507/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated507/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά δε την παρ. 3 εδ. β του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Ολ.Α.Π 14/2015).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 507 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 507/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τιμόθεο Σιγάλα, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. Α. του Γ., 2)Μ. Α. του Κ., 3) …, 25)Α. Χ. του Χ., και 26)Γ. Κ. του Θ., κατοίκων .... Οι 2η, 3η, 4ος, 5η, 6η, 7η, 8η, 9η, 10η, 11η, 12η, 13η, 15η, 18η, 19η, 20ος, 21η, 22η, 23ος, 24η, 25η και 26η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Πλιάτσικα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο 17ος (Γ. Σ.) αποβίωσε προ της ασκήσεως της αίτησης αναίρεσης. Οι λοιποί (1η, 14ος και 16η) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών διαδίκων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6520/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 8262/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 22/7/2015 αίτησή της και τους από 6/9/2016 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 29/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Φέρονται για συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου αυτού η από 22-7-2015 αίτηση για αναίρεση της 8262/2015 απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό κατάθεσης 2698/22-7-2015 και οι από 6-9-2016 πρόσθετοι λόγοι της με αριθμό κατάθεσης 76/2016.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 Κ.Πολ.Δ. προκύπτουν τα ακόλουθα: α) στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον; Αρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει.
Αν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται με πληρεξούσιο δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας που απαιτείται κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικώς απών.
Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Κατά δε την παρ. 3 εδ. β του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Ολ.Α.Π 14/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον παραστάντα δικηγόρο Τιμόθεο Σιγάλα ως πληρεξούσιο αυτής, κατά δήλωσή του.
Η πληρεξουσιότητα αυτή του τελευταίου αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμό 5674/10-10-2016 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου … Κ. Π.. Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, αποδεικνύεται χορήγηση πληρεξουσιότητας και στον παραστάντα για τους είκοσι δύο (22) από τους είκοσι έξι (26) αναιρεσιβλήτους δικηγόρο Βασίλειο Πλιάτσικα που παρέστη για αυτούς.
Οι απολειπόμενοι τέσσερις (4) αναιρεσίβλητοι, ήτοι η πρώτη, ο δέκατος τέταρτος, η δέκατη έκτη και ο δέκατος έβδομος δεν παραστάθηκαν ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο δε παρασταθείς για τους υπόλοιπους 22 αναιρεσιβλήτους δήλωσε κατά τη συνεδρίαση ότι ο 17ος αναιρεσίβλητος είχε αποβιώσει πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, χωρίς όμως να αποδεικνύει τούτο με προσκόμιση σχετικής ληξιαρχικής πράξης θανάτου.
Έτσι οι ως άνω τέσσερις απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν ούτε και εκπροσωπήθηκαν κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης και των πρόσθετων λόγων της κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο. Συνακόλουθα η πρώτη, ο δέκατος τέταρτος, η δέκατη έκτη και ο δέκατος έβδομος των αναιρεσιβλήτων είναι δικονομικώς απόντες.
Περαιτέρω από τη επισκόπιση των εγγράφων της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης και δεν προσκομίζεται αποδεικτικό επίδοσης προς τους εν λόγω αναιρεσιβλήτους της ένδικης από 22- 7-2015 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης ( 1-10-2016) ενώπιον του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου με κλήση προς συζήτηση αυτής την εν λόγω δικάσιμο εκ μέρους της αναιρεσείουσας, ούτε τέλος γίνεται οποιαδήποτε μνεία περί όλων των ανωτέρω στα έγγραφα σημειώματα - προτάσεις των διαδίκων.
Σημειώνεται ότι αντίγραφο των ως άνω πρόσθετων λόγων της παραπάνω αναίρεσης με την κάτω από αυτούς πράξη ορισμού δικασίμου αυτών την 11- 10-2016 που εκδικάζεται η αναίρεση με αριθμό πινακίου 3 στο Β2 πολιτικό τμήμα του Αρείου Πάγου επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 8-9-2016 σε όλους τους αναιρεσιβλήτους, μεταξύ των οποίων και στους απολειπόμενους 1η, 14° και 1611 των αναιρεσιβλήτων, πλήν του 17ου εξ αυτών.
Επομένως και δεδομένου ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους πρώτη, δέκατο τέταρτο, δέκατη έκτη και δέκατο έβδομο των αναιρεσιβλήτων και να κηρυχθεί απαράδεκτη τόσο η συζήτηση της αναίρεσης όσο και των πρόσθετων ως άνω λόγων αυτής ως προς τους ως αναιρεσιβλήτους αυτούς, δεδομένου οι πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά μαζί με την αναίρεση(βλ.
ΑΠ 478/1981 Νοβ. 1982 48).
Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), [εφεξής Π.Υ.Σ.] που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 28) και στο πλαίσιο της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014) ορίζεται ότι: "Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή τη καταγγελία τους.
Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εντωμεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους εργασίας αποκλειστικώς εκείνοι οι όροι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".
Με τη διάταξη της παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο μετά τη πάροδο του προβλεπομένου ως άνω τριμήνου, οι κανονιστικοί όροι Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας ή εξομοιουμένων με αυτές Διαιτητικών Αποφάσεων που αφορούν το βασικό μισθό και τα ανωτέρω επιδόματα εξακολουθούν να ισχύουν ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι ενοχικοί όροι των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 453/2010), ενώ παύουν αμέσως να ισχύουν ρυθμίσεις που προβλέπουν τη καταβολή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος.
Μεταξύ των επιδομάτων που διατηρήθηκαν είναι και το προβλεπόμενο στην έχουσα λήξει συλλογική ρύθμιση επίδομα επικίνδυνης εργασίας, δηλαδή η πρόσθετη παροχή που έχει ως λόγο καταβολής της την παροχή εργασίας που συνεπάγεται κίνδυνο για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα του εργαζομένου. Επομένως στην έννοια του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας δεν περιλαμβάνεται και το προβλεπόμενο στην έχουσα λήξει συλλογική ρύθμιση επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο έχει ως αιτία καταβολής το εργασιακό περιβάλλον στο οποίο παρέχεται η εργασία, το οποίο (περιβάλλον) ειδικά για το νοσηλευτικό προσωπικό διαφοροποιείται από το κοινό εργασιακό περιβάλλον και απαιτεί από το προσωπικό τη τήρηση με σχολαστικότητα των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας προκειμένου να επιτευχθεί το έργο της ίασης των νοσηλευομένων ασθενών, δεν επάγεται όμως κίνδυνο για τη ζωή ή σωματική ακεραιότητα του νοσηλευτικού προσωπικού.
Του εν λόγω επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας παύει επομένως η καταβολή, μετά την πάροδο του κατά τα ανωτέρω τριμήνου, κατ' εφαρμογή της άνω διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 2 της υπ' αριθ. 6/2012 Π.Υ.Σ. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή προκύπτει και από τις σχετικές διατυπώσεις, που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 28 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο κεφάλαιο 4 με τίτλο "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της Ανάπτυξης" παρ.4.1 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής που έχουν ενσωματωθεί ως παράρτημα V στο Ν. 4046/2012 και συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής (άρθρο 1 παρ.6 του Νόμου αυτού), όπου γίνεται λόγος για "επίδομα επικινδυνότητας" (στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο "hazardous") και "επίδομα βαρέων επαγγελμάτων" (στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο "hazardous professions").
Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή ότι στο νόμο δεν υφίσταται διάκριση μεταξύ επιδόματος επικίνδυνης και επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας δεν μπορεί να συναχθεί από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 III α και 2 του Ν. 754/1978 "Περί ρυθμίσεως των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων, πολιτικών και στρατιωτικών, των υπαλλήλων ΝΠΔΔ, ως και άλλων τινών συναφών διατάξεων" σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 Α περ.
α και 2 παρ. 1 κεφ. IV περ. α εδάφια αα.και γγ και β εδάφιο ββ του Π.Δ/τος 904/1978 (ΦΕΚ Α 217), με τις οποίες διατηρήθηκε σε ισχύ το επίδομα "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" σε συγκεκριμένες κατηγορίες προσωπικού αρμοδιότητας Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ή άλλων Υπουργείων και συγκεκριμένα σε ακτινολόγους και ακτινοθεραπευτές ιατρούς, εμφανιστές χειριστές ακτινολογικών μηχανημάτων και αδελφές νοσοκόμους που απασχολούνται σε κέντρα ή σταθμούς αιμοδοσίας, του άρθρου 4 του Ν. 1031/1982 "Περί του υπηρετούντος νοσηλευτικού και παραϊατρικού προσωπικού εις υπηρεσίας Αιμοδοσίας Νοσηλευτικών ιδρυμάτων ΝΔ 2592/1953", με το οποίο χορηγήθηκε το εν λόγω επίδομα "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" σε όλο το προσωπικό που απασχολείται στα εν λόγω κέντρα και σταθμούς, των άρθρων 40, 41 παρ. 1 και 2 και 43 του Ν. 1193/1981 "Περί της εξ αφροδισίων νόσων προστασίας και ρυθμίσεων συναφών θεμάτων", με τις δύο πρώτες των οποίων χορηγήθηκε το εν λόγω επίδομα "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" στους παρασκευαστές των αμιγών μικροβιολογικών εργαστηρίων και του ΚΕΕΦ (άρθ. 40), στο πάσης φύσεως μόνιμο νοσηλευτικό προσωπικό και τους φυσικοθεραπευτές που απασχολούνται σε σανατόρια και φυματιολογικές κλινικές ή διαγνωστικά κέντρα, νοσοκομεία λοιμωδών νοσημάτων και αιμοδυναμικά εργαστήρια (εδάφιο ββ της περ.
α του κεφ. IV της παρ. 1 του άρθ. 2 του ως άνω 904/1078 Π. Δ/τος) και στους χημικούς, βιοχημικούς, φυσικούς και χημικούς - μηχανικούς των εργαστηρίων βιοχημείας και ιστοχημείας (άρθ. Α' παρ. 1 και 2 αντιστοίχως) και με τη τρίτη των οποίων χορηγήθηκε επίδομα "ανθυγιεινής εργασίας" στις επισκέπτριες αδελφές, τις αδελφές νοσοκόμους και τις μαίες των κλάδων ΑΡ1, ΑΡ2 και ΑΡ3 του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, του άρθρου 14 παρ.1 και 2 του Ν. 1505/1984 "Αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (στις διατάξεις του οποίου υπάγονται κατά το άρθρο 1 αυτού οι μόνιμοι και δόκιμοι υπάλληλοι του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ και το μόνιμο και δόκιμο προσωπικό των ΟΤΑ), με την οποία ορίσθηκε ότι τα επιδόματα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας που προβλέπονται από τις διατάξεις του Π.
Δ/τος 904/1978 και 2 του Ν. 1160/1981 (η τελευταία αφορούσε τη χορήγηση του ανωτέρω επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας και στο προσωπικό των ΑΕΙ που απασχολείται αποκλειστικά σε αντίστοιχα εργαστήρια ή κλινικές των ανωτέρω εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ή σε εργαστήρια ιατροδικαστικής και τοξικολογίας ή περιγραφικής ανατομικής και στους επόπτες δημόσιας υγείας του κλάδου ΑΡ 6 του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών) εξακολουθούν να καταβάλλονται με τις ίδιες προϋποθέσεις και στα ποσά που είχαν διαμορφωθεί κατά τη δημοσίευση του Νόμου αυτού, ακόμη και στις περιπτώσεις που ο δικαιούχος δεν απασχολείται στο αντικείμενο ή σε χώρο που κατά τις οικείες διατάξεις δικαιολογεί την καταβολή του, και των παραγράφων 1 περ.
Α υποπ. α και 2 περ.α της υπ' αριθ. οικ2/16519/ 0022/24.2.2012 Κοινής Υπουργικής Απόφασης "Καθορισμός επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ.1 του άρθρου 15 του Ν. 4024/2011" (ΦΕΚ Β 465), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου αυτού και προέβλεψε τη χορήγηση επιδόματος "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" ύψους 150 ευρώ μηνιαίως στους μόνιμους, δόκιμους και με σχέση ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού με ειδικότητα, μεταξύ άλλων, προσωπικού νοσηλευτικής υπηρεσίας, απασχολουμένου σε Νοσοκομεία, Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας της χώρας, ΕΚΑΒ, Κέντρα Υγείας και σε ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και αγροτικά ιατρεία που υπάγονται στα Δημόσια Νοσοκομεία.
Και τούτο διότι οι ανωτέρω διατάξεις τυγχάνουν εφαρμογής στις συγκεκριμένες κατηγορίες προσωπικού του στενού δημόσιου τομέα (Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ) στους οποίους χορηγούν το χαρακτηριζόμενο από αυτές ως "επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" και κατά συνέπεια δεν μπορεί να τύχουν εφαρμογής, ούτε και αναλόγως, επί του νοσηλευτικού προσωπικού του απασχολουμένου σε ιδιωτικές κλινικές,, Επομένως το Ειρηνοδικείο με τη προσβαλλομένη απόφασή του, εσφαλμένως έλαβε υπόψη και εφάρμοσε αυτές, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας δικαιούται και το νοσηλευτικό προσωπικό που απασχολείται σε ιδιωτικές κλινικές και κατά τη διάρκεια του σταδίου της μετενέργειας.
Επί του εν λόγω προσωπικού αντιθέτως εφαρμόζονται οι σχετικές ρυθμίσεις των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 2 παρ.4 της υπ' αριθ. 6/2012 Π.Υ.Σ. μετά τη λήξη της μετενέργειας, με την επιφύλαξη ευνοϊκότερων ρυθμίσεων της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Ειδικότερα με τις διατάξεις της από 17.5.2005 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Ιδιωτικών Κλινικών όλης της χώρας (πράξη καταθ. Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστασίας 53/25.5.2005) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθ. 12969/7.10.2005 Απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β 1415), της οποίας οι διατάξεις - ρυθμίσεις διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 5 παρ.2 από 22.6.2009 ομοίας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (πράξη καταθ.
Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστασίας 39/13.7.2009) και στη συνέχεια με το άρθρο 2 του κεφαλαίου Δ της υπ' αριθμό 20/2011 ομοίας Διαιτητικής Απόφασης (πρ. κατάθ. Υπ. Εργ. και Κοιν. Ασφάλισης 12/22.11.2011), της οποίας κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης η ισχύς έληξε με καταγγελία στις 1.3.2012, γίνεται σαφής διαφοροποίηση μεταξύ επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας που χορηγείται σε πολλές κατηγορίες προσωπικού (ακόμη και σε περιπτώσεις που οι συνθήκες εργασίας δεν το δικαιολογούν ή το δικαιολογούν οριακά) και επιδόματος επικίνδυνης εργασίας, που χορηγείται σπανιότερα και για συγκεκριμένες ειδικότητες εργαζομένων στις ιδιωτικές κλινικές.
Ειδικότερα η χορήγηση του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας με βάση τις οικείες ρυθμίσεις της πρώτης από τις πιο πάνω συλλογικής σύμβασης εργασίας προβλέπεται για όλες σχεδόν τις ειδικότητες ιατρικού προσωπικού [άρθ. 3 κεφ. I (ΙΑΤΡΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ) παρ 2 εδ. ια], για το νοσηλευτικό προσωπικό [άρθ. 3 κεφ. II (ΝΟΣΗΑΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ) παρ 2 εδ.
β5], για τους φυσιοθεραπευτές (άρθ. 3 κεφ. IV (ΠΑΡΑΪΑΤΡΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ) περ. Α παρ 2.5], για τους αρχιμαγείρους, μαγείρους και βοηθούς αυτών, ως και για τους λατζέρηδες, ράπτες, κουρείς και ταξινόμους [άρθ. 3 κεφ. VI περ. Α, Β, Γ, Δ παρ 2.2], για τους θυρωρούς, κλητήρες, οδηγούς ανελκυστήρων, φύλακες, νυκτοφύλακες, για τους καθαριστές, τραπεζοκόμους, θαλαμηπόλους, πλύντες, σιδερώτριες, κλιβανιστές, αποστειρωτές [άρθ. 3 κεφ.
VI περ. Ε, ΣΤ παρ 2.2), για τους τεχνίτες υδραυλικούς και εργαζομένους στα καλοριφέρ, για τους ξυλουργούς συντηρητές και για τους εργατοτεχνίτες οικοδόμους και βοηθούς αυτών [άρθ. 3 κεφ. VI περ. Ζ, παρ. 2,2, περ. Η παρ 2.4 και περ. Θ παρ. 2.2). Αντιθέτως η χορήγηση του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας με βάση τις οικείες ρυθμίσεις της εν λόγω συλλογικής σύμβασης εργασίας προβλέπεται μόνο για τους συντηρητές ιατρικών μηχανημάτων που απασχολούνται με τη συντήρηση μηχανημάτων σε τμήματα ακτινοθεραπείας (κοβάλτιο) ή τμήματα πυρηνικής ιατρικής (γ - κάμερα) [άρθ. 3 κεφ.
Ill (ΛΟΙΠΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ) περ. I παρ 2 εδ. τελ.]. Επίσης προβλέπεται η χορήγηση χωριστού επιδόματος επικίνδυνης εργασίας και χωριστού επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας στους χειριστές ακτινολογικών μηχανημάτων [άρθ. 3 κεφ. IV (ΠΑΡΑΪΑΤΡΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ) περ. Α παρ 2.3 και 2.4], ως και η χορήγηση επιδόματος "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" (ένα επίδομα) στους παρασκευαστές και βοηθούς εργαστηρίων που απασχολούνται σε εργαστήρια ισοτόπων, μικροβιολογίας, κυτταρολογίας, αιματολογίας, αιμοδοσίας, ενδοκρινολογίας, μονάδων τεχνητού νεφρού και στους χειριστές ηλεκτροεγκεφαλογραφικών μηχανημάτων, αξονικών και μαγνητικών τομογράφων και ακτινοθεραπευτικών μηχανημάτων [άρθ. 3 κεφ.
IV περ. Γ παρ 2.4], στους παρασκευαστές και βοηθούς τμημάτων βιοχημείας και ιστοχημείας παθολογοανατομικών εργαστηρίων [άρθ. 3 κεφ. IV περ. Γα παρ 2.4] , στους βιοχημικούς, βιολόγους και κλινικούς χημικούς [άρθ. 3 κεφ. IV περ. Δ παρ 2.5] και στους οδηγούς ασθενοφόρων [άρθ. 3 κεφ. V (ΟΔΗΓΟΙ ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΩΝ) παρ 2.5], Επομένως με βάση τις ανωτέρω ρυθμίσεις η καταβολή του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας είτε αυτοτελώς, είτε ως επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας προβλέπεται για ειδικότητες εργαζομένων σε ιδιωτικές κλινικές, των οποίων η εργασία επάγεται κινδύνους για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα αυτών.
Σημειώνεται ότι η αναφερομένη στην προσβαλλομένη απόφαση του Ειρηνοδικείου από 28.6.2012 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μεταξύ του Συνδέσμου Ελληνικών Κλινικών με έδρα την Αθήνα και της Ομοσπονδίας Συλλόγων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδας (ΟΣΝΙΕ) (πράξη κατάθ. Υπ. Εργ. 7/2.7.2012), που προβλέπει τη χορήγηση επιδόματος "επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας" και στους νοσηλευτές, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, αφού δεν διαλαμβάνεται παραδοχή περί της εφαρμογής της ανωτέρω συλλογικής σύμβασης εργασίας στην επίδικη έννομη σχέση και ειδικότερα περί της ιδιότητας της αναιρεσίβλητης εταιρείας ως μέλους εργοδοτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης που υπέγραψε τη σύμβαση.
Τέλος η από την αναιρεσίβλητη επίκληση της νεώτερης υπ' αριθ. 2/53212/0022/15.7.2014 Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΦΕΚ Β 2012), με την οποία χορηγήθηκε επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, ύψους 150 ευρώ μηνιαίως και σε νοσηλευτές και νοσοκόμους είναι αλυσιτελής, διότι η εν λόγω απόφαση αφορά το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου των ΟΤΑ, το οποίο δεν κάλυπτε η προηγούμενη υπ' αριθ.
οικ2/16519/ 0022/24.2.2012 Κοινή Υπουργική Απόφαση. Επομένως είναι βάσιμος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (και όχι του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για απόφαση Πρωτοδικείου σε έφεση κατ'αποφάσεως Ειρηνοδικείου) πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της που είναι ταυτόσημος και με τους οποίους προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου η πλημμέλεια ότι προκειμένου να υπολογίσει το ύψος των οφειλομένων μισθών από τη εναγομένη σε κάθε ενάγοντα της περιόδου Ιουνίου 2012 έως Νοεμβρίου 2012 στα αιτηθέντα με την αγωγή για κάθε ενάγοντα ποσά από την εργασία τους με την ειδικότητα της νοσηλεύτριας - νοσηλευτή οι 2η , 8η, 9η, 10η, 12η, 13η, 15η, 16η, 17η , 19η, 22η, 23η, 24ος, 26η, 28η, 29η, και 31η, του υπαλλήλου γραφείου οι 5η και 11η, του συντηρητή ηλεκτρολόγου ο 7ος ,της καθαρίστριας οι 14η και 25η και του υπαλλήλου κυλικείου ο 27ος στην ιδιωτική κλινική που διατηρεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία στη …, στην οποία είχαν προσληφθεί δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συνυπολόγισε εσφαλμένα και το προβλεπόμενο από τις ως άνω συλλογικές ρυθμίσεις επίδομα ανθυγιεινής εργασίας του νοσηλευτικού προσωπικού των ιδιωτικών κλινικών και έτσι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/2012 Π.Υ.Σ.
5. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3, ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο από τους περιοριστικά αναφερομένους στα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 και αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολομ ΑΠ 20/2005 Ελλ. Δικ. 2005 σελ. 710).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, υποστηρίζεται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης - το οποίο έκρινε (ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο) επί της από 2-12-2012 αγωγής των 26 αναιρεσιβλήτων εργαζομένων στην ιδιωτική κλινική της αναιρεσείουσας με την οποία ζητούσαν την καταβολή των αποδοχών τους του χρονικού διαστήματος Ιουνίου 2012 έως Νοεμβρίου 2012 και το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την από 29-8- 2013 έφεσή της αναιρεσείουσας κατά της 6520/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε κάνει δεκτή την ως άνω αγωγή τους - εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και δέχθηκε ότι η ημέρα του Αγίου Πνεύματος είναι αργία και πρέπει να αποζημιώνεται η εργασία κατά τη διάρκεια αυτής της ημέρας με τη νόμιμη προσαύξηση και συγκεκριμένα απέρριψε το λόγο της έφεσής μας σχετικά με τη μη δέσμευσή μας από την 20/2011 ΔΑ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού ιδιωτικών κλινικών νευροψυχιατρικών κλινικών, διαγνωστικών κέντρων, οίκων ευγηρίας όλης της χώρας".
Η ανωτέρω διαιτητική απόφαση καταγγέλθηκε την 1-3-2012 και από 1-6-2012 έπαυσε να ισχύει, ως εκ τούτου έπαυσε και η δεσμευτικότητα των διατάξεών της για την αναιρεσείουσα. Δεν αναφέρεται όμως στην αίτηση αναίρεσης ποια συγκεκριμένα (ερμηνευτικά ή υπαγωγικά) σφάλματα αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση σχετικώς με τις φερόμενες ως παραβιασθείσες ουσιαστικές διατάξεις αλλ' ούτε και διευκρινίζεται σε ποιους από τους αναιρεσιβλήτους ο λόγος αυτός αφορά δεδομένου ότι από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων δεν εργάσθηκαν όλοι οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι την εορτή του Αγίου Πνεύματος του έτους 2012 και δεν ζήτησαν όλοι οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τη σχετική προσαύξηση για τη μη παρασχεθείσα εργασία τους κατά την ημέρα αυτή.
Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αόριστος για τις προαναφερθείσες ελλείψεις αλλά και διότι δεν εκτίθενται στην αίτηση αναίρεσης και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, για καθένα των αναιρεσιβλήτων που αφορά ο ως άνω λόγος, (πόσα χρήματα και σε ποιον ενάγοντα επιδικάσθηκαν πέραν των οφειλόμενων αποδοχών), υπό τα οποία συντελέστηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου δεδομένου ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της.
6.- Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών όταν το ουσιαστικό δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση , έστω κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας , είτε παραλείπει να προσφύγει σε αυτές, για να διαπιστώσει την αληθή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Α.Π.28/2007 Ελλ. Δικ. 2007 σελ. 1028).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο) δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και τα ακόλουθα: Ότι οι πέμπτη, έβδομος, όγδοη, εικοστός τέταρτος και εικοστός έβδομος των εναγόντων (πρόκειται αντίστοιχα κατά σειρά για τους τρίτη, τέταρτο πέμπτη, εικοστό και εικοστό τρίτο των αναιρεσιβλήτων), βάσει ειδικής συμφωνίας με την εναγομένη έλαβαν μηνιαίο μισθό υπέρτερο του νομίμου.
Η ειδική αυτή συμφωνία επιβεβαιώνεται από τις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες αποδείξεις πληρωμής προηγούμενων του επιδίκου χρονικού διαστήματος μηνών και συγκεκριμένα των μηνών Σεπτεμβρίου 2011, Φεβρουαρίου - Απριλίου 2012 για την πέμπτη ενάγουσα , Ι. Γ., Μαρτίου Απριλίου 2012, για τον έβδομο ενάγοντα, Ι.
Θ., των μηνών Οκτωβρίου - Δεκεμβρίου 2011, Φεβρουαρίου - Απριλίου 2012, για την όγδοη ενάγουσα Σ. Ι., Σεπτεμβρίου - Δεκεμβρίου 2011, Φεβρουαρίου - Απριλίου 2012 για τον εικοστό τέταρτο ενάγοντα Χ. Σ. και Ιουλίου 2011, Ιανουαρίου Απριλίου 2012 για τον εικοστό έβδομο ενάγοντα Ε. Χ., σύμφωνα με τις οποίες οι εν λόγω ενάγοντες ελάμβαναν κάθε μήνα μισθό που ανέρχονταν σε 1.350,10 ευρώ, 1.568,14 ευρώ, 1.094,74 ευρώ, 1.000 ευρώ και 1080 ευρώ μικτά, αντίστοιχα, χωρίς αυξομοιώσεις του σταθερού αυτού ποσού.
Ο επαναφερόμενος με τον τρίτο λόγο εφέσεως ισχυρισμός της εναγομένης ότι το σύνολο του προσωπικού της αμείβεται βάσει των νομίμων αποδοχών και δεν συνήφθη συμφωνία υπέρτερη των νομίμων αποδοχών με τους ενάγοντες αυτούς ελέγχεται ως αβάσιμος δεδομένου ότι δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ο δε μάρτυρας της εναγομένης κατέθεσε σχετικά ότι " οι μισθοί τους είναι υπολογισμένοι βάσει της συλλογικής σύμβασης της παλαιάς" μολονότι η πέμπτη ενάγουσα προσελήφθη με τη ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου την 3-2-2011, ο έβδομος ενάγων με την ιδιότητα του συντηρητή - ηλεκτρολόγου στις 24-6-2006, η όγδοη ενάγουσα με την ειδικότητα της νοσηλεύτριας στις 18-4-2011, και ο εικοστός έβδομος με την ειδικότητα του υπαλλήλου κυλικείου στις 1-6-2010.
Επομένως ο λόγος αυτός της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης - εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ψέγεται το Πρωτοδικείο ότι ερμήνευσε εσφαλμένα το περιεχόμενο των συμβάσεων εργασίας που συνδέει την αναιρεσείουσα - εναγομένη με τους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες προσδίδοντας σε αυτές περιεχόμενο που δεν είχαν και θεωρώντας ότι προέβλεπαν αμοιβές που ουδέποτε είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους χωρίς να αναφέρονται στην αίτηση αναιρέσεως το κενό στις συμβάσεις εργασίας που συνέδεε αυτή με τους αναιρεσιβλήτους καθώς και σε ποιούς εκ των αναιρεσιβλήτων αναφέρεται ο ως άνω λόγος .
Ο λόγος αυτός όμως είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το παρατεθέν απόσπασμα της αποφάσεως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη παρά τη μη ρητή αναφορά του στους κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα , περί του συμφωνηθέντος υπέρτερου του νομίμου μισθού μεταξύ της εναγομένης και των ως άνω συγκεκριμένων τεσσάρων εναγόντων, που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη εφαρμόζοντας πράγματι τους κανόνες αυτούς και συνεκτιμώντας την όλη συμπεριφορά των μερών και το σύνολο του αποδεικτικού υλικού.
Επομένως και ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να πρέπει να απορριφθεί προέχοντος ως αβάσιμος, ανεξαρτήτως της αοριστίας του αφού δεν αναφέρεται ύπαρξη κενού ή όχι στις μεταξύ της αναιρεσείουσας και των αναιρεσιβλήτων και ποίων συμβάσεις εργασίας.
7.- Τέλος και ο τέταρτος και ο τελευταίος λόγος της αναίρεσης (εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να απορριφθεί προεχόντως λόγω της αοριστίας του αφού είναι ασαφές ποιο είναι το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα σχετικούς με τη φερόμενη ως παραβιασθείσα ουσιαστική διάταξη αναφορικά με το δικαίωμα των τριών κατονομαζομένων αναιρεσιβλήτων να αξιώσουν την καταβολή επιδόματος τέκνων. Τούτο διότι δεν καθορίζεται ούτε η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, ούτε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, επιπροσθέτως δε, και δεδομένου ότι το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη, ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, δεν εκτίθενται στον αναιρετικό αυτό λόγο αλλ' ούτε και στην αίτηση αναίρεσης εν γένει και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του ουσιαστικού δικαίου, όπως θα έπρεπε (βλ.Ολομ. Α.Π. 20/2005 Ελ.Δ/νη 2005 σελ. 710).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής ως προς τους αναιρεσιβλήτους 1η ,14°, 16°, και 17°, και να αναιρεθεί ως προς όλους τους άλλους κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, εφόσον η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183 του ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αναίρεσης ως προς τους αναιρεσιβλήτους 1η, 14°,16° και 17°.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 8262/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ