Legislator Case Law & Legislation
507/2014 AI generated

507/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 507/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

507/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το ποσοστό επομένως της νόμιμης μοίρας αποτελεί ποσοστό της καθαρής πραγματικής κληρονομίας. Επειδή, επομένως το κληρονομικό μερίδιο του νομίμου μεριδούχου υπάρχει επί της πραγματικής κληρονομίας, ο νόμιμος μεριδούχος λαμβάνει από την πραγματική κληρονομία το ποσοστό της καθαρής πραγματικής κληρονομίας κατά το ποσοστό δε αυτό συντρέχει ως κληρονόμος.

Keywords

AI generated
departure of spouse family status rights living separate and apart expulsion of family members spousal consent foster care
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 507 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 507/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Χ. Κ., το γένος Ν. Γ. και 2) Γ. Κ., το γένος Ν. Γ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίλαο Κοψαχείλη.

Της αναιρεσίβλητης: Π. χας Δ. Γ., το γένος Σ. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 113/2010 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 30-5-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 30-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1831 και 1833 ΑΚ για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου η οποία είναι το μισό της εξ αδιαιρέτου μερίδας, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου δηλαδή όλα τα υπάρχοντα κατά το χρόνο αυτό στην κληρονομία περιουσιακά στοιχεία, δεκτικά κληρονομικής διαδοχής (πραγματική κληρονομική ομάδα) από την οποία αφαιρούνται τα χρέη της κληρονομίας, οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου καθώς και οι δαπάνες απογραφής της κληρονομίας, προστίθενται δε ακολούθως σ' αυτά και θεωρούνται ως υπάρχοντα στην κληρονομία (πλασματική κληρονομική ομάδα) οι αναφερόμενες στα άρθρα 1831 παρ.2 και 1833 ΑΚ παροχές του κληρονομουμένου όσο αυτός ζούσε προς τους μεριδούχους ή τρίτους (δωρεές που έγιναν εντός της τελευταίας δεκαετίας πριν από το θάνατό του), επί της προσδιοριζομένης δε με τον τρόπο αυτό αυξημένης (πλασματικής) κληρονομικής ομάδας εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του κληρονόμου.

Το ποσοστό επομένως της νόμιμης μοίρας αποτελεί ποσοστό της καθαρής πραγματικής κληρονομίας. Επειδή, επομένως το κληρονομικό μερίδιο του νομίμου μεριδούχου υπάρχει επί της πραγματικής κληρονομίας, ο νόμιμος μεριδούχος λαμβάνει από την πραγματική κληρονομία το ποσοστό της καθαρής πραγματικής κληρονομίας κατά το ποσοστό δε αυτό συντρέχει ως κληρονόμος.

Στην περίπτωση κατά την οποία η προσθετέα παροχή είναι και καταλογιστή στη νόμιμη μοίρα κατά το άρθρο 1833 ΑΚ, τότε πρέπει να εξευρεθεί η αξία της καταλογιστέας παροχής. Το ποσό που θα προκύψει ανάγεται σε ποσοστό της καθαρής πραγματικής κληρονομίας. Κατά το ποσοστό αυτό ο νόμιμος μεριδούχος συντρέχει ως κληρονόμος.

Κατά το άρθρο 1832 παρ. 1 ΑΚ η αξία της κληρονομίας, εφόσον είναι αναγκαία, βρίσκεται με εκτίμηση. Εξεύρεση δε της αξίας της κληρονομίας "με εκτίμηση" σημαίνει ότι για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, ως αξία της κληρονομίας δεν νοείται η αγοραία αξία, αλλά η πραγματική αξία αυτής, η οποία εξευρίσκεται με εκτίμηση, η οποία σε ομαλές οικονομικές συνθήκες, συμπίπτει κατά κανόνα με την αγοραία αξία.

Η νόμιμη μοίρα χορηγείται: 1) Με την παραχώρηση δωρεάς εν ζωή ή άλλης παροχής εν ζωή, εκτός αν ο διαθέτης κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά όταν έκανε την παροχή 2) με δωρεά αιτία θανάτου, η οποία ως προς το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας των αναγκαίων κληρονόμων και κατά τον υπολογισμό αυτής λαμβάνεται ως κληροδοσία, τα δε δωρηθέντα θεωρούνται ως υπάρχοντα στην κληρονομία και μη εξελθόντα αυτής. 3) Με την εγκατάσταση του νομίμου μεριδούχου σε διαθήκη επί ειδικού αντικειμένου (δήλου πράγματος) εφόσον δεν γεννάται αμφιβολία για την ιδιότητα αυτού ως κληρονόμου.

Συνέπεια αυτής της εγκαταστάσεως είναι ότι ο νόμιμος μεριδούχος δύναται να ασκήσει το δικαίωμα επί της νόμιμης μοίρας μόνον κατά το ποσοστό που υπολείπεται για τη συμπλήρωση αυτής. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 1835 ΑΚ σε μέμψη υπόκειται κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου που προστίθεται στην κληρονομία με την αξία που είχε κατά το χρόνο της παροχής και όχι του θανάτου αυτού για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, εφόσον έγινε μέσα στην πριν από το θάνατο του κληρονομουμένου δεκαετία και η υπάρχουσα κληρονομία κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δεν επαρκεί για να καλύψει την νόμιμη μοίρα του έναγοντος μεριδούχου.

Αίτημα της σχετικής αγωγής είναι να ανατραπεί η δωρεά αυτή κατά το μέρος που απαιτείται για να ικανοποιηθεί η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου και να υποχρεωθεί ο δωρεοδόχος να αποκαταστήσει, δηλαδή να μεταβιβάσει κατά κυριότητα και νομή στο μεριδούχο τόσο μέρος από τα στοιχεία που δωρήθηκαν, όσο απαιτείται για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα.

Η προβολή από τον εναγόμενο ότι υπάρχουν και άλλα κληρονομιαία στοιχεία τα οποία καλύπτουν τη νόμιμη μοίρα αποτελεί ένσταση. Επίσης, ενόψει του ότι με το άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ, θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα του συνυπολογισμού κατά τον προσδιορισμό της κληρονομίας, των δωρεών που ο κληρονομούμενος έκανε κατά τα τελευταία δέκα χρόνια για τις δωρεές που τις επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, όταν ο εναγόμενος δωρεοδόχος επικαλείται το γεγονός αυτό που εμποδίζει τη γένεση του δικαιώματος του ενάγοντος, προβάλλει ένσταση και πρέπει να αποδείξει ότι η δωρεά έγινε από λόγους ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον κατά τα άρθρα 338 παρ. 1 και 335 ΚΠολΔ.

Αυτό άλλωστε είναι σύμφωνο και με το σκοπό του νομοθέτη να προστατεύσει το νόμιμο μεριδούχο ο οποίος δεν είναι φυσικό να γνωρίζει και επομένως να επικαλεσθεί τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η δωρεά ενώ τις γνωρίζει ασφαλώς ο δωρεοδόχος. Η περιεχόμενη στο δωρητήριο συμβόλαιο δήλωση του δωρητή ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, δεν δεσμεύει το δικαστήριο το οποίο θα κρίνει με βάση τα προταθέντα και αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα, αν πράγματι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας άσχετα με το χαρακτήρα που έδωσαν σ' αυτή οι συμβαλλόμενοι και άσχετα με τα ελατήρια της ενέργειας του δωρητή.

Δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον είναι εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις κρατούσες αντιλήψεις ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή ασχέτως προς τα ελατήρια που τον ώθησαν, δωρεά δε από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνη που ανταποκρίνεται στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή γίνεται από κοινωνική υποχρέωση.

Περαιτέρω, η ένσταση, σύμφωνα με το άρθρο 262 ΚΠολΔ ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και με τα οποία επιδιώκεται η προσωρινή ή οριστική απόρριψη της αγωγής ή η αναβολή της απάντησης σ' αυτήν, πρέπει να περιλαμβάνει ωρισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν.

Δηλαδή για να κριθεί ότι επιδέχεται δικαστικής εκτίμησης πρέπει να περιέχει στοιχεία ανάλογα προς εκείνα που είναι αναγκαία για την τυπική παραδοχή και συνακόλουθα δικαστική εκτίμηση της αγωγής. Αν τα γεγονότα που αποτελούν την ιστορική βάση της ένστασης είτε συνιστούν το "πραγματικό" ουσιαστικού είτε το "πραγματικό" δικονομικού κανόνα, δεν εκτίθενται κατά τρόπο πλήρη ή δεν συνάπτονται με ορισμένο αίτημα, η ένσταση απορρίπτεται ως αόριστη.

Ένσταση η οποία πρωτοδίκως προεβλήθη αορίστως, δεν δύναται να συμπληρωθεί ενώπιον του Εφετείου ώστε να καταστεί ωρισμένη. Στην προκειμένη περίπτωση με αγωγή απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, η αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη ότι προσβάλλεται το δικαίωμα νόμιμης μοίρας της στην εξ αδιαθέτου κληρονομία του κατά την 31-12-2001 χωρίς τέκνα αποβιώσαντος συζύγου της Δ.

Γ. αδελφού του πατέρα των αναιρεσειουσών Ν. Γ. λόγω της προς αυτές συσταθείσης νομίμως δωρεάς ψιλής κυριότητας δύο ακινήτων του κατά την 11-7-2001, άσκησε το δικαίωμα μέμψης ως αστόργων των δωρεών αυτών και ζήτησε την ανατροπή τους και την καταδίκη αυτών σε δήλωση βουλήσεως για αναμεταβίβαση των ακινήτων αυτών κατά το υπολειπόμενο ποσοστό συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας της.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή και ανέτρεψε τις προσβαλλόμενες δωρεές κατά ποσοστό 217500/940000. Κατά της παραπάνω απόφασης οι αναιρεσείουσες άσκησαν έφεση ενώπιον του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και με την έφεσή τους κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, οι αναιρεσείουσες προέβαλαν την ένσταση ότι ο κληρονομούμενος είχε και άλλα περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονταν στην κληρονομία του κατά το χρόνο του θανάτου του επί των οποίων μπορούσε να ασκηθεί το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της αναιρεσίβλητης αναφέροντας ειδικότερα επί λέξει "πιο συγκεκριμένα την ύπαρξη του τραπεζικού λογαριασμού της Εθνικής Τράπεζας ...του Δ.

Γ. (κληρονομουμένου) του οποίου εισέπραξε το προϊόν του - αγνώστου ύψους - η Π. Γ. (ενάγουσα) όπως αποδεικνύεται από το υπ' αριθ. πρωτ. 895/21-4-2004 απαντητική επιστολή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Κατάστημα Φλώρινας ... Δεν μπορούμε να ζητήσουμε άρση του απορρήτου της κατάθεσης και είναι γι' αυτό αδύνατο να προσδιορίσουμε το ποσό του εν λόγω λογαριασμού την ύπαρξη του οποίου επιβεβαιώνει και η Εθνική Τράπεζα με το παραπάνω έγγραφό της.

Επί του θέματος αυτού έχουμε καταθέσει αγωγή παραδόσεως ανακριβούς κληρονομητηρίου που έχει εκδοθεί υπέρ της ενάγουσας ... Και κατά δεύτερο λόγο έχουμε ασκήσει μηνυτήρια αναφορά για απάτη ενώπιον Δικαστηρίου".Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την προβληθείσα υπό των αναιρεσειόντων ως άνω ένσταση ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι για την πληρότητά της απαιτείτο να προσδιορίζετο το ποσόν του ως άνω τηρουμένου λογαριασμού καταθέσεων το οποίο εισέπραξε η αναιρεσίβλητη.

Με την ως άνω κρίση του το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου (λόγω αοριστίας) της ένστασης που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες καθόσον για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής για ύπαρξη και άλλου περιουσιακού στοιχείου στην κληρονομία του κληρονομουμένου, δεν αρκούσε μόνον ο ισχυρισμός περί υπάρξεως τραπεζικού λογαριασμού του θανόντος κληρονομουμένου, αλλ' έπρεπε να έχει προσδιορισθεί και το ακριβές περιεχόμενο του επίμαχου τραπεζικού λογαριασμού.

Συνεπώς, ο πρώτος, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ότι δηλαδή δεν έλαβε, σε σχέση με την ως άνω ένσταση των αναιρεσειουσών, υπόψη την ομολογία της αναιρεσίβλητης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι εισέπραξε το ποσό των 7.356.410 δραχμών της τραπεζικής κατάθεσης του κληρονομουμένου διότι ορθώς δεν λήφθηκε υπόψη η ομολογία αυτή αφού η σχετική ένσταση είχε απορριφθεί ως αόριστη.

Κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η δωρεά των αναφερομένων πιο πάνω ακινήτων επιβαλλόταν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή λόγους ευπρέπειας, καθόσον ο κληρονομούμενος δεν είχε ανάγκη ιδιαίτερης φροντίδας και περιποίησης.

Ειδικότερα, ζούσε με την ενάγουσα σύζυγό του η οποία ήταν υγιής και φρόντιζε αυτόν παρέχοντας του κάθε υπηρεσία μέχρι το θάνατό του, χωρίς την ανάγκη συμπαράστασης από τις εναγόμενες. Οι τελευταίες διέμεναν με τις οικογένειές τους στην πόλη της Λάρισας και παρά τις καλές σχέσεις τους με το θανόντα, δεν αποδείχθηκε ότι παρέστη ανάγκη παροχής υπηρεσιών από την πλευρά τους.

Η στηριζομένη συνεπώς στο άρθρο 1831 ΑΚ ένσταση των εναγομένων που προέβαλαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν με τον δεύτερο λόγο της έφεσης παραπονούμενες ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη, είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη." Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1831 αρ. 2 ΑΚ εκ πλαγίου αφού διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες διότι πράγματι υπό τα ως άνω δεδομένα δεν θεμελιώνεται κατ' αντικειμενική κρίση, ανεξάρτητα από τα ελατήρια της ενέργειας του δωρητή, παραδοχή ότι οι επίδικες δωρεές έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. "Πράγματα" υπό την έννοια αυτή αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς.

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008). Εξάλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και με λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμό τους που αποτελεί ένσταση ότι οι επίμαχες δωρεές του κληρονομουμένου προς αυτές επιβάλλονταν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας και έτσι δεν υπόκεινται σε μέμψη διότι " ο Δ.

Γ. (κληρονομούμενος θείος μας) ήταν άτεκνος, μοναδική χαρά του ήταν οι κόρες του αδελφού του Νεοπτολέμου ... (εμείς), ήταν γνωστή η αδυναμία του προς τις ανεψιές του, ένα σημαντικό γεγονός ήταν ότι είχε ανέψια και από την πλευρά της συζύγου του και προχώρησε στην εν λόγω δωρεά θέλοντας όπως έλεγε να "τα αφήσει στο αίμα του".

Η σύζυγός του δεν ήταν τόσο καλά στην υγεία της ... . Στα βασικά του προβλήματα είχε εμάς τις ενάγουσες". Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη ως ερειδόμενη επί αναληθούς προϋποθέσεως διότι με τις προτάσεις που υπέβαλαν οι αναιρεσείουσες ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας κατ' ένσταση προέβαλαν ότι οι επίμαχες δωρεές γενόμενες εντός της τελευταίας δεκαετίας πριν του θανάτου του κληρονομουμένου δεν υπόκειντο σε μέμψη ως γενόμενες σε εκπλήρωση ιδιαίτερου καθήκοντος διότι ήταν ανταποδοτικές λόγω των υπηρεσιών που προσέφεραν προς τον θείο τους για τις οποίες (υπηρεσίες) δεν μπορούσαν να αξιώσουν εκ του νόμου αμοιβή από το δωρητή, ενώ ουδόλως ισχυρίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού ότι ο λόγος του ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος συνίστατο και στα ως άνω αναφερόμενα περιστατικά.

Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο το οποίο δεν έλαβε υπόψη του τα παραπάνω περιστατικά προς στήριξή της εκ του άρθρου 1831 παρ. 2 ενστάσεως που προέβαλαν ενώπιόν του οι αναιρεσείουσες, δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Επομένως ο τα αντίθετα υποστηρίζων τέταρτος λόγος εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) αίτημά της. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο, κατ' άρθρο 495 παρ. 4 όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν. 4055/2012.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-5-2012 αίτηση των Χ. Κ. και Γ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 113/2010 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ