Legislator Case Law & Legislation
507/2018 AI generated

507/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 507/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά μεν το άρθρο 62 εδ. α Κ.Πολ.Δ. όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος, κατά δε το άρθρο 61 Α.Κ. ένωση προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης σύνολο περιουσίας που έχει ταχθεί στην εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν να αποκτήσουν προσωπικότητα (νομικό πρόσωπο), αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος.

Legislator headnote

AI generated

507/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α Κ.Πολ.Δ. όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος, κατά δε το άρθρο 61 Α.Κ. ένωση προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης σύνολο περιουσίας που έχει ταχθεί στην εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν να αποκτήσουν προσωπικότητα (νομικό πρόσωπο), αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 507 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 507/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 292/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 669/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-5-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αυτοπροσώπως παριστάμενος αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά μεν το άρθρο 62 εδ. α Κ.Πολ.Δ. όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος, κατά δε το άρθρο 61 Α.Κ. ένωση προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης σύνολο περιουσίας που έχει ταχθεί στην εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν να αποκτήσουν προσωπικότητα (νομικό πρόσωπο), αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος.

Ειδικότερα όσον αφορά την ανώνυμη εταιρεία, από τις διατάξεις του άρθρου 7β παρ. 10 ν. 2190/1920 (όπως το άρθρο 7β προστέθηκε με το άρθρο 7 π.δ. 409/1986 και η παράγραφος 10 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 3 ν. 3604/2007) προκύπτει ότι αυτή αποκτά νομική προσωπικότητα με την καταχώριση στο οικείο μητρώο ανώνυμων εταιρειών της ιδρυτικής πράξεως με το καταστατικό της, μαζί με τη διοικητική απόφαση για τη σύστασή της και την έγκριση του καταστατικού της, όπου απαιτείται, παύει δε να υπάρχει με την καθ’ οιονδήποτε νόμιμο τρόπο λύση της (Α.Π. 883/2012).

Εξ άλλου κατά το άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 62 έως 72, στις οποίες περιλαμβάνεται η ικανότητα να είναι κάποιος διάδικος και η νομιμοποίηση των διαδίκων. Περαιτέρω στο άρθρο 75 παρ. 1 και 2 ν. 2190/1920 (όπως το άρθρο 75 προστέθηκε με το άρθρο 12 π.δ. 498/1987 και η περ.

α της παραγράφου 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 παρ. 2 ν. 3604/2007) ορίζονται, σχετικά με τη συγχώνευση με απορρόφηση ανώνυμης εταιρείας, η οποία προβλέπεται από τα άρθρα 69 επ. του ίδιου νόμου: "1. Από την καταχώρηση, στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, που προβλέπεται από το άρθρο 74, επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα χωρίς καμμία άλλη διατύπωση, τόσο για τις συγχωνευόμενες εταιρείες όσο και έναντι των τρίτων, τα ακόλουθα αποτελέσματα:

α. Η απορροφούσα εταιρεία υποκαθίσταται στο σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της ή των απορροφούμενων εταιρειών, περιλαμβανομένων των διοικητικών αδειών που έχουν εκδοθεί υπέρ της ή των απορροφούμενων εταιρειών και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή. β. Οι μέτοχοι της ή των απορροφούμενων εταιρειών γίνονται μέτοχοι της απορροφούσας εταιρείας.

γ. Η απορροφούμενη ή οι απορροφούμενες εταιρείες παύουν να υπάρχουν. 2. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρεία ή κατ’ αυτής χωρίς καμμιά ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχώνευσης, βιαία διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους".

Εξ άλλου κατά το άρθρο 68 ν. 3601/2007 (όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 5 ν. 4021/2011 και πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 166 παρ. 1 ν. 4261/2014, έχει δε εν προκειμένω εφαρμογή): "1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3458/2006 (Α 94) και του άρθρου 63Ε: α) Πιστωτικό Ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ’ αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης, β) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8, αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, γ) Κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης, τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος αναλαμβάνει ο οριζόμενος από την Τράπεζα της Ελλάδος ειδικός εκκαθαριστής, δ)...

ε)... στ)... ζ)... η)... θ)... ι)... 2. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου. Στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο μέτρο που δεν αντίκειται στο παρόν άρθρο, όπως αυτό εξειδικεύεται με την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα...".

Με τα άρθρα 63Α, 63Β, 63Γ, 63Δ, 63Ε, 63ΣΤ και 63Ζ του ίδιου πιο πάνω ν. 3601/2007 (όπως ίσχυαν μετά την προσθήκη τους με το άρθρο 4 ν. 4021/2011 και πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο 166 παρ. 1 ν. 4261/2014, έχουν δε εν προκειμένω εφαρμογή), αναμορφώθηκε το δίκαιο εξυγιάνσεως και εκκαθαρίσεως των πιστωτικών ιδρυμάτων. Μεταξύ των μέτρων εξυγιάνσεως περιλαμβάνονταν η εντολή μεταβιβάσεως περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος και η σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος, οι οποίες προβλέπονταν αντίστοιχα από τα άρθρα 63Δ και 63Ε ν. 3601/2007, όπως ίσχυε κατά τ’ ανωτέρω.

Ειδικότερα: Κατά το άρθρο 63Δ παρ. 1: "Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται με απόφασή της να υποχρεώσει πιστωτικό ίδρυμα στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του προς άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή προς άλλο πρόσωπο. Τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία προσδιορίζονται στην απόφαση του προηγούμενου εδαφίου και μπορούν να είναι δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις".

Κατά το άρθρο 63Ε παρ. 1 εδ. α: "Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, να συσταθεί μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα, προς το οποίο μεταβιβάζεται το σύνολο ή μέρος των περιουσιακών στοιχείων του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 63Δ παράγραφοι 5 έως 12".

Κατά το άρθρο 63Ε παρ. 2: "Η απόφαση της παραγράφου 1 καταχωρίζεται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο. Με την καταχώριση αυτή, το μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα αποκτά νομική προσωπικότητα. Κοινοποιείται αυθημερόν στην Τράπεζα της Ελλάδος, στο Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων, Επενδύσεων και Εξυγίανσης και στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας".

Κατά το άρθρο 63Δ παρ. 5 εδ. γ και δ, που κατά την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρο 63Ε παρ. 1 εδ. α εφαρμόζεται και στην περίπτωση της συστάσεως μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος: "Για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμό της έναντι τρίτων, οι οποίοι είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων που μεταφέρονται στο προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεσή τους.

Εκκρεμείς δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, συνεχίζονται από το προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους". Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι με τη σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος επέρχεται ex lege υποκατάσταση του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις έννομες σχέσεις που μεταβιβάστηκαν σ’ αυτό και συνακόλουθα ex lege μετατόπιση της νομιμοποιήσεώς του, αφού υπεισέρχεται στη δικονομική θέση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία.

Η δε υπό εξυγίανση τραπεζική επιχείρηση μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως προς το αντικείμενο που συνίσταται στα περιουσιακά στοιχεία που δεν έχουν μεταβιβαστεί, άλλως, εφόσον ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της και τίθεται σε ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, συνεχίζει να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως (άρθρο 68 ν. 3601/2007).

Περαιτέρω με την 2124/Β.95/18-1-2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β 74) αποφασίσθηκε η σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε." και ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, στο "Παράρτημα 1" της υπουργικής αυτής αποφάσεως, τα εξής: "1. Στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε." (εφεξής: "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο") μεταβιβάζονται όλες οι συμβατικές σχέσεις του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε." (εφεξής: "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο") με τρίτους, στις οποίες υποκαθίσταται πλέον πλήρως η "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε.", καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο" (δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), εκτός από τις συμβατικές σχέσεις και τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στη συνέχεια στον αριθμό 2 υπό στοιχεία α) έως και ιζ), που αναφέρονται εφεξής συνολικά ως "μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία"... 2.

Δεν μεταβιβάζονται στην "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο" τα περιουσιακά στοιχεία (ενεργητικό, παθητικό και έννομες σχέσεις από συμβάσεις) που περιγράφονται αμέσως παρακάτω υπό τα στοιχεία α) έως και ιζ) (μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία). Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία διατηρούνται υπό τη δικαιοκτησία (ενεργητικό) της "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο" ή συνεχίζουν να βαρύνουν (παθητικό) την "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο".

Εφόσον στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία περιλαμβάνονται συμβατικές σχέσεις, σ’ αυτές συμβαλλόμενη παραμένει η "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο". Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία είναι τα ακόλουθα: α) Οι έννομες σχέσεις της "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο" με τρίτους που πηγάζουν ή σχετίζονται με συμβάσεις εργασίας που έχει καταρτίσει η "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο", περιλαμβανομένων των προκαταβολών μισθών, β)...

γ)... δ)... ε) Όλες οι αξιώσεις και υποχρεώσεις της "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο" έναντι τρίτων, περιλαμβανομένων και των υπαλλήλων της "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο", για καταβολή αποζημίωσης από οποιαδήποτε (συμβατική ή εξωσυμβατική) αιτία, για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και για απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον συνδέονται με τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία...".

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 38, 44, 63 παρ. 4-5 και 94 του κώδικα δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ενόψει του χρόνου καταρτίσεως της ένδικης συμβάσεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επ. και 713 επ. Α.Κ. συνάγεται ότι η επιτρεπόμενη κατ’ εξαίρεση στο δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή, ρυθμίζεται από τον ως άνω κώδικα δικηγόρων και συμπληρωματικά από τους ορισμούς του Αστικού Κώδικα περί ανεξαρτήτων υπηρεσιών και τους κανόνες αυτού περί εντολής, εφόσον δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα της σχέσεως αυτής (Α.Π. 1258/2014).

Η εν λόγω παροχή υπηρεσιών από δικηγόρο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και επί της σχέσεως αυτής δεν εφαρμόζονται οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις ανωτέρω διατάξεις του κώδικα δικηγόρων και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού επαγγέλματος (Α.Π. 87/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 21-6-2011 αγωγή του κατά της αρχικά εναγόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία" ο ήδη αναιρεσίβλητος δικηγόρος εξέθεσε τα εξής: Ότι με διαδοχικές συμβάσεις έμμισθης εντολής ορισμένου χρόνου, πράγματι δε με μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, παρείχε στην αρχικά εναγομένη τις νομικές του υπηρεσίες με πάγια μηνιαία αντιμισθία ποσού 2.500 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα από 14-1-2008 μέχρι 31-12-2009, οπότε αυτή κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση και έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.

Ζήτησε δε, κατά μεν την κύρια βάση της αγωγής, να υποχρεωθεί η αρχικά εναγόμενη να αποδέχεται τις νομικές του υπηρεσίες και να του καταβάλει το ποσό των 47.500 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-12-2010 μέχρι 30-6-2012, πιθανή ημερομηνία συζητήσεως της αγωγής του, το ποσό των 8.750 ευρώ για επιδόματα εορτών και αδείας καθώς και αποδοχές αδείας των ετών 2011 και 2012 και το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του λόγω της παράνομης και καταχρηστικής συμπεριφοράς των νομίμων εκπροσώπων της, κατά δε την επικουρική βάση της, να υποχρεωθεί η αρχικά εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 2.500 ευρώ μηνιαίως που αντιστοιχεί στην πάγια μηνιαία αντιμισθία του του χρονικού διαστήματος από 1-12-2010 μέχρι 30-6-2012 και συνολικά το ποσό των 47.500 ευρώ ως ποινή για τη μη καταβολή σ’ αυτόν της νόμιμης αποζημιώσεως καταγγελίας, το ποσό των 8.750 ευρώ για επιδόματα εορτών και αδείας καθώς και αποδοχές αδείας των ετών 2011 και 2012 και το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη μη καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως καταγγελίας, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, ενώ όσον αφορά την επικουρική βάση απέρριψε το αίτημα επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ως μη νόμιμο, αφού δε την έκρινε νόμιμη κατά τα λοιπά, τη δέχθηκε μερικώς ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 25.488,53 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην απόφασή του διακρίσεις.

Κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ο ενάγων άσκησε την από 19-12-2012 έφεσή του με εφεσίβλητη την αρχικά εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία". Μετά τη ματαίωση της συζητήσεως της εφέσεώς του κατά την αρχικά ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (24-9-2013), την επανέφερε για συζήτηση με την από 25-9-2013 αίτηση-κλήση του, στρεφόμενη κατά του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε.", το οποίο είχε συσταθεί με την 2124/Β.95/18-1-1995 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και στο οποίο είχαν μεταβιβασθεί οι συμβατικές σχέσεις και τα περιουσιακά στοιχεία της αρχικά εναγομένης που αναφέρονται στο Παράρτημα 1 της ίδιας αποφάσεως.

Δικάσιμος για συζήτηση της υποθέσεως ορίσθηκε η 25-2-2014. Δεδομένου όμως ότι στις 27-12-2003 η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε." απορροφήθηκε από την ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.", η κλήση επιδόθηκε σ’ αυτήν ως εφεσίβλητη.

Η τελευταία με τις από 24-2-2014 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του εφετείου προέβαλε τον ισχυρισμό (ένσταση) ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς της, για το λόγο ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος περιλαμβανόταν στις συμβατικές σχέσεις της αρχικά εναγομένης που δεν μεταβιβάσθηκαν στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε.", η οποία στη συνέχεια απορροφήθηκε από αυτήν, και συνακόλουθα δεν μεταβιβάσθηκαν στην ίδια.

Το εφετείο απέρριψε την ένσταση αυτή, στη συνέχεια δε, δικάζοντας επί της ουσίας της διαφοράς, απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου. Με την κρίση του αυτή το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της 2124/Β.95/18-1-2013 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών, 94 παρ. 1 εδ.

α ν.δ. 3026/1954 και 180 Α.Κ. ούτε υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου. Ειδικότερα με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων δέχθηκε ότι η επίδικη έννομη σχέση έμμισθης εντολής που είχε συναφθεί μεταξύ του ενάγοντος και της αρχικώς εναγομένης, περιλαμβάνεται στις συμβατικές σχέσεις που μεταβιβάσθηκαν από το "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο" προς το "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο" και από το τελευταίο προς την ήδη αναιρεσείουσα "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.".

Πράγματι η έννομη αυτή σχέση δεν περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα ως μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία στο Παράρτημα 1 παρ. 2 περ. α της ανωτέρω υπουργικής αποφάσεως, δεδομένου ότι η έννομη σχέση έμμισθης εντολής για παροχή νομικών υπηρεσιών δεν συνιστά σύμβαση εργασίας. Ούτε περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα ως μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία στο Παράρτημα 1 παρ. 2 περ.

ε της ίδιας πιο πάνω υπουργικής αποφάσεως, δεδομένου ότι οι αναφερόμενες εκεί "αξιώσεις και υποχρεώσεις της "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο" έναντι τρίτων, περιλαμβανομένων και των υπαλλήλων της "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο", για καταβολή αποζημίωσης από οποιαδήποτε (συμβατική ή εξωσυμβατική) αιτία, για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και για απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού", δεν μεταβιβάζονται εφόσον συνδέονται με τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία.

Δεν αναιρούνται δε τα πιο πάνω από το ότι, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η ένδικη σύμβαση έμμισθης εντολής ήταν άκυρη, διότι τα μεταβιβαζόμενα και τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία κρίνονται με βάση τις έννομες σχέσεις από τις οποίες πηγάζουν, χωρίς να τίθεται ως αναγκαία προϋπόθεση της μεταβιβάσεως το έγκυρο ή μη της συμβάσεως από την οποία πηγάζουν.

Με βάση δε τα προεκτεθέντα ορθώς το εφετείο δεν απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της ήδη αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α και 14 περ. β Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

2. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη την αναφερθείσα στην προηγούμενη σκέψη ένστασή της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι, με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτόν, ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός (ένσταση) ελήφθη υπόψη από το εφετείο και απορρίφθηκε.

3. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα (Ολ.

Α.Π. 9/2011, 3/1997, 44/1990). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, κατά την απόρριψη της ενστάσεώς της για έλλειψη παθητικής της νομιμοποιήσεως, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως αφού διέλαβε σ’ αυτήν αντιφατικές αιτιολογίες στο κρίσιμο αυτό ζήτημα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτεθέντα ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, τέτοια δε δεν είναι η κρίση επί της ενστάσεως για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως. 4. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση, καθώς και το υποβληθέν με αυτήν αίτημα της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, το οποίο προϋποθέτει παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-5-2016 αίτηση για αναίρεση της 669/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και το αίτημα της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ