Legislator Case Law & Legislation
507/2020 AI generated

507/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 507/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

507/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου, όπως ισχύει "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.

Keywords

AI generated
living expenses indigence enforcement of maintenance child support calculation ongoing social benefits loss of financial support
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 507 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 507/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Χ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κυριαζή και 2) τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2015 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λήμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 349/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα Λήμνου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά Ν. Κ., που προσκομίζει η αναιρεσείουσα Τράπεζα με την επωνυμία Eurobank Ergasias, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 10-2-2018, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για τη παρούσα που είχε οριστεί η συζήτησή της, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην δεύτερη αναιρεσίβλητη υπό την αναγραφόμενη ιδιότητά της - καθ' ης η αίτηση - πιστώτριας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που έλαβε μέρος στη δευτεροβάθμια δίκη, κατ' άρθρ. 769 εδάφ. β' και 762 ΚΠολΔ, η οποία και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 2, 226 παρ. 4 εδάφ. γ' και δ', 575 εδάφ. β' ΚΠολΔ).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, με την πληττόμενη 349/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, μεταβατική έδρα Λήμνου (που δίκασε ως Εφετείο), η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), απορρίφθηκε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η με αριθμ.19/24-7-2017 έφεση της καθής η αίτηση Τράπεζας με την επωνυμία Eurobank Ergasias και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης 36/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λήμνου που είχε κάνει δεκτή κατά ένα μέρος την αίτηση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων δεχόμενο, ως ουσιαστικά βάσιμη, την ένδικη, από 14-12-2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 32/2025, αίτησή του για υπαγωγή στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, με την αιτιολογία ότι ο αιτών περιήλθε σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010, όπως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης με βάση την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου, όπως ισχύει "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.

Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου".

Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 1379/ 2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: α) έστω και συνοπτικά (ΑΠ Ολομ. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΑΠ Ολομ. 20/2005).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα, παραθέτοντας συνοπτικά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, προσάπτει στην απόφαση αυτή την αιτίαση ότι, σχετικά με την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για το ότι ο αναιρεσίβλητος - αιτών περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του, ναι μεν αναφέρονται τα ετήσια και μηνιαία (καθαρά) εισοδήματά του και οι βασικές, τουλάχιστον, βιοτικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του (προστατευόμενων μελών της), όχι, όμως, και το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεών του για την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων και, έτσι, παραβιάστηκε η διάταξη, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010.

Ειδικότερα, το πιο πάνω δικαστήριο δέχθηκε, ως προς το ζήτημα αυτό, τα εξής, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται: "Για την κάλυψη όλων των ευλόγων δαπανών για την αξιοπρεπή διαβίωση του αιτούντος και της συζύγου του, δηλαδή τη σίτιση, ένδυση, υπόδηση, θέρμανση της οικίας, πληρωμή λογαριασμών ηλεκτροδότησης, ύδρευσης και τηλεφωνίας και συντήρηση εν γένει του νοικοκυριού απαιτείται κατά μέσο όρο το ποσόν των 1.000 ευρώ μηνιαίως, το οποίο απαιτούνταν και κατά τον κρίσιμο χρόνο [...] Ο αιτών κατά τον κρίσιμο χρόνο βαρυνόταν έναντι της εκκαλούσας με τις εξής χρηματικές οφειλές, τις οποίες ανέλαβε ένα τουλάχιστον έτος προ της υποβολής της αίτησης:

α) ποσού 87.457,23 ευρώ από την υπ' αρ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, η οποία συνήφθη σε ελβετικά φράγκα, β) ποσού 121.718,67 ευρώ από την υπ' αρ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, η οποία επίσης συνήφθη σε ελβετικά φράγκα, γ) ποσού 16.127,57 ευρώ από την υπ' αρ. ... σύμβαση προσωπικού (εσφαλμένα αναγράφεται ως στεγαστικό) δανείου.

Με τις ανωτέρω συμβάσεις συμφωνήθηκε η αποπληρωμή των δύο πρώτων δανείων σε 360 μήνες και του τρίτου σε 183 μήνες. Η πρόσθεση των οφειλών αποδίδει άθροισμα 225.303,47 ευρώ. Έναντι της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." κατά τον κρίσιμο χρόνο βαρυνόταν με τις εξής οφειλές:

α) ποσού 15.083,64 ευρώ από την υπ' αρ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου και β) ποσού 15.209,50 ευρώ από την υπ' αρ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου. Η πρόσθεση των οφειλών αποδίδει άθροισμα 30.293,14 ευρώ [...] Δηλαδή το σύνολο των οφειλών του ανέρχονταν, πριν από την υποβολή της αίτησης στο Ειρηνοδικείο Λήμνου, στο ποσόν των 255.596,61 ευρώ [...] Ο αιτών εξυπηρετούσε αυτά τα δάνεια μέχρι και το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2015, οπότε έπαυσε να πληρώνει τις μηνιαίες εξοφλητικές δόσεις και αυτές άρχισαν να καθίστανται ληξιπρόθεσμες.

Όπως αποδείχθηκε, το μηνιαίο καθαρό εισόδημα του αιτούντος ανέρχεται στο ποσόν των 885 ευρώ και της συζύγου του στο ποσό των 691 ευρώ και το καθαρό οικογενειακό τους εισόδημα στο ποσόν των (885 + 691) 1.576 ευρώ. Με βάση την αναλογία των καθαρών εισοδημάτων τους (1 προς 0,78) ο αιτών υποχρεούται να συνεισφέρει στις ανάγκες του κοινού οίκου το ποσόν των 560 ευρώ και η σύζυγός του το ποσόν των 440 ευρώ κατ' άρθρο 1389 ΑΚ.

Το ποσό που απομένει μετά από την καταβολή της συνεισφοράς του αιτούντος για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών για την αξιοπρεπή διαβίωση του ιδίου και της συζύγου του, δηλαδή το ποσόν των (885 - 560) 325 ευρώ, δεν επαρκεί για την εξόφληση των μηνιαίων δόσεων προς τις δύο μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, ήτοι την εκκαλούσα και την υπό εκκαθάριση τελούσα Αγροτική Τράπεζα, ώστε να εξοφληθεί η συνολική οφειλή των 255.596,61 ευρώ...".

Κρίνοντας, όμως, έτσι, το εν λόγω δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών του πρώτου αναιρεσίβλητου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Και τούτο, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων του αναιρεσίβλητου - αιτούντος για την εξυπηρέτηση των δανείων του, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί. από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων του (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (βλ.

και ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παράλληλα, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν ο αναιρεσίβλητος - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά του δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.

Με άλλα λόγια, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται ότι τα αναγραφόμενα καθαρά εισοδήματα του αναιρεσίβλητου, που ανέρχονταν, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης, κατά το έτος 2015 (που κατατέθηκε η ένδικη αίτηση υπαγωγής στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010), σε 885 ευρώ και της συζύγου του σε 691 ευρώ ανά μήνα, επαρκούσαν για την κάλυψη, αφενός μεν, των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, δεν επαρκούσαν όμως για την εξόφληση των μηνιαίων δόσεων προς τις δύο μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, ώστε να εξοφληθεί η συνολική οφειλή των 255.596,61 ευρώ, δεν προσδιορίζει το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων του αναιρεσίβλητου - αιτούντος για την εξυπηρέτηση των δανείων του με επακόλουθο να μην μπορεί να κριθεί αν αυτός έχει περιέλθει ή όχι σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του.

Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του είναι βάσιμος, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες, είτε μη γνήσιες) εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ' άρθρ. 3 εδάφ. β' ν. 3869/ 2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ, το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 438/2019, ΑΠ 636/2017).

Κατόπιν τούτου, παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στην ίδια αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθώς καταλαμβάνει το κεφάλαιο τούτο και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση αυτού του λόγου που διατυπώνεται με την αίτηση αναίρεσης και οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή υφίσταται μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του οφειλέτη - αναιρεσίβλητου), καθώς και των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου λόγων αναίρεσης λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των άνω γενόμενων δεκτών.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του προαναφερόμενου λόγου της, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.

β' του παραπάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 349/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα Λήμνου), που δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Και

Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μα?ου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ