν διαλαμβάνει τα κατά νόμο στοιχεία του συμβιβασμού, αφού στον ως άνω λόγο δεν γίνεται καθόλου μνεία των αμοιβαίων υποχωρήσεων των μερών κατά τη κατάρτιση των σχετικών συμφωνητικών παραίτησης και σε τι συνίσταντο οι υποχωρήσεις αυτές.

Σημειώνεται ότι στις από 2.9.2016 προτάσεις του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, διαλαμβάνεται επιπλέον ότι αποσβέσθηκαν οι επίδικες αξιώσεις με την παραίτηση των εναγόντων και λόγω της εγκυρότητας του συμβιβασμού (σελ. 5-6 των προτάσεων), χωρίς και πάλι, όμως, να γίνεται μνεία των αμοιβαίων υποχωρήσεων των μερών κατά τη κατάρτιση των σχετικών συμφωνητικών παραίτησης και σε τι συνίσταντο οι υποχωρήσεις αυτές.

Σε κάθε, δε, περίπτωση ο ισχυρισμός του εναγομένου-εκκαλούντος περί ύπαρξης συμβιβασμού, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, έπρεπε, κατ' άρθρο 527 του ΚΠολΔ, να υποβληθεί με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο και θα μπορούσε παραδεκτά να υποβληθεί με τις προτάσεις του, μόνο για την περίπτωση εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης κατά παραδοχή άλλου λόγου έφεσης του εκκαλούντος-εναγομένου, διακράτησης της υπόθεσης από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και εξέτασης κατ' ουσία της αγωγής των εναγόντων και προς απόρριψη αυτής (αγωγής), περίπτωση που δεν υφίσταται στην ένδικη υπόθεση.

Συνακόλουθα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που, με την προσβαλλομένη απόφασή του, εκτίμησε τον ανωτέρω περί παραίτησης των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσειόντων λόγο έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου ταμείου ως προβληθέντα από το τελευταίο ισχυρισμό περί συμβιβασμού, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που δεν είχαν προταθεί από το εκκαλούν.

Επομένως ο περί τούτου εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του άνω τρίτου αναιρετικού λόγου, και παρελκούσης της έρευνας των δεύτερου και τέταρτου λόγων αναίρεσης, καθόσον καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ταμείο, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 6305/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ταμείο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ