507/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated507/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 507 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 507/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Λυκόβρυσης-Πεύκης Αττικής" που εδρεύει στην Πεύκη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Πεύκης Αττικής", ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φασουλή και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Σ. του Α., 2) Γ. Γ. του Ν., κατοίκων ... 3) Β. Π. του Γ., κατοίκου ..., 4) Μ. Κ. του Β., 5) Σ. Γ. του Κ., 6) Λ. Τ. του Π., κατοίκων ... 7) Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 8) Ε. Μ. του Β., κατοίκου ..., 9) α) Δ. Κ. του Κ., ) Κ. Κ. του Δ. και γ) Ι. Κ. του Δ., κατοίκων ... μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Δ. Χ.-Κ. του Ι., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2008 αγωγή των ήδη οκτώ πρώτων αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης
Δ. Χ. - Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2597/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 3534/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-4-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 5-12-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Χρήστου Βρυνιώτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 και 15 ν. 2639/1998: "Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι. - Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων.
Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (παρ. 1 όπως το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου αυτής προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 8 ν. 2956/2001). "Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου.
Για την ασφάλιση των συμμετεχόντων στα προγράμματα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α). Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή των προγραμμάτων της παραγράφου αυτής εξαιρούνται από τον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου" (παρ. 15). Κατ' εξουσιοδότηση του πιο πάνω νόμου εκδόθηκε η 34100/1999 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία καταρτίσθηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας 2.700 ανέργων ηλικίας 25-64 ετών στη φύλαξη σχολείων και ορίσθηκε μεταξύ άλλων ότι σκοπός του προγράμματος είναι η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία με πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων (παρ. 1), ότι δικαιούχοι φορείς είναι οι πρωτοβάθμιοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, των πρωτευουσών νομών και των μεγάλων αστικών κέντρων (παρ. 2), ότι δικαιούχοι του προγράμματος είναι άνεργοι εγγεγραμμένοι στα μητρώα ανέργων των υπηρεσιών του Ο.Α.Ε.Δ.
ηλικίας 25-64 ετών, απόφοιτοι λυκείου (παρ. 3), ότι η διάρκεια του προγράμματος είναι ένδεκα μήνες (παρ. 4), ότι το κόστος του προγράμματος θα καλυφθεί κατά 50% από τον Ο.Α.Ε.Δ. και κατά 50% από το Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ότι το μεν ποσό που διατίθεται από τον Ο.Α.Ε.Δ. καλύπτει τη χρηματοδότηση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας διαρκείας 11 μηνών 2.700 ανέργων στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, το δε ποσό που διατίθεται από το Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης καλύπτει τη χρηματοδότηση του προγράμματος για απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων για χρονικό διάστημα 13 μηνών (παρ. 10).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 1-12-2008 αγωγή τους (στρεφόμενη κατά του Δήμου Πεύκης Αττικής, του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο ήδη αναιρεσείων Δήμος Λυκόβρυσης-Πεύκης Αττικής και κατά της ήδη μη διαδίκου ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης Α.Ε.") οι ήδη οκτώ πρώτοι αναιρεσίβλητοι και η Δ.
Χ.-Κ. (η οποία ήδη, όπως δεν αμφισβητείται εκατέρωθεν, απεβίωσε και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους υπό το στοιχείο 9 αναιρεσιβλήτους, σύζυγο και τέκνα της, που συνεχίζουν τη δίκη) εξέθεσαν τα εξής: Ότι στις 27-2-2001 προσλήφθηκαν από τους εναγομένους προκειμένου να απασχοληθούν ως φύλακες σε σχολεία του πρώτου εναγομένου δήμου, στο πλαίσιο του προγράμματος απασχόλησης ανέργων στον τομέα της φύλαξης κτιρίων με αλλεπάλληλες συμβάσεις που προσχηματικά μεν είχαν χαρακτηρισθεί ως συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας.
Ότι η πρώτη σύμβαση είχε διάρκεια ένδεκα μηνών και ακολούθησαν οι εξής συμβάσεις: α) η από 8-2-2002 με την οποία παρατάθηκε η διάρκεια της προηγουμένης μέχρι τις 30-6-2003, β) η από 1-7-2002, διαρκείας μέχρι τις 18-2-2003, γ) η από 17-7-2003, της οποίας η ισχύς ανέτρεξε στο χρόνο λήξης της προηγουμένης, διαρκείας μέχρι τις 31-12-2003, δ) η από 1-4-2004, διαρκείας από 1-1-2004 μέχρι 30-6-2004, ε) η από 2-8-2004, διαρκείας από 1-7-2004 μέχρι 31-12-2004, στ) η από 4-2-2005, διαρκείας από 1-1-2005 μέχρι 31-3-2005, ζ) η από 28-4-2005, διαρκείας από 1-4-2005 μέχρι 31-5-2005, η) η από 12-7-2005, διαρκείας από 1-6-2005 μέχρι 31-8-2005, θ) η από 27-10-2005, διαρκείας από 1-9-2005 μέχρι 31-12-2005, ι) η από 16-1-2006, διαρκείας από 1-1-2006 μέχρι 31-3-2006, ια) η από 19-4-2006, της οποίας η ισχύς ανέτρεξε στο χρόνο λήξης της προηγουμένης, διαρκείας μέχρι τις 30-6-2006 και ιβ) η από 13-7-2006, της οποίας η ισχύς ανέτρεξε στο χρόνο λήξης της προηγουμένης, διαρκείας μέχρι τις 31-11-2006.
Ότι μετά την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004 και δεδομένου ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του προεδρικού αυτού διατάγματος, υπέβαλαν σχετικές αιτήσεις στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), μετά από θετική εισήγηση της ολομελείας του οποίου οι συμβάσεις τους μετατράπηκαν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Ότι οι εναγόμενοι τους οφείλουν για το χρονικό διάστημα από 1-3-2004 έως 30-11-2006 τα αναλυτικά αναφερόμενα για κάθε ενάγοντα ποσά: α) για προσαύξηση λόγω νυκτερινής εργασίας και εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, β) για αποζημίωση λόγω μη λήψεως ετήσιας αδείας ανάπαυσης, για επίδομα αδείας και για επιδόματα εορτών και γ) για λοιπά επιδόματα που προβλέπονται από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις (γάμου, τέκνων, ανθυγιεινής εργασίας, ειδικής απασχόλησης, κινήτρου απόδοσης).
Ζήτησαν δε, όπως το αίτημα της αγωγής παραδεκτά διορθώθηκε και περιορίστηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να τους καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, τα ποσά αυτά, νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ορθώς στράφηκε κατά του πρώτου εναγομένου, ο οποίος με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν είχε την ιδιότητα του εργοδότη των εναγόντων και συνεπώς νομιμοποιούνταν παθητικά για την άσκησή της. Συνακόλουθα το εφετείο, το οποίο δεν απέρριψε την αγωγή λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του πρώτου εναγομένου, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της 34100/24-11-1999 απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του άρθρου 20 παρ. 1 και 15 ν. 2639/1998 ούτε εκείνη του άρθρου 35 του ισχύοντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το π.δ. 410/1995, με την οποία ρυθμίζονται τα των προγραμματικών συμβάσεων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και αντίστοιχη της οποίας είναι εκείνη του άρθρου 225 του νέου Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006 ούτε τέλος εκείνη του άρθρου 102 παρ. 5 (πράγματι δε παρ. 6) του ισχύοντος Συντάγματος, με την οποία καθιερώνεται η οικονομική αυτοτέλεια των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.
Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι οι ενάγοντες επικαλέσθηκαν για τη θεμελίωση της αγωγής τους συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ενώ κατά τα προεκτεθέντα αυτοί επικαλέσθηκαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας που είχαν καταρτισθεί με τον εναγόμενο δήμο και προσχηματικά μόνο είχαν χαρακτηρισθεί ως συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας.
Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά μεν το άρθρο 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους": "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε το άρθρο 91 εδ.
α του ίδιου νόμου: "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 91 εδ. α του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.
α, και επομένως κατισχύει αυτής (Α.Ε.Δ. 32/2008). Περαιτέρω κατά το άρθρο 93 του ίδιου νόμου (2362/1995): "Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α)... β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του Διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.
Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως...". Εξάλλου κατά το άρθρο 3 του ν.δ. 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και ρυθμίσεως ετέρων τινών θεμάτων" οι υπό των αστικών εν γένει νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων επί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμενες στο Δημόσιο προνομίες ή θεσπισμένες ειδικές προστατευτικές διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, εφόσον οι τυχόν υφιστάμενες αντίστοιχες για τους οργανισμούς αυτούς προνομίες εν γένει δεν είναι ευρύτερες ή ευνοϊκότερες από εκείνες που ισχύουν για το Δημόσιο.
Επίσης με το άρθρο 29 παρ. 5 του ν. 3202/2003 προστέθηκαν παράγραφοι στο τέλος του άρθρου 304 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το π.δ. 410/1995, με την πρώτη από τις οποίες ορίζεται ότι στην παραγραφή των αξιώσεων κατά των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου και ότι κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης καταργείται.
Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται με το ίδιο περιεχόμενο στο άρθρο 276 παρ. 2 του νέου Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006 και ισχύει από 1-1-2007. Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Με την... 34100/24-11-1999 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων...
που εκδόθηκε μετά την... 2701/16-11-1999 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) και κατ' εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998 καταρτίσθηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στη φύλαξη σχολείων 2.700 ανέργων, αποφοίτων λυκείου, ηλικίας από 25 έως 64 ετών, διάρκειας (του προγράμματος) 24 μηνών, διαιρούμενο σε δύο φάσεις.
Την πρώτη φάση διάρκειας 11 μηνών, με αντικείμενο τη θεωρητική και πρακτική ενημέρωση (κατά τον πρώτο μήνα) και την τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (κατά τους υπόλοιπους μήνες). Κατά τη φάση αυτή η χρηματοδότηση του προγράμματος θα γινόταν από τον Ο.Α.Ε.Δ. Τη δεύτερη φάση, διάρκειας 13 μηνών, με αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, κατά την οποία φάση η χρηματοδότηση του προγράμματος θα γινόταν από το Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.
Δικαιούχοι φορείς του παραπάνω προγράμματος ήταν οι πρωτοβάθμιοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, των πρωτευουσών νομών και των μεγάλων αστικών κέντρων. Μεταξύ των κατά την προβλεπόμενη διαδικασία επιλεγέντων δικαιούχων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ήταν και ο εναγόμενος Δήμος Πεύκης, ο οποίος συνήψε με τους ενάγοντες τα από 27-2-2001 συμφωνητικά συνεργασίας διάρκειας έντεκα μηνών, δυνάμει των οποίων οι ενάγοντες αναλάμβαναν την υποχρέωση να συμμετάσχουν σε επιμορφωτική συνάντηση για ζητήματα φύλαξης σχολικών κτιρίων σε σχολικά κτίρια επιλογής του δήμου και να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία απασχολούμενοι ως φύλακες σε καθημερινή βάση, αργίες και Σαββατοκύριακα σε τρεις βάρδιες συνολικής διάρκειας οκτώ ωρών ημερησίως (7.00-15.00, 15.00-23.00 και 23.00-7.00) και για είκοσι δύο ημέρες το μήνα έναντι ημερήσιας αποζημίωσης ύψους 35,22 ευρώ.
Με τα ίδια συμφωνητικά ο δήμος ανέλαβε μεταξύ άλλων τις εξής υποχρεώσεις: να επιλέξει τα σχολικά κτίρια και να κατανείμει τους ασκούμενους φύλακες σε αυτά, να προμηθευτεί τον απαραίτητο εξοπλισμό σύμφωνα με τις τεθείσες από την επιτροπή παρακολούθησης προδιαγραφές και να τον διαθέσει στους φύλακες, να διενεργεί τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώνεται η παρουσία των ασκουμένων κατά τις ήμερες και ώρες που τελούνται οι βάρδιες, να ορίσει ένα μέλος του δημοτικού συμβουλίου, το οποίο θα έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση της εφαρμογής του προγράμματος και την ενημέρωση του δήμου και ένα στέλεχος αυτού, το οποίο θα συγκεντρώνει καθημερινά τα ημερήσια δελτία συμβάντων-παρουσιών, που θα συμπληρώνει κάθε ασκούμενος στη βάρδια του και βάσει αυτών θα συντάσσει μηνιαίο δελτίο παρουσίας ασκουμένων, το οποίο θα πιστοποιεί την παρουσία τους και θα αποστέλλεται στην Ε.Ε.Τ.Α.Α.
προκειμένου να καταβληθεί η οφειλομένη ημερήσια αποζημίωση, καθώς επίσης και να έχει τακτική επικοινωνία με τους διευθυντές των σχολείων και τους ασκούμενους. Τα εν λόγω συμφωνητικά μετά τη λήξη τους παρατάθηκαν με τα από 8-2-2002, 1-7-2002, 17-7-2003, 1-4-2004, 2-8-2004, 4-2-2005, 28-4-2005, 12-7-2005, 27-10-2005, 16-1-2006, 19-4-2006 και 13-7-2006 ορισμένης χρονικής διάρκειας έκαστο.
Με βάση τα παραπάνω ως φορέας της εργασιακής σχέσης των εναγόντων στο πλαίσιο εφαρμογής του συγκεκριμένου προγράμματος νοείται ο οικείος οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης (Δήμος Πεύκης-πρώτος εναγόμενος), ο οποίος και αποτελεί αντισυμβαλλόμενο του κάθε ενάγοντος-φύλακα, τόσο κατά την κατάρτιση όσο και κατά τη λειτουργία των συμβάσεων εργασίας τους...
Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα, ο πρώτος εναγόμενος είναι ο εργοδότης των εναγόντων κατά την έννοια του νόμου, αφού σ' αυτόν προσέφεραν πραγματικά τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες σε όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας τους ως φύλακες στα σχολικά κτίρια στα οποία τοποθετήθηκαν, απασχολούμενοι οκτώ...
ώρες, σε μία από τις τρεις βάρδιες κάθε μέρα, υπό τις εντολές και την εποπτεία των ορισθέντων από το δήμο οργάνων του για το συντονισμό και την παρακολούθηση της εργασίας τους και στα όργανα αυτά αναφέρονταν για οποιοδήποτε πρόβλημα ανέκυπτε, τελώντας έτσι υπό την άμεση εξάρτηση και εποπτεία του εναγομένου δήμου ως προς την τακτικά και αδιάλειπτα παρεχόμενη εργασία τους.
Αντίθετα ουδόλως αποδείχθηκε ότι υφίστατο οποιαδήποτε άλλη σχέση εξαρτήσεως των εναγόντων από τη δεύτερη εναγομένη "Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης Α.Ε."... Έτσι μόνος εργοδότης των εναγόντων ήταν ο πρώτος εναγόμενος δήμος, ο οποίος και χρησιμοποιούσε με αμοιβή την εργασία τους, είχε τα οφέλη απ' αυτήν και ήταν αντισυμβαλλόμενός τους στις σχετικές συμβάσεις, ενόψει και του ότι η φύλαξη των συγκεκριμένων σχολικών κτιρίων περιλαμβάνεται στις αρμοδιότητες αυτού.
Επομένως αυτός είναι και ο μόνος υπόχρεος για τις κατωτέρω απαιτήσεις των εναγόντων που απορρέουν από την ως άνω εργασιακή τους σχέση, ενώ ως προς τη δεύτερη εναγομένη η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη... Συνοψίζοντας οι ενάγοντες συνδέονται μόνο με τον πρώτο εναγόμενο με σχέση εξαρτημένης εργασίας, δεδομένου ότι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σ' αυτόν έναντι αμοιβής (μισθού) και υπέκειντο σε προσωπική εξάρτηση απ' αυτόν, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμά του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της...
Ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως με σχετική ένστασή του, την οποία επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από 1-3-2004 μέχρι 30-11-2006 έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στις 30-12-2008.
Οι ενάγοντες... κατ' αντένσταση... επικαλούνται ως λόγο διακοπής της ως άνω παραγραφής ότι με την... 7412/27-12-2006 αίτησή των προς τον εναγόμενο δήμο ζήτησαν την καταβολή σ' αυτούς των ένδικων αξιώσεών των. Όμως... εφόσον ο δήμος δεν τους απάντησε και δεν άσκησαν αγωγή εντός του ως άνω εξαμήνου, η παραγραφή άρχισε εκ νέου μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης και δεν διακόπηκε εκ νέου με την επίδοση προς τον εναγόμενο δήμο της από 14-12-2007 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών...
αφού η επίδοση της ένδικης έγινε την 30-12-2008, ήτοι δεν ασκήθηκε αγωγή από τους ενάγοντες... εντός της προθεσμίας των έξι μηνών από της παραιτήσεως... Ειδικότερα για το έτος 2004 η παραγραφή διακόπηκε με την υποβολή της από 27-12-2004 αιτήσεως των εναγόντων... προς το δήμο για καταβολή της αξιώσεώς των και άρχισε νέα μετά εξάμηνο.
Κατά συνέπεια όσες από τις ανωτέρω αξιώσεις των εναγόντων γεννήθηκαν προ της 27-12-2006 παραγράφηκαν, διότι συμπληρώθηκε ο προβλεπόμενος από τις διατάξεις των άρθρων 90 και 91 του προαναφερόμενου νόμου χρόνος της διετούς παραγραφής αυτών, η οποία αρχίζει από τη γένεση αυτών... καθόσον για τις αξιώσεις κάθε μήνα του μέχρι την ως άνω ημερομηνία χρονικού διαστήματος, εφόσον αυτές γεννήθηκαν στο τέλος του αντίστοιχου μήνα, η παραγραφή τους άρχισε την πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα, με αποτέλεσμα να έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, όπως και για το δώρο Πάσχα του 2004, το οποίο γεννήθηκε την 30η Απριλίου 2004.
Όσον αφορά τις αποδοχές αδείας, το επίδομα αδείας και το δώρο Χριστουγέννων, τα οποία γεννήθηκαν την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2004 για το επίδομα Χριστουγέννων και το αργότερο το τέλος του ίδιου ως άνω έτους για το επίδομα αδείας... όπως και για το έτος 2005, η παραγραφή διακόπηκε με την υποβολή της από 27-12-2004 αιτήσεως των εναγόντων...
προς το δήμο για καταβολή της αξιώσεώς των και άρχισε νέα μετά εξάμηνο από την ημερομηνία υποβολής αυτής, δηλαδή στις 28-6-2007, η οποία και συμπληρώθηκε στις 28-6-2009, με αποτέλεσμα να μην έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής...". Με βάση αυτές τις παραδοχές και άλλες παραδοχές που αφορούν την υπαγωγή της υπό κρίση διαφοράς στη δικαιοδοσία των τακτικών δικαστηρίων και το ύψος των οφειλών του πρώτου εναγομένου προς τους ενάγοντες, οι οποίες δεν προσβάλλονται με λόγο αναίρεσης, το εφετείο δέχθηκε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς όλους τους ενάγοντες κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του πρώτου εναγομένου και είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά, είχε δε απορριφθεί αυτή στο σύνολό της ως προς την ήδη μη διάδικο δεύτερη εναγομένη) και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε εν μέρει ως προς τους επτά πρώτους ενάγοντες και την απέρριψε ως προς τους λοιπούς ήδη μη διαδίκους, αναγνώρισε δε ότι ο πρώτος εναγόμενος οφείλει στους επτά πρώτους ενάγοντες τα αναφερόμενα για τον καθένα ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 και 93 ν. 2362/1995, αφού σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψης ορθώς δέχθηκε ότι με βάση τις ανωτέρω διατάξεις ο χρόνος παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων είναι διετία από τη γέννηση κάθε μίας από αυτές.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η επικαλούμενη από 27-12-2006 αίτηση προς αυτόν δεν διέκοψε την παραγραφή διότι αυτός δεν έχει κατά νόμο αρμοδιότητα να επιλύσει τη διαφορά αλλά και διότι η αίτηση αυτή ήταν αόριστη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου για το ότι ο πρώτος εναγόμενος ήταν εργοδότης των εναγόντων και για το ότι οι τελευταίοι υπέβαλαν νόμιμα στον πρώτο αίτηση με την οποία διεκόπη η παραγραφή.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Όμως το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν κατά το άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ. ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. και όχι εκείνον του άρθρου 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ. Α.Π. 25/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη όσον αφορά τις ένδικες αξιώσεις των επτά πρώτων εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων του χρονικού διαστήματος από 1-3-2004 μέχρι 30-11-2006 διότι οι αξιώσεις αυτές είχαν υποπέσει σε παραγραφή και συνεπώς είχε εκλείψει το έννομο συμφέρον των ανωτέρω εναγόντων για την άσκησή της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος αφού κατά τα προεκτεθέντα η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι εννόμου συμφέροντος δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος διότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων δεν είχαν παραγραφεί όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη.
Κατόπιν αυτών πρέπει απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 3463/2006.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-4-2014 αίτηση για αναίρεση της 3534/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ